Ντάνης Τσολάκης. ν. Βασίλης Φιλίππου. κ.α., Αρ. Αγωγής: 6036/98., 28 Δεκεμβρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A150 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: N. Γ. Σάντη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6036/
- Μεταξύ: Ντάνης Τσολάκης. Ενάγοντα. και
- Βασίλης Φιλίππου.
- Πρωτοκολλητής Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα Ανδρέα Ανδρέου. Εναγομένων. --------------------- Ημερομηνία: 28 Δεκεμβρίου,
- Εμφανίσεις: Για τον Eνάγοντα: Οι κ.κ. Φ. Πελίδης και Γ. Γεωργίου. Για τον Eναγόμενο 1: Ο κ. Α. Ανδρέου και η κ. Σ. Πολυβίου - Ανδρέου. Για τον Eναγόμενο 2: Ο κ. Ν. Παπαευσταθίου και η κ. Λ. Αστραίου. ------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Η εκδίκαση της παρούσας αγωγής αποτελεί απόρροια διαταγής επανεκδίκασης της υπόθεσης προς διαπίστωση της ευθύνης για την πρόκληση αυτοκινητικού δυστυχήματος που συνέβηκε στις 11.1.
- Η απόφαση για επανεκδίκαση λήφθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στις 17.11.06, στα πλαίσια έφεσης που είχε καταχωρηθεί εναντίον της πρωτόδικης απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνίας 30.11.04, με βάση την οποία, για λόγους που επεξηγήθηκαν εκεί, η αγωγή και ανταπαιτήσεις μεταξύ των εναγομένων είχαν απορριφθεί. Η έφεση σε σχέση με την επιδίκαση ποσού αποζημιώσεων ύψους Λ.Κ. 696.698,34, υπέρ του ενάγοντα επικυρώθηκε, με τη διαφορά ότι η διαταγή για επιδίκαση τόκου προς 8%, το χρόνο επί του ποσού των γενικών αποζημιώσεων ύψους Λ.Κ.100.000, για τον πόνο και ταλαιπωρία του ενάγοντα, αποφασίστηκε να αρχίζει από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής στις 16.9.98 και όχι από την ημερομηνία καταχώρησης της Έκθεσης Απαίτησης, όπως είχε κριθεί πρωτοδίκως (βλ. Φιλίππου και Άλλου v. Τσολάκη
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1188). Το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της παρούσας αγωγής (και το αναφέρω τούτο διότι έγιναν σχετικές νύξεις εκ πλευράς ευπαίδευτων συνηγόρων του εναγόμενου 1), άκουσε όλους τους μάρτυρες που έδωσαν μαρτυρία, χωρίς να δεσμεύεται από οποιεσδήποτε αναφορές προέβη το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του και που οι συνήγοροι θεωρούν δηκτικές ή εμμέσως καθοδηγητικές ως προς την αξιοπιστία της μαρτυρίας ορισμένων μαρτύρων που κατέθεσαν κατά την προηγούμενη δίκη και που έτυχε να δώσουν μαρτυρία και στην παρούσα διαδικασία ή περί της ικανότητας και εμπειρογνωμοσύνης τους. Κάτι τέτοιο θα αντιστρατευόταν τη φύση του εφετειακού διατάγματος αλλά και την ανεξαρτησία του πρωτόδικου δικαστηρίου, όπως και το αυτόνομο και ξεχωριστό της διαδικασίας επανεκδίκασης από όλα όσα προηγήθηκαν (βλ. Roe v. Taylor
(1918)87 L.J.K.B. 1598). Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι γύρω στις 04:00 της 11.1.98, ενάγων και εναγόμενος 1, μετέβαιναν από τη Λευκωσία στην Πάφο για κυνήγι, με το διπλοκάμπινο αυτοκίνητο υπό αριθμόν εγγραφής DAQ 283 («το διπλοκάμπινο»), το οποίο οδηγούσε ο εναγόμενος 1 - ιδιοκτήτης του, κατά μήκος της αριστερής λωρίδας του αυτοκινητοδρόμου Λευκωσίας - Λεμεσού. Ο ενάγων καθόταν στη θέση πίσω από τον οδηγό, ενώ στη θέση του συνοδηγού καθόταν ο Χριστόφορος Πέτσας (ΜΕ6). Ακριβώς την ίδια ώρα, ο εναγόμενος 2, Αντρέας Αντρέου, οδηγούσε αυτοκίνητο τύπου σαλούν με αριθμό εγγραφής WS680 («το σαλούν»), κατά μήκος της δεξιάς λωρίδας του αυτοκινητοδρόμου, κατευθυνόμενος και αυτός προς Λεμεσό. Ο καιρός ήταν βροχερός και η επιφάνεια του δρόμου βρεγμένη. Σε κάποιο σημείο παρά το 17ο - 18ο μιλιοδείκτη, πριν την έξοδο προς Λάρνακα, τα δύο αυτοκίνητα παρέκλιναν από το δρόμο και κατέληξαν, μετά από πολλά κτυπήματα, σε αυλάκι που βρισκόταν στην αριστερή πλευρά του δρόμου σε σχέση με την πορεία τους. Ως αποτέλεσμα των τραυμάτων που είχε υποστεί ο οδηγός του σαλούν - εναγόμενος 2, απεβίωσε, ενώ ο ενάγων υπέστη πολύ σοβαρά τραύματα με αποτέλεσμα, τελικώς, να παραλύσει από το θώρακα και κάτω και να καθηλωθεί έκτοτε σε αναπηρική καρέκλα. Αποτελεί εκδοχή του ενάγοντα ότι το δυστύχημα συνέβηκε όταν το σαλούν τούς πλησίασε με μεγάλη ταχύτητα από τη δεξιά πλευρά σε σχέση με την πορεία τους και ακολούθως ολίσθησε προς τα αριστερά συμφώνως της πορείας του και χτύπησε με την αριστερή πλευρά του στη δεξιά μπροστινή πλευρά του διπλοκάμπινου. Με την εκδοχή του ενάγοντα συνταυτίζεται πλήρως και ο εναγόμενος 1. Η εκδοχή του εναγόμενου 2 είναι ότι ενώ ο εναγόμενος 1 οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, κινήθηκε απότομα προς τα δεξιά επιχειρώντας να αλλάξει πορεία, με αποτέλεσμα να προκαλέσει δύσκολες συνθήκες για τον ίδιο ενώ προσπερνούσε το διπλοκάμπινο από τα δεξιά νομίμως και κανονικώς, θέτοντας τον έτσι σε κίνδυνο, με επακόλουθο να αναγκαστεί να στρίψει, πρώτα προς τα δεξιά για να αποφύγει πιθανή σύγκρουση με το διπλοκάμπινο και ακολούθως προς τα αριστερά, για να αποτρέψει πιθανή πρόσκρουση στο διαχωριστικό κιγκλίδωμα του δρόμου ως εκ της πρώτης ενέργειας και στην προσπάθειά του αυτή, να χάσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου και να πέσει σε χαντάκι αριστερά του δρόμου και μπροστά από το διπλοκάμπινο, με όλα τα τραγικά συνεπακόλουθα. Για υποστήριξη της εκδοχής του ενάγοντα, έδωσαν προφορική μαρτυρία (πέραν του ιδίου, ως ΜΕ7) και οι Ανδρόνικος Ανδρονίκου (ΜΕ1), Χαράλαμπος Κόσιης (ΜΕ2), Ευάγγελος Καραβόλιας (ΜΕ3), Μίκης Κωνσταντίνου (ΜΕ4), Μιχάλης Θεμιστοκλέους (ΜΕ5) και Χριστόφορος Πέτσας (ΜΕ6), ενώ για αυτήν του εναγόμενου 1, ο ίδιος (ΜΥ3 - Εναγόμενου 1) και οι Χριστάκης Νέστωρος (ΜΥ1 - Εναγόμενου 1), Ανδριάνα Μαλεκίδου (ΜΥ2 - Εναγόμενου 1), Χρίστος Χατζηχριστοδούλου (ΜΥ4 - Εναγόμενου 1 ) και Νικόλαος Ηλιού (ΜΥ5 - Εναγόμενου 1), για δε αυτήν του εναγόμενου 2, οι John Manderson (ΜΥ1 - Εναγόμενου 2) και Γιώργος Τζιηρκαλλής (ΜΥ2 - Εναγόμενου 2). Ο Ανδρόνικος Ανδρονίκου (ΜΕ1), υπηρετούσε, τότε, ως φωτογράφος στο Τμήμα Δυστυχημάτων στην Τροχαία Λευκωσίας. Έφθασε στο χώρο του δυστυχήματος στις 05:30 π.μ. Όταν ο αστυφύλακας 1184, Μιχάλης Θεμιστοκλέους (ΜΕ5), του υπέδειξε ότι τα αυτοκίνητα βρισκόντουσαν στις τελικές τους θέσεις, τα φωτογράφησε, όπως και τη σκηνή, ενώ την επόμενη πήγε ξανά στο χώρο γύρω στις 10:00 π.μ. και πήρε και άλλες φωτογραφίες ενώ στη συνέχεια επισκέφθηκε τον αστυνομικό σταθμό Πέρα Χωρίου Νήσου, στον οποίο είχαν εν τω μεταξύ μεταφερθεί τα αυτοκίνητα, και τα φωτογράφησε και εκεί. Δεν είχε εντοπίσει γυαλιά ή άλλα στοιχεία τα οποία να καταδεικνύουν στην ύπαρξη σύγκρουσης μεταξύ των δύο αυτοκινήτων. Δε μπορούσε να αναφέρει οτιδήποτε το ουσιώδες σε σχέση με την αστυνομική έκθεση - Τεκμήριο 2, αφού δεν είχε ούτε την παιδεία αλλά ούτε και ανάμειξη σε ό,τι εκεί αναφέρεται. Ο αστυφύλακας 1479 Χαράλαμπος Κόσιης (ΜΕ2), κατάθεσε ως υπεύθυνος του αρχείου του Αστυνομικού Σταθμού Πέρα Χωρίου Νήσου, παρουσιάζοντας τον επίσημο φάκελο της υπόθεσης (βλ. Τεκμήριο 3) και επεξηγώντας έγγραφα σχετικά με την υπόθεση που βρίσκονται μέσα σε αυτόν. Ο Ευάγγελος Καραβόλιας (ΜΕ3), στις 11.1.98, υπηρετούσε ως Λοχίας στην Τροχαία Λευκωσίας και είχε αναλάβει την περαιτέρω διερεύνηση του δυστυχήματος (την οποία είχε αρχίσει ο Μιχάλης Θεμιστοκλέους (ΜΕ5), μετά την 26.1.98, οπόταν και ο οδηγός του σαλούν υπέκυψε στα τραύματά του, με αποτέλεσμα η υπόθεση να σταχυολογηθεί ως θανατηφόρο δυστύχημα). Ήταν εξεταστής τροχαίων ατυχημάτων, μέχρι δε την 11.1.98, είχε διερευνήσει περίπου 150 τέτοια δυστυχήματα. Επεξήγησε πτυχές τής διερεύνησης αναλύοντας, μεταξύ άλλων, το περιεχόμενο σχεδίου επί κλίμακας που είχε ετοιμάσει ο ίδιος στις 9.6.03 (βλ. Τεκμήριο 4), στηριζόμενος σε σχεδιαγραφήματα που είχε ετοιμάσει ο Μιχάλης Θεμιστοκλέους (ΜΕ5) [βλ. Τεκμήρια 3
