← Κύπρος

Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Κρυστάλλω Γιάλλουρου, Αρ. Αγωγής: 685/03., 28 Δεκεμβρίου, 2007

Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Κρυστάλλω Γιάλλουρου, Αρ. Αγωγής: 685/03., 28 Δεκεμβρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A153 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 685/

  1. Μεταξύ: Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ Εναγόντων. -και- Κρυστάλλω Γιάλλουρου Εναγόμενης. Και Εξ Ανταπαιτήσεως: Κρυστάλλω Γιάλλουρου Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσας. -και-
  2. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ μαζί με την
  3. Λαϊκή Επενδυτική Λτδ Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενων. --------------------- Ημερομηνία: 28 Δεκεμβρίου,
  4. Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες και εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενους 1: Ο κ. Λ. Χατζηπέτρου. Για την εναγόμενη και εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα: Ο κ. Α. Λεμονάρης. Για τους εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενους 2: Η κ. Μ. Λοϊζου. ------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες ζητούν την έκδοση απόφασης εναντίον της εναγόμενης για ποσό Λ.Κ.96.508,71, με βάση έγγραφη συμφωνία παροχής τραπεζικών διευκολύνσεων, απαίτηση που η εναγόμενη απορρίπτει ως αβάσιμη, ανταπαιτώντας μάλιστα πληρωμή ποσού Λ.Κ.83.821,50, που λέγει ότι εμπιστεύθηκε για σκοπούς επένδυσης στους ενάγοντες (εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενους 1) και στην εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2, Λαϊκή Επενδυτική Λτδ, καθώς και γενικές αποζημιώσεις για αμέλεια και παράβαση εμπιστοσύνης εκ πλευράς και των δυο, ως θεματοφυλάκων και καταπιστευματοδόχων της. Είναι παραδεχτό μεταξύ των διαδίκων ότι:

(1)Οι ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με μετοχές, νομίμως εγγεγραμμένη στην Κύπρο και διεξάγουν τραπεζικές εργασίες.
(2)Με βάση έγγραφη συμφωνία που υπογράφτηκε στις 9.8.99, η εναγόμενη συμφώνησε με τους ενάγοντες όπως συμμετάσχει στο επενδυτικό σχέδιο των εναγόντων με την ονομασία «Σχέδιο Επενδυτής» («το Σχέδιο») και τύχει χρηματοδότησης και τραπεζικών διευκολύνσεων από αυτούς («η συμφωνία») (βλ. Τεκμήριο 4).
(3)Με βάση τη συμφωνία, οι ενάγοντες παραχώρησαν στην εναγόμενη πιστωτικές διευκολύνσεις μέχρι ορίου Λ.Κ.70.000, σε τρεχούμενο λογαριασμό, προς το σκοπό αγοράς και πώλησης κινητών αξιών που ήσαν εγγεγραμμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ), μέσω της Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ, ως πληρεξούσιου αντιπροσώπου της.
(5)Με βάση τη συμφωνία, οι ενάγοντες άνοιξαν προς όφελος της εναγόμενης το λογαριασμό (overdraft account), με αριθμό 182-11-005016, στον οποίο γίνονταν διάφορες χρεοπιστώσεις σε σχέση με την αγοραπωλησία από την εναγόμενη κινητών αξιών στο ΧΑΚ («ο λογαριασμός»).
(6)Η εναγόμενη παραχώρησε στους ενάγοντες έγγραφο ενεχυρίασης κινητών αξιών βάσει του οποίου κάποιες από τις μετοχές της ενεχυριάστηκαν προς όφελος των εναγόντων (βλ. Τεκμήριο 9).
(4)Η συμφωνία προνοούσε, μεταξύ άλλων, τους πιο κάτω όρους: (α) Οι πιστωτικές διευκολύνσεις θα υπόκειντο στην απόλυτη κρίση των εναγόντων. (β) Οι διευκολύνσεις θα επιβαρύνονταν με τόκο προς 8% το χρόνο ή με το ανώτατο ποσοστό επιτοκίου που θα επιτρεπόταν με βάση την ισχύουσα νομοθεσία. (γ) Οι ενάγοντες θα δικαιούνταν οποτεδήποτε, χωρίς προειδοποίηση προς την εναγόμενη, να τερματίσουν τη λειτουργία του λογαριασμού και να καταστήσουν απαιτητές τις οποιεσδήποτε διευκολύνσεις παραχωρήθηκαν. (δ) Όλες οι συναλλαγές που θα γίνονταν με βάση τη συμφωνία θα διεκπεραιώνονταν κατόπιν εντολής της εναγόμενης και/ή των αντιπροσώπων της. (ε) Η εναγόμενη υποχρεούνταν να συνεισφέρει εξασφαλίσεις ή/και να ενεχυριάσει υπό μορφή μετρητών ή άλλων ισάξιων κινητών αξιών του ΧΑΚ, σε ποσοστό πέραν του 60% του εγκεκριμένου ορίου που της παραχωρήθηκε με βάση την συμφωνία, όπως αυτό διαμορφωνόταν από καιρού εις καιρόν. (στ) Σε περίπτωση παράβασης εκ μέρους της εναγόμενης οποιουδήποτε όρου της συμφωνίας, ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού, θα ήταν αμέσως οφειλόμενο και πληρωτέο. Αποτελεί εκδοχή των εναγόντων ότι στις 27.8.99, η εναγόμενη διόρισε με πληρεξούσιο έγγραφο τη Λαϊκή Επενδυτική Λτδ, ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της, ώστε εξ ονόματος και για λογαριασμό της αγοράζει, πουλάει, μεταβιβάζει και αποδέχεται προς μεταβίβαση οποιεσδήποτε κινητές αξίες που ήσαν εγγεγραμμένες στο ΧΑΚ, συμφωνώντας επιπροσθέτως εγγράφως μαζί τους για την καταβολή προς τη Λαϊκή Επενδυτική Λτδ, διαφόρων ποσών και προμηθειών για τη διενέργεια των πράξεων και συναλλαγών που θα γίνονταν προς όφελος της με βάση τη συμφωνία. Με αυτά τα δεδομένα και πάντοτε κατόπιν εντολών της εναγόμενης ή αντιπροσώπων της, η Λαϊκή Επενδυτική Λτδ, σε διάφορες χρονικές περιόδους, προέβη προς όφελος και για λογαριασμό της εναγόμενης σε αγοραπωλησίες μετοχών χρεοπιστώνοντας αναλόγως το λογαριασμό. Οι