← Κύπρος

ΝΙΚΟΛΑΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. ν. ΜΑΚΑΡΙΟΥ ΔΡΟΥΣΙΩΤΗ., Αρ. Αγωγής: 6253/05, 28 Δεκεμβρίου, 2007

ΝΙΚΟΛΑΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. ν. ΜΑΚΑΡΙΟΥ ΔΡΟΥΣΙΩΤΗ., Αρ. Αγωγής: 6253/05, 28 Δεκεμβρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A151 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: N. Γ. Σάντη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6253/05 Μεταξύ: ΝΙΚΟΛΑΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ενάγοντας. και ΜΑΚΑΡΙΟΥ ΔΡΟΥΣΙΩΤΗ. Εναγόμενος. --------------------- Ημερομηνία: 28 Δεκεμβρίου,

  1. Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: Ο κ. Ν. Παπαευσταθίου. Για τον Εναγόμενο: Η κ. Μ. Μηλιώτου. ------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγων απαιτεί γενικές, παραδειγματικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις για λίβελο και συκοφαντική δυσφήμιση, που ισχυρίζεται ότι περιέχονται σε άρθρο του εναγόμενου που δημοσιεύτηκε στη σελίδα 5, της εφημερίδας «ΠΟΛΙΤΗΣ», στις 21.8.05 (« το άρθρο»). Το άρθρο έχει ως ακολούθως: «Η ΣΧΕΣΗ ΔΙΑΠΛΟΚΗΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑΣ ΜΕ ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ - Ο «ΗΛΙΟΣ» ΟΙ ΦΟΥΣΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΝΑΞΙΟΠΙΣΤΟ ΚΡΑΤΟΣ. Ακόμη και εάν το πόρισμα, είναι δίκαια αθωωτικό για την εταιρεία «Ήλιος» κανείς δεν θα πιστέψει το αποτέλεσμα, διότι κλονίστηκε - όχι αδικαιολόγητα - η εμπιστοσύνη του Πολίτη στους θεσμούς. Η έρευνα αυτή της Βουλής δεν κατέληξε πουθενά, κυρίως λόγω της διαπλοκής που υπήρξε την εποχή της φούσκας στο ΧΑΚ με πολιτικά πρόσωπα και ισχυρούς πολιτικούς παράγοντες. Η διαπλοκή Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι πολιτικοί παράγοντες, κυρίως μεγαλοδικηγόροι, συμμετέχουν ή είναι πρόεδροι διοικητικών συμβουλίων σε εταιρείες που δραστηριοποιήθηκαν στο ΧΑΚ. Αυτή η σχέση θεωρείται φυσιολογική, αφού κάθε μεγάλη εταιρεία έχει πρόσβαση με δικό της άνθρωπο στο πολιτικό σύστημα. Να σημειωθεί πως η συμμετοχή πολιτικών σε συμβούλια ιδιωτικών επιχειρήσεων δεν θεωρείται μεμπτή στη χώρα μας. Ο Τάσσος Παπαδόπουλος, προτού εκλεγεί Πρόεδρος, συμμετείχε στα συμβούλια πολλών μεγάλων εταιρειών και τραπεζών, των οποίων ήταν και νομικός σύμβουλος. Με τέτοιες προσωπικές σχέσεις και εξαρτήσεις είναι σχεδόν αδύνατο να υπάρξει ουσιαστικός έλεγχος των δραστηριοτήτων των εταιρειών από το κράτος, γεγονός που ενθαρρύνει την ασυδοσία και εκτρέφει τη διαφθορά. Η «Suphire» Ενδεικτικό του μεγέθους της διαφθοράς που υπάρχει στην χώρα μας είναι η περίπτωση της επενδυτικής εταιρείας «Suphire», εναντίον της οποίας εξετάζεται ποινική υπόθεση οικειοποίησης 8.000.000 λιρών από το Ταμείο Προνοίας των υπαλλήλων της Αρχής Ηλεκτρισμού, ενώ άλλα έξι εκατομμύρια έκαναν φτερά από το ταμείο των πιλότων. Το γεγονός ότι στο συμβούλιο της εταιρείας, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν ο γιος του Προέδρου Παπαδόπουλου, Νικόλας, καθώς και η κόρη του τότε υφυπουργού του, Πολάκη Σαρρή, πέρασε σχεδόν απαρατήρητο. Είναι επίσης γνωστό ότι ο πρόεδρος της εταιρείας Γ. Ανδρονίκου ήταν από τους βασικούς χρηματοδότες της εκστρατείας του Προέδρου Παπαδόπουλου στις εκλογές, ενώ οι φωτογραφίες του δίπλα από τον Πρόεδρο στο επινίκιο πάρτι που οργάνωσε στο σπίτι του μετά τις εκλογές, φιλοξενήθηκαν στα κοσμικά περιοδικά.» (βλ. Τεκμήρια 1 και 8). Ο ενάγων θεωρεί το άρθρο δυσφημιστικό και κακόβουλο για το πρόσωπο του. Ο εναγόμενος απορρίπτει την αξίωση, ισχυριζόμενος, ανάμεσα σε άλλα, ότι το άρθρο δεν είναι δυσφημιστικό και ότι, ανεξαρτήτως τούτου, είναι αληθές αλλά και ούτως ή άλλως, αποτελεί εύλογο και καλόπιστο σχόλιο επί θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος και συμφέροντος, δημοσιευθέν λόγω καθήκοντος και υποχρέωσης του εναγόμενου για πληροφόρηση του κοινού, πέραν του ότι, τέλος, αποτελεί και απόρροια ενάσκησης του συνταγματικού του δικαιώματος για ελεύθερη έκφραση. Είναι παραδεχτό μεταξύ των διαδίκων ότι: (α) Το άρθρο αποτελεί μέρος μεγαλύτερου άρθρου με τον ίδιο τίτλο, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «ΠΟΛΙΤΗΣ» στις 21.8.05, με το πιο κάτω περιεχόμενο (με έντονα γράμματα απεικονίζεται το επίδικο μέρος, όπως δικογραφείται στην Έκθεση Απαίτησης): «Η ΣΧΕΣΗ ΔΙΑΠΛΟΚΗΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑΣ ΜΕ ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ - Ο «ΗΛΙΟΣ» ΟΙ ΦΟΥΣΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΝΑΞΙΟΠΙΣΤΟ ΚΡΑΤΟΣ. Ακόμη και εάν το πόρισμα, είναι δίκαια αθωωτικό για την εταιρεία «Ήλιος» κανείς δεν θα πιστέψει το αποτέλεσμα, διότι κλονίστηκε - όχι αδικαιολόγητα - η εμπιστοσύνη του Πολίτη στους θεσμούς. Η Libra Holidays Group, ιδιοκτήτρια εταιρεία της HELIOS Airways, είναι σήμερα μια από τις μεγαλύτερες τουριστικές επιχειρήσεις στην Κύπρο. Δραστηριοποιείται στην οργάνωση πακέτων διακοπών προς την Κύπρο και την Ελλάδα, κυρίως από τη Μεγάλη Βρετανία. Ιθύνων νους της εταιρείας είναι ο Ανδρέας Δράκος, με σπουδές στην διοίκηση επιχειρήσεων στη Μεγάλη Βρετανία. Ο όμιλος Libra ιδρύθηκε μόλις το 1996 και είναι από τις πρώτες εταιρείες που αξιοποίησαν τη ραγδαία άνοδο του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ). Ο Ανδρέας Δράκος, ως μεγαλοεπιχειρηματίας είναι δημιούργημα της χρυσής εποχής του ΧΑΚ. Πριν από το Χρηματιστήριο ήταν ένας μικρός επιχειρηματίας, με δραστηριότητες στις τουριστικές επιχειρήσεις, κυρίως στη Βρετανία. Σήμερα είναι ο κύριος μέτοχος σε 10 εταιρείες που είναι όλες εισηγμένες στο κυπριακό χρηματιστήριο. Από όλες τις εταιρείες του Α. Δράκου, η πιο δυναμική είναι η Libra Holidays Group, που σήμερα συγκαταλέγεται μεταξύ των μεγαλύτερων τουριστικών πρακτόρων της Βρετανίας. Όπως δήλωσε ο ίδιος σε συνέντευξη του, φιλοδοξία του ομίλου ήταν να καταστεί ένας από τους 20 μεγαλύτερους τουριστικούς πράκτορες στην Ευρώπη, ενώ επεκτάθηκε στην Ελλάδα με την αγορά και ενοικίαση ξενοδοχείων στα νησιά Κρήτη, Κέρκυρα, Ρόδος, Ζάκυνθος και Κως. Οι πιο σημαντικοί σταθμοί της Libra Holidays Group, είναι οι ακόλουθοι: το 1996 η Libra Holidays Group αγόρασε δύο εταιρείες στη Βρετανία που ασχολούνται με την πώληση πακέτων εκδρομών έναντι 50.000 στερλινών. Το 1998 ενεγράφη στο ΧΑΚ αντλώντας κεφάλαια 2,2 εκατομμυρίων λιρών. Με τα κεφάλαια αυτά απέκτησε το πλειοψηφικό πακέτο εταιρειών που διαχειρίζονταν ή είχαν δικά τους ξενοδοχεία. Δια της εισαγωγής των εταιρειών αυτών στο χρηματιστήριο πολλαπλασίασε το κεφάλαιο τους. Το 2000 εξαγόρασε την Drake Investments που θεωρείται μια από τις μεγαλύτερες φούσκες του ΧΑΚ. Τον ίδιο χρόνο έκανε την πρώτη του επένδυση στις αερομεταφορές, αγοράζοντας το 33% της Βρετανικής Αεροπορικής εταιρείας Sabre η οποία μετονομάστηκε σε Excel Airways. Μέχρι το 2001 αγόρασε το 80% της εταιρείας έναντι 10 σχεδόν εκατομμυρίων στερλινών. Το 2004 πώλησε το 75% της Excel για 60 εκατομμύρια στερλίνες και αγόρασε την HELIOS για 1,9 εκατομμύρια λίρες. Ο Ανδρέας Δράκος είτε προσωπικά, είτε μέσω των εταιρειών που ελέγχει επένδυσε τεράστια ποσά σε ακίνητα και τουριστικές επιχειρήσει και σήμερα θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους επιχειρηματίες στον τουριστικό τομέα και στην ανάπτυξη της γης, ιδιαίτερα στη Λεμεσό. Οι εταιρείες του, όπως όλες οι υπόλοιπες, τον Τύπο την περίοδο της κρίσης στο ΧΑΚ, ενώ ο ίδιος κατ' ονομάζεται στην έκθεση της ερευνητικής επιτροπής που είχε συσταθεί από τη Βουλή για τη διερεύνηση του σκανδάλου του χρηματιστηρίου, ως ένας από τους επιχειρηματίες που «ξεφόρτωσαν» μετοχές σε κλειστές περιόδους . Η έρευνα αυτή της Βουλής δεν κατέληξε πουθενά, κυρίως λόγω της διαπλοκής που υπήρξε την εποχή της φούσκας στο ΧΑΚ με πολιτικά πρόσωπα και ισχυρούς πολιτικούς παράγοντες. Υπενθυμίζεται ότι την περίοδο της μεγάλης κερδοφορίας στο Χρηματιστήριο, εταιρίες που θα εισάγονταν, έδινα προνομιακά πακέτα ιδιωτικών τοποθετήσεων σε πολιτικά πρόσωπα και υψηλόβαθμούς κρατικούς αξιωματούχους. Κόμματα, όπως ο ΔΗΣΥ και το ΔΗΚΟ ίδρυσαν εταιρείες με σκοπό τις επενδύσεις στο ΧΑΚ, ενώ το ΑΚΕΛ έκανε «τράμπες» με επιχειρηματίες, μέσω των εταιρειών που ελέγχει. Η διαπλοκή Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι πολιτικοί παράγοντες, κυρίως μεγαλοδικηγόροι, συμμετέχουν ή είναι πρόεδροι διοικητικών συμβουλίων σε εταιρείες που δραστηριοποιήθηκαν στο ΧΑΚ. Αυτή η σχέση θεωρείται φυσιολογική, αφού κάθε μεγάλη εταιρεία έχει πρόσβαση με δικό της άνθρωπο στο πολιτικό σύστημα. Μέσα σε αυτό το γενικό πλαίσιο εντάσσεται και η όποια σχέση της Libra Holidays Group με το σύστημα εξουσίας της Κύπρου. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός, που πρόεδρος της εταιρείας είναι ο πρώην υπουργός Συγκοινωνιών επί κυβέρνησης Κυπριανού και στέλεχος του ΔΗΚΟ Χρήστος Μαυρέλλης, ενώ στο Δ.Σ. της «Ήλιος» συμμετέχει ο πρώην υπουργός οικονομικών επί διακυβέρνησης Κληρίδη, Τάκης Κληρίδης. Να σημειωθεί πως η συμμετοχή πολιτικών σε συμβούλια ιδιωτικών επιχειρήσεων δεν θεωρείται μεμπτή στη χώρα μας. Ο Τάσσος Παπαδόπουλος, προτού εκλεγεί Πρόεδρος, συμμετείχε στα συμβούλια πολλών μεγάλων εταιρειών και τραπεζών, των οποίων ήταν και νομικός σύμβουλος. Με τέτοιες προσωπικές σχέσεις και εξαρτήσεις είναι σχεδόν αδύνατο να υπάρξει ουσιαστικός έλεγχος των δραστηριοτήτων των εταιρειών από το κράτος, γεγονός που ενθαρρύνει την ασυδοσία και εκτρέφει τη διαφθορά. Η «Suphire» Ενδεικτικό του μεγέθους της διαφθοράς που υπάρχει στην χώρα μας είναι η περίπτωση της επενδυτικής εταιρείας «Suphire», εναντίον της οποίας εξετάζεται ποινική υπόθεση οικειοποίησης 8.000.000 λιρών από το Ταμείο Προνοίας των υπαλλήλων της Αρχής Ηλεκτρισμού, ενώ άλλα έξι εκατομμύρια έκαναν φτερά από το ταμείο των πιλότων. Το γεγονός ότι στο συμβούλιο της εταιρείας, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν ο γιος του Προέδρου Παπαδόπουλου, Νικόλας, καθώς και η κόρη του τότε υφυπουργού του, Πολάκη Σαρρή, πέρασε σχεδόν απαρατήρητο. Είναι επίσης γνωστό ότι ο πρόεδρος της εταιρείας Γ. Ανδρονίκου ήταν από τους βασικούς χρηματοδότες της εκστρατείας του Προέδρου Παπαδόπουλου στις εκλογές, ενώ οι φωτογραφίες του δίπλα από τον Πρόεδρο στο επινίκιο πάρτι που οργάνωσε στο σπίτι του μετά τις εκλογές, φιλοξενήθηκαν στα κοσμικά περιοδικά. Σε καμιά από τις 24 άλλες χώρες μέλη της Ε.Ε. δεν θα μπορούσε να περάσουν αυτά τα φαινόμενα απαρατήρητα. Ούτε θα μπορούσε να συνεχίσει να είναι υπουργός για περισσότερο από 24 ώρες ο Γιώργος Λιλλήκας, μετά την αποκάλυψη ότι έκανε τον πλασιέ εταιρείας με την οποία είχε προσωπικά συμφέροντα για να πουλήσει υπηρεσίες στο κράτος.» (β) Το άρθρο, ως μέρος του συνολικού δημοσιεύματος όπως αυτό διατυπώνεται στο (α), πιο πάνω, κυκλοφόρησε και στην ελλαδική εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ», στις 18.8.05, στη σελίδα 41, με τίτλο: «Η Ήλιος, η φούσκα και η διαπλοκή» [βλ. Τεκμήριο 9), καθώς και στην ιστοσελίδα της εφημερίδας «ΠΟΛΙΤΗΣ», με διεύθυνση «http://www.politis-news.com», στις 21-8-05 (βλ. Τεκμήριο 2). (γ) Κατά τον ουσιώδη χρόνο ο εναγόμενος ήταν συνεργάτης της εφημερίδας «ΠΟΛΙΤΗΣ», ενώ αρθρογραφούσε ως συνεργάτης και στην εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ». (δ) Το άρθρο στην εφημερίδα «ΠΟΛΙΤΗΣ», έγραψε ο εναγόμενος αναφερόμενος όχι μόνον στον ενάγοντα αλλά και σε άλλους και το ίδιο αφορά και στο άρθρο στην «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ», ημερομηνίας 18.8.05 στη σελίδα
  2. (ε) Στις 21.8.05, η εφημερίδα «ΠΟΛΙΤΗΣ», πούλησε στην Κύπρο 14.968 φύλλα, ενώ στις 18.8.05, η «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ», πούλησε στην Κύπρο 383 φύλλα (βλ. Τεκμήριο 13). (στ) Ο ενάγων είναι γιος του Προέδρου της Δημοκρατίας και ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου, ως συνέταιρος στο δικηγορικό γραφείο Τάσσος Παπαδόπουλος & Σια, με έδρα τη Λευκωσία και κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν μέλος του Εκτελεστικού Γραφείου του ΔΗΚΟ και γνωστός στη κυπριακή κοινωνία για το ήθος και ακεραιότητα του. Εκτός από το αστικό αδίκημα της δυσφήμησης, η αγωγή βασίζεται και στη συκοφαντική δυσφήμηση, εννοούμενης της επιζήμιας ψευδολογίας, όπως διαγράφεται στο άρθρο 25 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.
  3. Στο συμπέρασμα αυτό άγεται κάποιος, κατά πρώτον, από το γεγονός ότι η συκοφαντική δυσφήμηση δεν αναγνωρίζεται στην Κύπρο ως αιτία αγωγής και κατά δεύτερον, από το γεγονός στο Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, βάσει της Δ.2Θ1 (το οποίο, προφανώς εκ παραδρομής, αναφέρεται ως «Ειδικώς Οπισθογραφημένο», με αναφορά όμως στη σωστή Διάταξη), γίνεται μνεία και σε απαίτηση για «ζημιογόνες ψευδολογίες», παρόλο που και εκεί διατυπώνεται ισχυρισμός περί συκοφαντικής δυσφήμισης. Όπως και να έχουν τα πράγματα, αυτή η βάση αγωγής δε μπορεί να προωθηθεί, διότι δεν έχει δικογραφηθεί εξειδικευμένα και με την κατάλληλη επάρκεια και λεπτομέρεια στην Έκθεση Απαίτησης, είτε σε ό,τι αφορά στην ύπαρξη κακοβουλίας εκ πλευράς εναγόμενου είτε σε ό,τι σχετίζεται με τις απορρεύσαντες ζημιές του ενάγοντα (βλ. Bullen and Leake and Jacob's, Precedents of Pleadings, 13η εκδ, 1990, σελ. 1481). Για στοιχειοθέτηση της αξίωσης, έδωσε προφορική μαρτυρία ο ενάγων Νικόλας Παπαδόπουλος (ΜΕ1), ενώ για την υπεράσπιση, ο εναγόμενος Μακάριος Δρουσιώτης (ΜΥ1), ο δημοσιογράφος και Υπεύθυνος του Οικονομικού Τμήματος της εφημερίδας «ΠΟΛΙΤΗΣ», Δημήτρης Γεωργιάδης (ΜΥ2) και ο βουλευτής Χρίστος Πουργουρίδης (ΜΥ3). Ο ενάγων περίγραψε τα γεγονότα και αντιδράσεις του μετά τη δημοσίευση του άρθρου και το πώς αυτό τον επηρέασε. Απόρριψε τους ισχυρισμούς του εναγόμενου, δίδοντας τη δική του εκδοχή. Ο εναγόμενος, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς του ενάγοντα, είπε για τις περιστάσεις που περιέβαλαν τη σύνταξη και δημοσίευση του άρθρου καθώς και το σκεπτικό που το συνόδευε, προβάλλοντας ταυτοχρόνως διάφορους λόγους για τους οποίους αυτά που έγραψε δε θα πρέπει να τον καταστήσουν υπόλογο σε οτιδήποτε. Το δημοσίευμα στην ολότητα του ασκείται κριτική στο σύνολο του πολιτικού συστήματος της Κύπρου με αναφορά σε παραδείγματα που αγγίζουν όλα τα πολιτικά κόμματα της χώρας. Γράφτηκε μέσα στο κλίμα που δημιουργήθηκε ένεκα της αεροπορικής τραγωδίας του αεροσκάφους της «ΗΛΙΟΣ», τον Αύγουστο 2005, σε στιγμές που όλος σχεδόν ο κόσμος στην Κύπρο ασχολούνταν με αυτό και τις επιπτώσεις του, ζητώντας τον άμεσο εντοπισμό των αιτίων της συντριβής και την τιμωρία των ενόχων. Μέχρι τη μέρα που δημοσιεύθηκε το άρθρο, τα αίτια της τραγωδίας δεν είχαν γίνει γνωστά. Όταν συνέβηκε το ατύχημα, τα ελληνικά ΜΜΕ, το συνέδεσαν με το σκάνδαλο στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου («ΧΑΚ») και το γεγονός, προβλήθηκε ως ένα σύμπτωμα της ευρύτερης οικονομικής και πολιτικής διαπλοκής στην Κύπρο. Το κοινό αίσθημα των πολιτών και γενικώς η κοινή γνώμη, ήταν ότι, εξαιτίας της τραγωδίας, είχε χαθεί η εμπιστοσύνη τους προς το κράτος και τους θεσμούς. Καταπιάστηκε με τη συγγραφή του άρθρου χωρίς να έχει ιδιαίτερη τριβή με το οικονομικό ρεπορτάζ ή ειδικές γνώσεις περί οικονομικών ζητημάτων, εξ' ου και συμβουλευόταν για αυτά τον Δημήτρη Γεωργιάδη (ΜΥ2). Γράφοντας το άρθρο, είχε επίσης υπόψη και διάφορα δημοσιεύματα σε κυπριακές εφημερίδες, συμπεριλαμβανομένων άρθρων που είχε γράψει ο Δημήτρης Γεωργιάδης (ΜΥ2) (βλ. Τεκμήρια 17 και 23). Ο Δημήτρης Γεωργιάδης (ΜΥ2), αναφέρθηκε στο άρθρο, δίνοντας τη δική του ερμηνεία και αντίληψη περί του περιεχομένου του, επεκτεινόμενος συνάμα και στις προσωπικές του απόψεις περί του ορισμού και ύπαρξης πολιτικής και οικονομικής διαπλοκής, με ιδιαίτερη αναφορά στην Κύπρο, λέγοντας ότι θεωρεί τον ενάγοντα ως μέρος της πρώτης αλλά όχι της δεύτερης. Ο Χρίστος Πουργουρίδης (ΜΥ3), αναφέρθηκε στη δράση του εναντίον της διαφθοράς και διαπλοκής ως βουλευτής της Κυπριακής Δημοκρατίας αλλά και ως ευρωβουλευτής, παραπέμποντας και σε διάφορες διεργασίες και μελέτες που γίνονται επί ευρωπαϊκού επιπέδου για την καταπολέμηση του παγκόσμιου αυτού φαινόμενου. Εξέφρασε επίσης την άποψη ότι κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης Suphire, θα πρέπει οπωσδήποτε να υπήρξε κάποιας μορφής διαπλοκή με αναφορά στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Τάσσο Παπαδόπουλο και τον ιδιοκτήτη του ομίλου εταιρειών Suphire Ιωάννη Ανδρονίκου, με δεδομένο (κατά το μάρτυρα), το γεγονός ότι ο Ιωάννης Ανδρονίκου ήταν και από τους κύριους χρηματοδότες της προεκλογικής εκστρατείας του Τάσσου Παπαδόπουλου κατά τις προηγούμενες προεδρικές εκλογές. Η πλήρης έκταση της μαρτυρίας βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά και δεδομένης της παράθεσης των εκατέρωθεν εκδοχών αλλά και των ευρημάτων που ακολουθούν, δε χρειάζεται να παρατεθεί λεπτομερώς. Κάτι τέτοιο δε θα εξυπηρετούσε κανένα πρακτικό σκοπό. Είναι αυτονόητο ότι κάθε αποδεκτή αναφορά των μαρτύρων (όπως και το περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων), αξιολογήθηκαν πλήρως και στον επιτρεπτό βαθμό, ανεξαρτήτως της απουσίας ρητής παράθεσης στην απόφαση (βλ. Liberty Mediterranean Cruises Mouss Ltd v. Haris Zacharia Engineering Co. Ltd και Άλλων

(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. 916). Οι εισηγήσεις των ευπαίδευτων δικηγόρων επικεντρώθηκαν στην αξιοπιστία της μαρτυρίας, με την κάθε πλευρά να εκφράζει τις απόψεις της περί της εμβέλειας και σημασίας της. Έκαναν επίσης αναφορά σε κυπριακή και ξένη νομολογία προς επίρρωση των τοποθετήσεων τους σε σχέση με το δυσφημιστικό ή όχι του άρθρου και τη στοιχειοθέτηση των προβαλλόμενων υπερασπίσεων. Λεπτομέρειες των εισηγήσεων διατυπώνονται στα επιμελή και πολύ βοηθητικά περιγράμματα των δικηγόρων και δε χρειάζεται να επαναληφθούν, αν και αξιολογήθηκαν πλήρως. Όπου κριθεί απαραίτητο, θα γίνει αναφορά στο κείμενο της απόφασης. Ο ενάγων μού δημιούργησε πολύ καλή εντύπωση. Ήταν σαφής και απαντούσε χωρίς περιστροφές και δισταγμό σε όλα όσα ρωτιόταν. Ο εναγόμενος, δε μου προξένησε θετική εντύπωση. Οι απαντήσεις του σε ουσιώδη ζητήματα, όπως για παράδειγμα, για τις περιστάσεις και σκεπτικό που περιέβαλαν την απόφασή του να αρθρογραφήσει με τον τρόπο που αρθρογράφησε, αλλά και για τα διαβήματα που έκαμε για να διαπιστώσει αν είχε ή δεν είχε καταχωρισθεί ποινική υπόθεση εναντίον της εταιρείας Suphire (με τη γενικότητα που χρησιμοποίησε την ονομασία) ή για το κατά πόσον ο ενάγων ήταν ή δεν ήταν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου εταιρείας ή εταιρειών του ομίλου αυτού, ήσαν αντιφατικές και ανακόλουθες, και τούτο εύκολα διαπιστώνεται από μια απλή ανάγνωση του πρακτικού της διαδικασίας. Ο Δημήτρης Γεωργιάδης (ΜΥ2), μου δημιούργησε, γενικώς, αρκετά καλή εντύπωση, αν και σε ορισμένες πτυχές της μαρτυρίας του, ιδιαίτερα σε σχέση με τις αντιδράσεις του για το περιεχόμενο του άρθρου (το οποίο, τελικώς, παραδέχθηκε ότι διάβασε μόνον επιφανειακά), ήταν φανερή η προσπάθεια του να μετριάσει τις όποιες αρνητικές εντυπώσεις θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι αναδύονται εναντίον ενάγοντα ως εκ τούτου. Οι γενικές απόψεις και πεποιθήσεις που εξέφρασε περί του ευρύτερου ζητήματος της πολιτικής και οικονομικής διαπλοκής, με αναφορά και σε αρθογραφία του, αν και σεβαστές, δεν προσφέρουν οτιδήποτε το σημαντικό στην προσπάθεια επίλυσης της αντιδικίας, ως εκ της φύσης του αγώγιμου δικαιώματος και του συνακόλουθου ρόλου του Δικαστηρίου. Ο Χρίστος Πουργουρίδης (ΜΥ3), μου δημιούργησε καλή εντύπωση. Πρόσφερε στο Δικαστήριο πληροφόρηση συναφή με τα περί διαπλοκής και διαφθοράς συμβαίνοντα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τις προσπάθειες που καταβάλλονται για αντιμετώπιση τους (στο μέτρο που αυτό είναι δυνατόν δεδομένης της φύσης της συμπεριφοράς), προς κοινό ορισμό και προσδιορισμό του αντικειμένου τους και τις μεθόδους ανίχνευσης και καταπολέμησης τους. Είναι ισχυρισμός του εναγόμενου ότι το άρθρο (όπως δηλαδή, διατυπώνεται στην Έκθεση Απαίτησης), αποτελεί μέρος ενός μεγαλύτερου δημοσιεύματος, το οποίο δε δικογραφήθηκε (και τούτο είναι παραδεχτό), με αποτέλεσμα, η παράληψη να ισοδυναμεί με ουσιώδη δικογραφική παρατυπία και επαρκή λόγο απόρριψης της αγωγής. Δε συμφωνώ. Ο ενάγων κατάγραψε στην Έκθεση Απαίτησης, μόνον τις αναφορές που θεώρησε ουσιώδεις (material), για στοιχειοθέτηση της αιτίας αγωγής. Δεν έκανε αυθαίρετη και επιλεκτική αναφορά σε μέρη του δημοσιεύματος, με σκοπό να δημιουργήσει επίπλαστη εικόνα του περιεχομένου του και ακολούθως να την αποδώσει στον εναγόμενο. Ουδέποτε ισχυρίστηκε ή υπαινίχθηκε ότι το άρθρο αποτελεί το σύνολο του κειμένου που έγραψε ο εναγόμενος. Η ύπαρξη αποσιωπητικών σε διάφορα μέρη του δικογραφημένου κειμένου, θεωρείται, εν πάση περιπτώσει, επαρκής ένδειξη περί τούτου. Καμιά απολύτως επίπτωση δεν υπήρξε ως εκ του γεγονότος στα δικαιώματα του εναγόμενου ούτε και προκλήθηκε οποιαδήποτε σύγχυση στην προώθηση της υπεράσπισης του. Ούτως ή άλλως, το σύνολο του δημοσιεύματος κατατέθηκε ως κοινώς παραδεχτό γεγονός (βλ. Τεκμήριο 8), με αντίγραφο του να επισυνάπτεται και στη γραπτή δήλωση του ενάγοντα και να καταχωρείται ακολούθως ως Τεκμήριο 1. Η επιλογή του ενάγοντα να δικογραφήσει το άρθρο με τον τρόπο που επέλεξε, ήταν απολύτως θεμιτή, παραδεχτή και συνήθης (βλ. DDSA Pharmaceuticals Ltd v. Times Newspapers Ltd and Another
(1972)3 All ER 417). Σε σχέση με τη δημοσίευση στην «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ», ο ενάγων όφειλε, όπως ορθώς υπέδειξε η κ. Μηλιώτου, να δικογραφήσει στην Έκθεση Απαίτησης, ότι η δημοσίευση στην Ελλάδα ήταν και εκεί αγώγιμη ως δυσφημιστική, όπως και στην Κύπρο, ή θα έπρεπε, τουλάχιστον, να αναφέρει, εξειδικευμένα πλέον, ισχυρισμό περί ταυτοσημίας του ελλαδικού νόμου με τον κυπριακό στον επίδικο τομέα ή την ύπαρξη, έστω, τεκμηρίου ταυτοσημίας μεταξύ των δύο νόμων. Τέτοια αναφορά δεν υπάρχει στο δικόγραφο, με αποτέλεσμα όλα όσα σχετίζονται με το δημοσίευμα να μη μπορεί να αξιολογηθούν ως ξεχωριστή αιτία αγωγής ή μέρος αυτής (βλ. Gatley, παρ. 26.19, Bullen and Leake and Jacobs, σελ. 625). Αναφορικώς με τη δημοσίευση του άρθρου στην ιστοσελίδα της εφημερίδας «ΠΟΛΙΤΗΣ», και πάλιν είναι σωστή η επισήμανση της δικηγόρου υπεράσπισης, ότι δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία για την έκταση της κυκλοφορίας της δημοσίευσης, κάτι που διαδραματίζει, οπωσδήποτε, το δικό του ρόλο κατά την επιμέτρηση των αποζημιώσεων, στην περίπτωση που χρειαστεί να αποδοθούν (βλ. γενικότερα, Al Amoudin v. Brisard
(2006)3 All ER 294). Το κατά πόσον ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό, κρίνεται από το Δικαστήριο και αποφασίζεται ως ζήτημα πραγματικό, με απόδοση στις λέξεις ή φράσεις, της συνήθους φυσικής τους έννοιας, με γνώμονα το μέτρο του μέσου λογικού πολίτη. Δεν έχει σημασία το κατά πόσον ένας αναγνώστης ή ακόμη και ο ίδιος ο ενάγων, δυνατόν να θεωρήσει το δημοσίευμα δυσφημιστικό, ούτε και έχει σημασία η μαρτυρία που τυχόν δίδεται για το πώς ένα δημοσίευμα έγινε αντιληπτό σε σχέση με το νόημα και τη γενική του έννοια. Ο ενάγων, δε μπορεί να αποδώσει ο ίδιος δυσφημιστική έννοια στο δημοσίευμα και να θεωρήσει τον εαυτό του θιγμένο, αν το κείμενο είναι δεκτικό και άλλων αθώων ερμηνειών. Κατά την εξέταση του κειμένου το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, όχι μόνον την ετυμολογία συγκεκριμένων λέξεων αλλά και το σύνολο του περιεχομένου του, με αναφορά στο χρόνο και τόπο του δημοσιεύματος καθώς και στην ισχύουσα κοινή γνώμη για το θέμα, με την επισήμανση, ότι κάποια μομφή δυνατόν να είναι δυσφημιστική, ανεξαρτήτως αν γίνεται πιστευτή από αυτούς στους οποίους δημοσιοποιείται. Οι λέξεις στις οποίες αποδίδεται δυσφημιστικό περιεχόμενο πρέπει να ερμηνεύονται στο σύνολό τους. Είναι δυνατόν η μια ή η άλλη διατύπωση σε ένα κείμενο, να θεωρείται δυσφημιστική, όπως είναι εξίσου δυνατόν, να υπάρχουν εκεί και άλλες φράσεις ή προτάσεις οι οποίες να απομακρύνουν από την πρώτη εντύπωση (βλ. Gatley On Libel and Slander, 10η εκδ., 2004, παρ. 3.12 - 3.17). Η λέξη «διαφθορά», σημαίνει μεταξύ άλλων, τη φθορά των ηθών, την εξαχρείωση, την ανηθικότητα και ειδικότερα την κατάσταση στην οποία χρησιμοποιούνται αθέμιτα μέσα, για να παραβιάζονται οι νόμοι (για παράδειγμα, με δωροδοκίες, εξυπηρετήσεις και προσφορές), για ιδιωτικό όφελος, ενώ ως συνώνυμά της αναγνωρίζονται η σήψη, ο εκμαυλισμός, η φαυλότητα, ο εκφυλισμός και η ατιμία, και ως αντίθετα, η ηθικότητα και η τιμιότητα. Από την άλλη, η λέξη «διαπλοκή» σημαίνει, τη στενή αλληλεξάρτηση, συχνά κακόσημη, ή την αμοιβαία παρασκηνιακή εξάρτηση. Η λέξη χρησιμοποιείται συνήθως στα πλαίσια αναφοράς του όρου «διαπλεκόμενα συμφέροντα», με τον οποίο καταδεικνύονται τα αθέμιτα και αλληλεξαρτώμενα συμφέροντα που αναπτύσσονται παρασκηνιακά μεταξύ πολιτικών και διαφόρων επιχειρηματιών (αλλά και άλλων), όπως για παράδειγμα αυτών που δραστηριοποιούνται στο χώρο της ενημέρωσης (ως εκδότες εφημερίδων ή ιδιοκτήτες ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών σταθμών), ώστε να εξυπηρετούνται αμοιβαίως οι πολιτικές και επιχειρηματικές τους σκοπιμότητες (προβολή και προπαγάνδα από την πλευρά των πολιτικών και οικονομικά οφέλη από την πλευρά των επιχειρηματιών) (βλ. Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Β' Έκδοση (Β' Ανατύπωση, 2005), σελ. 490 και 498, αντιστοίχως). Τίποτε δεν υποδείχθηκε εκ πλευράς υπεράσπισης που να προσδίδει στους επίδικους όρους, ερμηνεία διαφορετική από αυτή που διατυπώνεται πιο πάνω. Η αναφορά στο περιεχόμενο Έκθεσης που υιοθετήθηκε από την Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης - Τεκμήριο 28, αναφορικώς με τη διαφθορά (και σε κάποιο βαθμό τη διαπλοκή), στις χώρες του Συμβουλίου της Ευρώπης, που κατάθεσε και περίγραψε ο Χρίστος Πουργουρίδης (ΜΥ3), αν και αξιολογήθηκε, δεν αποβαίνει ιδιαίτερα βοηθητική για το τι ενδιαφέρει εδώ, ιδιαίτερα αφού φαίνεται ότι το Συμβούλιο της Ευρώπης δεν έχει ακόμη καταλήξει ως προς τον ακριβή ορισμό και συστατικά στοιχεία της διαφθοράς (και διαπλοκής). Εν πάση περιπτώσει, αντικειμενικώς ιδωμένων των πραγμάτων, ο μέσος άνθρωπος στην Κύπρο αντιλαμβάνεται τους επίδικους όρους, ακριβώς με τον τρόπο που ορίζονται στην πιο πάνω λεξικογραφική αναφορά. Ο εναγόμενος, με αφορμή το τραγικότατο συμβάν της πτώσης του αεροπλάνου της «ΗΛΙΟΣ», τον Αύγουστο 2005, θεώρησε καλόν να ψέξει δημοσίως με τη δύναμη που του δίδει το λειτούργημά τού δημοσιογράφου, πτυχές αυτών που θεωρούσε ως απαράδεκτα φαινόμενα. Σκόπευε να θίξει, ανάμεσα σε άλλα, και το ευρύτερο ζήτημα της συμμετοχής δικηγόρων στα Διοικητικά Συμβούλια εταιρειών που συναλλάσσονται στο ΧΑΚ, αλλά και το αθέμιτο αυτής της εμπλοκής, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι το ζήτημα δε ρυθμιζόταν, όπως ανάφερε στο άρθρο, από νομοθεσία ή άλλους κανονισμούς. Δεν είναι όμως για τούτο που παραπονιέται εδώ ο ενάγων, αλλά για το γεγονός ότι ο εναγόμενος τού απόδωσε ανάμιξη σε διαφθορά και διαπλοκή. Δεν καταλογίστηκε στον ενάγοντα φερ' ειπείν, έλλειψη ευαισθησίας ή ευθιξίας αναφορικώς με τη συμμετοχή του στο Διοικητικό Συμβούλιο της Suphire ή κάτι άλλο συναφές, έτσι ώστε το ζήτημα να μπορούσε ενδεχομένως να ιδωθεί μέσα από διαφορετικό φακό. Ως δικηγόρος και δημόσιο πρόσωπο, ο ενάγων ήταν δυνατόν (και τούτο είναι θεμιτό), να έδιδε αφορμή σε δημόσια συζήτηση και σκληρή κριτική, ακόμη και στην περίπτωση που δεν υπήρχε (και δεν υπήρχε εδώ), κατά νομική ακριβολογία, πρόβλημα ασυμβατότητας μεταξύ της συμμετοχής του στο Διοικητικό Συμβούλιο δημοσίων εταιρειών και δη της Suphire, με την ιδιότητα του ως δικηγόρου και πολιτικού και ακόμη, καλώς ή κακώς, με την ιδιότητα του ως γιου του Προέδρου της Δημοκρατίας. Δε συζητείται εδώ, διότι είναι δεδομένη, η δυνατότητα των Λειτουργών του Τύπου να εκφράζουν τις απόψεις τους με τρόπο που να στοχεύει στη βελτίωση διαφόρων πρακτικών και συνηθειών που χρειάζονται αναθεώρηση, με γνώμονα το ευρύτερο κοινωνικό και κρατικό συμφέρον, στον οποιοδήποτε βαθμό αυτά τα δύο συγκεράζονται ή συγκρούονται, αναλόγως της περίπτωσης. Όμως, ο εναγόμενος, ξέφυγε κατά πολύ σε έκταση και ουσία του εύλογου και επαρκούς αυτών που θα μπορούσε να υποστηρίξει με σεβασμό προς την αξιοπρέπεια και την υπόληψη του ενάγοντα, χωρίς αυτό να δικαιολογείται από τις περιστάσεις. Διαπίστωσε ότι η έρευνα της Βουλής «.δεν κατέληξε πουθενά, κυρίως λόγω της διαπλοκής που υπήρξε την εποχή της φούσκας στο ΧΑΚ με πολιτικά πρόσωπα και ισχυρούς πολιτικούς παράγοντες.», για να συνεχίσει ότι «.ακόμη και αν το πόρισμα είναι δίκαια αθωωτικό για την εταιρεία «ΗΛΙΟΣ», κανείς δεν θα πιστέψει το αποτέλεσμα, διότι κλονίστηκε - όχι αδικαιολόγητα - η εμπιστοσύνη του Πολίτη στους θεσμούς.», με σαφή τη νύξη ότι τούτο οφείλεται, κατά κυριότερο λόγο, στη διαπλοκή πολιτικών προσώπων και ισχυρών πολιτικών παραγόντων αφού αυτοί οι πολιτικοί παράγοντες είναι «.κυρίως μεγαλοδικηγόροι, συμμετέχουν ή είναι πρόεδροι διοικητικών συμβουλίων σε εταιρείες που δραστηριοποιήθηκαν στο ΧΑΚ.», και παραδείγματα τέτοιων είναι ο Τάσσος Παπαδόπουλος, ο οποίος «...προτού εκλεγεί Πρόεδρος συμμετείχε στα συμβούλια πολλών μεγάλων εταιρειών και τραπεζών των οποίων ήταν και νομικός σύμβουλος.», αλλά και «.ο γιος του Προέδρου Παπαδόπουλου, Νικόλας.», ο οποίος ήταν στο συμβούλιο της «.επενδυτικής εταιρείας «Suphire».», κατά τον ουσιώδη χρόνο που εξεταζόταν «.ποινική υπόθεση οικειοποίησης Λ.Κ.8.000.000 από το Ταμείο Προνοίας των υπαλλήλων της Αρχής Ηλεκτρισμού ενώ άλλα 6.000.000 έκαναν φτερά από το Ταμείο των Πιλότων.», με το γεγονός όμως της παρουσίας του ενάγοντα στο Διοικητικό Συμβούλιο της Suphire να έχει περάσει «.σχεδόν απαρατήρητο». Η περίπτωση της επενδυτικής εταιρείας Suphire, ισχυρίζεται ο εναγόμενος, «.είναι ενδεικτική του μεγέθους της διαφθοράς που υπάρχει στην χώρα μας.» και «.είναι επίσης γνωστό ότι ο πρόεδρος της εταιρείας (Suphire) Γ. Ανδρονίκου ήταν από τους βασικούς χρηματοδότες της εκστρατείας του Προέδρου Παπαδόπουλου στις εκλογές, ενώ οι φωτογραφίες του δίπλα από τον Πρόεδρο στο επινίκιο πάρτι που οργάνωσε στο σπίτι του μετά τις εκλογές, φιλοξενήθηκαν στα κοσμικά περιοδικά.». Εξακρίβωσε επίσης ο εναγόμενος, ότι «.με τέτοιες προσωπικές σχέσεις και εξαρτήσεις είναι σχεδόν αδύνατο να υπάρξει ουσιαστικός έλεγχος των δραστηριοτήτων των εταιρειών από το κράτος, γεγονός που ενθαρρύνει την ασυδοσία και εκτρέφει τη διαφθορά...». Λόγω λοιπόν ακριβώς αυτής της διαφθοράς και διαπλοκής, μέρος της οποίας είναι και ο ενάγων, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ή υπονοεί στο άρθρο, ότι δεν πρόκειται να εξιχνιαστεί ούτε και η υπόθεση Suphire, αλλά (όπως είπε και για το ενδεχόμενο έκδοσης ενός δικαίως αθωωτικού πορίσματος για την εταιρεία «ΗΛΙΟΣ»), κανείς δε θα πιστέψει το όποιο αποτέλεσμα, λόγω του δικαιολογημένου κλονισμού της εμπιστοσύνης των πολιτών προς τους θεσμούς. Εντούτοις, κατά το χρόνο εκείνο (και σε κάποιον βαθμό, αντίθετα με το τι θα ανάμενε κανείς στη βάση του ευρύτερου σκεπτικού του εναγόμενου περί διαπλοκής και άλλων συναφών), είχε ήδη καταχωρισθεί ποινική υπόθεση εναντίον της εταιρείας Suphire Securities & Financial Services Ltd και του ζεύγους Ιωάννη και Ρέας Ανδρονίκου στις 18.8.05 (βλ. Τεκμήρια 11 και 12). Η υπεράσπιση διατείνεται ότι υπό τις περιστάσεις και γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ιδιαίτερα αυτών που οδήγησαν στην καταχώρηση της ποινικής υπόθεσης με την παραπομπή στο Κακουργιοδικείο στις 18.8.05, δεν ήταν δυνατόν ή ευχερές για τον εναγόμενο να πρόβαινε σε οποιαδήποτε σχετική έρευνα προς διαπίστωση, τελικώς, καταχώρησης της δίωξης. Απορρίπτεται και αυτή η τοποθέτηση, χώρια από το γεγονός ότι ο εναγόμενος κατά την αντεξέταση του ήταν αντιφατικός και πράγματι πολύ αμυντικός στο κατά πόσον γνώριζε ή όχι για την καταχώρηση της ποινικής δίωξης. Το γνώριζε και μάλιστα καλώς. Ανεξαρτήτως τούτου θα μπορούσε, με εύλογη έρευνα και χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία, να μάθαινε περί της καταχώρησης, όπως εξάλλου μάθαινε εγκαίρως (όπως παραδέχτηκε) και για τις διαδικασίες προσωποκράτησης του ζεύγους Ανδρονίκου στο στάδιο της αστυνομικής διερεύνησης. Ο εναγόμενος δεν διερεύνησε όπως όφειλε να πράξει, το κατά πόσον ο ενάγων ήταν ή δεν ήταν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Suphire Securities & Financial Services Ltd (πρώην Suphire Stockbrokers Ltd, στην οποία ουδέποτε ήταν μέλος του Διοικητικού της Συμβουλίου), εναντίον της οποίας καταχωρίσθηκε η ποινική υπόθεση 11426/05 (βλ. Τεκμήρια 11 και 12), αν και γνώριζε, ότι η Suphire αποτελούσε όμιλο διαφόρων εταιρειών. Είπε όμως ότι, για τον ίδιο, δεν είχε ιδιαίτερη σημασία να πρόβαινε σε τέτοια έρευνα. Ήξερε όμως ότι αν ήθελε να προβεί σε έρευνα μπορούσε και μάλιστα με τον πλέον επίσημο και εφικτό τρόπο, μέσω του Εφόρου Εταιρειών. Γνώριζε για τη διαδικασία αυτή αν κρίνει κάποιος από το περιεχόμενο των παραγράφων 12 και 16 της γραπτής του κατάθεσης (στις οποίες αναφέρεται στην εμπλοκή κάποιων άλλων ατόμων σε Διοικητικά Συμβούλια εταιρειών), με εφικτή τη διαπίστωση με «.μια απλή έρευνα στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη...». Η ιθύνουσα εταιρεία Suphire Holdings Public Ltd (πρώην Suphire Financial Services Ltd), είχε δύο θυγατρικές εταιρείες, δηλαδή, την επενδυτική εταιρεία Suphire Asset Management Ltd και τη χρηματιστηριακή Suphire Securities & Financial Services Ltd (πρώην Suphire Stockbrokers Ltd). Ο ενάγων ήταν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ιθύνουσας εταιρείας από τον Απρίλιο 2000 μέχρι την 6.12.04, οπόταν και παραιτήθηκε (βλ. Τεκμήριο 5). Σε αντίθεση με το τι εισηγήθηκε η υπεράσπιση, είχε σημασία αν ο ενάγων ήταν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ιθύνουσας εταιρείας ή όχι. Οι εταιρείες αποτελούν ξεχωριστά νομικά πρόσωπα, όπως εντέλει παραδέχθηκε ότι γνώριζε, σε γενικές γραμμές, ο εναγόμενος και σίγουρα, καλώς, ο Δημήτρης Γεωργιάδης (ΜΥ2), που τον συμβούλευε. Μάλιστα, ο τελευταίος είχε αρθρογραφήσει στην εφημερίδα «ΠΟΛΙΤΗΣ», στις 23.3.05, σε άρθρο του με τίτλο «Αγαπητέ Νικόλα», περί του ότι, μεταξύ άλλων, η θυγατρική εταιρεία αποτελούσε περιουσιακό στοιχείο της ιθύνουσας εταιρείας και άρα όφειλε, για αυτόν ακριβώς το λόγο, να την προστατεύσει (βλ. Τεκμήριο 23). Η συνήγορος του εναγόμενου εξέφρασε προβληματισμό στην αγόρευση της αν η κριτική που θα μπορούσε να ασκήσει κάποιος ή η ουσία του νοήματος που θα μπορούσε να αποδοθεί στο άρθρο, θα ήταν διαφορετική αν ο εναγόμενος έγραφε πως ο ενάγων διετέλεσε μέλος της ιθύνουσας εταιρείας και όχι της θυγατρικής εταιρείας, δεδομένης της εξέτασης ποινικής υπόθεσης εναντίον της θυγατρικής εταιρείας. Ασφαλώς και τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά, αφού, σαφώς πια, ο ενάγων θα αποστασιοποιούνταν από την εταιρεία εναντίον της οποίας διεξαγόταν η ποινική έρευνα. Μόνον αρνητική προδιάθεση προς το πρόσωπο του ενάγοντα, στην απουσία άλλων καλών λόγων, δε θα μπορούσε να οδηγήσει τον μέσο πολίτη στο να μη διακρίνει την ύπαρξη διαφοράς μεταξύ των δύο περιπτώσεων. Ο εναγόμενος γνώριζε ότι «ο όμιλος εταιρειών Suphire», δεν ήταν απλώς μια γενική παραπομπή σε ένα οργανισμό του οποίου τα μέλη δε γνώριζε ή δε μπορούσε να γνωρίζει, αλλά ένας οργανισμός με διάφορες εταιρείες, κάποιων από τις οποίες η ονομασία και ο συσχετισμός με την αστυνομική διερεύνηση είχε γραφθεί επανειλημμένως στον εγχώριο τύπο, τον οποίο, μάλιστα, συμβουλεύθηκε, όπως παραδέχτηκε, πριν γράψει το άρθρο. Κατάθεσε μάλιστα κατά τη μαρτυρία του ως τεκμήρια, αντίγραφα σχετικών κειμένων σε καθημερινές κυπριακές εφημερίδες της εποχής, που δημοσιεύτηκαν πολύ πιο πριν την ημερομηνία δημοσίευσης του δικού του άρθρου, όπως για παράδειγμα, στην εφημερίδα «Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ», ημερομηνίας 16.3.05, με τίτλο «Το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας», στο οποίο γινόταν εξειδικευμένη αναφορά στη Suphire Holdings Public Ltd [βλ. Τεκμήριο 15
(2)], στην ίδια εφημερίδα, ημερομηνίας 17.3.05, με τίτλο «Νικόλας Παπαδόπουλος: Τυπική η συμμετοχή μου. Δεν λάμβανα μέρος σε αποφάσεις Suphire και παραιτήθηκα», με αναφορά στη Suphire Financial Services [βλ. Τεκμήριο 15
(4)] και άλλων δύο άρθρων, ημερομηνίας 19.3.05, με τίτλο «Χωρίς άδεια ενεργούσε ο Γ. Ανδρονίκου», με αναφορά στην εταιρεία Suphire Securities & Financial Services και «Μόνοι έμειναν Γιάννος και Ρέα στη Suphire», με αναφορά στη Suphire Holdings Public Ltd [βλ. Τεκμήριο 15
(8)]. Υπήρξαν επίσης δημοσιεύματα και στην εφημερίδα «ΑΛΗΘΕΙΑ», στις 18.3.05, με τίτλο «Παγοποίηση περιουσιακών στοιχείων Ανδρονίκου και Suphire», με αναφορά στην «.παγοποίηση των περιουσιακών στοιχείων δύο εταιρειών του ομίλου Suphire.», καθώς και με ειδική περαιτέρω αναφορά στις εταιρείες Suphire Holdings Public Ltd και Suphire Securities & Financial Services [βλ. Τεκμήριο 15
(15)] και στις 22.3.05, με τίτλο «Suphire. Στοπ και από την Κ. Τράπεζα», με αναφορά στη Suphire Securities & Financial Services [βλ. Τεκμήριο 15
(17)]. Ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι ο Γιάννος Ανδρονίκου ήταν βασικός χρηματοδότης της προεκλογικής εκστρατείας του Προέδρου της Δημοκρατίας Τάσσου Παπαδόπουλου, κατατάσσεται υπό τις περιστάσεις, ως αυθαίρετος, με τις σχετικές αναφορές και υποδείξεις φωτογραφιών που τους παρουσιάζει να παρίστανται μαζί σε κοινωνική εκδήλωση, να μην είναι αρκετές για να καταδείξουν, έστω, το αληθοφανές της τοποθέτησης, πόσω μάλλον την αλήθεια της. Ούτε και οτιδήποτε άλλο από όσα σχετικώς είπε ο εναγόμενος, ιδωμένα ως σύνολο, θα μπορούσε να οδηγήσει σε άλλη κατάληξη. Δε μπορεί να μείνει ασχολίαστη η θέση του εναγόμενου στη μαρτυρία του, ότι άρθρο που έγραψε ο Δημήτρης Γεωργιάδης (ΜΥ2), στις 18.3.05, στην εφημερίδα «ΠΟΛΙΤΗΣ», με τίτλο «Περιρρέουσα νοοτροπία» (βλ. Τεκμήριο 17), υποστηρίζει τον ισχυρισμό για οικονομικές σχέσεις μεταξύ Γιάννου Ανδρονίκου και Τάσσου Παπαδόπουλου. Ανάγνωση του άρθρου, καταδεικνύει το αβάσιμο του ισχυρισμού και την υπερβολή του εναγόμενου. Στο άρθρο αναφέρεται απλώς ότι «.ο κ. Ανδρονίκου της Suphire είναι ένθερμος υποστηρικτής του Τάσσου Παπαδόπουλου / ΔΗΚΟ.» και ότι «.η Suphıre ή και ο κ. Ανδρονίκου είναι άμεσα ή έμμεσα μεγαλομέτοχοι στα συγκροτήματα ΔΙΑΣ (Σημερινή) και στο Sigma Radio TV, ένθερμους υποστηρικτές της πολιτικής του Τάσσου Παπαδόπουλου.» , αλλά και ότι «.ο Οργανισμός Αγροτικών Πληρωμών που ελέγχεται από υποστηρικτές του Τάσσου Παπαδόπουλου ή και του ΔΗΚΟ, ενοικίασε ένα από τα πιο πολυτελή κτήρια της Λευκωσίας από τον κ. Ανδρονίκου.». Ούτε και οτιδήποτε άλλο, στα υπόλοιπα που αναφέρονται στο άρθρο, υποστηρίζει τη θέση του εναγόμενου. Όλα αποτελούν εικασίες. Με το ίδιο σκεπτικό, κρίνονται και οι αναφορές του Χρίστου Πουργουρίδη (ΜΥ3), αφού βασίστηκαν (πέραν της δικής του αίσθησης) και σε κάποιες πολύ βάσιμες, όπως είπε, πληροφορίες που είχε. Είναι αντιληπτό όμως ότι αυτό δεν είναι επαρκές για να στοιχειοθετήσει τη θέση, ιδιαίτερα, τη στιγμή που ο πληροφοριοδότης δεν αποκαλύφθηκε έτσι ώστε να δοθεί και η δυνατότητα στον ενάγοντα να τον αμφισβητήσει. Ούτε και το Δικαστήριο μπορεί να κρίνει ως εκ τούτου το βάσιμο και αξιόπιστο της πληροφόρησης. Το γεγονός ότι ο μάρτυς έχει κριθεί αξιόπιστος, δε σημαίνει ότι η γνώμη και απόψεις του μπορεί να δεσμεύσουν και να υποκαταστήσουν την κρίση του Δικαστηρίου αναφορικώς με τη δυνατότητα εξαγωγής οποιονδήποτε συμπερασμάτων σε σχέση με το συζητούμενο και στην προκειμένη περίπτωση, κρίνω ότι οι θέσεις του μάρτυρα δε μπορεί να ευσταθήσουν. Ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι όταν επεσυνέβει το αεροπορικό δυστύχημα της «ΗΛΙΟΣ», τα ελληνικά ΜΜΕ, το συνέδεσαν με το σκάνδαλο στο ΧΑΚ, προβάλλοντας το μάλιστα, ως σύμπτωμα της ευρύτερης οικονομικής και πολιτικής διαπλοκής στην Κύπρο, παρέμεινε και αυτός μετέωρος και αναπόδεικτος, εκτός και αν ο εναγόμενος παρέπεμπε στο δικό του άρθρο στην «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ» (Τεκμήριο 9), οπόταν και το θέμα δε χρήζει περισσότερου σχολιασμού. Παρομοίως γενικόλογες έμειναν και οι θέσεις του εναγόμενου στις παραγράφους 34-36, της γραπτής του κατάθεσης (οι οποίες αμφισβητήθηκαν από τον ενάγοντα κατά την αντεξέταση, όπως και κάθε τι άλλο που ανάφερε στην κυρίως εξέταση), εν σχέσει με νομικά διαβήματα, μεταξύ άλλων, του ταμείου σύνταξης της ΑΗΚ και του ταμείου πρόνοιας της Παγκύπριας Συντεχνίας Πιλότων. Η αναφορά σε αγωγή με αριθμό 2430/05, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, παρέμεινε, εκτός όλων των άλλων, απροσδιόριστη ως προς το χρόνο καταχώρησης της, έτσι ώστε να γνωρίζει το Δικαστήριο αν προηγήθηκε ή ακολούθησε της δημοσίευσης του άρθρου στις εφημερίδες «ΠΟΛΙΤΗΣ» και «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ» και αναλόγως να προβεί στην κατάλληλη αξιολόγηση. Η ελευθερία της έκφρασης αποτελεί ευλογία και γνώρισμα κάθε πολιτισμένης κοινωνίας, όμως ο περιορισμός του δικαιώματος αυτού, δικαιολογείται προς όφελος της προστασίας της υπόληψης και των δικαιωμάτων τρίτων. Ο περιορισμός είναι προς όφελος και των ιδίων των δημοσιογράφων έτσι ώστε τα γραφόμενα τους να απεικονίζουν την αλήθεια και όχι την αναλήθεια. Τελικός κριτής για την αναγκαιότητα του περιορισμού είναι το Δικαστήριο. Αν γινόταν παραδεκτή, άνευ συνεπειών, η προβολή αναληθών δημοσιευμάτων, το κοινό θα έπαυε να τους αποδίδει πίστη, είτε αυτά είναι αληθή είτε είναι ψευδή. Η φήμη αποτελεί αναπόσπαστο και σημαντικό μέρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Μια και κηλιδωθεί από ανυπόστατους ισχυρισμούς σε εφημερίδες εθνικής εμβέλειας ή άλλα συγγράμματα (που αναλόγως της περίπτωσης, μπορεί να έχουν το ίδιο ή και περισσότερο εκτόπισμα), η φήμη του ατόμου μπορεί να ζημιωθεί για πάντα, ιδιαίτερα εάν δεν παρέχεται η ευκαιρία στο ίδιο να την υπερασπίσει. Όταν αυτό συμβαίνει, χαμένοι είναι τόσον η κοινωνία όσον και το άτομο. Η προστασία της φήμης του ατόμου συντελεί στο καλό του δημοσίου. Είναι προς το δημόσιο συμφέρον να μην αμαυρώνεται η φήμη δημοσίων προσώπων με ασύδοτο λόγο και ψέμα. Η προστασία της υπόληψης είναι απαραίτητη για την ανεμπόδιστη άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου. Δεν είναι δίκαιο το άτομο να λειτουργεί κάτω από τη σκιά του ψόγου και της υπονόμευσης της κοινωνικής του υπόστασης. Είναι αυτή η πραγματικότητα που καθιστά αναγκαίο τον περιορισμό της ελευθερίας της έκφρασης. Το θέμα της εξισορρόπησης του δικαιώματος της ελεύθερης έκφρασης και της μετάδοσης πληροφοριών από τον Τύπο και τα ΜΜΕ, με το θεμελιώδες δικαίωμα του ατόμου για τη φήμη και υπόληψή του, είναι δύσκολο και λεπτό. Από τη μια, το δικαίωμα ελευθερίας του Τύπου, δίδει ενθάρρυνση στην ελεύθερη συζήτηση πάνω σε δημόσια θέματα, ενώ από την άλλη, παρίσταται αναγκαίος ο αποκλεισμός αναληθών και δυσφημιστικών δηλώσεων έτσι ώστε να προστατεύεται το άτομο και για να βελτιώνεται η ποιότητα της δημοσιογραφίας με τον αποκλεισμό της κακής πληροφόρησης και την προστασία του δικαιώματος του κοινού για ορθή ενημέρωση. Δεν υφίσταται δικαίωμα στη δυσφήμιση οποιουδήποτε προσώπου. Ωστόσο, η προστασία του δικαιώματος στη φήμη, δε θα πρέπει να είναι υπέρμετρη σε σχέση με την προστασία άλλων ανταγωνιστικών δικαιωμάτων, όπως το συζητούμενο δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης. Θα πρέπει να υπάρχει μεταξύ των δύο αναλογία. Η έννοια της αναλογικότητας δεν εξυπακούει ισότητα μεταξύ ανταγωνιστικών συμφερόντων, αλλά αντιπαραβολή με ανοικτή συζήτηση, θεμάτων δημοσίου ενδιαφέροντος, με τρόπο που να μην αποθαρρύνει το κοινό από την έκφραση γνώμης λόγω φόβου ποινικών ή άλλων κυρώσεων. Η σύγχρονη τάση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είναι να περιορίζει το δικαίωμα στη φήμη, προς όφελος του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης, την οποία το Δικαστήριο κατατάσσει ψηλά, αποδίδοντας της ιδιαίτερη αξία ως ουσιαστικό θεμέλιο της δημοκρατικής κοινωνίας και βασικής προϋπόθεσης προόδου της. Η ελευθερία αυτή εφαρμόζεται όχι μόνον σε πληροφορίες και ιδέες που είναι αρεστές ή τουλάχιστον, θεωρούνται ως μη εχθρικές ή αδιάφορες, αλλά και σε εκείνες που είναι προσβλητικές, εκπλήττουν ή ενοχλούν. Αυτό απαιτεί ο πλουραλισμός, η ανεκτικότητα και η ευρύτητα πνεύματος. Πολιτικά ή άλλα δημόσια πρόσωπα, έχοντας εισέλθει στο δημόσιο στίβο, θα πρέπει να αναμένουν και ανέχονται πιο εύκολα τη δημόσια κριτική και είναι γεγονός ότι, στους δημοσιογράφους αναγνωρίζεται και σε κάποιο βαθμό επιτρέπεται (με τη χαλαρή έννοια του όρου) και ένας βαθμός υπερβολής ή ακόμη και πρόκλησης σε αυτά που αναφέρονται, νοουμένου βεβαίως ότι εμπίπτουν εντός των αναφερόμενων παραμέτρων [βλ. μεταξύ άλλων, «Αλήθεια» Εκδοτική Εταιρεία Λτδ και Άλλων ν. Αλωνεύτη
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1863 (Ολομέλεια), Stoll v. Switzerland, Application 69698/01, ημερομηνίας 25.04.06 (Ολομέλεια), Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ v. Παπαευσταθίου
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 856, Ονουφρίου και Άλλων v. Εταιρείας «Κ.Κ. Σύγχρονες Κούρσες Λτδ
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 742, Λουκαϊδης v. Εκδοτική Εταιρεία Αλήθεια Λτδ
(2003)1 (Α) Α.Α.Δ. 22, Jameel v. Wall Street Journal Europe
(2006)4 All ER. 609). Με κατά νουν τις πρόνοιες το άρθρου 17 του Κεφ. 148, το δημοσίευμα είτε διαβαστεί μεμονωμένως (στη μορφή δηλαδή, που το παράθεσε ο ενάγων στην Έκθεση Απαίτησης), είτε αναγνωστεί ως μέρος του συνόλου του δημοσιεύματος - Τεκμήριο 8, είναι δυσφημιστικό για το πρόσωπο του ενάγοντα, αφού του αποδίδει ανεντιμότητα, ανηθικότητα, αναξιοπρέπεια, διαφθορά, διαπλοκή και χρησιμοποίηση αντιδεοντολογικών μεθόδων με σκοπό την αποκόμιση οικονομικού και προσωπικού οφέλους. Όπως ορθώς επεσήμανε η κ. Μηλιώτου, η μη καταχώρηση Απάντησης στην Υπεράσπιση εκ πλευράς εναγόντων, τους στερεί το δικαίωμα να προβάλουν την απουσία καλής πίστης του εναγόμενου κατά τη δημοσίευση του άρθρου, ως λόγο απόρριψης των υπερασπίσεων του εύλογου σχολίου (fair comment) και του προνομίου υπό επιφύλαξη (conditional ή qualified privilege), (βλ. Gatley, παρ. 28.5). Το γεγονός όμως ότι ο ενάγων δεν καταχώρησε Απάντηση, παρόλη την επίκληση στην Υπεράσπιση των προαναφερθεισών υπερασπίσεων, δε δημιουργεί απολύτως κανένα κώλυμα για αμφισβήτηση και αντίκρουση των υπερασπίσεων αυτών εκ πλευράς ενάγοντα, τοσούτω μάλλον την αποδοχή τους, όπως σχετικώς εισηγήθηκε η δικηγόρος του εναγόμενου. Ο ενάγων δεν ήταν υπόχρεος να καταχωρήσει Απάντηση. Τέτοια υποχρέωση θα είχε μόνον αν σκόπευε να αντιτάξει στις υπό αναφορά υπερασπίσεις, την απουσία καλής πίστης εκ πλευράς εναγόμενου (βλ. Ετήσια Δικονομική Πρακτική 1954, σελ.414 - 415). Σε σχέση με την υπεράσπιση της αλήθειας (justification), βάσει του άρθρου 19(α) του Κεφ. 148, βρίσκω ότι το επίδικο άρθρο περιέχει δυσφημιστικά σχόλια γεγονότων και σχολιασμού. Ο εναγόμενος είχε υποχρέωση να αποδείξει ότι τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται το άρθρο είναι αληθή και τα σχόλια που άπτονται αυτού, ορθά (βλ. Gatley, παρ. 11.7). Ο εναγόμενος απότυχε και στα δύο. Πλην του γεγονότος ότι στο έντυπο «Το Περιοδικό» - Τεκμήριο 3, ημερομηνίας 22.8.03, δημοσιεύθηκαν φωτογραφίες που δείχνουν (με ρητή αναφορά στο όνομά του), τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Τάσσο Παπαδόπουλο να παρίσταται σε «..δεξίωση προς τιμήν του.και της συζύγου του (που) παρέθεσε στο «Il Giardino», στη Λευκωσία, το ζεύγος Ιωάννη και Ρέας Ανδρονίκου» (χωρίς απόδειξη ότι αυτό ήταν το «.επινίκιο πάρτι που οργάνωσε στο σπίτι του (ο Ανδρονίκου) μετά τις εκλογές.»), κανένα από τα άλλα, κατ' ισχυρισμόν γεγονότα δεν αποδείχθηκαν (αν και έτυχαν αμφισβήτησης από τον ενάγοντα), όπως, για παράδειγμα, το ότι «.πολιτικοί παράγοντες, κυρίως μεγαλοδικηγόροι, συμμετέχουν ή είναι πρόεδροι διοικητικών συμβουλίων σε εταιρείες που δραστηριοποιήθηκαν στο ΧΑΚ.», ότι «.κάθε μεγάλη εταιρεία έχει πρόσβαση με δικό της άνθρωπο στο πολιτικό σύστημα.», ότι ο «.Τάσσος Παπαδόπουλος προτού εκλεγεί Πρόεδρος συμμετείχε στα συμβούλια πολλών μεγάλων εταιρειών και τραπεζών, των οποίων ήταν και νομικός σύμβουλος.», ότι «.ο πρόεδρος της εταιρείας (Suphire), Γ. Ανδρονίκου ήταν από τους βασικούς χρηματοδότες της εκστρατείας του Προέδρου Παπαδόπουλου στις εκλογές.», ότι «.εναντίον της (επενδυτικής εταιρείας «Suphire»), εξετάζεται ποινική υπόθεση οικειοποίησης Λ.Κ. 8.000.000 από το Ταμείο Προνοίας των υπαλλήλων της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, ενώ άλλα έξι εκατομμύρια έκαναν φτερά από το ταμείο των πιλότων.», και ότι «.στο συμβούλιο της εταιρείας, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν ο γιος του Προέδρου Παπαδόπουλου, Νικόλας, καθώς και η κόρη του τότε υφυπουργού του Πολάκη Σαρρή.». Δεν αποδείχθηκαν επίσης όλα τα εναπομείναντα, προβαλλόμενα ως γεγονότα, που αναφέρονται στο σύνολο του δημοσιεύματος - Τεκμήριο 8, αναφορικώς, δηλαδή, με τη Libra Holidays Group, τον Ανδρέα Δράκο, την έκθεση της ερευνητικής επιτροπής που είχε συσταθεί από τη Βουλή για τη διερεύνηση του ζητήματος του ΧΑΚ (και το ότι η έρευνα αυτή «.δεν κατέληξε πουθενά, κυρίως λόγω της διαπλοκής που υπήρξε την εποχή της φούσκας στο ΧΑΚ με πολιτικά πρόσωπα και ισχυρούς πολιτικούς παράγοντες.»), τα προνομιακά πακέτα ιδιωτικών τοποθετήσεων σε πολιτικά πρόσωπα και υψηλόβαθμους κρατικούς αξιωματούχους, την ίδρυση εταιρειών από πολιτικά κόμματα για σκοπούς επενδύσεων στο ΧΑΚ και άλλα σχετικά. Με αναφορά στα πιο πάνω φερόμενα γεγονότα, το ότι το δικηγορικό γραφείο Τάσσος Παπαδόπουλος & Σια, ήσαν οι δικηγόροι της Suphire Financial Services Ltd, δεν αποτελεί ικανό στήριγμα για το γενικό και απόλυτο της τοποθέτησης του εναγόμενου (όπως διατυπώθηκε στο άρθρο), ιδίως αν κάποιος αναλογιστεί και το ότι δεν αποδείχθηκε καν αν ο Τάσσος Παπαδόπουλος ήταν κατά τους κρίσιμους χρόνους δικηγόρος στο Δικηγορικό Γραφείο Τάσσος Παπαδόπουλος & Σια και ξέχωρα από το γεγονός ότι η ποινική υπόθεση με αριθμό 11426/05 (βλ. Τεκμήρια 11 και 12), καταχωρίσθηκε εναντίον της Suphire Securities & Financial Services Ltd και όχι εναντίον της Suphire Financial Services Ltd, στην οποία ήταν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου ο ενάγων και δικηγόροι το γραφείο Τάσσος Παπαδόπουλος & Σια. Δεν προσκομίστηκε επίσης, επαρκής μαρτυρία αναφορικώς με την έκταση και στόχευση των αστυνομικών ερευνών και για το κατά πόσον διερευνούνταν όλες ή κάποιες από τις εταιρείες του ομίλου εταιρειών Suphire, έτσι ώστε να υπήρχε και πιο ευχερής δυνατότητα για τον εναγόμενο να ισχυριστεί ότι οι έρευνες της αστυνομίας στρέφονταν προς όλες τις εταιρείες του ομίλου. Αντιθέτως, για λόγους που έχουν ήδη αναλυθεί πιο πάνω με αναφορά σε διάφορα δημοσιεύματα εφημερίδων, προκύπτει ότι οι έρευνες στόχευαν και προς συγκεκριμένες εταιρείες του ομίλου, όχι όμως εναντίον της Suphire Financial Services Ltd, με την οποία σχετιζόταν ο ενάγων. Εκ των πραγμάτων, κάποιος μπορεί να βασιστεί μόνον στο περιεχόμενο των δύο κατηγορητηρίων που αφορούν στην υπόθεση 11426/05, για να συναγάγει τα όποια σχετικά συμπεράσματα ενδιαφέρουν αναφορικώς με τη φύση και περιεχόμενο των κατηγοριών που εντέλει καταχωρίσθηκαν εναντίον της Suphire Securities & Financial Services Ltd και του ζεύγους Ανδρονίκου, καθώς και για να υποθέσει τη φύση, έκταση και στόχευση των αστυνομικών ερευνών που προηγήθηκαν. Το τι προκύπτει (αφού τα δημοσιεύματα των εφημερίδων που καταχωρισθήκαν ως τεκμήριο, δεν αποτελούν την καλύτερη δυνατόν μαρτυρία υπό τις περιστάσεις και δεν υπέχουν βαρύτητας, αξιολογούμενα βάσει των προνοιών των άρθρων 27, 34, 35 και 36, του Κεφ. 9, ασχέτως αν, ούτως ή άλλως, καθόλου δε βοηθούν στην υπόθεση του εναγόμενου σε σχέση με τη συζητούμενη πτυχή για λόγους που έχουν ήδη αναπτυχθεί), είναι και το ότι οι κατηγορίες που αποδίδονταν στους κατηγορούμενους στην υπό αναφορά ποινική υπόθεση, για τους χρόνους που ο ενάγων ήταν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Suphire Financial Services Ltd, αφορούσαν την περίοδο Δεκεμβρίου 2003 - Δεκεμβρίου 2004, με τον ενάγοντα να παραιτείται από το Διοικητικό Συμβούλιο της Suphire Financial Services Ltd στις αρχές του Δεκέμβρη 2004. Οι κατηγορίες δεν αφορούσαν σε κλοπή ή ιδιοποίηση οποιουδήποτε ποσού, όπως υπάρχει ισχυρισμός στο άρθρο, και καμιά σαφής αναφορά δε γίνεται σε «ταμείο των πιλότων», ούτε και δόθηκε μαρτυρία για το πώς οι κατηγορίες της ψευδούς καταχώρησης σε έγγραφο (με αναφορά στο Ταμείο Συντάξεων και Χορηγημάτων της ΑΗΚ), που αποδίδονται στους κατηγορούμενους, κατά παράβαση του άρθρου 313 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, θα μπορούσαν να συσχετιστούν (ως θέμα γεγονότων, πέραν αυτών που διατυπώνονται στις λεπτομέρειες αδικήματος και από τις οποίες καμιά τέτοια σχέση δεν προκύπτει), με αυτά που καταλογίζονται στον ενάγοντα στο επίδικο άρθρο. Το γεγονός ότι αποδείχτηκε, στο χαμηλό επίπεδο που απαιτείται εδώ, η παρουσία του Προέδρου Παπαδόπουλου σε συνεστίαση στο «Il Giardino» και το ότι για την περίοδο που ο ενάγων ήταν, έστω, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ιθύνουσας εταιρείας και όχι της θυγατρικής που εντέλει κατηγορήθηκε, με κανένα τρόπο δε θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ικανοποιητική βάση για όλα όσα έγραψε και απόδωσε στον ενάγοντα ο εναγόμενος, ιδιαίτερα αν ληφθούν υπόψη όλα τα σχετικά περιστατικά που έχουν ήδη αναλυθεί πιο πάνω. Τα πραγματικά γεγονότα πάνω στα οποία βασίζεται το άρθρο δεν έχουν αποδειχθεί ότι είναι αληθή, είτε συνολικώς είτε μερικώς, είτε ακόμη στην ουσία τους (gist) (βλ. γενικώς, Gatley, Κεφ. 11). Η υπεράσπιση της αλήθειας απορρίπτεται. Αναφορικώς με την υπεράσπιση του εύλογου και εντίμου σχολίου (fair comment), βάσει των προνοιών του άρθρου 19(β) του Κεφ.148, ο εναγόμενος θα έπρεπε να αποδείξει ότι το άρθρο αποτελεί σχόλιο και όχι παράθεση γεγονότων, ότι ο σχολιασμός βασίζεται επί γεγονότων τα οποία διατυπώνονται ή γίνεται σε αυτά παραπομπή στο δημοσίευμα, ότι τα γεγονότα πάνω στα οποία βασίζεται ο σχολιασμός είναι αληθή και ότι το σχόλιο αφορά σε θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος ή συμφέροντος. Εννοείται ότι η υπεράσπιση αυτή (όπως και η υπεράσπιση του υπό επιφύλαξη προνομίου, της οποίας η συζήτηση ακολουθεί), δεν επιτυγχάνει αν ο ενάγων αποδείξει ότι η δημοσίευση δεν έγινε καλή τη πίστη, εντός της έννοιας του άρθρου 21
(2)του Κεφ. 148. Στην προκειμένη περίπτωση, για λόγους που ήδη εξηγήθηκαν, ο ενάγων δε μπορούσε εκ των πραγμάτων να προωθήσει ισχυρισμό για κακοπιστία του εναγόμενου, διότι δεν καταχώρησε Απάντηση στην Υπεράσπιση, στην οποία να προβαίνει σε ρητή αναφορά περί του ισχυρισμού αυτού. Το άρθρο αποτελεί σχόλιο και όχι απλή παράθεση γεγονότων, τα οποία απλώς, αναφέρονται προς επίρρωση και δικαιολόγηση του. Αφορούν σίγουρα σε θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος, για τους λόγους που εξηγήθηκαν, όμως η αλήθεια τους δεν έχει αποδειχθεί, σε οποιοδήποτε επίπεδο, ακόμη και το πιο χαλαρό και ασθενές. Ούτε καν καταδείχθηκε εύλογη βάση που θα μπορούσε να δικαιολογήσει το σχολιασμό, ανεξαρτήτως της δυνατότητας απόφανσης, σε οποιοδήποτε βαθμό ακρίβειας, των γεγονότων που τη συνθέτουν. Οι λόγοι για αυτό έχουν παρατεθεί πιο πάνω. Ούτε και αποδείχθηκε ότι, στη βάση όλων αυτών, τα σχόλια του εναγόμενου είναι έντιμα και δίκαια (fair), όπως η νομολογία και οι σχετικές αρχές ορίζουν (βλ. γενικώς, Gatley, Κεφ. 12). Η υπεράσπιση του εύλογου σχολίου απορρίπτεται. Σε σχέση με την υπεράσπιση του υπό επιφύλαξη προνομίου, βάσει του άρθρου 21
(1)(α) του Κεφ. 148, σχετικά είναι επί των ζητημάτων αρχής, όλα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω αναφορικώς με την υπεράσπιση του εύλογου σχολίου, με την προσθήκη ότι τα πραγματικά γεγονότα πάνω στα οποία βασίζεται ο σχολιασμός, επιτρέπεται να είναι (πέραν από δυσφημιστικά) και αναληθή, με αναγκαιότητα όμως, απόδειξης ότι το σχόλιο ή το δημοσίευμα δικαιολογούνταν υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις που αναγνωρίζονται ως δεκτικές του προνομίου στο άρθρο 21
(1)(α) του Κεφ. 148, το οποίο ενδιαφέρει στην προκειμένη περίπτωση αφού πάνω σε αυτό είναι που φαίνεται να επικεντρώθηκε η υπεράσπιση του εναγόμενου σε αυτή την πτυχή. Ο εναγόμενος απόδειξε ότι ο σχολιασμός του αφορά σε ζήτημα δημόσιου ενδιαφέροντος και συμφέροντος, που το κοινό είχε συμφέρον να πληροφορηθεί και να τύχει προστασίας και ότι ως δημοσιογράφος, τελούσε υπό ηθικό και κοινωνικό καθήκον να προβεί στη δημοσίευση με αυτή την προοπτική. Όμως πέραν τούτου, για λόγους που έχουν ήδη αναφερθεί, αυτά πάνω στα οποία στηρίχθηκε ήταν απολύτως αδικαιολόγητα και με ανύπαρκτη δυναμική και δικαιολογητική βάση, οποιασδήποτε διαβάθμισης. Η αναφορά στη Dalman v. Romania
(2001)31 E.H.R.R. 39, στην οποία παρέπεμψε η δικηγόρος υπεράσπισης, διαφέρει από την παρούσα περίπτωση αφού εκεί υπήρχαν συγκεκριμένα στοιχεία τα οποία ευλόγως, όπως κρίθηκε, μπορούσαν να οδηγήσουν σε ένα εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα του γράψαντος περί της εμπλοκής του παραπονούμενου σε διαφθορά και διαπλοκή. Ο δημοσιογράφος στην υπόθεση εκείνη παρέπεμψε στα στοιχεία των αστυνομικών ανακριτών ως την πηγή πληροφόρησης του για τη συγγραφή του άρθρου. Ας μην συγχέεται η υποχρέωση στοιχειοθέτησης, στον οποιοδήποτε βαθμό, των δημοσιογραφικών ισχυρισμών με την επιβολή αποκάλυψης των δημοσιογραφικών πηγών. Δεν είναι αυτό το σκεπτικό του Δικαστηρίου στη Dalman v. Romania (ανωτέρω). Η ουσία του πράγματος έγκειται στην παράθεση τέτοιου πραγματικού υποβάθρου που να δικαιολογεί, αναλόγως της περίστασης, το σχολιασμό. Τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο από αυτό. Υπήρξε στην υπόθεση εκείνη έρεισμα, έρευνα και μελέτη βάσει της οποίας διατυπώθηκαν οι συγκεκριμένοι προβληματισμοί και απόψεις του δημοσιογράφου. Διαπιστώθηκε, με άλλα λόγια, επαρκές πραγματικό υπόβαθρο για όλα όσα ακολούθησαν, όπως εξάλλου έγινε και στη Jerusalem v. Austria
(2003)37 E.H.R.R. 25, ECHR, στην οποία παρέπεμψε η κ. Μηλιώτου. Το πραγματικό αυτό υπόβαθρο δεν είναι πάντοτε αναγκαίο να είναι ιδιαίτερα δυνατό, αναλόγως βεβαίως της φύσης της υπόθεσης και των περιστατικών που την περιβάλλουν. Για παράδειγμα, στην Dichand and Others v. Austria, Application No. 29271/95, ημερομηνίας 26.5.02 (τελική απόφαση), κρίθηκε ότι η ύπαρξη ακόμη και αδύναμης (slim) πραγματικής βάσης πάνω στην οποία στηρίχθηκαν τα σχόλια και οι απόψεις του δημοσιογράφου, ενδεχομένως να θεωρηθεί αρκετή (και στην προκειμένη περίπτωση ήταν αρκετή), για να εντάξει την περίπτωση του, σε παραβιαστική του άρθρου 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η επίδικη περίπτωση, με βάση όλα όσα έχουν ειπωθεί πιο πάνω, απέχει πολύ από το να ικανοποιήσει ακόμη και τα κατώτατα αποδεχτά επίπεδα που έχει καθορίσει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων επί του ζητήματος. Η υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη απορρίπτεται (βλ. γενικώς, Gatley, Κεφ. 14-16). Λαμβανομένης υπόψη της φύσης του άρθρου του χρόνου συγγραφής του και των γενικότερων περιστάσεων που επικρατούσαν, ο εναγόμενος δεν είχε καθήκον να αναζητήσει τις απόψεις του ενάγοντα για το άρθρο που θα έγραφε. Η άποψη που διατυπώθηκε στη Reynolds v. Times Newspapers Ltd
(1999)4 All ER 609(HL), δε δημιουργεί ανελαστική υποχρέωση εκ πλευράς δημοσιογράφου ή συγγραφέα, να προβαίνει στο διάβημα αυτό, στην κάθε περίπτωση. Η κάθε υπόθεση πρέπει να κρίνεται αναλόγως των δικών της γεγονότων (βλ. Charman v. Orion Publishing Group Ltd and Others
(2007)1 All ER 622). Ο προσδιορισμός του είδους και ύψους τής αποζημίωσης σε υποθέσεις δυσφήμησης εξαρτάται από τις περιστάσεις τής κάθε περίπτωσης. Στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη - και έτσι έγινε και εδώ - είναι, μεταξύ άλλων, η συμπεριφορά του ενάγοντα, η θέση και υπόσταση του στην κοινωνία, οι επιπτώσεις της δυσφήμησης στην υπόληψη, φήμη και συναισθήματά του, η φύση και σοβαρότητα του λίβελου, ο τρόπος και η έκταση της δημοσίευσης, η συμπεριφορά του εναγόμενου από το χρόνο της δημοσίευσης μέχρι την έκδοση της δικαστικής απόφασης, η πρόκληση ειδικής ζημιάς και η επανάληψη της δυσφήμησης. Το ύψος των αποζημιώσεων επηρεάζεται επίσης και από την ύπαρξη κακοβουλίας εκ πλευράς δυσφημίζοντος η οποία αποδεικνύεται με την απόδειξη κακοπιστίας, μίσους ή άλλου ανάρμοστου κινήτρου κατά το χρόνο της δυσφήμισης. Όσον και αν κάθε περίπτωση αποφασίζεται αναλόγως των δικών της γεγονότων, προηγούμενες δικαστικές αποφάσεις, αποκαλυπτικές του μέτρου της αποζημίωσης, είναι καθοδηγητικές για τον υπολογισμό του ύψους της, νοουμένου βεβαίως ότι ενυπάρχει αναλογικότητα στην έκταση, φύση και επακόλουθα της δυσφήμησης. Στις περιπτώσεις αποφάσεων ξένων δικαστηρίων γίνονται οι αναγκαίες αναπροσαρμογές με τις ημεδαπές κοινωνικοοικονομικές συνθήκες. Προσμετρούν, ανάμεσα σε άλλα, η συνεχής πτώση της αγοραστικής αξίας του χρήματος, η δεδομένη τάση για αύξηση των αποζημιώσεων, σε σύγκριση με αυτές που επιδικάζονταν στο παρελθόν (κάτι που απορρέει, κατά κυριότερον λόγο, από την αποφασιστικότητα των Δικαστηρίων για προστασία της προσωπικότητας και αξίας του ανθρώπου), με επίγνωση όμως ότι η τάση αυτή πρέπει να περιορίζεται μέσα ορθολογικά πλαίσια (βλ. γενικώς, Gatley, παρ.9.1-9.26, McGregor, On Damages, 16η εκδ., Κεφ.37, Αρτέμης & Ερωτοκρίτου, Αστικά Αδικήματα, 2003,Τομ. 1, σελ. 83-87, 99-100). Καθορίζοντας το ύψος της αποζημίωσης είχα υπόψη και τις πρόνοιες του άρθρου 23 του Κεφ. 148. Ως αποτέλεσμα του άρθρου στην εφημερίδα «ΠΟΛΙΤΗΣ» (διότι περί της κυκλοφορίας του στην ιστοσελίδα της εφημερίδας, η μαρτυρία ήταν ανύπαρκτη για να αποτελέσει βάση για οποιοδήποτε εύλογο συμπέρασμα), ο ενάγων, αν και έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης για την τιμιότητα, το ήθος, την ακεραιότητα του χαρακτήρα του, την ανιδιοτέλεια του αλλά και την προσφορά του στους νομικούς κύκλους, στα κοινά και στην ευρύτερη κυπριακή κοινωνία, έγινε αντικείμενο χλευασμού από κάποιους κύκλους και δεικτικού αστεϊσμού μεταξύ συναδέλφων του και εκτέθηκε κοινωνικώς, πολιτικώς και επαγγελματικώς, όπως με λεπτομέρεια περίγραψε στη γραπτή του κατάθεση, χωρίς να αμφισβητηθεί. Το περιεχόμενο των αναφορών του, όπως διατυπώνονται στις παραγράφους 28-33 της γραπτής του δήλωσης, καθίστανται και συνακόλουθο εύρημα του Δικαστηρίου Ασχέτως του ότι ο ενάγων δε θα μπορούσε να προωθήσει ισχυρισμό για κακοπιστία του εναγόμενου προς αντίκρουση των υπερασπίσεων του εύλογου σχολίου και του προνομίου με επιφύλαξη, για όλους τους λόγους που αναλύθηκαν, δικαιούνταν να στηριχθεί στην ύπαρξη κακοπιστίας του εναγόμενου, ως βάση για αξίωση επαυξημένων αποζημιώσεων (βλ, Gatley, παρ. 32.30). Στην απαίτηση του όμως αξιώνει τιμωρητικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις και όχι επαυξημένες. Ανεξαρτήτως ορολογίας, ο τρόπος με τον οποίο δικογραφήθηκε στην Έκθεση Απαίτησης ο ισχυρισμός για ύπαρξη κακοβουλίας, δεν είναι ο ενδεδειγμένος, αφού δε συνοδεύεται από τις απαραίτητες λεπτομέρειες και συσχετισμό τους με την πρόκληση οποιασδήποτε ζημιάς, πέραν της τεκμαρτής, πόσω μάλλον αυξημένης, με αποτέλεσμα να δημιουργείται σύγχυση στον εναγόμενο ως προς το τι ακριβώς είναι που ζητείται και γιατί (βλ. Gatley, παρ. 28.5). Όπως και να έχουν τα πράγματα, κρίνω ότι, δεν έχει αποδειχθεί κακοβουλία του εναγόμενου στην παρούσα περίπτωση, έχοντας υπόψη προς τούτο όχι μόνον τις πρόνοιες του άρθρου 21
(2)του Κεφ. 148, αλλά και τις σχετικές αρχές που καθορίζει η νομολογία (βλ. Gatley, παρ. 32.30 - 32.44). Στη Μίτα v. Λεοντή
(2005)1(Β) Α.Α.Δ.1299, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε ποσό αποζημιώσεων ύψους Λ.Κ.5.000, για δυσφήμηση του ενάγοντα, που απτόταν κατηγοριών περί ανεπάρκειας εκτέλεσης των καθηκόντων του, ανεντιμότητας, διαπλοκής και προώθησης προσωπικών συμφερόντων. Κρίθηκε εκεί ότι ο εναγόμενος είχε ενεργήσει με έλλειψη καλής πίστης. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι το ποσό που επιδικάστηκε, ήταν σε σημαντικό βαθμό χαμηλό, επαναλαμβάνοντας ότι με τη σύγχρονη νομολογία του, το Εφετείο ενθαρρύνει τη συνέχιση μιας αυξητικής τάσης στην επιδίκαση αυτού του είδους αποζημιώσεων, οι οποίες, παρά ταύτα, παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα. Το Δικαστήριο δεν επενέβη στο ποσό λόγω απουσίας αντέφεσης. Υπάρχουν κάποιες διαφοροποιήσεις μεταξύ της πιο πάνω απόφασης και της παρούσας υπόθεσης, ιδιαίτερα στο (σημαντικό), ζήτημα της ύπαρξης κακοπιστίας (που απουσιάζει εδώ), αλλά και των συνθηκών δημοσίευσης. Στην παρούσα περίπτωση ο εναγόμενος, όσον και αν θεωρηθεί ότι παρασύρθηκε από το κλίμα των ημερών (κάτι που δεν αποτελεί δικαιολογία για διαπόμπευση αθώων πολιτών, έστω και αν είναι δημόσια πρόσωπα), αποφάσισε να ψέξει τον εναγόμενο, με τον τρόπο που προαναφέρθηκε. Βεβαίως, σε αντίθεση με την απόφαση Μίτα v. Λεοντή (ανωτέρω), το δημοσίευμα δε στόχευε αποκλειστικώς στον ενάγοντα αλλά και σε άλλους. Με βάση τα πιο πάνω και έχοντας υπόψη όλα όσα συναποτελούν το πλέγμα αρχών που ορίζει τις παραμέτρους ενάσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και αξιολογώντας τη σχετική νομολογία (συμπεριλαμβανομένης και της Μίτα v. Λεοντή (ανωτέρω), επί των υπολοίπων πτυχών της), με τις αναλόγως, μικρές ή μεγάλες διαφοροποιήσεις τους σε συσχετισμό με τα επίδικα, κρίνω ότι ο ενάγων δικαιούται στην επιδίκαση ποσού Λ.Κ.8.000, ως γενικές αποζημιώσεις για το λιβελογράφημα του εναγόμενου. Η αξίωση για επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων έχει εγκαταλειφθεί, αφού δεν υπήρξε επιχειρηματολογία στην αγόρευση του ενάγοντα. Ανεξαρτήτως τούτου, ο ενάγων δεν ικανοποίησε το Δικαστήριο ότι θα δικαιολογούνταν, εδώ, η επιδίκαση τέτοιων αποζημιώσεων με βάση τις αρχές που διέπουν το ζήτημα (βλ. Rookes v. Barnard [1964] 1 All ER 367, Gatley, παρ. 9-15 μέχρι 9-25 ). Η αξίωση για έκδοση διαταγμάτων, δεν έχει προωθηθεί και θεωρώ ότι εγκαταλείφθηκε. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγόμενου για ποσό Λ.Κ.8.000, με ετήσιο νόμιμο τόκο, μέχρι εξοφλήσεως. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγόμενου, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα της απόφασης και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ)........... Ν. Γ. Σάντης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Ρ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.