(3)(α) και 3
(3)(β)). Το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4 σε ό,τι αφορά στην αλήθεια και ακρίβεια του περιεχομένου του, δηλώθηκε από όλους τους διαδίκους και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο ως παραδεχτό γεγονός, με μόνη εξαίρεση την κατάταξη και ερμηνεία του σημείου Α1, ως απεικόνιση ιχνών πλάγιας ολίσθησης του σαλούν. Δεν εντόπισε σημεία επαφής των δύο οχημάτων και δε μπορούσε να διαπιστώσει αν πράγματι αυτά ήρθαν σε επαφή πριν ανατραπούν ένεκα των πολλών κτυπημάτων και ζημιών που υπέστησαν ως εκ του δυστυχήματος. Ο αστυφύλακας 594, Μίκης Κωνσταντίνου (ΜΕ4), είναι προσοντούχος μηχανικός και κατά το 1998, ήταν εξουσιοδοτημένος επιθεωρητής οχημάτων για περισσότερα από 40 χρόνια. Αφυπηρέτησε από την αστυνομία το
- Αναφέρθηκε στο μηχανικό έλεγχο που έκανε στο σαλούν στις 5.2.98, στον αστυνομικό σταθμό Πέρα Χωρίου Νήσου. Το αυτοκίνητο ήταν καταστραμμένο ολοσχερώς και δεν είχε προϋπάρξει μηχανική βλάβη που να μπορούσε να θεωρηθεί ότι αποτέλεσε την αιτία του δυστυχήματος. Σκοπός του δεν ήταν να προβεί σε ευρήματα για το πώς έλαβε χώρα το δυστύχημα. Είπε επίσης ότι δεν εντόπισε σημείο σύγκρουσης ή επαφής των δύο αυτοκινήτων. Ο Λοχίας Μιχάλης Θεμιστοκλέους (ΜΕ5) (και κατά το 1998, αστυφύλακας 1184), ήταν ο πρώτος που άρχισε να διερευνά το δυστύχημα. Έφθασε στη σκηνή γύρω στις 04:10 π.μ., προέβη σε εξετάσεις, έλαβε τα αναγκαία μέτρα, εντόπισε σημεία σύγκρουσης και σχεδίασε πρόχειρο σχεδιαγράφημα το οποίο ανάλυσε, όπως έπραξε και με το σχεδιαγράφημα - Τεκμήριο
- Έλαβε επίσης ανακριτική κατάθεση από τον εναγόμενο
- Είχε, κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεκαετή περίπου εμπειρία στη διερεύνηση δυστυχημάτων και ήταν ειδικευμένος στη σχεδιαγράφηση σκηνών τροχαίων ατυχημάτων, στην εξέταση και αναπαράσταση τροχαίων δυστυχημάτων και ανάλυση ιχνών τροχοπέδησης. Δεν εντόπισε στοιχεία που να υποδηλώνουν σύγκρουση ή επαφή μεταξύ των δύο αυτοκινήτων, δεν απόκλεισε όμως την πιθανότητα να υπήρξε μια κάποια ελάχιστη επαφή μεταξύ τους, η οποία όμως, να μην άφησε ίχνος επί των αμαξωμάτων. Είπε επίσης ότι και αν ακόμη η οποιαδήποτε σύγκρουση ή επαφή είχε πράγματι αφήσει κάποιο ίχνος επί των δύο αυτοκινήτων, αυτό πολύ πιθανώς να καταστράφηκε ως εκ των αλλοιώσεων που υπέστησαν ένεκα των προσκρούσεων κατά την εκτροπή τους στο αριστερό χαντάκι. Κατάληξε ότι σίγουρα θα πρέπει να υπήρξε παρενόχληση του σαλούν προς το διπλοκάμπινο, αμέσως πριν το δυστύχημα. Ο Χριστόφορος Πέτσας (ΜΕ6), ήταν συνοδηγός στο διπλοκάμπινο. Περίγραψε το δυστύχημα λέγοντας ότι ενώ κινούνταν στο μέσον της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας τούς πλεύρισε το σαλούν ερχόμενο από πίσω και δεξιά, και τους χτύπησε στο δεξιό μπροστινό τροχό, με γνωστά τα καθέκαστα. Το δυστύχημα έγινε γύρω στις 03:45 π.μ. Ο Ντάνης Τσολάκης (ΜΕ7), είπε και αυτός για τις συνθήκες του δυστυχήματος, περιγράφοντας, στο βαθμό που μπορούσε, τη σύγκρουση και το χτύπημα του σαλούν πάνω στο διπλοκάμπινο. Ο Χρήστος Νέστωρος (ΜΥ1 -Εναγόμενου 1), εξέτασε το σαλούν το Φεβρουάριο του 1998, ως επιθεωρητής οχημάτων και ανάλυσε τα ευρήματά του. Η Πρωτοκολλητής του Ποινικού Τμήματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας Ανδριάνα Μαλεκίδου (ΜΥ2 - Εναγόμενου 1), κατάθεσε το φάκελο της θανατικής ανάκρισης (βλ. Τεκμήριο 17), σε σχέση με το θάνατο του εναγόμενου 2, ως εκ του δυστυχήματος. Ο Βασίλης Φιλίππου (ΜΥ3 - Εναγόμενου 1), περίγραψε τις κινήσεις του σαλούν στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, κλάσματα δευτερολέπτου πριν τη σύγκρουση. Εξήγησε επίσης τις ενέργειες του πριν, κατά και μετά περιστατικό. Η ταχύτητα που διατηρούσε ήταν μεταξύ 70 και 80 χιλιόμετρα την ώρα. Ο Χρίστος Χατζηχριστοδούλου (ΜΥ4 - Εναγόμενου 1), κατάθεσε ως εμπειρογνώμονας στην αναπαράσταση τροχαίων δυστυχημάτων. Είναι συνταξιούχος ανώτερος αστυνόμος και κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του στην αστυνομία μεταξύ 1963 - 2000, ασχολήθηκε με τη διερεύνηση, αναπαράσταση και μελέτη πολλών τροχαίων δυστυχημάτων. Αναφέρθηκε στην εξέταση του συμβάντος αναλύοντας τα πορίσματα του, συμφώνως σχετικής έκθεσης που ετοίμασε για το σκοπό αυτό (βλ. Τεκμήριο 19). Κατάληξε ότι υπήρξε σύγκρουση μεταξύ των δύο αυτοκινήτων. Ο Νικόλαος Ηλιού (ΜΥ5 - Εναγόμενου 1), Επίκουρος Καθηγητής - διδάκτωρ συγκοινωνιολόγος μηχανικός στο Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, γνωμοδότησε σχετικώς με την πορεία και τροχιά του σαλούν μέχρι την εκτροπή του από το οδόστρωμα καθώς και για το κατά πόσον υπήρξε παράπλευρη επαφή των δύο αυτοκινήτων, προς διαπίστωση του κατά πόσον θα μπορούσε να υπάρξει σημαντική αλλαγή της τροχιάς του σαλούν. Ως βάση για τη μαρτυρία του χρησιμοποίησε το κείμενο γνωμοδότησης που ετοίμασε και κατάθεσε ως Τεκμήριο 25, το οποίο και ανάλυσε. Κατάληξε ότι με βάση την καμπύλη τροχιά που διέγραψε το σαλούν κατά την εκτροπή το σημείο εκτροπής καθώς και την απόσταση από το σημείο αυτό μέχρι την τελική θέση του, θα πρέπει να ασκήθηκε πάνω του κάποια δύναμη που ωθώντας το, το εξέτρεψε από την προδιαγεγραμμένη του πορεία επιμηκύνοντας με αυτό τον τρόπο τη διαδρομή εξόδου από το οδόστρωμα, με προφανές συμπέρασμα ότι η δύναμη αυτή προήλθε από την πλευρική επαφή των δύο οχημάτων. Οι John Manderson (ΜΥ1 - Εναγόμενου 2) και Γιώργος Τζιηρκαλλής (ΜΥ2 - Εναγόμενου 2), για λόγους που εξήγησαν, συμπέραναν ότι δεν υπήρξε επαφή μεταξύ των δύο οχημάτων, αλλά παρενόχληση του διπλοκάμπινου προς το σαλούν με αποτέλεσμα την εκτροπή του τελευταίου στο αριστερό χαντάκι. Αμφότεροι συνέταξαν και ανάλυσαν προς τούτο γραπτές γνωμοδοτήσεις τους (βλ. Τεκμήρια 28 και 27