ενάγοντες απέστελλαν προς την εναγόμενη μηνιαία κατάσταση του λογαριασμού καθώς και τριμηνιαία κατάσταση όλων των αγοραπωλησιών που διενεργούνταν από τη Λαϊκή Επενδυτική Λτδ προς όφελος της, όπως επίσης και τα πινακίδια συναλλαγών (contract notes), των διαφόρων αγοραπωλησιών, χωρίς η εναγόμενη να αμφισβητήσει οτιδήποτε σε σχέση με αυτά. Κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του λογαριασμού οι ενάγοντες πληροφόρησαν την εναγόμενη κατ' επανάληψη ότι οι εξασφαλίσεις που είχε συνεισφέρει υπό μορφή μετοχών με βάση τη συμφωνία, είχαν μειωθεί κάτω από το ποσοστό κάλυψης του ορίου λογαριασμού κατά παράβαση ουσιώδους όρου της συμφωνίας (βλ. για παράδειγμα, Τεκμήριο 20). Η εναγόμενη παρέλειψε να συμμορφωθεί. Ένεκα της συμβατικής αυτής παράβασης, οι ενάγοντες με επιστολή προς την εναγόμενη με ημερομηνία 13.11.02, τερμάτισαν τη λειτουργία του λογαριασμού καλώντας την ταυτοχρόνως να ξοφλήσει το χρεωστικό υπόλοιπο, πλέον του αναλογούντες τόκους (βλ. Τεκμήριο 22). Η εναγόμενη παραλείπει να αποπληρώσει τα οφειλόμενα χωρίς μέχρι σήμερα να έχει συνεισφέρει έναντι του χρέους της οποιοδήποτε ποσό. Είναι θέση της εναγόμενης ότι παραπλανήθηκε στην υπογραφή της συμφωνία λόγω των προς αυτήν αναληθών παραστάσεων και υποσχέσεων των εναγόντων, τις οποίες γνώριζαν ότι ήσαν αναληθείς και ότι δε σκόπευαν να εκπληρώσουν, με αποτέλεσμα, ως εκ τούτων των παραστάσεων και υποσχέσεων, να παρασυρθεί στην υπογραφή της. Εν πάση περιπτώσει, η συμφωνία συγκρούεται και παραβιάζει διοικητικές οδηγίες και εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και είναι ανήθικη και αντίθετη με τη δημόσια πολιτική και ως τέτοια είναι, παράνομη και άκυρη. Οι ενάγοντες και οι εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 2, παρέστησαν στην εναγόμενη ότι διέθεταν εξειδικευμένες γνώσεις και ότι θα ενεργούσαν ως εμπειρογνώμονες και ειδικοί σύμβουλοι της αναφορικώς με την αγοραπωλησία μετοχών στο ΧΑΚ και ότι θα ήσαν οι θεματοφύλακες και καταπιστευματοδόχοι της προβαίνοντας μάλιστα σε άριστη και κερδοφόρο διαχείριση των επενδύσεων της στο ΧΑΚ. Ως εκ τούτου εναπόθεσε την πλήρη εμπιστοσύνη της στους ενάγοντες οι οποίοι επιπροσθέτως, παρέστησαν σε αυτήν ότι εγγεγραμμένοι τίτλοι στο ΧΑΚ, τους οποίους θα αποκτούσαν κατά καιρούς για λογαριασμό της, θα αποτελούσαν και τη μοναδική εξασφάλιση για τις διευκολύνσεις που θα της έδιναν και μάλιστα, της άφησαν να νοηθεί ότι θα ρευστοποιούσαν μετοχές με σκοπό την πλήρη κάλυψη των διευκολύνσεων και των χρηματικών ποσών που επένδυσε σε εισηγμένες μετοχές στο ΧΑΚ. Οι ενάγοντες και η Λαϊκή Επενδυτική Λτδ, αν και όφειλαν να ρευστοποιήσουν τις μετοχές προς είσπραξη του λαβείν τους, αμελώς ή και ένεκα κατάχρησης εμπιστοσύνης δεν το έπραξαν, με αποτέλεσμα να κωλύονται από το να αξιώνουν πληρωμή του επίδικου ποσού. Ναι μεν οι ενάγοντες άνοιξαν στο όνομα της το λογαριασμό, όμως κατά το χρόνο της διαπραγμάτευσης του λογαριασμού και των σχετικών εγγράφων και συμφωνιών, εκμεταλλεύτηκαν την ισχυρή και δεσπόζουσα θέση που είχαν έναντι της, επιβάλλοντας της επαχθείς όρους και υποχρεώσεις, μεταξύ των οποίων ήταν και ο εξαναγκασμός της να δεχθεί τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου της από την Λαϊκή Επενδυτική Λτδ. Με βάση το πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 24.8.99, η Λαϊκή Επενδυτική Λτδ πρόβαινε σε αγοραπωλησίες μετοχών κατά το δοκούν χωρίς εκ των προτέρων να την ενημερώνει και να λαμβάνει τη συγκατάθεση και σύμφωνη γνώμη της. Η οποιαδήποτε ενημέρωση τελικώς λάμβανε χώραν γινόταν μετά τις αγοραπωλησίες, οι δε τίτλοι των μετοχών αυτών δεν αποστέλλονταν εγκαίρως ή και καθόλου σε αυτήν με αποτέλεσμα να μην έχει την ευκαιρία να τις διαθέτει κατά βούληση και στον κατάλληλο χρόνο και ως εκ τούτου να υποστεί ανεπανόρθωτες ζημιές από την κατακόρυφη πτώση της αξίας των μετοχών, που επακολούθησε. Η τιμή των διαφόρων μετοχών που ήσαν εισηγμένες στο ΧΑΚ και οι οποίες αγοράστηκαν από τους ενάγοντες για την εναγόμενη, ήταν φουσκωμένη και διογκωμένη και δεν αντιπροσώπευε την πραγματική αξία τους. Κατά τις αρχές του 2000, η τιμή των μετοχών αυτών άρχισε να παρουσιάζει σταδιακή μείωση με αποτέλεσμα, κατά τη διάρκεια της χρονιάς εκείνης μέχρι και σήμερα, η τιμή τους να σημειώσει κατακόρυφη πτώση, χωρίς οι ενάγοντες ή η Λαϊκή Επενδυτική Λτδ, να τη συμβουλέψουν και να την προστατεύσουν αναλόγως. Για υποστήριξη της εκδοχής τους, οι ενάγοντες παρουσίασαν την προφορική μαρτυρία εννέα μαρτύρων ενώ για προώθηση της υπεράσπισης και ανταπαίτησης της, η εναγόμενη πρόσφερε τη δική της μαρτυρία καθώς και τη μαρτυρία ενός άλλου μάρτυρα, ενώ οι εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 2 Λαϊκή Επενδυτική Λτδ, δεν πρόσφερε οποιαδήποτε μαρτυρία, όπως είχε κάθε δικαίωμα να πράξει, συντασσόμενη πλήρως με τη μαρτυρία που δόθηκε εκ πλευράς εναγόντων στα πλαίσια προώθησης της απαίτησης εναντίον τής εναγόμενης και της υπεράσπισης τους στην ανταξίωση. Ο Κυριάκος Αναστασιάδης (ΜΕ1), εργαζόταν στη μονάδα επενδυτικών χορηγήσεων των