← Κύπρος

Ι + Α Φιλίππου. κ.α. ν. Αχιλλέα Σταύρου., Αρ. Αγωγής: 438/03., 28 Δεκεμβρίου, 2007

Ι + Α Φιλίππου. κ.α. ν. Αχιλλέα Σταύρου., Αρ. Αγωγής: 438/03., 28 Δεκεμβρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A149 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: N. Γ. Σάντη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 438/

  1. Μεταξύ:
  2. Ι + Α Φιλίππου.
  3. Ιάκωβου Φιλίππου.
  4. Ανδρέα Φιλίππου. Εναγόντων. και Αχιλλέα Σταύρου. Εναγόμενου. --------------------- Ημερομηνία: 28 Δεκεμβρίου,
  5. Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: Ο κ. Χρ. Τριανταφυλλίδης. Για τον Εναγόμενο: Ο κ. Ν. Κληρίδης. ------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες αξιώνουν συνολικό ποσό Λ.Κ.70.855,90, ως αμοιβή για αρχιτεκτονικές εργασίες που επιτέλεσαν με βάση οδηγίες του εναγόμενου και προς όφελος του την περίοδο 1996-
  6. Είναι εκδοχή των εναγόντων ότι οι προσφερθείσες υπηρεσίες, αφορούν στην ανέγερση κατοικιών και στην εκτέλεση άλλων συναφών εργασιών εντός τεμαχίων του εναγόμενου, με αριθμούς 47 και 49, Φ/Σχ. ΧΧΙ.53.W2, Μπλοκ Δ, στην Έγκωμη. Για τις εργασίες στο τεμάχιο 47, οφείλεται ποσό Λ.Κ.14.803,00, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., ενώ για αυτές στο τεμάχιο 49 (όπως περιορίστηκε κατά την έναρξη της δίκης από το δικηγόρο των εναγόντων), οφείλεται το ποσό των Λ.Κ.56.052,
  7. Ο εναγόμενος αμφισβητεί την αξίωση και ισχυρίζεται ότι δεν έχει υποχρέωση πληρωμής οποιουδήποτε ποσού, διότι τερμάτισε τη συνεργασία του με τους ενάγοντες λόγω πλημμελούς εκτέλεσης των καθηκόντων τους, έχοντας τους ήδη υπερπληρώσει για τις υπηρεσίες τους (χωρίς όμως να ανταπαιτάει οποιοδήποτε ποσό). Λέγει ότι το τι έγινε ήταν η ανάθεση σε αυτούς της επίβλεψης των εργασιών για την ανέγερση κατοικίας στο τεμάχιο 49 και όχι η εκπόνηση αρχιτεκτονικών σχεδίων, αφού τους είχε δώσει έτοιμα αρχιτεκτονικά σχέδια που είχαν ετοιμαστεί για λογαριασμό του από ξένους αρχιτέκτονες στη Νότια Αφρική και ότι το τι κλήθηκαν να κάνουν ήταν, απλώς, προσαρμογή των σχεδίων στα κυπριακά δεδομένα, με κάποιες μικροαλλαγές και τίποτε περισσότερο. Εν πάση περιπτώσει, οι ενάγοντες δε νομιμοποιούνται στην αξίωση αφού το ζήτημα της αμοιβής τους θα εξαρτηθεί από την έκβαση της Διαιτησίας μεταξύ του ιδίου και των εργολάβων Lois Builders Ltd, που ακόμη, όπως είπε, εκκρεμεί και δίχως το πόρισμα της οποίας να είναι αδύνατον να κριθεί η οποιαδήποτε απαίτηση των εναγόντων για αμοιβή αφού υπάρχουν ισχυρισμοί για αμελή εκτέλεση των καθηκόντων τους, γεγονός που οδήγησε και στον τερματισμό των υπηρεσιών τους τον Οκτώβριο
  8. Μάλιστα, το 2007, προχώρησε και στην καταχώρηση αγωγής εναντίον των εναγόντων για φερόμενες παραλήψεις σε σχέση με τις εργασίες που ανάλαβαν. Είναι παραδεχτό μεταξύ των διαδίκων ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο: (α) Οι ενάγοντες ήσαν νομικό πρόσωπο με έδρα τη Λευκωσία εκτελούντες και προσφέροντας, μεταξύ άλλων, υπηρεσίες αρχιτεκτόνων και διαχειριστών έργων και εκπόνησης αρχιτεκτονικών μελετών. (β) Οι ενάγοντες 2 και 3 ήσαν εταιρικά μέλη των εναγόντων