(2), αντιστοίχως). Η πλήρης έκταση της μαρτυρίας βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά και δεδομένης της παράθεσης των εκατέρωθεν εκδοχών αλλά και των ευρημάτων που ακολουθούν, δε χρειάζεται να παρατεθεί λεπτομερώς. Κάτι τέτοιο δε θα εξυπηρετούσε κανένα πρακτικό σκοπό. Είναι αυτονόητο ότι κάθε αποδεκτή αναφορά των μαρτύρων (όπως και το περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων), αξιολογήθηκαν πλήρως και στον επιτρεπτό βαθμό, ανεξαρτήτως της απουσίας ρητής παράθεσης στην απόφαση (βλ. Liberty Mediterranean Cruises Mouss Ltd v. Haris Zacharia Engineering Co. Ltd και Άλλων
(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. 916). Κατά τις αγορεύσεις οι συνήγοροι επικεντρώθηκαν, κυρίως, στην αξιοπιστία της προσκομισθείσας μαρτυρίας, με ιδιαίτερη αναφορά σε αυτήν των μαρτύρων που καταθέσαν ως εμπειρογνώμονες, συμφωνώντας όμως ότι για το δυστύχημα δεν είχε οποιαδήποτε ευθύνη ο ενάγοντας και ότι, σε αντίθεση με το τι έγινε κατά την πρώτη εκδίκαση της υπόθεσης, το Δικαστήριο θα πρέπει να επιλέξει ως πιο πιθανή έναντι της άλλης μια από τις δύο εκδοχές που προβλήθηκαν για να καταλήξει στην τελική του ετυμηγορία. Λεπτομέρειες των επιμέρους εισηγήσεων διατυπώνονται στα γραπτά περιγράμματα με τα οποία οι δικηγόροι είχαν την επιμέλεια να εφοδιάσουν το Δικαστήριο και δε χρειάζεται να επαναληφθούν. Όπου χρειάζεται, θα γίνει αναφορά στο κείμενο της απόφασης. Αξιολόγησα κάθε τι στο οποίο αναφέρθηκαν οι συνήγοροι. Πλην της περίπτωσης του Μιχάλη Θεμιστοκλέους (ΜΕ5), στην οποία γίνεται αναφορά λίγο πιο κάτω, οι μάρτυρες που έδωσαν μαρτυρία ως ειδικοί για την αναπαράσταση τροχαίων ατυχημάτων, δηλαδή, οι Χρίστος Χατζηχριστοδούλου (ΜΥ1 - Εναγόμενου 1), John Manderson (ΜΥ1 - Εναγόμενου 2) και Γιώργος Τζιηρκαλλής (ΜΥ2 - Εναγόμενου 2), ικανοποίησαν το Δικαστήριο ότι πράγματι είναι εμπειρογνώμονες στον τομέα αυτό (βλ. Hodgkinson, Expert Evidence: Law & Practice
(1990), σελ. 10 -14). Οι Ευάγγελος Καραβόλιας (ΜΕ3) και Μιχάλης Θεμιστοκλέους (ΜΕ5), έχουν προπαίδεια στη διερεύνηση δυστυχημάτων, γεγονός που περιορίζει την πραγματογνωμοσύνη τους, μόνον στον τομέα αυτό (βλ. Παπέττας και Άλλος ν. Αντρέου και Άλλου
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2152). Παρομοίως, ως εμπειρογνώμονες για τη μηχανική κατάσταση αυτοκινήτων κρίνονται οι Μίκης Κωνσταντίνου (ΜΕ4) και Χριστάκης Νέστωρος (ΜΥ1 - Εναγόμενου1), οι οποίοι περιορίστηκαν σε παράθεση απλών γεγονότων και διαπιστώσεων (βλ. Κυριάκου v. Γρίβα
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ.825), ενώ ο Νικόλας Ηλιού δεν κατάθεσε ως ειδικός για αναπαράσταση τροχαίων ατυχημάτων αλλά ως συγκοινωνιολόγος μηχανικός, με ανάλογη γνώση και εμπειρογνωμοσύνη για την ουσία αυτών που κατάθεσε, δηλαδή, για το ποιες δυνάμεις (κατά την άποψη του), εφαρμόστηκαν στο σαλούν ώστε να διαγράψει την πορεία που διατυπώνεται στο σχεδιαγράφημα - Τεκμήριο 4. Ο ενάγοντας και οι μάρτυρές του μού δημιούργησαν θετική εντύπωση. Το ίδιο και ο εναγόμενος 1, Βασίλης Φιλίππου και οι δικοί του μάρτυρες. Ησαν σαφείς στις τοποθετήσεις τους και απαντούσαν χωρίς περιστροφές στα ερωτήματα που τους υποβάλλονταν. Κάποιες μικροαντιφάσεις που παρατηρήθηκαν καθώς και κάποια αδυναμία (μερικών από αυτούς), να θυμηθούν γεγονότα τα οποία σχετίζονταν σε χειρισμούς που έκαναν στο παρελθόν σε σχέση με το συμβάν, κρίνονται ως ανεπαρκείς για κατάταξη της μαρτυρίας τους ως αναξιόπιστης, αφού αφορούσαν σε επουσιώδη και δευτερευούσης σημασίας ζητήματα. Η συνολική εικόνα που προέκυψε ήταν και ενδεικτική της γνησιότητας της μαρτυρίας τους. Βεβαίως, η καλή εντύπωση που δημιούργησαν ως μάρτυρες, δεν εξυπακούει και αποδοχή κάθε πτυχής της μαρτυρίας τους ως επαρκούς, είτε από μόνη της είτε σε συνδυασμό με άλλη, για απόδειξη κάθε στοιχείου που απαιτείται προς στοιχειοθέτηση οποιασδήποτε θέσης προβλήθηκε στην παρούσα υπόθεση. Για παράδειγμα, ο ενάγων δεν είχε προσωπική αντίληψη για τις συνθήκες του ατυχήματος αφού κατά τον ουσιώδη χρόνο κοιμόταν. Ανάφερε κάποια στοιχεία σε σχέση με διαπιστώσεις που είχε κάνει αναφορικώς με φώτα αυτοκινήτου που είχε αντιληφθεί να ακολουθούν το διπλοκάμπινο λίγο πριν τη σύγκρουση, όμως δε μπορούσε να εκφέρει απόλυτη άποψη για οτιδήποτε, πλην για το ότι κρατούσαν την αριστερή λωρίδα του δρόμου, ο δρόμος ήταν βρεγμένος και ψιλόβρεχε και δεν υπήρχε κανένα άλλο αυτοκίνητο μπροστά τους. Δε συμφωνώ με τον κ. Παπαευσταθίου ότι ο μάρτυς επιβεβαίωσε την εκδοχή του εναγόμενου 2, ότι δεν υπήρξε σύγκρουση. Το γεγονός ότι ο μάρτυς δεν αντιλήφθηκε σύγκρουση δε σημαίνει κατ' ανάγκη ότι αυτή δεν έλαβε χώρα, πόσω μάλλον να επιβεβαιώνει κιόλας την ανυπαρξία της. Ο Ανδρόνικος Ανδρονίκου (ΜΕ1), δεν είχε ούτε την κατάρτιση αλλά ούτε και τη δυνατότητα να προβεί σε οποιαδήποτε επιστημονικά συμπεράσματα σε σχέση με τα αίτια του δυστυχήματος και συνεπώς όλα όσα ανάφερε περί του ενδεχομένου ύπαρξης σύγκρουσης του σαλούν με το διπλοκάμπινο να μην έχουν οποιαδήποτε αξιομνημόνευτη σημασία. Αναφορικώς με τη μαρτυρία του Χαράλαμπου Κόσιη (ΜΕ2) και το περιεχόμενο εγγράφων που βρίσκονται στο φάκελο της υπόθεσης που κατάθεσε (βλ. Τεκμήριο 3), η οποιαδήποτε μαρτυρία προκύπτει από τα έγγραφα αυτά και που αποδίδεται σε άτομα που δεν κλήθηκαν στο Δικαστήριο για να δώσουν μαρτυρία και να αντεξεταστούν επί του περιεχομένου τους, δεν έχει οποιαδήποτε ουσιώδη βαρύτητα (όπως επισήμανε ο κ. Παπαευσταθίου), αφού, αν και ήταν εφικτό, δεν κλήθηκαν ως μάρτυρες, με αποτέλεσμα η όποια μαρτυρία προκύπτει να μην αποτελεί την καλύτερη δυνατόν μαρτυρία που θα μπορούσε να δοθεί υπό τις περιστάσεις (βλ. άρθρο 27
(2)(α) και 27
(3)του Κεφ. 9). Η μαρτυρία αυτή δε θα μπορούσε να γίνει δεκτή αφού και καμιά από τις υπόλοιπες προϋποθέσεις του άρθρου 27 του Κεφ. 9, δεν ικανοποιούνται. Ούτε και θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή, με συνδυασμό των προνοιών των άρθρων 34 και 36 του Κεφ. 9, αλλά ούτε ασφαλώς και του άρθρου 35 του Κεφ. 9, αφού δεν αποδείχτηκε ότι το Τεκμήριο 3, αποτελεί μέρος αρχείου δημόσιας αρχής. Παράδειγμα εγγράφου που περιέχεται στο Τεκμήριο 3, αποτελεί το περιεχόμενο έκθεσης που σύνταξε ο Αναπληρωτής Αστυνόμος και Βοηθός Υπεύθυνος Κλάδου Τροχαίας Λευκωσίας Κωνσταντίνος Βαρνάβας [βλ. Τεκμήριο 3