εναγόντων και είπε ότι η Λαϊκή Επενδυτική Λτδ ανήκει στον ίδιο Όμιλο Εταιρειών όπως και οι ενάγοντες. Αναφέρθηκε στις συνθήκες που οδήγησαν στη συνομολόγηση της συμφωνίας καθώς και στον τρόπο εκτέλεσης της, επεξηγώντας ταυτοχρόνως και τις πρόνοιες και φιλοσοφία του Σχεδίου, στην υπογραφή των σχετικών εγγράφων και επεξήγηση τους καθώς και στο λογαριασμό που ανοίχθηκε προς όφελος της εναγόμενης ως εκ τούτων, καταθέτοντας ταυτοχρόνως και σειρά τεκμηρίων. Ο Λευτέρης Παπαηρακλέους (ΜΕ2), από το 1997 μέχρι το 2002, ήταν Διευθυντής της Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ. Αναφέρθηκε στην αίτηση που είχε υποβάλει η εναγόμενη για συμμετοχή στο Σχέδιο στις 10.8.97, η οποία και έγινε αποδεκτή. Εξήγησε τη λειτουργία του Σχεδίου καταθέτοντας μάλιστα και σχετικά έγγραφα, επεξηγώντας ταυτοχρόνως και τους λόγους για τη δημιουργία του λογαριασμού. Η Έλλη Γιάγκου (ΜΕ3), κατάθεσε ως Λειτουργός στη Μονάδα Επενδυτικών Χορηγήσεων των εναγόντων και αναφέρθηκε στο λογαριασμό καθώς και σε έγγραφο - Τεκμήριο 26, που σύνταξε αναφορικώς με τη χρέωση των τόκων, με αναφορά στο λογαριασμό - Τεκμήριο 6. Ο Κλεόπας Κλεόπα (ΜΕ4), από το Σεπτέμβριο του 1999 μέχρι το Μάιο του 2001, εργαζόταν ως Λειτουργός Εξυπηρέτησης Πελατών στην Λαϊκή Επενδυτική Λτδ. Δεν ήταν χρηματιστής αλλά σύμβουλος επενδύσεων. Εξήγησε τη διαδικασία με την οποία λάμβανε εντολές από πελάτες για τη διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων στο ΧΑΚ και το πώς αυτές καταχωρούνταν ηλεκτρονικώς. Αρνήθηκε ότι έδωσε ποτέ συμβουλή αναφορικώς με τις επενδύσεις της εναγόμενης ή οποιουδήποτε άλλου, αν και είχε εξυπηρετήσει την εναγόμενη σε σχέση με εκτέλεση εντολών που είχε δώσει. Η Φρόσω Χάμπου (ΜΕ5), υπάλληλος στη Λαϊκή Επενδυτική Λτδ, εξήγησε τις συνθήκες υπογραφής του πληρεξουσίου εγγράφου ημερομηνίας 24.8.99 (βλ. Τεκμήριο 3), της συμφωνίας (βλ. Τεκμήριο 4) και του εγγράφου ενεχυρίασης κινητών αξιών (βλ. Τεκμήριο 9), στα οποία υπόγραψε ως μάρτυς. Ο Μιχάλης (Μίκης) Ξιούρος (ΜΕ6), ήταν χρηματιστής στη Λαϊκή Επενδυτική Λτδ από το 1999 και εξήγησε με λεπτομέρεια το Σχέδιο. Η Μαρία Νικολάου (ΜΕ7) (στην οποία εκ παραδρομής δεν αναφέρθηκε ο κ. Λεμονάρης στην αγόρευσή του αναφερόμενος στη μαρτυρία των εναγόντων), κατά το 2000 ήταν Λειτουργός στη Λαϊκή Επενδυτική Λτδ ενώ σήμερα εργάζεται στους ενάγοντες. Είχε προβεί σε χρηματιστηριακές πράξεις στο όνομα της εναγόμενης και αναφέρθηκε στον τρόπο λήψης και εκτέλεσης τους. Ο Δημήτρης Ζησιμίδης (ΜΕ8), το 2000 εργαζόταν ως χρηματιστής στη Λαϊκή Χρηματιστηριακή Λτδ. Είπε για τη λήψη και εκτέλεση χρηματιστηριακών εντολών από την εναγόμενη όταν απουσίαζε ο Κλεόπας Κλεόπα (ΜΕ4) που, συνήθως, εξυπηρετούσε στον τομέα αυτό την εναγόμενη, αλλά και τη θυγατέρα της. Ο Παναγιώτης Χριστοφόρου (ΜΕ9), κατάθεσε ως Λειτουργός στο Τμήμα Εκκαθάρισης Συναλλαγών του ΧΑΚ, εξηγώντας, με αναφορά στην εναγόμενη, το περιεχόμενο της ανάλυσης πράξεων από 1.10.99 μέχρι 30.4.01 (βλ. Τεκμήριο 30), καθώς και το ημερήσιο δελτίο τιμών ΧΑΚ για τη χρηματιστηριακή συνάντηση της 30.4.01 (βλ. Τεκμήριο 31). Αναφέρθηκε επίσης στη σχέση μεταξύ Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ και Λαϊκής Χρηματιστηριακής Λτδ και στον τρόπο διεξαγωγής και εκτέλεσης των χρηματιστηριακών πράξεων. Ο Κλεάνθης Ιωαννίδης (ΜΥ1), έδωσε μαρτυρία ως Λειτουργός στη Διεύθυνση Εποπτείας Τραπεζιτικών Ιδρυμάτων της Κεντρικής Τράπεζας, καταθέτοντας και επεξηγώντας διάφορες εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας αναφορικώς με τη νομισματική και πιστωτική πολιτική για το 1999 και για τους λογαριασμούς για χρηματιστηριακές συναλλαγές καθώς και για τον περιορισμό χορήγησης πιστωτικών διευκολύνσεων για αγορά μετοχών [βλ. Τεκμήριο 33
(1)-
(5)]. Η εναγόμενη αναφέρθηκε στις συνθήκες συνεργασίας της με τους ενάγοντες και τη Λαϊκή Επενδυτική Λτδ, εξηγώντας τα κίνητρα και προσδοκίες της καθώς και ζητήματα συναφή με την εκδοχή που προώθησε. Η πλήρης έκταση της μαρτυρίας βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά και δεδομένης της παράθεσης των εκατέρωθεν εκδοχών αλλά και των ευρημάτων που ακολουθούν, δε χρειάζεται να παρατεθεί λεπτομερώς. Κάτι τέτοιο δε θα εξυπηρετούσε κανένα πρακτικό σκοπό. Είναι αυτονόητο ότι κάθε αποδεκτή αναφορά των μαρτύρων (όπως και το περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων), αξιολογήθηκαν πλήρως και στον επιτρεπτό βαθμό, ανεξαρτήτως της απουσίας ρητής παράθεσης στην απόφαση (βλ. Liberty Mediterranean Cruises Mouss Ltd v. Haris Zacharia Engineering Co. Ltd και Άλλων