  9. (γ) Ο εναγόμενος ήταν πελάτης και οφειλέτης των εναγόντων. (δ) Οι ενάγοντες ζήτησαν επανειλημμένως από τον εναγόμενο την πληρωμή του φερόμενα οφειλόμενου ποσού πλην όμως αυτός μέχρι σήμερα ουδέν ποσό τους κατέβαλε. Για στοιχειοθέτηση της αξίωσης έδωσαν προφορική μαρτυρία τέσσερις μάρτυρες, ενώ άλλοι τέσσερις έδωσαν μαρτυρία εκ πλευράς υπεράσπισης. Ο Μιχαλάκης Τριανταφυλλίδης (ΜΕ1), ως εργοδοτούμενος των εναγόντων, κατάθεσε, περίγραψε και υιοθέτησε σειρά εγγράφων σχετιζόμενα με την υπόθεση (βλ. Δέσμη Τεκμηρίων 1Α - 1Δ). Ο Αντρέας Λυτρίδης (ΜΕ2), ως αρχιτέκτων στην υπηρεσία των εναγόντων, αναφέρθηκε στο σύνολο των εργασιών που αναλήφθηκαν με οδηγίες του εναγόμενου, τις οποίες επεξήγησε και ανάλυσε, με αναφορά και στον υπολογισμό της σχετικής αμοιβής βάσει των συναφών κανονισμών του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Κύπρου («ΕΤΕΚ»). Ο Κυριάκος Παναγή (ΜΕ3), έδωσε μαρτυρία ως μέλος της αρχιτεκτονικής ομάδας του Ανδρέα Λυτρίδη (ΜΕ1), που ανάλαβε τα καθέκαστα των οδηγιών του εναγόμενου, δηλαδή, τα αρχιτεκτονικά σχέδια σε σχέση με την ανέγερση κατοικίας στο τεμάχιο 49 (βλ. Τεκμήρια 17 και 18), και αυτά σε σχέση με την ανέγερση δυο άλλων κατοικιών στο τεμάχιο 47(βλ. Τεκμήριο 17). Κατάθεσε τα αρχιτεκτονικά σχέδια και τα εξήγησε, αντικρούοντας, μεταξύ άλλων, τη θέση της υπεράσπισης ότι δεν έγινε εκ πλευράς εναγόντων εκπόνηση αρχιτεκτονικών σχεδίων, παρά μόνον ασήμαντες προσαρμογές πάνω στα αρχιτεκτονικά σχέδια των ξένων αρχιτεκτόνων (βλ. Τεκμήριο 16). Ο Σωτήρης Θεοφάνους (ΜΕ4), εργαζόταν στην εργοληπτική εταιρεία Lois Builders Ltd, η οποία ανάλαβε την εργολαβία του έργου στη βάση των σχεδίων που είχαν ετοιμάσει οι ενάγοντες. Είπε για την άμεση εμπλοκή του εναγόμενου στη διαδικασία εκτέλεσης των έργων υπό την έννοια της συνεχούς και ουσιαστικής παρέμβασης και παράθεσης σχολίων και αιτημάτων σε σχέση με αυτά. Ο εναγόμενος Αχιλλέας Σταύρου (ΜΥ1), αναφέρθηκε στο είδος των εργασιών που ανατέθηκαν στους ενάγοντες, αμφισβητώντας κάθε πτυχή της εναντίον του αξίωσης και ισχυριζόμενος ότι, αν κάποιος θα έπρεπε να θεωρηθεί υπόλογος, τελικώς, για οτιδήποτε αφορά στις εργασίες που αναλήφθηκαν, αυτός θα έπρεπε να ήταν ο πρώην γαμπρός του Κώστας Φιλιππίδης, ο οποίος όμως δεν κλητεύθηκε για να δώσει σχετική μαρτυρία. Η Αντιγόνη Σταύρου (ΜΥ2), θυγατέρα του εναγόμενου και πρώην σύζυγος του Κώστα Φιλιππίδη, είπε για τις συνθήκες ανάθεσης των έργων στους ενάγοντες και την εμπλοκή του Κώστα Φιλιππίδη. Ο Χρίστος Κουππαρής (ΜΥ3), έδωσε μαρτυρία ως ο επιμετρητής ποσοτήτων του έργου. Περίγραψε συνοπτικώς την εκτέλεση των καθηκόντων του σε σχέση με τα έργα αυτά τονίζοντας ότι οι εργασίες ανατέθηκαν από τον ίδιο τον εναγόμενο και ότι η αμοιβή του, όπως και των εναγόντων, είχε συμφωνηθεί να καταβαλλόταν από τον εναγόμενο. Ο Χρίστος Σαββίδης (ΜΥ4), έδωσε μαρτυρία ως Λειτουργός στο ΕΤΕΚ, εξηγώντας τους σκοπούς και λειτουργία του οργανισμού, καθώς και τις δυνατότητες του να διεξάγει μελέτες και να επιλύει διαφορές που εμπίπτουν εντός των αρμοδιοτήτων του τονίζοντας ότι τίποτε δε γνώριζε σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Η πλήρης έκταση της μαρτυρίας βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά και δεδομένης της παράθεσης των εκατέρωθεν εκδοχών αλλά και των ευρημάτων που ακολουθούν, δε χρειάζεται να παρατεθεί λεπτομερώς. Κάτι τέτοιο δε θα εξυπηρετούσε κανένα πρακτικό σκοπό. Είναι αυτονόητο ότι κάθε αποδεκτή αναφορά των μαρτύρων (όπως και το περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων), αξιολογήθηκαν πλήρως και στον επιτρεπτό βαθμό, ανεξαρτήτως της απουσίας ρητής παράθεσης στην απόφαση (βλ. Liberty Mediterranean Cruises Mouss Ltd v. Haris Zacharia Engineering Co. Ltd και Άλλων

(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. 916). Κατά τις αγορεύσεις οι ευπαίδευτοι δικηγόροι ανάπτυξαν τις θέσεις τους με σημείο αναφοράς τις εκδοχές των διαδίκων, εφοδιάζοντας ταυτοχρόνως το Δικαστήριο με γραπτό περίγραμμα των εισηγήσεων τους, γεγονός που βοήθησε το Δικαστήριο στην καλύτερη κατανόηση των θέσεων τους. Η ουσία των τοποθετήσεων τους έγκειται, για μεν τους ενάγοντες, στο ότι η μαρτυρία που δόθηκε δεν είναι μόνον πολύ ισχυρή αλλά και ουσιαστικώς αναντίλεκτη, γεγονός που δε μπορεί παρά να οδηγήσει σε έναν και μόνον αποτέλεσμα που δεν είναι άλλο από την έκδοση απόφασης ως η απαίτηση (όπως περιορίστηκε), για δε τον εναγόμενο, στο ότι η αγωγή είναι πρόωρη δεδομένης της εκκρεμότητας της διαδικασίας Διαιτησίας, πέραν του ότι οι ενάγοντες δεν αποδείξαν τους ισχυρισμούς τους, είτε αυτοί άπτονται της διενέργειας και εκτέλεσης εργασιών στις οποίες ισχυρίζονται ότι προέβησαν είτε στο ύψος της απαιτούμενης αμοιβής. Αξιολόγησα κάθε τι στο οποίο αναφέρθηκαν οι συνήγοροι, τόσον προφορικώς όσον και στο γραπτό τους περίγραμμα. Οι μάρτυρες των εναγόντων μού δημιούργησαν εξαιρετική εντύπωση. Ήσαν σαφείς και αρκούντως λεπτομερείς σε ό,τι κατέθεσαν, χωρίς να περιπέσουν σε αντιφάσεις ή να κλονιστούν με οποιονδήποτε τρόπο κατά την αντεξέταση - εκεί που αυτή έλαβε χώραν. Το αναφέρω αυτό διότι οι Κυριάκος Παναγή (ΜΕ3) και Σωτήρης Θεοφάνους (ΜΕ4), έδωσαν μαρτυρία στην απουσία του δικηγόρου υπεράσπισης, αφού κατά τη μέρα που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, δεν είχε εμφανιστεί. Απουσίαζε επίσης και κατά την πρώτη δικάσιμο της υπόθεσης όταν έδωσε μαρτυρία ο Μιχαλάκης Τριανταφυλλίδης (ΜΕ1), τον οποίο όμως αντεξέτασε κατά την επόμενη δικάσιμο, με το δικηγόρο των εναγόντων, σε πίστη του, να ζητά την αναβολή γι' αυτό το σκοπό διότι επιθυμούσε την εκδίκαση της υπόθεσης στην ουσία της, με την παρουσία του δικηγόρου υπεράσπισης και όχι την έκδοση απόφασης ερήμην. Το ίδιο έπραξε ο συνήγορος των εναγόντων και στην περίπτωση των Κυριάκου Παναγή (ΜΕ3) και Σωτήρη Θεοφάνους (ΜΕ4). Μετά την παράθεση της μαρτυρίας (κυρίως εξέτασης), των μαρτύρων αυτών και για διάφορους λόγους που άπτονταν, κυρίως, της ανετοιμότητας της υπεράσπισης και κάποιων αναβολών για συμβιβασμό της υπόθεσης (αλλά και της απουσίας του Δικαστηρίου σε μια δικάσιμο, λόγω προσωπικού κωλύματος), η αντεξέταση των δύο μαρτύρων μετατέθηκε σε κατοπινό στάδιο, με το Δικαστήριο να εκδίδει διάταγμα επανάκλησης. Τη μέρα όμως που ορίστηκε η υπόθεση για αντεξέταση των μαρτύρων αυτών, και παρόλο που ήσαν παρόντες, ο κ. Κληρίδης δεν προχώρησε σε αντεξέταση, ενώ αντιθέτως κάλεσε τον εναγόμενο να δώσει σχετική μαρτυρία αρχίζοντας έτσι την παράθεση της υπόθεσης της υπεράσπισης. Οι δικαιωματικές επιλογές του δικηγόρου υπεράσπισης στερούν από τον εναγόμενο τη δυνατότητα να ισχυριστεί με οποιαδήποτε προοπτική επιτυχίας, παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος της δίκαιης δίκης λόγω αποστέρησης (όπως εισηγήθηκε), της δυνατότητας του για αντεξέταση των Κυριάκου Παναγή (ΜΕ3) και Σωτήρη Θεοφάνους (ΜΕ4). Πιστώνεται ο δικηγόρος με το ότι θα πρέπει να ξέχασε τους χειρισμούς στους οποίους προέβη αναφορικώς με το ζήτημα, άλλως πως, η θέση του κατά τις αγορεύσεις δε μπορεί παρά να σταχυολογηθεί ως ανεξήγητη. Ο εναγόμενος Αχιλλέας Σταύρου (ΜΥ1) και η θυγατέρα του Αντιγόνη Σταύρου (ΜΥ2), δε μου δημιούργησαν θετική εντύπωση. Δεν είπαν όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ήσαν αντιφατικοί και αόριστοι στις περισσότερες τοποθετήσεις τους επί ουσιωδών ζητημάτων. Ο εναγόμενος παλινδρομούσε μεταξύ της θέσης ότι ουδέποτε ανάθεσε ο ίδιος οποιασδήποτε μορφής εργασία στους ενάγοντες και της θέσης ότι ανάθεσε πράγματι κάποιες εργασίες σε αυτούς, καμιά όμως αναφορικώς με την εκπόνηση αρχιτεκτονικών σχεδίων ή την αλλαγή των αρχιτεκτονικών σχεδίων των ξένων αρχιτεκτόνων (βλ. Τεκμήριο 16). Οι τοποθετήσεις του πράγματι δημιούργησαν προβληματισμό αφού, με απόλυτο τρόπο, τη μια προωθούσε την πρώτη εκδοχή και την άλλη τη δεύτερη εκδοχή. Σε κάποιο στάδιο ανάφερε ότι τα αρχιτεκτονικά σχέδια δόθηκαν στους ενάγοντες από τη θυγατέρα του Αντιγόνη Σταύρου (ΜΥ2), με τις σχετικές οδηγίες περί μικροαλλαγών, ενώ σε άλλο στάδιο είπε ότι τα σχέδια τα παράδωσε ο ίδιος προσωπικά στους ενάγοντες τονίζοντάς τους μάλιστα ότι δε χρειαζόταν να γίνει οποιαδήποτε απολύτως αλλαγή σε αυτά και ότι ο σκοπός για τον οποίο τα έδωσε ήταν για να χρησιμοποιηθούν αυτούσια, για κάθε εργασία που χρειαζόταν να διεκπεραιωθεί, χωρίς όμως να είναι σε θέση να περιγράψει ποιες εργασίες ήσαν αυτές που εννοούσε, τη στιγμή ιδίως που είχε αναφέρει ως μέρος της εκδοχής του ότι ουδέποτε ανάθεσε στους ενάγοντες οτιδήποτε σχετικό αναφορικώς με το όλο ζήτημα. Είπε επίσης ότι όλες τις εργασίες προς τους ενάγοντες σε σχέση και με τα δύο τεμάχια 47 και 49, τις είχε αναθέσει ο πρώην γαμπρός του ενώ σε άλλο στάδιο της μαρτυρίας του είπε ότι τις ανάθεσε ο ίδιος. Δήλωσε επιπλέον ότι δεν είχε πληρώσει οποιοδήποτε ποσό προς τους ενάγοντες σε σχέση με τις επίδικες εργασίες, παρόλο που αργότερα παραδέχθηκε ότι πλήρωσε διάφορα ποσά ύψους Λ.Κ.75.713,40. Είναι αντιληπτό ότι η φύση των γενικολογιών και ασυνεπειών στη μαρτυρία του εναγόμενου, δεδομένης και της φύσης της διαφοράς, δε μπορούν παρά να θεωρηθούν ουσιώδεις. Η Αντιγόνη Σταύρου (ΜΥ2), μολονότι από τη μια ισχυριζόταν ότι ουδέποτε ανατέθηκε οποιασδήποτε μορφής εργασία στους ενάγοντες σε σχέση με την εκπόνηση αρχιτεκτονικών σχεδίων, από την άλλη έλεγε ότι, όντως, τους είχε ανατεθεί η εργασία αυτή πλην όμως ήταν ασήμαντης εμβέλειας αφού ουσιαστικώς τους ζητήθηκε όπως προβούν σε μικρές αλλαγές στα σχέδια των ξένων αρχιτεκτόνων, για να παραδεχθεί όμως λίγο αργότερα ότι οι αλλαγές αυτές μπορεί και να μην ήταν όσον επουσιώδεις τις είχε αρχικώς περιγράψει και ότι ενδεχομένως να προϋπόθεταν περισσότερη εργασία από αυτή που άφησε να νοηθεί ότι χρειαζόταν, για να καταλήξει όμως ότι, εν πάση περιπτώσει, τα ποσά που ζητούν οι ενάγοντες είναι αδικαιολόγητα, χωρίς όμως να είναι σε θέση να αιτιολογήσει τη γνώμη της αυτή, μη γνωρίζοντας, επιπροσθέτως, ούτε την έκταση αλλά ούτε και τη φύση των αρχιτεκτονικών σχεδίων που εκπόνησαν και τις ώρες εργασίας που αναλώθηκαν για αυτόν το σκοπό, αλλά ούτε και το κατά πόσον το αίτημα τους περί μικροαλλαγών ήταν πράγματι εφικτό και ότι δε θα χρειαζόταν η εξ' υπαρχής δημιουργία άλλων αρχιτεκτονικών σχεδίων, όπως σχετικώς τους είχαν συμβουλεύσει οι ενάγοντες. Οι Χρίστος Κουππαρής (ΜΥ3) και Χρίστος Σαββίδης (ΜΥ4), ήσαν θετικοί ως μάρτυρες, όμως η μαρτυρία τους, ιδιαίτερα του τελευταίου, λίγα πράγματα πρόσθεσαν στη συνολική εικόνα της διαφοράς. Ο Χρίστος Κουπαρής (ΜΥ3), σε αντίθεση με τα λεγόμενα του εναγόμενου και της θυγατέρας του ή τουλάχιστον χωρίς να αμφιταλαντεύεται (και αυτό διότι έλεγε την αλήθεια), είπε ότι όλες οι εργασίες που ισχυρίζονται οι ενάγοντες ότι ανατέθηκαν σε αυτούς από τον εναγόμενο (και που ο εναγόμενος κατά μια εκδοχή του, ισχυρίζεται ότι δεν ανάθεσε στους ενάγοντες), πράγματι ανατέθηκαν από αυτόν και ότι περί τούτου είχε ιδίαν γνώση, ως ο εντεταλμένος και αρμόδιος επιμετρητής ποσοτήτων του έργου, τονίζοντας ότι τόσον η δική του αμοιβή όσον και αυτή των αρχιτεκτόνων είχε συμφωνηθεί να πληρωθεί από τον εναγόμενο και κανένα άλλο. Με βάση αυτή τη διαπίστωση είναι εύστοχη η επισήμανση του κ. Τριανταφυλλίδη ότι ο μάρτυς κάθε άλλο παρά βοήθησε την υπόθεση του εναγόμενου. Ο Χρίστος Σαββίδης (ΜΥ4), τίποτε δεν είπε που να θεωρείται σημαντικό για την υπόθεση, δοθέντος μάλιστα ότι, όπως είπε, δε γνώριζε τίποτε απολύτως για αυτήν. Δέχομαι ως αξιόπιστη τη μαρτυρία και εκδοχή των εναγόντων (καθώς και τη μαρτυρία των δύο μαρτύρων υπεράσπισης που προαναφέρθηκαν) και απορρίπτω αυτήν του εναγόμενου και της θυγατέρας του, ως αναξιόπιστη. Στις 18.9.96, ο εναγόμενος υπόγραψε συμφωνητικό έγγραφο εργολαβίας με την εταιρεία Lois Builders Ltd, για την ανέγερση κατοικίας στο τεμάχιο 49 και δυο κατοικιών άμεσα στο τεμάχιο 47, έναντι ποσού Λ.Κ.1.883.396,00, εξαιρουμένου του Φ.Π.Α. Ως αρχιτέκτονες του έργου δηλώθηκαν στο συμφωνητικό έγγραφο εργολαβίας οι ενάγοντες (βλ. Τεκμήριο 2). Η ανάθεση του έργου στους ενάγοντες από τον εναγόμενο επιβεβαιώθηκε (όπως ρητώς παραδέχθηκε και ο εναγόμενος στη γραπτή του κατάθεση ενώπιον του Δικαστηρίου), με το Έγγραφο Παροχής Υπηρεσιών Αμοιβής και Όρων Διορισμού, ημερομηνίας 29.10.96 [βλ. Τεκμήριο 1(Γ)
(2)]. Της συμφωνίας προηγήθηκαν διάφορες διαβουλεύσεις μεταξύ εναγόντων και εναγομένων, μέρος των οποίων ήταν και η περίληψη των προδιαγραφών που συζητούνταν τότε σε σχέση με το όλο έργο (βλ. για παράδειγμα, το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 6). Στο Τεκμήριο 1(Γ)
(2), γίνεται ρητή αναφορά, μεταξύ άλλων, και για αρχιτεκτονικό σχεδιασμό («for architectural and structural design»), ως μια από τις εργασίες και καθήκοντα που ανάλαβαν οι ενάγοντες με οδηγίες του εναγόμενου, σε αντίθεση βέβαια με τη θέση του κατά τη μαρτυρία του ότι ανάθεσε στους ενάγοντες μόνον την επίβλεψη των εργασιών στο τεμάχιο 49 και όχι την εκπόνηση αρχιτεκτονικών σχεδίων. Σχετική επί τούτου είναι και η αναντίλεκτη μαρτυρία του Ανδρέα Λυτρίδη (ΜΕ2). Στο Τεκμήριο 1(Γ)
(2), περιλαμβάνονται και λεπτομέρειες της αμοιβής των εναγόντων καθώς και των σταδίων αποπληρωμής της. Οι όροι αυτοί, όπως και το σύνολο της συμφωνίας, έγιναν πλήρως αποδεκτά από τον εναγόμενο. Ο εναγόμενος εφοδίασε τους ενάγοντες με τα αρχιτεκτονικά σχέδια των ξένων αρχιτεκτόνων (βλ. Τεκμήριο 16), οπόταν και διαπίστωσαν ότι δεν ήσαν επαρκή για τους επιδιωκόμενους σκοπούς με βάση τις κυπριακές απαιτήσεις και ότι θα έπρεπε να ετοιμάζονταν από την αρχή νέα αρχιτεκτονικά σχέδια. Οι ενάγοντες πληροφόρησαν τον εναγόμενο για αυτή την εξέλιξη τόσον προφορικώς όσον και γραπτώς στις 10.11.97 [βλ. Τεκμήριο 1(Γ)
(3)] όπως και για το ότι, ένεκα των νέων δεδομένων και της επιπρόσθετης εργασίας που θα έπρεπε να διεκπεραιωθεί θα υπήρχαν αυξημένες οικονομικές απαιτήσεις [βλ. Τεκμήριο 1(Γ)
(4)]. Ο εναγόμενος αποδέχθηκε πλήρως τους νέους αυτούς όρους, έχοντας μάλιστα δηλώσει τη συμφωνία του αυτή προφορικώς, με τον πιο καθαρό και κατηγορηματικό τρόπο κατά το χρόνο εκείνο, στον Αντρέα Λυτρίδη (ΜΕ2), δίνοντας του μάλιστα και το πράσινο φως για να προχωρήσει και να κάνει ό,τι έπρεπε να γίνει για τροχοδρόμηση τα πράγματα προς τη σωστή κατεύθυνση. Στις 18.10.99, οι ενάγοντες αποστείλαν προς τον εναγόμενο κατάσταση λογαριασμού για τις τελεσθείσες εργασίες τους [βλ. Τεκμήριο 1(Γ)
(5)]. Το ίδιο έπραξαν και στις 22.9.99, με αποστολή άλλης κατάστασης λογαριασμού, τη χρέωση της οποίας ο εναγόμενος πλήρωσε με επιταγή ημερομηνίας 26.11.99 [βλ. Τεκμήριο 1(Γ)
(6)]. Στις 30.7.01, οι ενάγοντες έστειλαν προς τον εναγόμενο λεπτομέρειες των μέχρι εκείνης της στιγμής προσφερθεισών υπηρεσιών καθώς και κατάσταση οφειλόμενων [βλ. Τεκμήριο 1(Γ)
(7)]. Στις 4.10.01, ο εναγόμενος τερμάτισε τις υπηρεσίες των εναγόντων ισχυριζόμενος, μεταξύ άλλων, πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων τους [βλ. Τεκμήριο 1(Γ)
(8)], για τα οποία ίχνος αξιόπιστης μαρτυρίας δεν προσκόμισε κατά τη δίκη. Ο τερματισμός ήταν αναίτιος και αδικαιολόγητος υπό τις περιστάσεις. Στις 10.10.01, οι ενάγοντες ανταπάντησαν ότι αν και απέρριπταν το περιεχόμενο της επιστολής - Τεκμήριο 1(Γ)
(8), τερματίζουν και αυτοί τις υπηρεσίες τους από λήψεως της επιστολής εκείνης, πληροφορώντας ταυτοχρόνως τον εναγόμενο ότι το συνολικό κόστος της οφειλής του σε σχέση με τις εργασίες στο τεμάχιο 49 ήταν Λ.Κ.60.890,90 [βλ. Τεκμήριο 1(Γ)
(9)]. Οι ενάγοντες αποδέχθηκαν το γεγονός του τερματισμού χωρίς να έχουν και άλλη πρακτική επιλογή, από τη στιγμή που ο εναγόμενος αμφισβήτησε την επαγγελματική τους ικανότητα. Η αποδοχή τους εκδηλώθηκε και στις 17.10.01, όταν μέσω των δικηγόρων τους πια έστειλαν προς τον εναγόμενο σχετική επιστολή απορρίπτοντας οποιαδήποτε υπαιτιότητα που τους είχε αποδώσει ο εναγόμενος, καθώς και παράβαση όρων της συνεργασίας τους. Μετά τον τερματισμό οι ενάγοντες δεν υποχρεώνονταν πλέον να προσφέρουν περαιτέρω υπηρεσίες στον εναγόμενο. Στις 11.12.01, οι ενάγοντες υπενθύμισαν τους δικηγόρους του εναγόμενου για την οφειλή που παρέμενε ακόμη απλήρωτη [βλ. Τεκμήριο 1(Γ)
(10)]. Δεν υπήρξε απάντηση, με αποτέλεσμα στις 6.2.02, να σταλεί και άλλη επιστολή προς τους δικηγόρους του εναγόμενου απαιτώντας πληρωμή και πάλι όμως χωρίς αποτέλεσμα [βλ. Τεκμήριο 1(Γ)
(11)]. Στις 26.11.02, οι ενάγοντες μίλησαν με τους δικηγόρους του εναγόμενου οι οποίοι τους ζήτησαν να συνδράμουν έτσι ώστε να μπορέσει ο εναγόμενος να προχωρήσει με τους εργολάβους στη διεκπεραίωση του έργου. Ως εκ τούτης της κρούσης, οι ενάγοντες ζήτησαν από τον εναγόμενο να τους πληρώσει για τις υπηρεσίες που του πρόσφεραν [βλ. Τεκμήριο 1(Γ)
(12)]. Στις 30.4.02, οι δικηγόροι του εναγόμενου ζήτησαν παραπομπή σε Διαιτησία, του ζητήματος της αμοιβής του εργολάβου και των εναγόντων [βλ. Τεκμήριο 1(Γ)
(13)]. Οι ενάγοντες απάντησαν αυθημερόν ότι η διαφορά εναγόμενου - εργολάβου δεν τους αφορούσε και ότι η αμοιβή τους έπρεπε να καταβληθεί αμέσως [βλ. Τεκμήριο 1(Γ)
(14)]. Δεν υπήρξε οποιαδήποτε αντίδραση στην απάντηση αυτή. Καμιά μαρτυρία δε δόθηκε στη δίκη σε σχέση με το ακριβές περιεχόμενο της Διαιτησίας, την εξέλιξη και την τυχόν κατάληξη της. Στις 10.6.02, οι ενάγοντες αποτάθηκαν ξανά προς τους δικηγόρους του εναγόμενου, υπενθυμίζοντας τους για την ανάγκη αποπληρωμής του οφειλόμενου ποσού [βλ. Τεκμήριο 1(Γ)
(15)] και πάλι όμως δεν υπήρξε ανταπόκριση. Στις 24.7.02, οι ενάγοντες έστειλαν επιστολή στους δικηγόρους του εναγόμενου με την οποία τους πληροφορούσαν για την οφειλή του πελάτη τους σε σχέση με εργασίες που αναλήφθηκαν και διεκπεραιώθηκαν με εντολή του, σε σχέση με το τεμάχιο 47 ύψους Λ.Κ.14.803,00, υπενθυμίζοντας τους ταυτοχρόνως και για την οφειλή που προέκυψε σε σχέση με τις εργασίες που έγιναν στο τεμάχιο 49 [βλ. Τεκμήριο 1(Α)]. Την ίδια μέρα οι ενάγοντες έστειλαν προς τον εναγόμενο, τη προσοχή των δικηγόρων του, επιστολή που περίγραφε τις εργασίες που διεκπεραιώθηκαν σε σχέση με το τεμάχιο 47, στην οποία διατυπωνόταν με λεπτομέρεια η φύση και έκταση της εργασίας [βλ. Τεκμήριο 1(Β)]. Πάλιν δεν υπήρξε οποιαδήποτε απάντηση εκ πλευράς εναγόμενου ή των δικηγόρων του. Στις 29.10.02, μέσω των δικηγόρων τους πλέον, οι ενάγοντες έστειλαν επιστολή στον εναγόμενο απαιτώντας πληρωμή των οφειλομένων [βλ. Τεκμήριο 1(Γ)
(1)]. Καμιά απάντηση και πάλι. Στις 15.1.03, οι ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αγωγή. Είναι γεγονός ότι όλες σχεδόν οι επιστολές των εναγόντων επί όλων των σημείων που άπτονται της απαίτησης, παρέμειναν αναπάντητες εκ πλευράς εναγόμενου. Δε συμφωνώ όμως με τη θέση των εναγόντων ότι η στάση αυτή θα πρέπει να οδηγήσει σε συμπέρασμα αποδοχής της αξίωσης, αν και κάτι τέτοιο δεν είναι άγνωστο στην αγγλική νομολογία (βλ. Murphy On Evidence, 10η εκδ, σελ.337), για δυο λόγους. Πρώτον, ο ισχυρισμός, που ενέχει φανερώς στοιχεία προβολής σχετικού κωλύματος, είναι εκτός δικογράφων (βλ. Bullen and Leake & Jacob's Precedents of Pleadings, 13η εκδ, 1990, σελ. 1145 - 1147). Δεύτερον, η φύση της διαφοράς αλλά και τα γεγονότα που την περιβάλλουν, δε θα δικαιολογούσαν τέτοια κατάληξη, εν πάση περιπτώσει. Απορρίπτω όμως ούτως ή άλλως τη θέση του εναγόμενου ότι δεν αντέδρασε στις επιστολές μόνον και μόνον διότι δε συμφωνούσε με το περιεχόμενο τους και αυτό διότι πλήρωσε διάφορα ποσά προς τους ενάγοντες για τις εργασίες που εκτέλεσαν τόσον πριν όσον και μετά τις επιστολές αυτές και ενώ είχε γνώση τους. Οι ενάγοντες προσέφεραν υπηρεσίες προς τον εναγόμενο και για τα δύο τεμάχια 47 και 49, με τις τελεσθείσες εργασίες να παρατίθενται και να αποδεικνύονται πλήρως και με λεπτομέρεια από την προσκομισθείσα μαρτυρία. Οι χρεώσεις έχουν αποδειχτεί πλήρως και είναι εύλογες. Τα αρχιτεκτονικά σχέδια - Τεκμήριο 16, που παραδόθηκαν από τον εναγόμενο στους ενάγοντες τροποποιήθηκαν εκτενώς ώστε να συνάδουν με την κυπριακή νομοθεσία και να μπορούν να χρησιμοποιηθούν στην Κύπρο. Τα σχέδια των εναγόντων έγιναν αποδεκτά από τον εναγόμενο. Έγιναν πάρα πολλές συναντήσεις με τον εναγόμενο (47 συνολικώς), με την έκταση και φύση των εργασιών να επεξηγούνται πλήρως από τους Ανδρέα Λυτρίδη (ΜΕ2), Σωτήρη Θεοφάνους (ΜΕ4) και Κυριάκο Παναγή (ΜΕ3), χωρίς οποιαδήποτε αντεξέταση από την υπεράσπιση. Ο ισχυρισμός της υπεράσπισης ότι η αγωγή είναι πρόωρη δεν ευσταθεί. Η συμφωνία τερματίστηκε από τον εναγόμενο και εκ των πραγμάτων, δε θα μπορούσε να συμπληρωθεί έτσι ώστε οι ενάγοντες να δικαιούνταν σε απαίτηση για αμοιβή πάνω στο συνολικό κόστος του έργου. Τούτο είναι αυτονόητο. Είναι λογικό ο υπολογισμός των εργασιών που εκτελέστηκαν να γίνει με τελικό σημείο αναφοράς την ημερομηνία του τερματισμού. Οι ενάγοντες απέδειξαν την αξίωση τους στον απαιτούμενο βαθμό. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου για ποσό Λ.Κ. 70.855,90, με νόμιμο τόκο και έξοδα, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ)........... Ν. Γ. Σάντης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Ρ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.