(2)], το περιεχόμενο της οποίας, πρότεινε ο κ. Ανδρέου, θα πρέπει να γίνει αποδεκτό στο σύνολό του ως απαύγασμα της αξιόπιστης μαρτυρίας που είχε στην κατοχή της η αστυνομία σε σχέση με το συμβάν και που είναι πλήρως ταυτισμένη με την εκδοχή που προώθησαν κατά τη δίκη τόσον ο ενάγοντας όσον και ο εναγόμενος 1. Το απόσπασμα της έκθεσης που αποτέλεσε το σημείο αναφοράς του κ. Ανδρέου αναφέρει: «Σε κάποιο σημείο του πιό πάνω δρόμου μεταξύ 17ου - 18ου χλμ, στην προσπάθεια του να προσπεράσει από τα δεξιά το προπορευόμενο του αυτοκίνητο DAQ283, προφανώς λόγω αυξημένης ταχύτητας και της ολισθηρότητας του δρόμου από ψιλή βροχή που έπεφτε έχασε τον έλεγχο του οχήματος του οπότε αυτό κινήθηκε αρχικά δεξιά του δρόμου και μετά αριστερά με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το προπορευόμενο του αυτοκίνητο. Στη συνέχεια και τα δύο οχήματα πλαγιολίθσησαν προς τα αριστερά του δρόμου. Το αυτοκίνητο του θύματος αφού κτύπησε διαδοχικά σε δύο δέντρα και τελικά σε πινακίδα Τροχαίας ακινητοποιήθηκε. Το αυτοκίνητο DAQ283 αφού κτύπησε αρχικά σε όχθο αυλακιού στην συνέχεια κτύπησε σε πινακίδα Τροχαίας οπότε και αυτό ακινητοποιήθηκε». Είναι αντιληπτό ότι ως εκ της φύσης των ισχυρισμών και του γεγονότος ότι άπτονται της ουσίας της εκδοχής του ενάγοντα (αλλά και του εναγόμενου 1), αναφορικώς με τον τρόπο που προκλήθηκε το δυστύχημα, ο Κωνσταντίνος Βαρνάβα θα μπορούσε κάλλιστα να είχε κληθεί ως μάρτυρας (είτε για τη μια είτε για την άλλη πλευρά) και να δώσει σχετική μαρτυρία ως προς τους λόγους που τον ώθησαν να προβεί στις διαπιστώσεις του αλλά και για να πει για τα περί της δυνατότητας και κατάρτισης του (εμπειρικής ή και ακαδημαϊκής), να αξιολογήσει τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του ή που εντόπισε πρωτογενώς, για να καταλήξει σε αυτές. Αυτό δεν έγινε. Ούτε αναφέρθηκε η ύπαρξη οποιουδήποτε προβλήματος ή άλλου κωλύματος που να καθιστούσε αδύνατη ή δυσχερή την προσέλευσή του έτσι ώστε τα πράγματα να αξιολογούνταν, ίσως, πάνω σε άλλη βάση. Δεν υπήρχε βεβαίως υποχρέωση αιτιολόγησης για την επιλογή αυτή, πλην όμως το τι εξετάζεται εδώ είναι η επίπτωση της επιλογής και όχι τα αίτια της. Η μαρτυρία αυτή δε θα μπορούσε να γίνει δεκτή Τα ίδια ισχύουν, κατ΄ αναλογίαν και σε σχέση με τους ισχυρισμούς εκ πλευράς υπεράσπισης εναγόμενου 1, για το βαθμό εγρήγορσης του αποβιώσαντα οδηγού του σαλούν κατά τους κρίσιμους χρόνους. Υπήρξε μαρτυρία εντός του αστυνομικού φακέλου - Τεκμήριο 3, ότι ο αποβιώσας, αφού σχόλασε από τη δουλειά του γύρω στις 22:30 της 10.1.98, όπου εργαζόταν από το πρωί της ίδιας μέρας, πήγε σπίτι του, άλλαξε και στις 00:30, ξεκίνησε για Λευκωσία μαζί με δύο φίλες του (βλ. Τεκμήριο 11). Αφού έφθασαν στη Λευκωσία περί τις 01:30, πήγαν στην περιοχή των δισκοθηκών και επισκέφτηκαν κάποιο κέντρο (club), όπου και έμειναν μέχρι τις 03:30 έχοντας στο μεταξύ καταναλώσει από τρεις μικρές μπύρες (βλ. Τεκμήρια 10 και 11). Ο δικηγόρος του εναγόμενου 1, εισηγήθηκε ότι αυτές οι περιστάσεις θα πρέπει να αξιολογηθούν με τρόπο ενισχυτικό της εκδοχής του πελάτη του ως προς τον τρόπο που έγινε το δυστύχημα, υπό την έννοια, δηλαδή, ότι η απώλεια του ελέγχου του σαλούν, με τον τρόπο που περιγράφθηκε, οφειλόταν, ακριβώς, στην κούραση και ενδεχομένως, στην απουσία αυτοσυγκέντρωσης ή ακόμη και σε υπνηλία του οδηγού του σαλούν, με αποτέλεσμα την έλλειψη εκ πλευράς του δέουσας προσοχής κατά την οδήγηση. Δε συμφωνώ με την εισήγηση. Οι θέσεις αυτές ξεφεύγουν από τη δικογραφία και δε μπορούν να εξεταστούν. Πουθενά στην Έκθεση Απαίτησης ή σε άλλο δικόγραφο, δεν αναφέρεται αυτός ο ισχυρισμός. Εν πάση περιπτώσει και ιδιαίτερα στην απουσία εξειδικευμένης μαρτυρίας πραγματογνώμονα, δε θα μπορούσαν να εξαχθούν εδώ τέτοιου είδους συμπεράσματα. Ο Ευάγγελος Καραβόλιας (ΜΕ3), επέμεινε ότι δεν ήταν δυνατόν, να διαπιστώσει εάν τα δύο αυτοκίνητα συγκρούστηκαν μεταξύ τους πριν την ανατροπή. Του αποδόθηκε ανακολουθία σε σχέση με αναφορά του στην προηγούμενη δίκη ότι δεν είχε τεθεί θέμα από άλλους συναδέλφους του περί του ότι πιθανώς να υπήρχε στα δύο αυτοκίνητα κάτι που να υποδεικνύει σε σύγκρουση μεταξύ τους. Όμως, αυτά που είπε στην παρούσα διαδικασία δεν είναι στην ουσία τους διαφορετικά από τα προηγούμενα. Το τι βασικώς είπε είναι ότι δεν είχε συζητηθεί κάτι το συγκεκριμένο που να καταδείκνυε σε επαφή ή σύγκρουση και όχι ότι δεν τέθηκε, γενικότερα, ζήτημα ενδεχόμενου να υπήρξε πράγματι σύγκρουση ή επαφή μεταξύ των δύο αυτοκινήτων. Από τη μαρτυρία του Μίκη Κωνσταντίνου (ΜΕ4), κρατείται μόνον η διαπίστωση ότι το σαλούν καταστράφηκε ολοσχερώς και ότι δεν προΰπαρξε οποιαδήποτε μηχανική βλάβη που να σχετίζεται με το δυστύχημα, επί του οποίου δεν αντεξετάστηκε εν πάση περιπτώσει. Όλες οι άλλες αναφορές του περί ύπαρξης ή όχι σημείου σύγκρουσης ή επαφής μεταξύ των δύο αυτοκινήτων, δεν έχουν οποιαδήποτε βαρύτητα λόγω έλλειψης σχετικής εμπειρογνωμοσύνης εκ πλευράς του. Ο Μιχάλης Θεμιστοκλέους (ΜΕ5), είπε ότι το σημείο Α1 επί του σχεδιαγραφήματος - Τεκμήριο 4, αντικατοπτρίζει ίχνη πλάγιας ολίσθησης του σαλούν. Δεν απέκοψε την κυκλοφορία οχημάτων στη σκηνή του δυστυχήματος στις 05:15 π.μ., όταν έφθασε στη σκηνή, με αποτέλεσμα η οδική κυκλοφορία να συνεχισθεί κανονικά. Αν λοιπόν υπήρξε σύγκρουση μεταξύ των δύο αυτοκινήτων, είναι πιθανόν κάποια πραγματική μαρτυρία σε σχέση με αυτήν να μετακινήθηκε ή καταστράφηκε λόγω της διέλευσης των άλλων αυτοκινήτων αλλά και των βροχερών καιρικών συνθηκών που επικρατούσαν. Τα συμπεράσματα του (όπως διατυπώθηκαν πιο πάνω, στη σύνοψη της μαρτυρίας του), δεν αιτιολογήθηκαν επαρκώς και απέρρευσαν, κατ' ουσίαν, από όλα όσα ο μάρτυς διάβασε από άλλες αναφορές ή στοιχεία που αφορούσαν στο δυστύχημα, χωρίς να στηρίζεται στις όποιες δικές του εξειδικευμένες γνώσεις και εκτιμήσεις. Σε σχέση με το Χριστόφορο Πέτσα (ΜΕ6), έγινε αρκετός λόγος εκ πλευράς υπεράσπισης εναγόμενου 2, για την ύπαρξη αντιφάσεων μεταξύ της μαρτυρίας του στην παρούσα διαδικασία και αυτής κατά την προηγούμενη δίκη. Ο κ. Παπαευσταθίου επικεντρώθηκε, κυρίως, σε τρία σημεία. Το πρώτον, αφορά στις τοποθετήσεις του μάρτυρα για το αν είδε ή δεν είδε πριν τη σύγκρουση το σαλούν να έρχεται πίσω από το διπλοκάμπινο. Ανάφερε στην παρούσα διαδικασία, ότι δεν είδε το σαλούν να έρχεται πίσω από το διπλοκάμπινο, ενώ σε άλλες απαντήσεις του, άφησε να νοηθεί ότι ενδεχομένως να το είχε δει. Ο μάρτυς είπε στην κατάθεσή του ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την πρώτη δίκη στις 17.1.98 (βλ. Τεκμήριο 12), μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα σχετικά: «.σε ένα σημείο του δρόμου παρά το Π. Χωρίον ενώ οδηγούσαμε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας είδα ένα σαλούν αυτοκίνητο από δεξιά να μας πλευρίζει και μας κτύπησε στον μπροστινό δεξιό τροχό και το αυτοκίνητο μας σε κλάσματα δευτερολέπτου γύρισε προς τα αριστερά με κλίση προς το χαντάκι. Το ίδιο έκανε και το αυτοκίνητο που μας κτύπησε και για μερικά μέτρα πηγαίναμε τριφτοί.». Ήταν φανερό από το σύνολο αυτών που είπε στην παρούσα διαδικασία, σε συνάρτηση με τα προηγούμενα, ότι ουδέποτε ισχυρίστηκε ως θέμα γεγονότος ότι το σαλούν δεν είχε έρθει από πίσω τους. Ποτέ δεν είπε το αντίθετο. Οι αναφορές του, περίγραψαν τον τρόπο με τον οποίο το σαλούν πλεύρισε το διπλοκάμπινο ενώ και οι δύο όδευαν προς την ίδια κατεύθυνση, με το σαλούν, μάλιστα, να οδεύει με μεγαλύτερη ταχύτητα από ότι το διπλοκάμπινο, ως ζήτημα, πλέον, κοινής λογικής αφού ήρθε από πλάγια και πισινή κατεύθυνση προσπερνώντας τους. Δεν υπήρξε άλλη εκδοχή του μάρτυρα ούτε και οτιδήποτε άλλο που θα μπορούσε να συνηγορήσει προς μια άλλη κατεύθυνση ανάλυσης των πραγμάτων. Εξάλλου, λίγο αργότερα στη μαρτυρία του κατά την πρώτη δίκη είπε ότι: «.