(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. 916). Κατά τις αγορεύσεις οι δικηγόροι επικεντρώθηκαν πρωτίστως στο ζήτημα της αξιοπιστίας τής μαρτυρίας που δόθηκε, προτείνοντας ο καθένας αποδοχή της δικής του εκδοχής (όπως συνοψίστηκε πιο πάνω), και απόρριψη της αντίδικης, εφοδιάζοντας ταυτοχρόνως το Δικαστήριο με γραπτά περιγράμματα αγόρευσης τα οποία ήσαν επιμελή και ενδελεχή και βοήθησαν πολύ το Δικαστήριο στην κατανόηση των εισηγήσεων που προώθησαν. Δε χρειάζεται να γίνει συγκεκριμένη αναφορά σε όλες τις εκφάνσεις των επιχειρημάτων που διατυπώθηκαν αν και αυτά αξιολογήθηκαν πλήρως και στο σύνολο τους. Όπου κριθεί αναγκαίο θα γίνει αναφορά στο κείμενο της απόφασης. Αξιολόγησα κάθε τι στο οποίο αναφέρθηκαν οι δικηγόροι. Οι μάρτυρες των εναγόντων, καθώς και ο Κλεάνθης Ιωαννίδης (ΜΥ1), μού δημιούργησαν πολύ καλή εντύπωση. Ήσαν θετικοί στις απαντήσεις τους, δεν παλινδρομούσαν και απαντούσαν χωρίς περιστροφές. Δεν κλονίστηκαν κατά την αντεξέταση και κάποιες μικροαντιφάσεις που εντοπίσθηκαν σε επουσιώδη ζητήματα ήσαν, ούτως ή άλλως, πραγματικά ασήμαντες και οπωσδήποτε πολύ απείχαν από του να θεωρηθούν καταλυτικές για την κατάταξη της μαρτυρίας τους ως αναξιόπιστης. Η εναγόμενη μού δημιούργησε αρνητική εντύπωση. Πέραν του ότι απέφευγε να απαντά με αμεσότητα στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν (και ήταν πράγματι αρκετά συχνή η καταφυγή της σε υπεκφυγές), περιέπεσε και σε ουσιώδεις αντιφάσεις. Ισχυρίστηκε, για παράδειγμα, ότι ουδέποτε έδωσε εντολές προσωπικώς ή δια εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου για αγοραπωλησία μετοχών είτε προς τους ενάγοντες είτε προς τη Λαϊκή Επενδυτική Λτδ, επιμένοντας, μάλιστα, ότι οι αγοραπωλησίες αυτές έγιναν αυθαίρετα από τους ενάγοντες, προς εξυπηρέτηση δικών τους συμφερόντων και μόνον. Κατά την αντεξέταση όμως παραδέχθηκε ότι έδωσε, όντως, κάποιες εντολές για αγοραπωλησία μετοχών τόσον προς τους ενάγοντες όσον και προς τη Λαϊκή Επενδυτική Λτδ, για να αλλάξει την τοποθέτηση της λίγο αργότερα και να ισχυριστεί ότι τέτοιες εντολές, αν πράγματι τις έδινε, τις έδινε μόνον προς τη Λαϊκή Επενδυτική Λτδ και όχι προς τους ενάγοντες. Οι αναφορές της σε αγοραπωλησίες μετοχών ήσαν πάντοτε γενικόλογες. Έχοντας υπόψη τη φύση των εκατέρωθεν διαφορών στη γενικότερη τους μορφή, δε χρειάζεται να λεχθούν πολλά ως προς τη σταχυολόγηση των αντιφάσεων ως ουσιωδών. Υπάρχουν όμως και άλλα. Αρνήθηκε ότι έπαιρνε μέσω φαξ, ειδοποιήσεις από τους ενάγοντες ή την Λαϊκή Επενδυτική Λτδ και ότι, μάλιστα, ουδέποτε είχε προμηθεύσει τους ενάγοντες με αριθμό φαξ, πόσω μάλλον οι ειδοποιήσεις αυτές να αποστέλλονταν και παραλαμβάνονταν δια του αριθμού αυτού από την ίδια. Όταν της υποδείχθηκε το έντυπο της αίτησης για συμμετοχή στο Σχέδιο (βλ. Τεκμήριο 2), και της υποβλήθηκε ότι στάλθηκαν και παραλήφθηκαν ειδοποιήσεις από αυτήν έχοντας σταλθεί στον αριθμό φαξ που αναγράφεται στο έντυπο, απάντησε ότι ο αριθμός αυτός δεν ήταν δικός της αλλά του συζύγου της. Όταν της τέθηκε ότι είχε υποβάλει την αίτηση δίνοντας όλα τα σχετικά στοιχεία προς συμπλήρωση σε αρμόδιο λειτουργό των εναγόντων, επανέλαβε, χωρίς ουσιαστικά να απαντά στο ερώτημα, ότι ο αριθμός φαξ ήταν αυτός του συζύγου της. Η αντίφαση ενδεχομένως, από μόνη της, να μη δίνει σε κάποιον που δεν παρακολούθησε τη μάρτυρα στο εδώλιο, το στίγμα αναξιόπιστου μάρτυρα, όμως ο τρόπος με τον οποίο απαντούσε αυτήν, αλλά και άλλες ερωτήσεις, ήταν πασιφανώς στοχευμένος στο να αποφύγει, στο μεγαλύτερο δυνατόν βαθμό, τη δημιουργία εντύπωσης ότι καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους γνώριζε καλώς, όχι μόνον το τι λάμβανε χώραν αλλά και τον πραγματικό ρόλο που διαδραμάτιζε έναντι αυτού των εναγόντων και της Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ. Ισχυρίστηκε ότι δεν έπαιρνε μηνιαίως κατάσταση του λογαριασμού, για να παραδεχθεί εμμέσως, σε άλλο στάδιο, ότι τέτοιες καταστάσεις, πράγματι, έρχονταν στη διεύθυνσή της. Σχετικό με αυτό είναι και το γεγονός ότι αρνήθηκε ότι ενημερωνόταν για τις πράξεις που γίνονταν στο όνομά της - αφού αυτές ήσαν αυθαίρετες και χωρίς την εξουσιοδότηση και γνώση της - για να παραδεχθεί αργότερα ότι ενημερωνόταν εγκαίρως για τις αγοραπωλησίες που την αφορούσαν είτε τηλεφωνικώς είτε γραπτώς. Οι ανακολουθίες αυτές είναι και τούτες δηκτικές της γενικότερης στάσης αποφυγής και αποστασιοποίησης που υιοθέτησε σε όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας της. Είπε επίσης, με μεγάλο παράπονο και απαξίωση για τη Λαϊκή Επενδυτική Λτδ, ότι οι λειτουργοί της δεν της έστελναν τους τίτλους των μετοχών που εκδίδονταν στο όνομά της, με αποτέλεσμα να μη γνωρίζει με σαφήνεια πόσες ακριβώς μετοχές είχε και ποιες, για να μπορεί, αναλόγως, να προχωρεί σε διαπραγμάτευση τους στο ΧΑΚ, τη στιγμή, όμως, που διατράνωνε με τον πιο έντονο τρόπο ότι οι πράξεις αυτές, που οδήγησαν στην αγορά των μετοχών και τιτλοποίηση τους στο όνομά της, προήλθαν από αγοραπωλησίες που έκανε η Λαϊκή Επενδυτική Λτδ χωρίς τις εντολές της. Η ανακολουθία προκύπτει σαφής και δε χρειάζεται περαιτέρω αναφορά και ανάλυση, παρά μόνον σημείωση περί του αλλοπρόσαλλου των προβαλλόμενων εκδοχών που προώθησε στο Δικαστήριο. Ακόμη πιο χαρακτηριστική ήταν και η θέση της ότι ενώ είπε ότι ανάμενε από τους ενάγοντες να πουλήσουν τις μετοχές της εγκαίρως βλέποντας ή ενώ έπρεπε να έβλεπαν την κατηφορική τάση του δείκτη του ΧΑΚ, αυτοί προχώρησαν και πούλησαν μετοχές άλλων στις οποίες είχαν συμφέρον και όχι τις δικές της «για να σώσουν