από πίσω μας ερχόταν το αυτοκίνητο.» (βλ. Τεκμήριο 13, σελ. 40, γραμμή 29). Καμιά ανακολουθία δεν εντοπίζεται επί του προκειμένου. Το δεύτερον, σχετίζεται με το ακριβές σημείο σύγκρουσης (φερόμενης κατά τον εναγόμενο 2), του σαλούν με το διπλοκάμπινο. Ο μάρτυς είπε ότι το χτύπημα έγινε από την αριστερή μπροστινή πλευρά του σαλούν επί της δεξιάς μπροστινής πλευράς του αυτοκινήτου στην περιοχή του δεξιού μπροστινού τροχού και δεξιού φτερού. Αντεξετάστηκε για αρκετή ώρα (και δε λέγω ότι αυτό έγινε αδικαιολόγητα υπό τις περιστάσεις), για το αν το χτύπημα ήταν στο δεξιό μπροστινό τροχό και μόνον ή στο δεξιό μπροστινό φτερό και μόνον ή στο δεξιό τροχό και στο δεξιό φτερό ή κοντά στο δεξιό τροχό ή κοντά στο δεξιό φτερό. Είναι γεγονός ότι ο μάρτυς δε μπορούσε να τοποθετηθεί επακριβώς για το αν το χτύπημα έγινε μόνον στο δεξιό μπροστινό τροχό ή μόνον στο μπροστινό δεξιό φτερό ή και στα δύο ή πέριξ αυτών των σημείων. Τούτο, είναι απολύτως κατανοητό και δικαιολογημένο υπό τις περιστάσεις και όπως πολύ γλαφυρά το περίγραψε ο μάρτυς, δε μπορούσε να υποθέσει κατά τον κρίσιμο χρόνο ότι θα γινόταν η σύγκρουση και ως εκ τούτου να έβγαζε και το κεφάλι έξω από το παράθυρο για να δει ακριβώς πού θα τους χτυπούσε το σαλούν για να το περιγράψει στο Δικαστήριο. Καμιά αντίφαση δεν προκύπτει. Το τρίτον, άπτεται της αναφοράς του μάρτυρα κατά την προηγούμενη δίκη ότι δεν άφηνε τον οδηγό του διπλοκάμπινου, εναγόμενο 1, να οδηγεί πάνω στη διαχωριστική γραμμή του δρόμου ένεκα του ότι το αυτοκίνητο γλιστρούσε πάνω σε αυτήν κάτι που, κατά την θέση του δικηγόρου, υποστηρίζει την εκδοχή του εναγόμενου 2 περί παρενόχλησης του από το διπλοκάμπινο. Αυτό όμως, δε λέχθηκε από το μάρτυρα με διάθεση κατάδειξης ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο το διπλοκάμπινο, όντως, οδηγούνταν επί της διαχωριστικής γραμμής. Το τι διατύπωσε ήταν η έκφραση θέσης ότι, όπως και ο ίδιος και άλλοι οδηγοί, έτσι και ο εναγόμενος 1 - οδηγός, αναμενόταν να ενεργήσει όπως ενέργησε. Καμιά σκιά δε δημιουργείται ως εκ της μαρτυρίας αυτής για το αξιόπιστο της εκδοχής της υπεράσπισης του εναγόμενου 1 και κατ' επέκταση του ενάγοντα. Ούτως ή άλλως, ο μάρτυς ουδέποτε ανάφερε ότι το αυτοκίνητο οδηγούνταν εκτός της διαχωριστικής γραμμής και προς τα δεξιά ή μια στα αριστερά, εκτός της διαχωριστικής γραμμής και μια στα δεξιά, επί της διαχωριστικής γραμμής, αλλά ούτε και του υποβλήθηκε (έστω και αν έτσι είχαν τα πράγματα) ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο και ως αποτέλεσμα των κινήσεων αυτών, ο οδηγός του σαλούν εξέλαβε ή θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι εξέλαβε, την ύπαρξη κινδύνου ως εκ του τρόπου οδήγησης του διπλοκάμπινου, με αποτέλεσμα να αναγκαστεί να προβεί σε ελιγμούς για να αποφύγει ενδεχόμενη σύγκρουση, με όλα τα συνεπακόλουθα. Δεν υπήρξαν ουσιώδεις αντιφάσεις στη μαρτυρία του πιο πάνω μάρτυρα ούτε και τέτοιας έκτασης ανακολουθίες που να αλλοιώνουν το περιεχόμενο της και να οδηγούν σε απόρριψη της. Η μαρτυρία του Χριστάκη Νέστωρος (ΜΥ1 - Εναγόμενου 1), περί του ότι στην αριστερή μπροστινή πόρτα του σαλούν και από την αρχή της μέχρι περίπου το μέσον της από την πάνω πλευρά, υπήρχε μαυράδα 4-5 περίπου εκατοστών που σχημάτιζε ημικύκλιο και που φαινόταν να είχε γίνει πριν το τσαλάκωμα των λαμαρινών του σαλούν, δεν αποτελούν βαρύνουσα μαρτυρία προς απόδειξη ύπαρξης επαφής ή σύγκρουσης μεταξύ των δύο οχημάτων αμέσως πριν την τελική εκτροπή τους. Δε δόθηκε ικανοποιητική μαρτυρία για το αν η μαυράδα προήλθε από το σαλούν. Ο υπολογισμός ότι προήλθε από τροχό του σαλούν, δεν αρκεί υπό τις περιστάσεις για να χρησιμοποιηθεί ως καταλυτικής σημασίας στοιχείο μαρτυρίας για το κατά πόσον όντως υπήρξε επαφή ή σύγκρουση μεταξύ των δύο οχημάτων, λόγω και της αβεβαιότητας που χαρακτήριζε την τελική τοποθέτηση. Το απορρίπτω. Το γεγονός ότι η μαυράδα μπορεί να βρισκόταν εκεί πριν το τσαλάκωμα των λαμαρινών, δε σημαίνει ότι δημιουργήθηκε από την όποια σύγκρουση ή επαφή του σαλούν με το διπλοκάμπινο. Κάλλιστα θα μπορούσε να είχε δημιουργηθεί πριν το περιστατικό και από άλλη αιτία ή πηγή. Το γεγονός ότι ο μάρτυρας κλητεύθηκε από τον εναγόμενο 1 και όχι από τον ενάγοντα, δε ρίχνει σκιά στη δυναμική της εκδοχής του ενάγοντα και δεν ενισχύει, με βάση το ίδιο σκεπτικό, τη δυναμική της εκδοχής τής υπεράσπισης του εναγόμενου 1, όπως εμμέσως φαίνεται να ισχυρίστηκε ο κ. Ανδρέου στην αγόρευση του. Οι επιλογές αυτές παραμένουν στοιχεία ουδέτερα, ιδιαίτερα αν κάποιος αναλογιστεί ότι η τελική απόφαση, όπως σωστά υπενθύμισε ο κ. Γεωργίου, θα αποφασισθεί με βάση το σύνολο της δοθείσας μαρτυρίας, ανεξαρτήτως του αν είναι μαρτυρία του ενάγοντα ή των εναγόμενων (βλ. Fabrey and Another v. Demitriou
(1976)1 C.L.R. 1). Η Ανδριάνα Μαλεκίδου (ΜΥ2 - Εναγόμενου 1), κατάθεσε το φάκελο της θανατικής ανάκρισης του οδηγού του σαλούν, δίνοντας με τρόπο αντικειμενικό και σαφή την τυπικής φύσης μαρτυρία της. Ο Βασίλης Φιλίππου (ΜΥ3 - Εναγόμενου 1), ήταν αυτόπτης μάρτυς του δυστυχήματος [όπως εξάλλου και ο Χριστόφορος Πέτσας (ΜΕ6)). Οι αναφορές του θεωρούνται καίριες και καταλυτικές για το σχηματισμό της τελικής κρίσης. Έδωσε σαφή εικόνα του τι διαδραματίστηκε χωρίς να περιπέσει σε ουσιώδεις ανακολουθίες και αντιφάσεις. Το γεγονός ότι ήταν και εξακολουθεί να είναι φίλος με τον Χριστόφορο Πέτσα (ΜΕ6), δε θα μπορούσε να αποτελέσει, από μόνον του, εύλογη βάση για αμφισβήτηση της αξιοπιστίας του, όπως άφησε να νοηθεί ο δικηγόρος του εναγόμενου 2 (βλ. Μουζάκης v. Της Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 220). Τα ίδια αφορούν επί τούτου και για τον Χριστόφορο Πέτσα (ΜΕ6), αλλά και στον Χριστάκη Νέστωρος (ΜΥ1 - Εναγόμενου 1). Καμιά από τις εισηγήσεις που πρόταξε ο κ. Παπαευσταθίου περί ανακολουθίας της μαρτυρίας του μάρτυρα αναφορικώς με το περιεχόμενο των καταθέσεων που είχε δώσει στην αστυνομία, δεν κρίνεται αρκετή για να καταρρίψει την πολύ θετική εικόνα που αποκόμισε το Δικαστήριο για το μάρτυρα και για τη φυσικότητα, ειλικρίνεια και σαφήνεια με την οποία κατάθεσε. Το ότι ανάφερε στην προφορική του μαρτυρία ότι το σαλούν έτρεχε με μεγάλη ταχύτητα ενώ κατά την προηγούμενη δίκη προσδιόρισε την ταχύτητα αυτή ως ιλιγγιώδη, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Ο μάρτυς προσπαθούσε και στη μια και στην άλλη περίπτωση να προσδιορίσει παράγοντα ο οποίος είναι πολύ δύσκολο, αν όχι αδύνατον, να κατηγοριοποιηθεί με εμπειρική ακρίβεια ή έστω με κάποια σχετική ακρίβεια. Είχε ως σταθερό σημείο αναφοράς τη δική του ταχύτητα. Το γεγονός ότι το σαλούν τον προσπέρασε υπό τις συνθήκες που περίγραψε, τον οδήγησε στο να επιχειρήσει περιγραφή αυτού που έλαβε χώραν, με τον τρόπο που θεώρησε ορθόν να παραθέσει. Τίποτε δεν αλλάζει για την ουσία της μαρτυρίας του και τα ίδια αφορούν στις φερόμενες ως ανακολουθίες στις αναφορές του για την ένταση του χτυπήματος που δέχθηκε από το σαλούν, ότι δηλαδή τον είχε αγγίξει, τον είχε χτυπήσει, χωρίς (κάνοντας αναφορά στο χτύπημα), να είναι σταθερός στον προσδιορισμό του κατά πόσον ήταν το έντονο χτύπημα που είχε αναφέρει σε άλλες περιπτώσεις. Με το ίδιο σκεπτικό, δε θα θεωρούσα σημαντική την αντίφαση μεταξύ της αναφοράς του κατά την κυρίως εξέταση περί αραιής κίνησης στο δρόμο και της δήλωσης του κατά την αντεξέταση ότι μόνον τα δύο εμπλεκόμενα οχήματα κινούνταν στο δρόμο κατά τον ουσιώδη χρόνο. Η πρώτη του αναφορά αφορούσε, γενικώς, στην κίνηση του δρόμου πέριξ του χρόνου του δυστυχήματος, ενώ η δεύτερη σχετιζόταν, πιο συγκεκριμενοποιημένα πλέον, στην κατάσταση πραγμάτων που υφίστατο στιγμές πριν το δυστύχημα. Ο Χρίστος Χατζηχριστοδούλου (ΜΥ4 - Εναγόμενου1), ήταν πραγματικά εντυπωσιακός σε όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του. Πρόσφερε στο Δικαστήριο μέγιστη βοήθεια με την οργάνωση, σαφήνεια και καθαρότητα αυτών που έλεγε σε σχέση με τα πορίσματα και αιτιολογία τους. Όπως αρμόζει, εφοδίασε με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του (όπως και κάποιων άλλων από τους εμπειρογνώμονες που κατέθεσαν), έτσι που να μπορούσε το Δικαστήριο να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων αυτών πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία (βλ. Πιττάλης v.Ianira Enterprises Ltd
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 814). Ήταν αποστασιοποιημένος από οποιοδήποτε συμφέρον. Δέχομαι κάθε τι που ανάφερε στη μαρτυρία του και στην γραπτή του έκθεση - Τεκμήριο 19, τα πορίσματα της οποίας καθιστώ αναπόσπαστο μέρος των ευρημάτων μου. Μεταξύ αυτών, συμπεριλαμβάνονται οι μετρήσεις και σημειώσεις του στο Τεκμήριο 19
(13). Βρίσκω ότι το διπλοκάμπινο είχε διαστάσεις 4.70 χ 1.70 μέτρα και το σαλούν 4.00 χ 1.60 μέτρα. Ο Νικόλαος Ηλιού (ΜΥ5 - Εναγόμενου 1), προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο για τις δυνάμεις που θα πρέπει να εφαρμοστήκαν επί των δύο αυτοκινήτων και για τις επιπτώσεις που είχαν στην πορεία των αυτοκινήτων και δη του σαλούν και κατ' επέκταση στην επιφορά της σύγκρουσης, λαμβάνοντας όμως ως δεδομένη την ύπαρξη επαφής μεταξύ των δύο αυτοκινήτων και (πέραν τούτου), χωρίς αναφορά στην ένταση και χρονική στιγμή της σύγκρουσης ή επαφής. Δε μπορούσε να πει με ιδιαίτερη βεβαιότητα το κατά πόσον όντως τα πράγματα θα μπορούσαν να είχαν εκτυλιχθεί όπως τα ανάφερε διότι οι υπολογισμοί του βασίζονταν στην ακρίβεια των στοιχείων που του είχαν δοθεί, τα οποία όμως, καθώς φαίνεται, αποτελούν, απλώς, μεταβλητούς και όχι αμετάβλητους παράγοντες. Είπε επίσης ότι η πορεία του σαλούν θα μπορούσε να αλλάξει αν γινόταν απότομος ελιγμός για οποιονδήποτε λόγο και η τελική θέση των οχημάτων να είναι η ίδια χωρίς την ύπαρξη οποιουδήποτε χτυπήματος μεταξύ των δύο αυτοκινήτων αμέσως πριν την εκτροπή τους. Το βασικό συμπέρασμα του ήταν ότι ως εκ της απόστασης των 40 μέτρων που βγήκε από το οδόστρωμα το σαλούν, πρέπει να ασκήθηκε πάνω του κάποια δύναμη που ωθώντας το έβγαλε από την πορεία του επιμηκύνοντας με αυτό τον τρόπο τη διαδρομή εξόδου από το οδόστρωμα. Αν δεν ασκούνταν οποιαδήποτε πίεση επί του σαλούν τότε, με βάση την καμπύλη τροχιά που διέγραψε, το σημείο Γ επί του σκαριφήματος σύγκρουσης [βλ. Τεκμήριο 25
(1)], θα απείχε κατά μήκος της οδού από το σημείο Β, 17.3 μέτρα και όχι 40 μέτρα όπως ήταν η τελική πορεία και η τελική απόσταση του σαλούν. Καθίσταται όμως αντιληπτό ότι το πραγματικό γεγονός της απόστασης των 40 μέτρων το οποίο φαίνεται να έλαβε ο μάρτυρας ως αμετάβλητη παράμετρο του θεωρήματός του, δε συνάδει με την άλλη εκδοχή που προώθησε περί πιθανότητας εκτροπής των οχημάτων με τον τρόπο που περίγραψε, με μόνη απουσία το στοιχείο της σύγκρουσης (όσον ελαφρά και αν ήταν), μεταξύ των δύο οχημάτων και δη της σύγκρουσης που ενδεχομένως να προήλθε από χτύπημα του σαλούν επί του διπλοκάμπινου. Παραδέχθηκε ότι στην απουσία συγκεκριμενοποιημένων δεδομένων για την ταχύτητα, συντελεστή τριβής, κατάσταση του οδοστρώματος και ελαστικών, δεν ήταν ευχερής ο ακριβής υπολογισμός αυτών που προσπάθησε να προωθήσει. Παραδέχθηκε επίσης στη γνωμοδότησή του (βλ. Τεκμήριο 25) ότι, ακριβώς: «Λόγω ανυπαρξίας αξιόπιστων στοιχείων σχετικά με την αναπτυχθείσα ταχύτητα, τους τρέχοντες συντελεστές πλευρικής τριβής και τριβής κυλίσεως, η προσέγγιση της πιθανής τροχιάς του οχήματος μπορεί να γίνει εκτιμώντας την μαθηματική καμπύλη που διέγραψε το ελαστικό του οχήματος επί του οδοστρώματος όπως αυτή αποτυπώθηκε μερικώς επί αυτού». Δεν εξήγησε όμως πώς ο τρόπος με τον οποίο υπολόγισε την πιθανή τροχιά του οχήματος και τα άλλα συναφή, ξεπερνά το πρόβλημα της «ανυπαρξίας αξιόπιστων στοιχείων», σε σχέση με τις μεταβλητές που ο ίδιος παραδέχθηκε ότι ήταν σημαντικές για τα συμπεράσματά του και γιατί οι μεταβλητές αυτές σταχυολογηθήκαν από τον ίδιο ως σημαντικές για την εξαγωγή βάσιμων και αξιόπιστων επιστημονικώς συμπερασμάτων τη στιγμή που ο τρόπος με τον οποίο επέλεξε να πείσει για τα επιχειρήματά του θεωρείται εναλλακτικός και όχι πρωτεύων στην όλη γνωμοδότηση του. Ο John Manderson (ΜΕ2 - Εναγόμενου 2), δε μου δημιούργησε θετική εντύπωση και πολύ απείχε από του να θεωρηθεί ότι έδωσε στο Δικαστήριο με ειλικρίνεια και επαγγελματισμό όλα εκείνα τα στοιχεία που χρειάζονταν για να το βοηθήσουν να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. Είναι με λύπη που παρατήρησα ότι ο μάρτυς ήταν εμφανώς προκατειλημμένος υπέρ της εκδοχής που προώθησε ο εναγόμενος 2 και εναντίον κάθε σχεδόν αναφοράς που θα μπορούσε να αποβεί θετική στην προώθηση της εκδοχής του ενάγοντα και του εναγόμενου 1. Αντιμετώπιζε την αντικειμενική και αδιαμφισβήτητη δυσκολία του ότι δεν είχε επισκεφθεί τη σκηνή του δυστυχήματος αλλά ούτε και είχε τη δυνατότητα να επιθεωρήσει τα οχήματα από κοντά μετά τη σύγκρουση. Βεβαίως, η κατάσταση αυτή δεν αποτελεί από μόνη της (και πάντοτε) γεγονός που μπορεί να στερήσει από εμπειρογνώμονα τη δυνατότητα να τοποθετηθεί με πειστικότητα και επιστημοσύνη αναφορικώς με τα αίτια ενός δυστυχήματος (βλ. Τρύφωνος v. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 942). Το πρόβλημα με το μάρτυρα ήταν ότι ήταν κάθετος και απόλυτος σε κάθε τι που αφορούσε στα ευρήματα που εντοπίσθηκαν στην σκηνή από τρίτους (και βεβαίως στην απουσία του), γνωρίζοντας ότι όλα όσα έλεγε δεν αποτελούσαν απόρροια πρωτογενούς γνώσης αλλά επισημάνσεις και διαπιστώσεις τρίτων που έτυχε να επισκεφθούν τη σκηνή λίγο μετά το ατύχημα ή σε κάποιο μεταγενέστερο στάδιο. Το δυστύχημα έλαβε χώρα το 1998, ενώ ο μάρτυς πήρε οδηγίες για να γνωμοδοτήσει περί τούτου το Νοέμβριο του 2002 [βλ. Τεκμήριο 27