τα δικά τους λεφτά», χωρίς να ασχολούνται με τη διασφάλιση, όπως είχαν καθήκον, των δικών της οικονομικών συμφερόντων. Προκύπτει όμως από την τοποθέτηση αυτή το ερώτημα του πώς ανάμενε τους ενάγοντες να πουλήσουν μετοχές που είχαν αγοραστεί εκ μέρους της χωρίς την εξουσιοδότηση και έγκριση της για να μειωθεί έτσι ή ακόμη και να αποφευχθεί η ζημιά της. Προσπάθησε να δημιουργήσει στο Δικαστήριο εικόνα γυναίκας άσχετης με τα επενδυτικά θέματα, αδύναμης και υποβόλιμης σε κάθε παρότρυνση ή παράσταση προερχόμενη είτε από τους ενάγοντες είτε από τη Λαϊκή Επενδυτική Λτδ - και αφήνω κατά μέρος το αλλοπρόσαλλο των ισχυρισμών της περί τέτοιων επιβολών ή παραστάσεων εκ πλευράς των εναγόντων τις οποίες ακολούθως απόδωσε ρητώς και απεριφράστως και κατ' αποκλειστικότητα στη Λαϊκή Επενδυτική Λτδ και όχι στους ενάγοντες - με αποτέλεσμα να τύχει εκμετάλλευσης και να υποστεί ανεπανόρθωτες ζημιές. Για να ενισχύσει δε τη θέση της αυτή προσπάθησε να τηρήσει απόσταση από κάθε τι που θα μπορούσε να αξιολογηθεί ως ενδεικτικό γνώσης των χειρισμών και πράξεων της αναφορικώς με τις επίδικες αγοραπωλησίες. Παράδειγμα τούτου ήταν και η αναφορά της, σε ερώτηση αν πρόβαινε σε αγοραπωλησίες μετοχών και μέσω άλλου χρηματιστηριακού γραφείου, ότι δε μπορούσε να γνωρίζει επαρκώς περί μετοχών έτσι ώστε να λαμβάνει μέρος σε τέτοιες αγοραπωλησίες, αρνούμενη να απαντήσει ευθέως στο ερώτημα, το οποίο φυσικά δεν ήταν το κατά πόσον γνώριζε ή δε γνώριζε λεπτομέρειες περί των μετοχών που σκόπευε να αγοράσει ή να πουλήσει αλλά το κατά πόσον, για οποιονδήποτε λόγο, αγόραζε και πουλούσε μετοχές μέσω άλλου χρηματιστηριακού γραφείου. Τελικώς, παραδέχθηκε ότι, πράγματι, πρόβαινε σε τέτοιες αγοραπωλησίες μέσω της εταιρείας Λευκόνοικο Χρηματιστηριακή Λτδ, για να διορθώσει αμέσως μετά ότι οι αγοραπωλησίες γίνονταν ή ενδεχομένως να γίνονταν, από το σύζυγό της και όχι από την ίδια, για να παραδεχτεί όμως λίγο αργότερα ότι πιθανώς να γίνονταν από το σύζυγο της στο όνομά της και τούτο με τη γνώση της. Αυτά τα είπε η εναγόμενη με φανερή διάθεση παραπλάνησης του Δικαστηρίου και τούτο ήταν, λυπούμαι να παρατηρήσω, περισσότερο από εμφανές με τον τρόπο που έδινε τις σχετικές απαντήσεις. Απόρριψε τη θέση ότι είχε δώσει οποτεδήποτε εξουσιοδότηση στη θυγατέρα της ή σε οποιονδήποτε άλλο να προβαίνει σε αγοραπωλησίες μετοχών εκ μέρους της και αυτό με αναφορά στο περιεχόμενο μαγνητοφωνημένων συνομιλιών που έλαβαν χώραν στις 10.4.00 και 12.5.00, μεταξύ της θυγατέρας της, Σόφης Γιάλλουρου, με τους χρηματιστές Δημήτρη Ζησιμίδη (ΜΕ8) και Μαρία Νικολάου (ΜΕ7) [βλ. Τεκμήριο 29
(1)και 29
(3)]. Τα τεκμήρια αυτά δεν αμφισβητήθηκαν σε οποιαδήποτε πτυχή του περιεχομένου τους. Ήταν μάλιστα η υπεράσπιση που αρχικώς επιχείρησε κατάθεσή τους ως μαρτυρίας στη διαδικασία, με αρνητική κατάληξη, για λόγους που φαίνονται στα πρακτικά, κάτι που εν τέλει έλαβε χώραν κατά την αντεξέταση της εναγόμενης (και αφού κρίθηκε δεκτή η κατάθεση τους από το Δικαστήριο με ενδιάμεση του απόφαση), η οποία ρητώς προέβη σε επίκληση των συνομιλιών αυτών σε απάντησή της. Να σημειωθεί ότι ο αριθμός επενδυτή 459739, είναι ο αριθμός επενδυτή της εναγόμενης και τούτο προκύπτει αναμφισβήτητα από τη μαρτυρία του Κλεάνθη Ιωαννίδη (ΜΥ1), με συγκεκριμένη αναφορά στο περιεχόμενο της ανάλυσης χρηματιστηριακών πράξεων - Τεκμήριο 30. Στην εξέλιξη της αντεξέτασης παραδέχθηκε ότι, απλώς, δεν είχε δώσει γραπτή εξουσιοδότηση στη θυγατέρα της για αυτό το σκοπό, με σαφή και πάλι τη διάθεση αποστασιοποίησης από οτιδήποτε θα μπορούσε να την εμπλέξει στην αξίωση των εναγόντων. Από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 29
(1), προκύπτει χωρίς καμιά αμφιβολία (δεν υπήρξε καν αμφισβήτηση από την υπεράσπιση), ότι η Σόφη Γιάλλουρου ενεργούσε με υπόδειξη και εξουσιοδότηση της εναγόμενης μητέρας της. Αναδύεται όμως και κάτι άλλο από τις μαγνητοφωνημένες αυτές συνομιλίες, και δη από το Τεκμήριο 29
(2), ότι δηλαδή, σε αντίθεση με άλλους ισχυρισμούς της εναγόμενης, αυτή, πράγματι, πρόβαινε σε χορήγηση εντολών προς τη Λαϊκή Επενδυτική Λτδ και τον χρηματιστή Δημήτρη Ζησιμίδη (ΜΕ8), είτε προσωπικώς είτε μέσω της αντιπροσώπου της - θυγατέρας της Σόφης Γιάλλουρου, κάτι που είχε αρνηθεί σε προηγούμενο στάδιο της μαρτυρίας της. Εξάγεται επίσης ότι, η εναγόμενη καθόλου δεν στερούνταν αποφασιστικότητας και δυνατότητας χρησιμοποίησης των όποιων γνώσεων είχε (εκεί μάλιστα που αρνούνταν την ύπαρξη οποιασδήποτε καν γνώσης), για τη χορήγηση σαφών και συγκεκριμένων εντολών προς διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων, στη ρύμη μάλιστα των ραγδαίως μεταβαλλόμενων καταστάσεων στο πάτωμα του ΧΑΚ. Τέλος, ενώ ισχυριζόταν για αρκετό χρόνο ότι εξωθήθηκε στη συμφωνία από τους ενάγοντες, δήλωσε ότι κανείς από τους αντιπροσώπους τους δεν της είπε ότι θα ήταν θεματοφύλακας ή καταπιστευματοδόχος της και ότι αυτό της λέχθηκε (γενικώς και αορίστως), από τη Λαϊκή Επενδυτική Λτδ, για να αναφέρει μετά, ότι τα πράγματα δεν είχαν ακριβώς έτσι, ότι δηλαδή, κανείς δεν της ανάφερε ρητώς