(1)], έχοντας λάβει για το σκοπό αυτό το σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος - Τεκμήριο 4, καθώς και την έκθεση του Γεώργιου Τζιηρκαλλή (ΜΥ2 - Εναγόμενου 2), η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 27
(2). Επέμενε ότι τα ίχνη Α1 στο Τεκμήριο 4, δεν είναι ίχνη πλαγιολίσθησης, διότι σε μια τέτοια περίπτωση το όχημα θα έπρεπε να είχε χτυπήσει στο κιγκλίδωμα που βρισκόταν στη δεξιά πλευρά του σαλούν σε σχέση με την πορεία του, αλλά είναι scurf marks, yaw marks ή heavy cornering marks, ενώ παραδέχθηκε ότι η δυνατότητα πρωτογενούς επιθεώρησης κάθε πραγματικής μαρτυρίας ενός ατυχήματος (όπως ασφαλώς είναι και τα οποιαδήποτε ίχνη αφήνονται επί του οδοστρώματος), αποτελεί όχι μόνον επιθυμητή αλλά και επιβεβλημένη ενέργεια για την ορθή εκτίμηση των πραγμάτων. Ανάφερε επίσης ότι το Α1, με κανένα τρόπο δε μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί ίχνος τροχοπέδησης ενώ όταν του υποδείχθηκε ότι στις 22.1.04, είχε αναφέρει (κατά την προηγούμενη δίκη), ότι το Α1 ήταν ίχνος τροχοπέδησης (βλ. Τεκμήριο 31), απάντησε ότι η ορθή θέση είναι αυτή που έδωσε κατά την παρούσα διαδικασία και όχι κατά την προηγούμενη. Είπε επιπλέον, ότι κατά τη σύνταξη της έκθεσης του στις 7.5.03, είχε ενώπιον του τις φωτογραφίες των αυτοκινήτων και της σκηνής του δυστυχήματος (βλ. Τεκμήριο 1), ενώ σε άλλο στάδιο της μαρτυρίας του είπε ότι οι φωτογραφίες αυτές του είχαν σταλεί το Μάρτιο του 2007, από τους δικηγόρους του εναγόμενου 2 ενώ, σε άλλο σημείο είπε ότι τις είχε δει για πρώτη φορά όταν έδινε μαρτυρία κατά την πρώτη εκδίκαση της υπόθεσης στις 22.1.04, γεγονός που φαίνεται και από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 50
(1), 50
(2)και 51
(1), 51
(2). Η αντίφαση έχει τη δική της σημασία υπό τις περιστάσεις, αφού σχετίζεται με στοιχεία που ο μάρτυς, ως εμπειρογνώμονας, υποτίθεται ότι είχε (ή δεν είχε), κατά την διεργασία γνωμοδότησής του. Πάνω σε αυτή την πτυχή, διαπιστώθηκε ακόμη ένα ζήτημα που αφήνει σκιά στον τρόπο με τον οποίο ο μάρτυς προσέγγισε τα πράγματα. Είχε αναφέρει ότι, ιδανικά, ένας εμπειρογνώμονας χρειάζεται όσην περισσότερη πληροφόρηση είναι δυνατόν να εξασφαλισθεί για δυστύχημα που διερευνά, πριν καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα, παρόλο όμως που είχε τη δυνατότητα, όσον περιορισμένη και να ήταν λόγω του χρόνου που ανάλαβε τη διερεύνηση, για συλλογή τέτοιων πληροφοριών (όπως ήταν και η έκθεση Τζιηρκαλλή, αλλά και άλλη μαρτυρία αναφορικώς με τη φερόμενη κατάσταση κούρασης και αϋπνίας που χαρακτήριζε, καθώς λέχθηκε, τον οδηγό του σαλούν κατά τον κρίσιμο χρόνο), δεν το έπραξε, δηλώνοντας μάλιστα ρητώς και απεριφράστως ότι από μόνον του το σχεδιαγράφημα - Τεκμήριο 4, ήταν αρκετό για να καταλήξει στα συμπεράσματά του, χωρίς αναφορά σε οτιδήποτε άλλο. Βεβαίως, το γεγονός ότι θα ήταν καλό να επιδίωκε όλη την πληροφόρηση που μπορούσε πριν την γνωμοδότησή του, δε σημαίνει κατ' ανάγκη ότι κάποιο άλλο στοιχείο (όπως το σχεδιαγράφημα), δε θα μπορούσε πράγματι να αποβεί, τελικώς, αρκετό υπό τις περιστάσεις για την εξαγωγή των συμπερασμάτων που ο μάρτυς θα θεωρούσε βάσιμα και επαρκή για τους λόγους που θα χρησιμοποιούνταν. Το θέμα ομως δεν είναι αυτό, αλλά, το ότι παρόλη την απόλυτη του τοποθέτηση ότι δε χρειαζόταν άλλη πηγή πληροφόρησης εκτός του σχεδιαγραφήματος, οι θέσεις που εκφράζονται στην γραπτή του γνωμοδότηση - Τεκμήριο 28, είναι φανερό ότι απέρρευσαν και από το περιεχόμενο της γραπτής έκθεσης Τζιηρκαλλή - Τεκμήριο 27
(2), κάτι που τελικώς το παραδέχθηκε και ο ίδιος, μετά από έντονη και πιεστική αντεξέταση από τον κ. Ανδρέου επί του σημείου. Καθόλου δεν εντυπωσιάστηκε το Δικαστήριο από την παραδοχή αυτή, δεδομένου του ανελαστικού τρόπου με τον οποίον τοποθετούνταν συνεχώς περί του αντιθέτου, πριν από αυτήν. Ανάφερε στην έκθεση του - Τεκμήριο 28, στην παράγραφο 8, ότι ο οδηγός του σαλούν έστριψε το τιμόνι βίαια μόνον δύο φορές, δηλαδή, μια φορά προς τα δεξιά, για να αποφύγει την κατ' ισχυρισμό κίνηση του διπλοκάμπινου προς τα δεξιά και αμέσως μετά βίαια προς τα αριστερά, για να αποφύγει σύγκρουση με το κιγκλίδωμα, με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου, ενώ, στην προφορική του μαρτυρία αναφέρθηκε σε τρεις βίαιες κινήσεις του σαλούν αντί δύο, χωρίς να υπάρχει ίχνος μαρτυρίας για να στηρίξει την εκδοχή του. Όταν ο μάρτυς αντιλήφθηκε την αντίφαση (και αυτό ήταν εντόνως διακριτό κατά τη διαδικασία), προσπάθησε να δικαιολογήσει την ασυνέπεια λέγοντας ότι ο τρόπος με τον οποίο είχε συνταχθεί η υπό αναφορά παράγραφος στη γραπτή του έκθεση θα μπορούσε, πράγματι, να παρερμηνευθεί. Δεν ήταν καθόλου πειστικός στην εξήγηση που έδωσε (που και να γινόταν αποδεχτή), θα αποτελούσε ακόμη μια επιβεβαίωση της προχειρότητας με την οποία προσέγγισε την υπόθεση. Αρνητική εντύπωση μού δημιούργησε και ο Γιώργος Τζιηρκαλλής (ΜΥ2 - Εναγόμενου 2). Ήταν αντιφατικός και ασαφής στις τοποθετήσεις του και με κανένα τρόπο δε θα μπορούσε ένα θεωρηθεί ότι εφοδίασε το Δικαστήριο με όλα όσα έπρεπε να το εφοδιάσει για να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. Είπε για παράδειγμα ότι επισκέφθηκε για δεύτερη φορά τη σκηνή του δυστυχήματος στις 21.1.98 (η πρώτη ήταν στις 11.1.98), διότι είχε σχετικές οδηγίες από την ασφαλιστική εταιρεία του εναγόμενου 2, να το πράξει, αφού αυτός στο μεταξύ είχε υποκύψει στα τραύματά του και το περιστατικό κατέστη πλέον περίπτωση θανατηφόρου δυστυχήματος. Επέμενε σε αυτή του την εκδοχή παρόλο που ο οδηγός πέθανε στις 26.1.98, δηλαδή πέντε μέρες μετά την επίσκεψη του μάρτυρα στη σκηνή του δυστυχήματος για δεύτερη φορά, υποτιθέμενης της μετατροπής του σε θανατηφόρο. Η ασυνέπεια έχει τη δική της σημασία υπό τις περιστάσεις λόγω ακριβώς της φύσης της υπόθεσης που είχε κληθεί να διερευνήσει αλλά και του τρόπου με τον οποίο φαίνεται να αντίκρισε τα καθήκοντά του ως εμπειρογνώμονας. Ανεξαρτήτως τούτου, τα επιχειρήματα που έδωσε για να υποστηρίξει τις απόψεις του περί των αιτίων του δυστυχήματος ήταν πολύ αδύναμα και γενικόλογα, κάτι που δεν αναμένεται συνήθως από μάρτυρα που καταθέτει ως εμπειρογνώμονας, εκτός και αν βεβαίως (και τούτη δεν είναι η περίπτωση), αυτό θα μπορούσε να δικαιολογηθεί από τις συνολικές περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης. Όταν κλήθηκε να εξηγήσει και να υποστηρίξει τη θέση που εξέφρασε στη γραπτή του γνωμάτευση - Τεκμήριο 27