περί θεματοφυλακής και καταπιστευμάτων, αλλά ότι ήταν η δική της αντίληψη ότι η Λαϊκή Επενδυτική Λτδ θα τη συμβούλευε για τις αγοραπωλησίες μετοχών στις οποίες σκόπευε να προβεί, αλλά δεν το έπραξε. Δέχομαι τη μαρτυρία των εναγόντων και του Κλεάνθη Ιωαννίδη (ΜΥ1), ως αξιόπιστη και απορρίπτω αυτήν της εναγόμενης ως αναξιόπιστη στο σύνολό της. Για σκοπούς της λειτουργίας του Σχεδίου, η εναγόμενη υπόγραψε, εκτός από το Τεκμήριο 2 και άλλα έγγραφα έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η υλοποίηση των συμφωνηθέντων. Στις 24.8.99, υπόγραψε πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο διόριζε τη Λαϊκή Επενδυτική Λτδ ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της έτσι ώστε να προβαίνει στις πράξεις που αναφέρονται εκεί και που σχετίζονται ασφαλώς με το Σχέδιο (βλ. Τεκμήριο 3). Στις 27.8.99, υπόγραψε συμφωνία με τη Λαϊκή Επενδυτική Λτδ, με την οποία συμφώνησε να της πληρώσει διάφορα ποσά και προμήθειες για τη διενέργεια των χρηματιστηριακών πράξεων και συναλλαγών στις οποίες θα πρόβαινε η Λαϊκή Επενδυτική Λτδ προς όφελος της (βλ. Τεκμήριο 4). Η εναγόμενη μέσω του πληρεξουσίου αντιπροσώπου της Λαϊκή Επενδυτική Λτδ, διόρισε στις 24.8.99, την ενάγουσα ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της για να προβαίνει στις πράξεις που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό ως εκ της συμμετοχής της στο Σχέδιο (βλ. Τεκμήριο 5). Με βάση τη συμφωνία, οι ενάγοντες άνοιξαν στο όνομα της εναγόμενης το λογαριασμό υπέρβασης (overdraft account), κάτι που σήμαινε ότι η εναγόμενη είχε περιθώριο υπέρβασης από τους ενάγοντες το οποίο μπορούσε να χρησιμοποιεί για σκοπούς επενδύσεων στο ΧΑΚ. Η εναγόμενη έδινε εντολή προς τη Λαϊκή Επενδυτική Λτδ για την αγορά συγκεκριμένων μετοχών στο ΧΑΚ. Η απόφαση βασιζόταν αποκλειστικώς στην ενάσκηση της δικής της κρίσης. Η Λαϊκή Επενδυτική Λτδ χρέωνε το λογαριασμό της εναγόμενης ή σε περίπτωση που ο λογαριασμός παρουσίαζε πιστωτικό υπόλοιπο, τα αποθέματα, για να αγοράσει τις μετοχές που επιθυμούσε. Ο λογαριασμός χρεωνόταν με το συνολικό κόστος της αγοράς των μετοχών ήτοι το τίμημα αγοράς τους, οποιαδήποτε δικαιώματα του ΧΑΚ, φόρους, τέλη, προμήθειες χρηματιστή και άλλα σχετικά. Όταν η εναγόμενη πουλούσε μετοχές του χαρτοφυλακίου της, τότε ο λογαριασμός υπέρβασης πιστωνόταν με την καθαρή αξία της πώλησης των μετοχών, δηλαδή με το συνολικό τίμημα πώλησης, αφαιρουμένων οποιαδήποτε χρεώσεων και δικαιωμάτων. Στο Τεκμήριο 6, διατυπώνεται η κίνηση του λογαριασμού της εναγόμενης για την περίοδο 24.8.99 μέχρι 29.3.06. Το περιεχόμενο του αποτελεί την αλήθεια όλων όσων διαλαμβάνονται εκεί και που με λεπτομέρεια εξήγησε και ανάλυσε ο Κυριάκος Αναστασιάδης (ΜΕ1), χωρίς ουσιαστικά να αντικρουστεί από την υπεράσπιση. Εύρημα μου αποτελεί επίσης το κάθε τι που αναφέρεται στην αναλυτική κατάσταση των χρηματιστηριακών πράξεων που έγιναν στο όνομα της εναγόμενης όπως αυτές διατυπώνονται στο Τεκμήριο 7, το οποίο με περισσή λεπτομέρεια περίγραψε και ανάλυσε ο Κυριάκος Αναστασιάδης (ΜΕ1). Τόσον οι καταστάσεις λογαριασμού της εναγόμενης όσον και αυτοί των χρηματιστηριακών της πράξεων κοινοποιούνταν μηνιαίως στην εναγόμενη η οποία ούτως ή άλλως γνώριζε πολύ καλά σε κάθε συγκεκριμένη στιγμή την κατάσταση που επικρατούσε. Η συμφωνία δεν αφορούσε στην παροχή προς την εναγόμενη υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου αλλά πιστωτικών διευκολύνσεων ώστε να μπορεί να προβαίνει σε αγοραπωλησίες μετοχών που ήσαν εγγεγραμμένες στο ΧΑΚ, με αυτές να γίνονται μέσω της Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ. Τίποτε απολύτως από όσα κατατέθηκαν και κρίθηκαν ως αξιόπιστα, δε συνηγορεί με την άποψη που προώθησε η υπεράσπιση ότι η συμφωνία αφορούσε στη διαχείριση του χαρτοφυλακίου της εναγόμενης και όχι στην παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων. Η εναγόμενη πρόταξε κατ' ουσίαν, ως εκείνο που συνηγορούσε υπέρ της εκδοχής της αυτής, την εντύπωση που της είχε δημιουργηθεί ότι τέτοια ήταν ή θα έπρεπε να ήταν η φύση της συμφωνίας, χωρίς ποτέ να ισχυριστεί ότι οι σκέψεις αυτές αποτέλεσαν με οποιονδήποτε τρόπο είτε το έρεισμα για τη συμφωνία είτε την προϋπόθεση για συνομολόγησή της είτε ακόμη και ρητό ή εξυπακουόμενο όρο της. Οι αναφορές της αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις προς αποφυγή των συμβατικών της υποχρεώσεων. Έγινε αρκετός λόγος εκ πλευράς υπεράσπισης για το περιεχόμενο επιστολής - Τεκμήριο 23, που είχε στείλει η Λαϊκή Επενδυτική Λτδ προς την εναγόμενη στις 6.12.99 και με την οποία την ενημέρωναν ότι «.μετά από πρόσφατη εσωτερική αναδιάρθρωση, προσωπικός σας χρηματιστής (ή επενδυτικός σύμβουλος) από σήμερα θα είναι ο κ. Κλεόπας Κλεόπας.» Την πληροφορούσαν επίσης ότι για οποιοδήποτε ζήτημα σχετικό με τις επενδυτικές της επιλογές και εντολές πράξεων, θα μπορούσε να απευθυνθεί σε αυτόν είτε τηλεφωνικώς είτε τηλεομοιοτυπικώς και ότι σύντομα θα επικοινωνούσαν μαζί της προς διευθέτηση συνάντησης γνωριμίας. Δε συμφωνώ με τις απόψεις που προώθησε η υπεράσπιση σε σχέση με τη σημασία που είχε ή που θα μπορούσε να έχει το περιεχόμενο της επιστολής αυτής στην εναγόμενη σε ό,τι αφορά στις αποφάσεις της για αγοραπωλησία μετοχών και για τα περί εξάρτησης της από τη Λαϊκή Επενδυτική Λτδ. Καμία επαρκής μαρτυρία δε δόθηκε από την εναγόμενη ή ανάκυψε από άλλον διάδικο, περί τούτου και αφήνω κατά μέρος, χάριν συζήτησης, το γεγονός ότι η εναγόμενη πρόβαινε σε αγοραπωλησίες μετοχών στο ΧΑΚ αρκετά πιο πριν την επιστολή ημερομηνίας 6.12.99 - Τεκμήριο 23 (βλ. Τεκμήριο 7), με το κατά πόσον της είχε διαβιβαστεί οποιαδήποτε τοποθέτηση των εναγόντων ή της Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ πριν την ημερομηνία αυτή να μην προκύπτει, σίγουρα, με οποιαδήποτε σαφήνεια από το συνονθύλευμα των ισχυρισμών που πρόβαλε. Εξηγήθηκε με καθαρότητα ότι ο όρος επενδυτικός σύμβουλος, με αναφορά στον Κλεόπα Κλεόπα (ΜΕ4), ήταν απλώς προσδιοριστικός ατόμου που δεν ήταν εγγεγραμμένο ως χρηματιστής. Στην ουσία των πραγμάτων η σχέση μεταξύ εναγόμενης και Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ, καθόλου δε μεταβλήθηκε ως εκ του περιεχομένου του Τεκμηρίου 23, παρά απλώς, βοήθησε στον επανατονισμό της σχέσης εντολέα και εντολοδόχου, με την ευρεία έννοια των όρων, αναφορικώς με το σύστημα που ακολουθούνταν για την αγοραπωλησία μετοχών στο ΧΑΚ. Το Τεκμήριο 23, χρησιμοποιήθηκε από την εναγόμενη ως μια καλή ευκαιρία για να προωθήσει τη θέση περί διαχείρισης χαρτοφυλακίου εκ πλευράς Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ, αλλά και ενίοτε εκ πλευράς εναγόντων, αν και όπως προαναφέρθηκε, οι αμφιταλαντεύσεις αυτές να ήσαν και τούτες ένδειξη του αναξιόπιστου της μαρτυρίας της αλλά και της εκδοχής που προώθησε. Ουδέποτε η εναγόμενη βασίστηκε στο περιερχόμενο της επιστολής - Τεκμήριο 23, ώστε να αναμένει την επίδειξη οποιασδήποτε προστατευτικής ή καθοδηγητικής συμπεριφοράς εκ πλευράς Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ και εναγόντων, για τις αγοραπωλησίες στις οποίες πρόβαιναν και ουδέποτε επιζήτησε συμβουλή και καθοδήγηση από αυτούς πόσω μάλλον σε βαθμό που να τους καθιστά υπόλογους για όσα τους καταλογίζει. Ούτε και οι ενάγοντες ή η Λαϊκή Επενδυτική Λτδ ανάλαβαν ή είχαν οποιοδήποτε τέτοιο καθήκον ή υποχρέωση έναντι της εναγόμενης. Κάποιες ανταλλαγές απόψεων που φέρεται να εκφράζονταν από την εναγόμενη στα πλαίσια συνομιλιών της με υπαλλήλους της Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ, όπως αυτές, για παράδειγμα, που διατυπώνονται στο Τεκμήριο 29, δεν αποτελούν τίποτε περισσότερο από φυσιολογικές συζητήσεις στην εξέλιξη των πραγμάτων χωρίς να σημαίνει (και έτσι βρίσκω), ότι η τοποθετήσεις των λειτουργών της Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ, γίνονταν στα πλαίσια που ισχυρίστηκε η εναγόμενη ή ότι η συμπεριφορά τους θα μπορούσε να θεωρηθεί συμβατή με τις θέσεις της υπεράσπισης. Η συμφωνία και κάθε τι που χαρακτήριζε τη σχέση μεταξύ εναγόμενης και των υπολοίπων διαδίκων ήσαν καθ' όλα νόμιμη και με κανένα τρόπο αντίθετη με τη δημόσια πολιτική και το δημόσιο συμφέρον, όπως σχετικώς ισχυρίστηκε η υπεράσπιση. Η σχέση των διαδίκων ήταν αποτέλεσμα ενάσκησης της ελεύθερης βούλησης όλων των συμβαλλομένων οι οποίοι ήσαν ικανοί να συμβληθούν με τον τρόπο που συμβλήθηκαν. Τίποτε απολύτως δεν ενισχύει τις απόψεις της υπεράσπισης. Η εναγόμενη προσπάθησε με κάθε τρόπο να αποφύγει τις συμβατικές της υποχρεώσεις και την αποπληρωμή αυτών που οφείλει. Έτσι απλά. Αν εξυπηρετείται με κάποιο τρόπο το δημόσιο συμφέρον, σίγουρα αυτός δεν είναι με την εμπέδωση κλίματος εύκολης απαλλαγής από τις συμβατικές υποχρεώσεις των συμβαλλομένων (ιδιαίτερα όταν το ένα μέρος αποκομίζει και απολαμβάνει το πλήρες όφελος του αντικειμένου της συμφωνίας, όπως εδώ), αλλά κλίματος προστασίας και διατήρησης των συμβάσεων που έχουν συναφθεί ελευθέρως μεταξύ ικανών συμβαλλομένων (βλ. Διαχειριστικό Συμβούλιο Εμπορικής Σχολής Μιτσή Λεμύθου v. Πετράκη
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 941). Δεν υπήρξε εκ πλευράς εναγόντων ή Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ, παραβίαση οποιασδήποτε εγκυκλίου της Κεντρικής Τράπεζας, αλλά και να υπήρξε, αυτή δε θα μπορούσε να δημιουργήσει υπόβαθρο για την εναγόμενη αποφυγής των συμβατικών της υποχρεώσεων αφού με κανένα τρόπο η όποια τέτοια τυχόν παραβίαση δε θα επηρέαζε τη νομιμότητα και δεσμευτικότητα της συμφωνίας και όλων όσων επακολούθησαν ως εξ αυτής. Οι εγκύκλιοι αυτοί υπέχουν χαρακτήρα εσωτερικών διοικητικών μέτρων (internum), χωρίς να επιφέρουν οποιαδήποτε άμεση τροποποίηση στις υποχρεώσεις και δικαιώματα των επενδυτών ή των μελών του ΧΑΚ. Τέλος, ως εκ της σχέσης που αναπτύχθηκε ανωτέρω μεταξύ εναγόντων και Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ με την εναγόμενη, καμία σχέση εμπιστεύματος ή καταπιστεύματος δε μπορούσε να δημιουργηθεί, παρά μόνον σχέση χρεώστη και δανειστή. Τα πράγματα είναι πολύ απλά. Η εναγόμενη ζήτησε διευκολύνσεις/δάνειο από τους ενάγοντες για να χρησιμοποιήσει τα λεφτά σε αγοραπωλησίες μετοχών στο ΧΑΚ, αναλαμβάνοντας υποχρέωση αποπληρωμής του ποσού συμφώνως των όρων της συμφωνίας. Οι καταστάσεις δεν εξελίχθηκαν όπως τις ήθελε. Έκανε ίσως μια κακή εκτίμηση των πραγμάτων, με όλα τα συνακόλουθα. Τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο από αυτό. Τα λάθη της όμως αυτά οφείλονται αποκλειστικώς στους δικούς της χειρισμούς και οπωσδήποτε όχι στους ενάγοντες ή τη Λαϊκή Επενδυτική Λτδ. Οι ενάγοντες και η Λαϊκή Επενδυτική Λτδ δεν είχαν καμιά υποχρέωση να προειδοποιήσουν την εναγόμενη για τους όποιους κινδύνους που δυνατόν να ελλόχευαν στο εγχείρημά της να δανειστεί λεφτά με σκοπό την αγοραπωλησία μετοχών στο ΧΑΚ. Καμιά αρχή δεν αναγνωρίζει τέτοιο καθήκον στους τραπεζίτες, εξέτασης δηλαδή, του κατά πόσον το πρόσωπο που λαμβάνει το δάνειο το πράττει τούτο με γνώμονα ορθά επενδυτικά ή άλλα οικονομικά κριτήρια (βλ. Foley v. Hill
(1848)(1843-60) All. E R Rep. 16). Επαφίεται στον εκάστοτε επενδυτή να αποφασίσει το κατά πόσον επιθυμεί να εμπλακεί σε χρηματιστηριακές συναλλαγές χρησιμοποιώντας λεφτά από δανεισμό ή δικές του καταθέσεις, με τις όποιες επενδυτικές του επιλογές να βαραίνουν αποκλειστικά τον ίδιο εκτός και αν συμβλήθηκε με οποιονδήποτε για την παροχή τέτοιων συμβουλών και τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του ή υπήρξαν τέτοιες παραστάσεις εκ πλευράς χορηγού/δανειστή που θα μπορούσαν, ίσως, να δικαιολογήσουν το συμπέρασμα, κάτι που δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση (βλ. Suriya & Douglas (a firm) v. Midland Bank Plc
(1999)1 All ER (Comm) 612, BP Refinery (Westernport) Pty Ltd v. The Shire of Hastings
(1977)180 CLR 266). Το γεγονός ότι ο δείκτης του ΧΑΚ σε κάποια στιγμή του χρόνου που κρίνεται εδώ ως ουσιώδης, κατέρρευσε, δε μπορεί να αποδοθεί στους ενάγοντες ή στη Λαϊκή Επενδυτική Λτδ και ούτε δόθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία ότι, εν πάση περιπτώσει, οι δύο αυτοί διάδικοι γνώριζαν για το ενδεχόμενο και δεν πληροφόρησαν περί τούτου την εναγόμενη ή δεν προέβησαν στα αναγκαία διαβήματα για προστασία των συμφερόντων της, χώρια βέβαια από το γεγονός ότι δεν είχαν απολύτως καμιά τέτοια υποχρέωση. Η σχέση των διαδίκων ήταν τέτοια που δε μπορούσε να δημιουργήσει και δε δημιούργησε εδώ οποιοδήποτε καθήκον επιμέλειας των εναγόντων ή της Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ προς την εναγόμενη (βλ. Murphy v. Brentwood District Council
(1990)2 All. E R 908(HL)). Για σκοπούς οικονομίας λόγου, εύρημά μου ας θεωρηθεί και το κάθε τι που αναφέρθηκε πιο πάνω στην απόφαση ως σύνοψη της εκδοχής των εναγόντων και της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 2, με μόνη διαφοροποίηση στο ζήτημα της τοκοφορίας με το οποίο ασχολούμαι αμέσως πιο κάτω. Σε σχέση με τους τόκους και έχοντας υπόψη ότι η συμβατική σχέση μεταξύ των διαδίκων άρχισε αρκετά πριν την 1.1.01, που τέθηκε σε ισχύ ο Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου Νόμος 160(Ι)/99, βρίσκω ότι η ενάγοντες δε δικαιούνται σε όλο το ποσό που ζητούν, αφού αυτό περιέχει σαφώς ποσά προερχόμενα από ανατοκισμό (κάτι που εξάλλου παραδέχτηκε και η Έλλη Γιάγκου (ΜΕ3)), γεγονός ανεπίτρεπτο για την περίοδο που αυτό αφορά, χωρίς ωστόσο το γεγονός αυτό να καθιστά τη συμφωνία παράνομη (βλ. Τράπεζα Κύπρου και Άλλοι v. Koudounaris Food Products και Άλλων
(1995)1 Α.Α.Δ. 641). Οι ενάγοντες δικαιούνται στο μέρος εκείνο της αξίωσης που ο νόμος επιτρέπει, δηλαδή στο κεφάλαιο και τους συμφώνως του νόμου υπολογισθέντες τόκους (βλ. C.T.A. Techno Marketing Ltd και Άλλου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2004)1 (Β) Α.Α.Δ. 720). Το ποσό αυτό υπολογίστηκε από τους ενάγοντες στο Τεκμήριο 26 (που προτάθηκε ως διαζευκτική αξίωση των εναγόντων), το περιεχόμενο του οποίου αποτελεί και συνακόλουθο εύρημα του Δικαστηρίου, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Με βάση τα πιο πάνω, εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγόμενης για ποσό Λ.Κ.115.810.16, με τόκο προς 8% το χρόνο επί του ποσού του κεφαλαίου των Λ.Κ.80.004,84, από 23.1.07, μέχρι εξοφλήσεως. Η απαίτηση της εναγόμενης (ως εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας), εναντίον των εναγόντων ως εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 1 και της Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ (ως εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 2), απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγόμενης, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, στην κλίμακα της απόφασης. Σε σχέση με την απόρριψη της απαίτησης της εναγόμενης (ως εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας), εναντίον των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 1 και 2, λόγω της φύσης της ανταπαίτησης και της συνάφειας των επίδικων της θεμάτων με αυτά της απαίτησης, δεν εκδίδεται διαταγή ως προς τα έξοδα. (Υπ.)........... Ν. Γ. Σάντης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο. Πρωτοκολλητής. /Μ.Ρ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.