(2), ότι πολύ πιθανόν κατά τη διάρκεια του προσπεράσματος του διπλοκάμπινου από το σαλούν, ο οδηγός του πρώτου να κινήθηκε προς τα δεξιά αναγκάζοντας έτσι τον οδηγό του σαλούν να στρίψει προς τα δεξιά για να αποφύγει επικείμενη σύγκρουση (κάτι που αποτελεί και την ουσία της εκδοχής αυτών που τον διόρισαν), δε μπόρεσε να δώσει απάντηση βασισμένη σε επιστημονικά δεδομένα, παρά μόνον αρκέστηκε να πει ότι τα πράγματα έτσι θα πρέπει να έγιναν διότι κατά την κρίσιμη εκείνη στιγμή δεν υπήρχε οτιδήποτε άλλο στο δρόμο (σκύλος ή άλλο αυτοκίνητο), εκτός από το διπλοκάμπινο, ωσάν εάν τα αίτια του δυστυχήματος δε μπορούσαν να προέρχονται από οποιαδήποτε άλλη πράξη ή παράλειψη συνδεδεμένη με τη συμπεριφορά των δύο οδηγών χωρίς άμεση επίδραση άλλου εξωγενή παράγοντα. Απορρίπτω τη μαρτυρία και εκδοχή των Νικόλαου Ηλιού (ΜΥ5 - Εναγόμενου1), John Manderson (ΜΥ1 - Εναγόμενου 2) και Γιώργου Τζιηρκαλλή (ΜΥ2 - Εναγόμενου 2), ως αναξιόπιστη, ενώ δέχομαι ως αξιόπιστη τη μαρτυρία και εκδοχή των ενάγοντα (ΜΕ7) και εναγόμενου 1 (ΜΥ3 - Εναγόμενου1) και αυτών που έδωσαν σχετική μαρτυρία για την υπόθεση τους, πλην των εξαιρέσεων που έχουν ήδη διατυπωθεί. Η απουσία πραγματικής μαρτυρίας σε σχέση με την ύπαρξη χτυπήματος από το σαλούν προς το διπλοκάμπινο ή αντιστρόφως, δεν αποτελεί μορφή πραγματικής μαρτυρίας, τοσούτω μάλλον τέτοιας, που να αντιστρατεύεται την αντίθετη εκδοχή, στον καταλυτικό βαθμό που εισηγήθηκε ο κ. Παπαευσταθίου. Κατά προέκταση του σκεπτικού που διατυπώθηκε πιο πάνω, κατά την ανάλυση της μαρτυρίας του ενάγοντα και με αφορμή σχετική εισήγηση του κ. Παπαευσταθίου, το ότι δεν εντοπίστηκε πραγματική μαρτυρία σχετική με σύγκρουση ή επαφή των δύο οχημάτων, δε σημαίνει ότι αποκλείει και το ενδεχόμενο μια τέτοια επαφή ή σύγκρουση να έλαβε χώραν στην πραγματικότητα. Κανείς από τους μάρτυρες που προαναφέρθηκαν δεν είπε ότι η απουσία ενδείξεων περί επαφής ή σύγκρουσης ισοδυναμεί με συμπέρασμα ανυπαρξίας τέτοιας επαφής ή σύγκρουσης. Το γεγονός όμως ότι δεν εντοπίστηκε τέτοια μαρτυρία αποτελεί στοιχείο που αξιολογήθηκε με τη μεγαλύτερη δυνατόν προσοχή, όχι όμως με τον άκαμπτο τρόπο που εισηγήθηκε η υπεράσπιση του εναγόμενου
- Βρίσκω ότι το σημείο Α1 επί του σχεδιαγραφήματος - Τεκμήριο 4, απεικονίζει τα ίχνη πλαγιολίσθησης του σαλούν. Το Α1 γράφτηκε από το δεξιό πισινό τροχό του σαλούν, μετά από το υπέρμετρο διορθωτικό στρίψιμο του τιμονιού προς τα αριστερά λόγω, κλίσης του αυτοκινήτου προς το κιγκλίδωμα, ως εκ της απώλειας του ελέγχου του από τον εναγόμενο
- Το σαλούν χτύπησε με το αριστερό μπροστινό μέρος της περιοχής του (αριστερού) τροχού, στο δεξιό μπροστινό μέρος του διπλοκάμπινου, και δη στην περιοχή του δεξιού μπροστινού τροχού, κάτι που προκάλεσε και τη δεξιόστροφη περιστροφή του σαλούν. Οι υψομετρικές διαφορές μεταξύ των αυτοκινήτων δε διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στο συμβάν. Το κριτήριο για τον καθορισμό της αμέλειας είναι καθολικό και απρόσωπο. Η αμέλεια είναι ζήτημα πραγματικό και όχι θεωρητικό. Κρίνεται αντικειμενικώς, με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός συνετού οδηγού ο οποίος χρησιμοποιεί το δρόμο λελογισμένα και με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων χρηστών του. Ο καταμερισμός της ευθύνης συναρτάται με το μεμπτό της διαγωγής, κρινόμενο μέσα από το πρίσμα του καθήκοντος επιμέλειας και την αιτιώδη σχέση μεταξύ της παραβίασης του καθήκοντος επιμέλειας και της ζημιάς που προκύπτει. Γίνεται με ευρεία σκοπιά, με γνώμονα τη λογική και την κοινή εμπειρία και αποτελεί, περισσότερον, θέμα αντικειμενικής εντύπωσης παρά ακριβούς υπολογισμού, με τις εκατέρωθεν παραλείψεις να συνεκτιμούνται μακροσκοπικά από την πλατύτερη γωνία αντίκρισης του συνετού πολίτη. Η συντρέχουσα αμέλεια, δε στηρίζεται πάνω στην ύπαρξη καθήκοντος του ενάγοντα προς τον εναγόμενο. Εκείνο που είναι αναγκαίο να αποδειχθεί από τον τελευταίο, είναι ότι ο ενάγων δεν πήρε για το δικό του συμφέρον λογικές προφυλάξεις, με αποτέλεσμα να συμβάλει, με την έλλειψη φροντίδας, στην επακόλουθη και ευλόγως προβλεπτή ζημιά του. Ένας μπορεί να ευθύνεται για συντρέχουσα αμέλεια αν όφειλε λογικώς να είχε προβλέψει ότι θα μπορούσε να ζημιωθεί εάν δεν ενεργούσε ως συνετός οδηγός. Κάποιος δεν είναι συνήθως υπόχρεος να προβλέψει ότι ένα άλλο πρόσωπο μπορεί να είναι αμελές, εκτός αν η πείρα δείχνει ότι η συγκεκριμένη αμέλεια είναι συνηθισμένη κάτω υπό τις περιστάσεις ή αν έχει κάποια ένδειξη πως τέτοια εξέλιξη είναι ευλόγως πιθανή. Την αποκλειστική ευθύνη για το δυστύχημα τη φέρει ο εναγόμενος
- Αυτός είναι που αμελώς έχασε τον έλεγχο του σαλούν ενώ προσπερνούσε το διπλοκάμπινο, χωρίς ο εναγόμενος 1 (ή ο ενάγων), να έχει συνδράμει με οποιονδήποτε τρόπο σε αυτό λόγω πράξης ή παράλειψης του. Το περιστατικό έγινε γρήγορα και ενώ το διπλοκάμπινο όδευε νομίμως και κανονικώς μέσα στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του δρόμου. Η σύγκρουση ήταν όσον βίαιη χρειαζόταν για να φύγει το διπλοκάμπινο από την πορεία του και να ανατραπεί, χωρίς ο εναγόμενος να μπορέσει να αποτρέψει, αν και προσπάθησε, την εκτροπή αυτή. Δεν του δόθηκαν περιθώρια αντίδρασης. Δέχομαι την εκδοχή του ενάγοντα και του εναγόμενου 1, σε σχέση με τον τρόπο που έγινε το δυστύχημα (όπως αναπτύχθηκε πιο πάνω) και απορρίπτω αυτήν του εναγόμενου
- Ο ενάγων απόδειξε πλήρως την αξίωση του εναντίον του εναγόμενου 2, ενώ απέτυχε σε σχέση με τον εναγόμενο
- Εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγόμενου 2, για ποσό Λ.Κ. 696.698,34, πλέον τόκους και έξοδα, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα πρωτόδικα έξοδα και τα έξοδα των δύο εφέσεων διατάχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο να είναι έξοδα δίκης στην παρούσα διαδικασία Η αγωγή εναντίον του εναγόμενου 1 απορρίπτεται. Δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις η έκδοση διαταγής τύπου «Sanderson» (βλ. Sanderson v. Blyth Theatre Co
(1903)2 K.B. 533), ενίοτε αναφερόμενης, γενικότερα και ως «bullock order», με αναφορά στη Bullock v.The London General Omnibus Co. And Others
(1907)(1904-7) All ER Rep 44 (βλ. Mayer v. Harte and Others
(1960)2 All ER 840). Ο ενάγων κατά το χρόνο καταχώρησης της αγωγής (αλλά και μετά το διάταγμα επανεκδίκασης), δε γνώριζε πλήρως τα γεγονότα της υπόθεσης ως προς το ποιος από τους δύο εναγόμενους ήταν ένοχος αμέλειας απέναντι του και ούτε μπορούσε με λογική προσπάθεια να εξακριβώσει τις συνθήκες που σχετίζονταν με την αμέλεια αυτή και ως εκ τούτου δικαιολογημένα καταχώρησε και προχώρησε έκτοτε την αγωγή εναντίον και των δύο. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγόμενου 2, ο οποίος, εκτός από τα έξοδα που θα πληρώσει στον ενάγοντα, θα καταβάλει και τα έξοδα του εναγόμενου 1, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο (βλ. Atkin's Encyclopaedia of Court Forms in Civil Proceedings, 2η εκδ, Τομ.13 (1992 Issue), παρ. 16). (Υπ)........... Ν. Γ. Σάντης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Ρ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο