EUROINVESTMENT FINANCE LTD ν. ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ., Αρ. Αγωγής: 8665/02., 28 Δεκεμβρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A154 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: N. Γ. Σάντη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8665/
- Μεταξύ: EUROINVESTMENT & FINANCE LTD. Εναγόντων. και ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ. Εναγόμενου. --------------------- Ημερομηνία: 28 Δεκεμβρίου,
- Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: Η κ. Α. Παπαδοπούλου. Για τον Εναγόμενο: Ο κ. Α. Παπαντωνίου. ------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες απαιτούν από τον εναγόμενο ποσό Λ.Κ.64.503,23, δυνάμει έγγραφης συμφωνίας χρηματοδότησης επενδυτικού σχεδίου ημερομηνίας 5.5.99, για παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων («η συμφωνία»), πλέον τόκο προς 10,5% το χρόνο επί του ποσού αυτού από 15.5.02, μέχρι εξοφλήσεως. Ο εναγόμενος απορρίπτει την αξίωση ανταπαιτώντας, μεταξύ άλλων, ποσό Λ.Κ.50.000, ως ζημιές που υπέστηκε λόγω φερόμενης αμέλειας και παράβασης των συμβατικών ευθυνών των εναγόντων έναντι του. Η συνομολόγηση και περιεχόμενο της συμφωνίας είναι παραδεχτά. Βάσει αυτής, οι ενάγοντες θα παρείχαν προς τον εναγόμενο δανειοδότηση ύψους Λ.Κ.50.000, υπό μορφή πιστωτικού ορίου, για σκοπούς επενδύσεων στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου («ΧΑΚ»). Οι ενάγοντες λέγουν ότι τήρησαν πλήρως τους όρους της συμφωνίας και ότι δικαιούνται σε απόφαση ως η απαίτηση. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται στη δικογραφία (και η επισήμανση έχει σημασία αφού κατά τις αγορεύσεις ηγέρθηκαν πολλά και διάφορα, εκτός εγγράφων προτάσεων), ότι η συμφωνία ήταν παράνομη αφού οι ενάγοντες ασχολούνταν με τη διεξαγωγή τραπεζικών εργασιών χωρίς να έχουν εξασφαλίσει τη νομίμως απαιτούμενη άδεια και χορηγούσαν χρηματικά δάνεια κατά παράβαση της δημόσιας πολιτικής που διέπει το ζήτημα, με αποτέλεσμα η συμφωνία να είναι επιμολυσμένη με παρανομία και να κωλύει τους ενάγοντες από του να αξιώνουν αυτά που ζητούν αφού η οποιαδήποτε πράξη, υποχρέωση ή οφειλή σε σχέση με τη συμφωνία είναι άκυρη, ανεφάρμοστη και ακυρώσιμη κατ' επιλογή του εναγόμενου (αν και ουδέποτε την ακύρωσε). Ως εκ τούτου, τα ποσά που εισπράχθηκαν από τους ενάγοντες προς εξασφάλιση, εκτέλεση ή κατ' εφαρμογή της συμφωνίας, θα πρέπει να καταβληθούν από αυτούς προς τον ίδιο. Οι ενάγοντες τού όφειλαν καθήκον λογικής επιμέλειας όπως ενεργούν με επαγγελματική επιμέλεια, κάτι που σήμαινε ότι σε περίπτωση που η αξία των μετοχών που βρίσκονταν κατατεθειμένες στο όνομα των εναγόντων δεν κάλυπτε το προβλεπόμενο από τη συμφωνία όριο εξασφάλισης, να λάμβαναν εύλογα μέτρα για αποκατάσταση της καθοριζόμενης αναλογίας, επισύροντας την προσοχή του εναγόμενου στο γεγονός και προβαίνοντας, αν χρειαζόταν, οι ίδιοι σε πωλήσεις για αποκατάσταση του αλλά και για περιορισμό των δικών τους ζημιών. Οι ενάγοντες δεν κινήθηκαν νομικώς εναντίον της CLR Stockbrokers Ltd, με την οποία έχουν προσωπικά και άλλα συμφέροντα και νομικές σχέσεις, διότι υπήρξε συνεργάτης και συνυπεύθυνη μαζί τους στην επιδειχθείσα επαγγελματική αμέλεια και παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων. Παρά την πτώση της αξίας των μετοχών του εναγόμενου στο ΧΑΚ, οι ενάγοντες παρέλειψαν να τον πληροφορήσουν, εντός εύλογου χρόνου ότι οι εξασφαλίσεις που είχε συνεισφέρει είχαν μειωθεί κάτω από το συμβατικώς προβλεπόμενο ή απαιτούμενο όριο εξασφάλισης και σε αξία μικρότερη από το οφειλόμενο υπόλοιπο, με αποτέλεσμα να υποστεί ζημιές και απώλειες. Για υποστήριξη της εκδοχής των εναγόντων, έδωσε μαρτυρία ο Γενικός Διευθυντής τους, Χριστάκης Χαραλάμπους (ΜΕ1), ο οποίος αναφέρθηκε στην επίτευξη της συμφωνίας και σε όλα όσα την περιβάλλουν και ο Ανώτερος Διευθυντής στη Διεύθυνση Ρύθμισης και Εποπτείας της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, Κώστας Πουλλής (ΜΕ2), ο οποίος ασχολήθηκε με την τραπεζιτική υπόσταση των εναγόντων και τις αδειοδοτήσεις τους από την Κεντρική Τράπεζα αλλά και σε εγκυκλίους της σε σχέση με διάφορες μορφές δανειοδοτήσεων. Εκ πλευράς υπεράσπισης, έδωσε προφορική μαρτυρία ο εναγόμενος Βασίλης Παπαδόπουλος (ΜΥ1), ο οποίος αναφέρθηκε στη συμφωνία και σε γεγονότα που την περιβάλλουν καθώς και ο Λειτουργός στο Τμήμα Εκκαθάρισης Συναλλαγών του ΧΑΚ, Πανίκος Χριστοφόρου (ΜΥ2), που αναφέρθηκε σε συναλλαγές των εναγόντων μεταξύ Ιανουαρίου 2000 και Μαΐου 2002, ως το Τεκμήριο
- Η πλήρης έκταση της μαρτυρίας βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά και δεδομένης της παράθεσης των εκατέρωθεν εκδοχών αλλά και των ευρημάτων που ακολουθούν, δε χρειάζεται να παρατεθεί λεπτομερώς. Κάτι τέτοιο δε θα εξυπηρετούσε κανένα πρακτικό σκοπό. Είναι αυτονόητο ότι κάθε αποδεκτή αναφορά των μαρτύρων (όπως και το περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων), αξιολογήθηκαν πλήρως και στον επιτρεπτό βαθμό, ανεξαρτήτως της απουσίας ρητής παράθεσης στην απόφαση (βλ. Liberty Mediterranean Cruises Mouss Ltd v. Haris Zacharia Engineering Co. Ltd και Άλλων
(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. 916). Κατά τις αγορεύσεις οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επικεντρώθηκαν στην αξιοπιστία της προσκομισθείσας μαρτυρίας, καλώντας το Δικαστήριο να απορρίψει, για συγκεκριμένους λόγους, τις αντίδικες τοποθετήσεις και να αποδεχθεί πλήρως τις αντίστοιχες επιζητούμενες θεραπείες. Ο κ. Παπαντωνίου, ασχολήθηκε, όπως αναμενόταν, με ζητήματα που εγείρονται στην Υπεράσπιση και που άπτονται της εγκυρότητας της συμφωνίας και του προσδιορισμού των συμβατικών και αστικών καθηκόντων των διαδίκων με ιδιαίτερη αναφορά στους ενάγοντες, αλλά και με πλειάδα άλλων θεμάτων, τα οποία εκφεύγουν παντελώς από τη δικογραφία, κάτι που δεν αναμενόταν. Όλα τούτα επισημάνθηκαν από την κ. Παπαδοπούλου και απαντήθηκαν, από αβρότητα, με ιδιαίτερη λεπτομέρεια και ικανότητα. Ο συνήγορος αναφέρθηκε, για παράδειγμα, σε ζητήματα παραβίασης σχέσης εμπιστοσύνης, ψυχικών πιέσεων, σύγκρουσης συμφερόντων, παράληψης χορήγησης νομικών συμβουλών και προειδοποίησης του εναγόμενου για τους δυνητικώς ελλοχεύοντες κινδύνους στις επενδυτικές του δραστηριότητες, παράνομου τερματισμού, εξυπακουόμενων όρων, κατάχρησης δικαιωμάτων και ύπαρξης καταχρηστικών ρητρών, παρακαταθήκης με ευρεία έννοια, εμπιστευμάτων, ενθάρρυνσης, εξώθησης, επηρεασμού και παραπλάνησης του εναγόμενου και αρκετά άλλα. Τα ζητήματα αυτά δε θα τύχουν εξέτασης από το Δικαστήριο. Είναι εμπεδωμένο ότι τα επίδικα θέματα περιορίζονται σε εκείνα που καθορίζονται από τη δικογραφία, με τον επακριβή προσδιορισμό τους, να σχετίζεται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκό μας σύστημα και απορρέει από τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλουν τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου με μαρτυρία και το Δικαστήριο δε μπορεί να αποφασίζει για ζητήματα που δεν αποτελούν μέρος της δικογραφίας (βλ., μεταξύ άλλων, Μελάς v. Κυριάκου
(2003)1 (Β) Α.Α.Δ. 826). Η κ. Παπαδοπούλου, αναφορικώς με τα ζητήματα που περιλαμβάνονται στη δικογραφία, αντέτεινε ότι η συμφωνία είναι απολύτως νόμιμη και ότι όλες οι εισηγήσεις του αντιδίκου της περί τούτου θα πρέπει να απορριφθούν ως ανυπόστατες, με τον ίδιο τρόπο που δε θα πρέπει να γίνουν αποδεκτοί και οι ισχυρισμοί περί παραβίασης συμβατικών και άλλων αστικών καθηκόντων των εναγόντων έναντι του εναγόμενου. Λεπτομέρειες των επιμέρους εισηγήσεων των δικηγόρων διατυπώνονται στα γραπτά περιγράμματα με τα οποία είχαν την επιμέλεια να εφοδιάσουν το Δικαστήριο και δε χρειάζεται να επαναληφθούν. Όπου χρειάζεται, θα γίνει αναφορά στο κείμενο της απόφασης. Αξιολόγησα κάθε τι στο οποίο αναφέρθηκαν οι συνήγοροι. Οι μάρτυρες των εναγόντων καθώς και ο Πανίκος Χριστοφόρου (ΜΥ2), μου δημιούργησαν πολύ καλή εντύπωση. Ο Χριστάκης Χαραλάμπους (ΜΕ1), ήταν εντυπωσιακός ως μάρτυς. Ηταν σαφής και πλήρως κατανοητός. Απαντούσε χωρίς περιστροφές και στην κάθε περίπτωση σχεδόν, με αναφορά στα κατατεθέντα τεκμήρια. Η αντεξέταση του, αν και διήρκησε αρκετό χρόνο, καθόλου δεν έπληξε την αξιοπιστία του. Αντιθέτως, την ενίσχυσε αφού αρκετές φορές του υποβλήθηκαν οι ίδιες περίπου ερωτήσεις, με το μάρτυρα να απαντά με σταθερότητα και συνέπεια χωρίς τον παραμικρό δισταγμό ή αντίφαση. Κάποιες μικροαντιφάσεις που παρατηρήθηκαν κατά τη μαρτυρία του Κώστα Πουλλή (ΜΕ2), κρίνονται ως επουσιώδεις και οπωσδήποτε όχι τέτοιας εμβέλειας ώστε να κλονίσουν την αξιοπιστία του. Κάθε άλλο. Ο μάρτυς ήταν αντικειμενικός και απομακρυσμένος από τα οποιαδήποτε συμφέροντα διακυβεύονταν κατά τη δίκη. Τα ίδια ισχύουν και για τον Πανίκο Χριστοφόρου (ΜΥ2), του οποίου η μαρτυρία ήταν τυπικής μορφής, χωρίς να προσθέτει ή να αφαιρεί οτιδήποτε το σημαντικό στο όλο πλέγμα της διαφοράς. Ο εναγόμενος μού δημιούργησε αρνητική εντύπωση. Σε ουσιώδεις πτυχές της μαρτυρίας του ήταν αντιφατικός, ανακόλουθος και αόριστος στις απαντήσεις του, αν και πρόκειται, γενικώς, περί ενός εύστροφου και ετοιμόλογου ατόμου. Ανάφερε, για παράδειγμα, ότι ουδέποτε έδωσε εντολές στους ενάγοντες για την αγοραπωλησία μετοχών και ότι, μάλιστα, αυτοί μάθαιναν για τις χρηματιστηριακές του πράξεις από τη CLR Stockbrokers Ltd, η οποία, με τη σειρά της, τους εφοδίαζε με κατάσταση των συναλλαγών του (βλ. Τεκμήρια 23 - 25). Σε άλλο στάδιο της μαρτυρίας του, είπε ότι έδινε εντολές στους ενάγοντες για τη διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων και μάλιστα ανάμενε από αυτούς τη σύνταξη και παρακολούθηση της κατάστασης του χαρτοφυλακίου του έτσι ώστε να ήσαν σε θέση να τον συμβουλεύουν για τις όποιες χρηματιστηριακές κινήσεις επιθυμούσε ή επιβάλλονταν να γίνουν, διότι τους θεωρούσε ως θεματοφύλακες του χαρτοφυλακίου, ασχέτως αν λίγο προηγουμένως είχε πει ότι ουδέποτε ανέμενε από αυτούς μια τέτοια διαχείριση, αφού για τούτο, αποκλειστικώς υπεύθυνη ήταν η CLR Stockbrokers Ltd. Ενώ ισχυρίστηκε αρχικώς ότι όλες οι εντολές του δίνονταν γραπτώς και υπογεγραμμένως προς τους ενάγοντες, σε κατοπινό στάδιο παραδέχθηκε ότι έδινε εντολές και προφορικά για να καταλήξει, τελικώς, ότι όλες οι εντολές του δίνονταν προφορικώς προς τους χρηματιστές του CLR Stockbrokers Ltd και όχι στους ενάγοντες. Συναφές είναι και το περιεχόμενο επιστολής του - Τεκμήριο 19, το οποίο, για λόγους που θα αναφερθούν πιο κάτω, απέστειλε στους ενάγοντες στις 13.11.01. Εκεί παραδέχεται ότι έδινε εντολές για την αγοραπωλησία μετοχών προφορικώς, όπως στην κάθε άλλη περίπτωση, αλλά και για το ότι για όλες τις αγοραπωλησίες χρησιμοποιούσε τους χρηματιστές του, στους οποίους, τελικώς, έδωσε οδηγίες για ρευστοποίηση του χαρτοφυλακίου. Ανάφερε, μεταξύ άλλων: «.I opened a margin account with yourselves, I believe it was March 1999, and did all my dealings, buy and sell through CLR Brokers, ever since. As with any other instruction, end of July 2000 (probably 28th or 29th), I instructed Sτella, Dimitris Zodiatis' assistant, to liquidate the portfolio. I was in Mykonos, she' d called me up saying that the account was reaching its limit (meaning that my portfolio was still in the positive, probably one or two thousand pounds net surplus) and I told her to sell everything. This instruction was given just like any other instruction, and that was verbally. If CLR Brokers didn't΄ proceed with the sale and Euroinvestment didn't' follow up, I cannot be held in anyway responsible for this negligence. If this instruction of mine is not valid, then why should any other, preceding this one.». Ισχυρίστηκε επίσης, ότι οι ενάγοντες είχαν υποχρέωση να του έστελναν καταστάσεις χαρτοφυλακίου και ότι η παράληψη τους τον έφερε σε δύσκολη θέση και συνέδραμε στην επιφορά βλάβης και ζημιάς στα συμφέροντα του. Παραδέχθηκε όμως κατά την αντεξέταση ότι όχι μόνον ουδέποτε συμφώνησε με τους ενάγοντες για κάτι τέτοιο, αλλά ούτε και οποτεδήποτε τέθηκε τέτοιο ζήτημα με αυτούς, έτσι ώστε να δημιουργούνταν, τουλάχιστον, το έρεισμα για την τοποθέτηση. Είπε στη γραπτή του δήλωση ότι οι ενάγοντες ουδέποτε του έδωσαν λεφτά, ότι ουσιαστικά η παροχή τραπεζικών διευκολύνσεων δεν ισοδυναμεί με την παροχή δανεισμού και ότι οι μετοχές που αγόραζε και εγγράφονταν βάσει της συμφωνίας στο όνομα της EMF Investors Ltd (θυγατρικής των εναγόντων), με δικαιούχο τον ίδιο, δεν του ανήκαν. Παρά τη θέση του αυτή, παραδέχθηκε ότι στις 22.10.99, απόσυρε (μετά από γραπτό αίτημα του προς τους ενάγοντες - Τεκμήριο 12), πλεονάζουσα εξασφάλιση, δηλαδή κέρδος, από το λογαριασμό του ύψους Λ.Κ.80.000, που παραδέχθηκε ότι ήταν στο όνομα του ιδίου (βλ. Τεκμήριο 16, στη σελίδα 16). Αυτό το κέρδος, όπως του υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση, το απόσυρε όταν ο λογαριασμός του ήταν πιστωτικός με ποσό Λ.Κ.51.363,96 (βλ. Τεκμήριο 16, στη σελίδα 16). Όταν του υποδείχθηκε ότι στην πραγματικότητα είχε αποσύρει το πιστωτικό του υπόλοιπο καθώς και ποσό ίσο με το εγκεκριμένο του όριο, δηλαδή Λ.Κ.50.000, επέμενε ότι ουδέποτε του δόθηκαν οποιαδήποτε χρήματα, προσπαθώντας να αποφύγει την ουσία της υποβολής με γενικολογίες. Παραδέχθηκε ωστόσο ότι εκμεταλλεύθηκε το όριο που του παραχώρησαν οι ενάγοντες, για να προβεί σε 301 αγοραπωλησίες αξιών και ότι χρησιμοποίησε πέραν των Λ.Κ.50.000, για αγορές μετοχών σε περίοδο 14 μηνών (βλ. Τεκμήρια 8
(1)-
(301)και 16). Παραδέχθηκε επίσης ότι μπορούσε, αν έτσι επέλεγε, να πουλήσει όλες τις μετοχές και να φύγει όποτε ήθελε αυτός παρόλο που, όπως ισχυρίστηκε σε άλλο στάδιο της μαρτυρίας του, οι μετοχές δεν του ανήκαν. Επέμενε ότι η αναλογία εξασφάλισης του θα αποκαθίστατο αν οι ενάγοντες πουλούσαν τις μετοχές του, κατά την αντεξέταση όμως παραδέχθηκε (στα πολλά) ότι, πράγματι, βάσει του όρου 3 της συμφωνίας - Τεκμήριο 6, θα έπρεπε να ήταν ίση σε αξία με το 30% και αργότερα με το 100% του εγκεκριμένου ορίου και όχι ίση σε αξία με το υπόλοιπο του λογαριασμού ή το οφειλόμενο υπόλοιπο. Είπε επίσης ότι μετά την αλλαγή του συμφωνηθέντος ορίου εξασφάλισης, ζήτησε από τη CLR Stockbrokers Ltd, την πώληση του χαρτοφυλακίου προς πλήρη εξόφληση του λογαριασμού (και αφήνω κατά μέρος, χάριν συζήτησης, αυτό που προαναφέρθηκε περί ύπαρξης ισχυρισμού εκ πλευράς του ότι τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου την έκαναν οι ενάγοντες και όχι οι χρηματιστές του), για να πει αργότερα ότι σε αντίθεση με τις οδηγίες του, οι ενάγοντες παρέλειψαν ή αρνήθηκαν να το πράξουν, χωρίς να τοποθετηθεί σαφώς για το πώς ήταν δυνατό οι ενάγοντες να προχωρούσαν σε πώληση του χαρτοφυλακίου, ανεξαρτήτως άλλων παραμέτρων, τη στιγμή που οι σχετικές οδηγίες είχαν δοθεί, όπως είπε ο εναγόμενος, προς τους χρηματιστές του και όχι προς τους ενάγοντες. Ανάφερε επίσης ότι από τον Απρίλιο του 2000, η αξία του χαρτοφυλακίου άρχισε να μειώνεται κάτω από το όριο του 100% του κατ' ισχυρισμόν χρέους διότι οι ενάγοντες τού απαγόρευσαν να προβαίνει (και ως εκ τούτου δεν πρόβαινε), σε χρηματιστηριακές πράξεις, με αποτέλεσμα να υποστεί ζημιές και απώλειες, τις οποίες όμως ουδέποτε προσδιόρισε ή συγκεκριμενοποίησε. Ανεξαρτήτως της αδυναμίας του να δώσει σαφείς απαντήσεις ως προς το ποιος και πότε του έθεσε αυτή την απαγόρευση, κατά την αντεξέταση παραδέχθηκε ότι από τον Απρίλιο του 2000 (που υποτίθεται ότι του απαγορεύθηκε να προβαίνει σε χρηματιστηριακές πράξεις), μέχρι και τον Ιούλιο 2000, προέβηκε σε 67 τέτοιες χρηματιστηριακές πράξεις. Όλες οι πιο πάνω αντιφάσεις και ασυνέπειες του μάρτυρα κρίνονται ως ουσιώδεις, δεδομένης της φύσης της διαφοράς και των επίδικων θεμάτων. Δέχομαι ως πλήρως αξιόπιστη τη μαρτυρία και εκδοχή των εναγόντων καθώς και τη μαρτυρία του Παναγιώτη Χριστοφόρου (ΜΥ1) και απορρίπτω ως αναξιόπιστη τη μαρτυρία και εκδοχή του εναγόμενου. Οι ενάγοντες ήσαν καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους και εξακολουθούν να είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με μετοχές και νομίμως εγγεγραμμένοι στην Κύπρο για να διεξάγουν τραπεζικές εργασίες και άλλες συναφείς δραστηριότητες (βλ. Τεκμήρια 26, 30 και 32). Από την 21.5.05, άλλαξαν το όνομά τους με Ειδικό Ψήφισμα, σε Euroinvestment & Finance Public Ltd (βλ. Τεκμήριο 1). Με τη συμφωνία, παραχώρησαν στον εναγόμενο πιστωτικές διευκολύνσεις για συμμετοχή στο επενδυτικό σχέδιο (margin account) (βλ. Τεκμήριο 6). Με βάση τη συμφωνία οι ενάγοντες άνοιξαν τον υπ' αριθμό Α0293, λογαριασμό προς όφελος του στον οποίο γίνονταν οι διάφορες χρεοπιστώσεις που προέκυπταν από τις αγοραπωλησίες μετοχών («ο λογαριασμός»). Δυνάμει της συμφωνίας, ο εναγόμενος κατάθεσε στο λογαριασμό ως αρχική εξασφάλιση ποσό μετρητών ύψους Λ.Κ.5.761,25. Το περιεχόμενο της συμφωνίας, στην ολότητά του, καθίσταται συνακόλουθο εύρημα μου. Η συμφωνία ήταν νόμιμη. Δεν περιλάμβανε οποιοδήποτε παράνομο σκοπό εντός της εννοίας του άρθρου 23 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, αφού η δανειοδότηση δεν απαγορεύεται από οποιοδήποτε νομοθέτημα, συμπεριλαμβανομένου και του Περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου 66(Ι)/97. Στην προκειμένη περίπτωση, σκοπός της συμφωνίας ήταν η δανειοδότηση του εναγόμενου για αγορά μετοχών, έναντι υποχρέωσης του προς τους ενάγοντες για καταβολή τόκων και δικαιωμάτων. Τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο από αυτό. Η φύση των συγκεκριμένων διευκολύνσεων δεν ήταν τραπεζική βάσει των προνοιών του άρθρου 2 του Νόμου 66
(1)/97. Ο δανεισμός χρημάτων δεν αποτελεί αφ' εαυτού τραπεζική εργασία, εκτός αν τα χρήματα που χορηγούνται ως δάνειο προέρχονται από την ανάληψη υποχρεώσεων έναντι του κοινού υπό τη μορφή καταθέσεων, αξιόγραφων ή άλλων στοιχείων αποδεικτικών οφειλής (βλ. United Dominions Trust v. Kirkwood
(1966)1 All ER 968). Τα ίδια αφορούν [όπως γνωμάτευσε - και συμφωνώ - η Κεντρική Τράπεζα στις 12.10.04, σε απάντηση σχετικού αιτήματος των εναγόντων ημερομηνίας 11.10.04 (βλ. Τεκμήριο 3)] και για τη λειτουργία και παροχή επενδυτικών λογαριασμών (βλ. Τεκμήριο 4). Η χρηματοδότηση του εναγόμενου έγινε από κεφάλαια των εναγόντων και όχι από χρήματα που εισπράχθηκαν από καταθέσεις που λήφθηκαν από το κοινό. Εν πάση περιπτώσει, οι ενάγοντες κατέχουν άδεια περιορισμένης φύσεως τραπεζικών εργασιών. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η άδεια αυτή εκδόθηκε στις 27.8.99, δηλαδή, μεταγενέστερα της συνομολόγησης της συμφωνίας και ότι ένεκα τούτου δεν καλύπτει το συγκεκριμένο είδος χρηματοδότησης. Η θέση όμως συγκρούεται με την αξιόπιστη μαρτυρία του Κώστα Πουλλή (ΜΕ2), καθώς και με τους όρους ρύθμισης της άδειας που παραχωρήθηκε από την Κεντρική Τράπεζα [βλ. Τεκμήριο 2
(2)]. Ο μάρτυς είπε επίσης (και το δέχομαι), ότι οι ενάγοντες είχαν άδεια για διενέργεια δραστηριοτήτων πανομοιότυπων με αυτές που αναφέρονται στο Τεκμήριο 2
(2)και πριν την 27.8.99. Σχετική είναι και η επιστολή του Διοικητική της Κεντρικής Τράπεζας ημερομηνίας 27.8.99, με την οποία η Κεντρική Τράπεζα, με αναφορά σε διαβουλεύσεις που είχαν λάβει χώραν μεταξύ τους και των εναγόντων, τους πληροφόρησαν για τους όρους, που θα καθόριζαν το πλαίσιο μέσα στο οποίο «.η Εταιρεία θα συνεχίσει τις τρέχουσες δραστηριότητες της υπό το φως των ρυθμίσεων που έχουν εισαχθεί με τον Περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο του 1997» (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου) [βλ. Τεκμήριο 2
(2)]. Η Κεντρική Τράπεζα επέτρεπε τη λειτουργία λογαριασμών επενδυτών (margin accounts), από την έναρξη ισχύος του Νόμου 66(Ι)/97, στις 18.7.97, αφού από την επιστολή ημερομηνίας 27.8.99 - Τεκμήριο 2
(2), συνάγεται ότι η Κεντρική Τράπεζα επέτρεψε τη συνέχιση των τρεχουσών δραστηριοτήτων των εναγόντων, για τις οποίες ήταν ούτως ή άλλως ενήμερη, όπως εξάλλου φαίνεται και από το εσωτερικό σημείωμα ημερομηνίας 18.11.97 (βλ. Τεκμήριο 31). Ο Νόμος 66(Ι)/97, δε μολύνει και δεν επηρεάζει αρνητικά τους ενάγοντες στη σύναψη της συμφωνίας. Σκοπός του νομοθετήματος είναι η ρύθμιση της άσκησης τραπεζικών εργασιών έτσι ώστε να καθίσταται εφικτή στα πλαίσια των εργασιών αυτών, η σύναψη συμφωνιών. Ο εναγόμενος δεν έχει υποστεί καμιά βλάβη από το γεγονός ότι η άδεια των εναγόντων έχει, κατά τον ισχυρισμό του, ημερομηνία 27.8.99, ενώ η συμφωνία υπογράφτηκε προγενέστερα. Θα ήταν αντίθετη με το δημόσιο συμφέρον και τη δημόσια πολιτική να επιτρεπόταν στον εναγόμενο να απαλλαχθεί από τις υποχρεώσεις που ανάλαβε με τη σύναψη της συμφωνίας, επικαλούμενος δήθεν παρεκκλίσεις από τους όρους άδειας των εναγόντων (βλ. κατ' αναλογία St. John Shipping Corp. v. Joseph Rank Ltd
(1956)3 All ER 683). Αν εξυπηρετείται με κάποιο τρόπο το δημόσιο συμφέρον, σίγουρα αυτός δεν είναι με την εμπέδωση κλίματος εύκολης απαλλαγής από τις συμβατικές υποχρεώσεις των συμβαλλομένων (ιδιαίτερα όταν το ένα μέρος αποκομίζει και απολαμβάνει το πλήρες όφελος του αντικειμένου της συμφωνίας, όπως εδώ), αλλά κλίματος προστασίας και διατήρησης των συμβάσεων που έχουν συναφθεί ελευθέρως μεταξύ ικανών συμβαλλομένων, όπως επίσης έγινε εδώ (βλ. Διαχειριστικό Συμβούλιο Εμπορικής Σχολής Μιτσή Λεμύθου v. Πετράκη
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 941). Όμως, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι υπήρξε παράβαση των όρων της άδειας των εναγόντων, αυτό δε σημαίνει ότι υπήρξε και παράβαση του Νόμου 66(Ι)/97, ο οποίος απαγορεύει την άσκηση τραπεζικών εργασιών χωρίς άδεια, όχι όμως τη σύναψη συγκεκριμένου είδους συμφωνίας, κατά παράβαση όρων της άδειας αυτής, ούτε και θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η συμφωνία μολύνθηκε σε βαθμό παρανομίας και ακυρότητας λόγω μη συμμόρφωσης των εναγόντων με εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας, που σχετίζονταν με τις χρηματοδοτήσεις χρηματιστηριακών συναλλαγών (βλ. Τεκμήρια 31, 32 και 35). Οι εγκύκλιοι αυτοί δε στέλνονταν στους ενάγοντες λόγω του ότι ήσαν ήδη κάτω από περιορισμό λόγω ανώτατου ύψους επιτρεπόμενων καταθέσεων (βλ. Τεκμήριο 4). Επομένως, δεν τους αφορούσαν και καμιά υποχρέωση είχαν για να συμμορφωθούν με αυτές. Αποτελούσαν, ούτως ή άλλως, έκφραση εσωτερικών διοικητικών μέτρων (internum) και πορούσαν να επηρεάσουν τη νομιμότητα της συμφωνίας, πέραν του γεγονότος βεβαίως ότι δεν απαγόρευαν τη σύναψη επενδυτικών σχεδίων και συναφών δανείων κατά το χρόνο υπογραφής της συμφωνίας όπως και δεν απαγόρευαν τη συνέχιση των υφιστάμενων επενδυτικών λογαριασμών. Αυτά απαντούν και στους ισχυρισμούς του εναγόμενου περί παραβίασης εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας εκ πλευράς εναγομένων με βάση το περιεχόμενο έκθεσης της Ερευνητικής Επιτροπής του ΧΑΚ Οκτωβρίου 2004 (βλ. Τεκμήριο 36), το οποίο, εν πάση περιπτώσει, δε γίνεται αποδεκτό για την αλήθεια οποιουδήποτε γεγονότος αναφέρεται εκεί αφού δεν αποτελεί (μεταξύ άλλων) και την καλύτερη δυνατόν μαρτυρία που θα μπορούσε να προσκομιστεί, έχοντας υπόψη όλες τις πρόνοιες των άρθρων 27, 34 και 36 του Κεφ.
- Ούτε και καταδείχθηκε επαρκώς ότι αποτελεί μέρος αρχείου βάσει του άρθρου 35 του Κεφ.
- Παρομοίως, απορρίπτονται οι εικασίες του εναγόμενου περί ενεργειών των εναγόντων που του κοινοποιήθηκαν, όπως λέγει, στις 16.3.01, για επέκταση του εύρους των δραστηριοτήτων τους στη βάση του σκεπτικού περί αντίθετων προτροπών της Κεντρικής Τράπεζας, με τη συνέχιση και επέκταση της συμφωνίας δια συμμετοχής σε νέο επενδυτικό σχέδιο «TRY-STAR» (βλ. Τεκμήριο 37). Οι πιστωτικές διευκολύνσεις ανήλθαν στο ποσό των Λ.Κ.50.000 μετά από διάφορα αιτήματα του εναγόμενου και αντίστοιχες εγκρίσεις εκ πλευράς εναγόντων, στις 19.8.99 (βλ. Τεκμήρια 13 και 14), ενώ άλλο αίτημα του για περαιτέρω αύξηση του ορίου σε Λ.Κ.100.000, στις 21.4.00 δεν εγκρίθηκε (βλ. Τεκμήριο 15). Οι διευκολύνσεις αυτές κατατέθηκαν στο λογαριασμό. Είναι κοινώς παραδεχτό μεταξύ των διαδίκων ότι την 5.5.99, ο εναγόμενος με πληρεξούσιο έγγραφο διόρισε τη χρηματιστηριακή εταιρεία CLR Stockbrokers Ltd, ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του έτσι ώστε εξ' ονόματος και για λογαριασμό του, μεταξύ άλλων, αγοράζει, πουλάει, συναλλάσσεται με οποιεσδήποτε κινητές αξίες που ήσαν εγγεγραμμένες στο ΧΑΚ και τις μεταβιβάζει στο όνομά τους ως εξασφάλιση (βλ. Τεκμήριο 7). Σε κάθε περίπτωση η CLR Stockbrokers Ltd, ενεργούσε ως αντιπρόσωπος και χρηματιστής του εναγόμενου, χωρίς οι ενάγοντες να έχουν οποιαδήποτε σχέση μαζί της, με αποτέλεσμα οι οποιεσδήποτε παραλήψεις ή ενέργειες της να μην τους αφορούν. Ο εναγόμενος θα έπρεπε ίσως να προβληματιζόταν περισσότερο για την απόφασή του να μη στραφεί εναντίον της CLR Stockbrokers Ltd, με βάση πάντοτε τους ισχυρισμούς του. Οι ενάγοντες δεν ενεργούσαν ως διαχειριστές της περιουσίας του εναγόμενου, όπως εισηγήθηκε η υπεράσπιση με αναφορά στην Α.Α.Α. United Stockbrokers Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρ. Προσφυγής 642/02, ημ. 5.8.
- Όπως σωστά υπέδειξε η κ. Παπαδοπούλου, η εν λόγω απόφαση διαφοροποιείται ως προς τα γεγονότα της αφού αφορούσε σε χρηματιστηριακό γραφείο και όχι χρηματοδοτικό οργανισμό, όπως εδώ και καμιά σχέση δεν έχει με επενδυτικά σχέδια. Ούτε είναι ορθή η άποψη που εκφράστηκε ότι σε ό,τι αφορά στα θέματα χειρισμού των μετοχών του εναγόμενου, οι ενάγοντες είχαν δικαιώματα και εξουσίες που δεν είχε αυτός. Οι ενάγοντες με βάση τη συμφωνία είχαν δικαίωμα πώλησης των μετοχών σε συγκεκριμένες περιπτώσεις όπως όμως είχε και ο εναγόμενος, με εντολές προς το χρηματιστή του οποτεδήποτε το επιθυμούσε βάσει ασφαλώς κάποιων συναφών όρων και προϋποθέσεων που αναδύονται από τη συμφωνία σε ότι αφορά στην ύπαρξη εξασφαλίσεων. Όχι μόνον αυτό, αλλά είχε και δικαίωμα να αποφασίζει και να δίνει εντολές στο χρηματιστή του για αγοραπωλησία μετοχών, σε αντίθεση με τους ενάγοντες που δεν είχαν τέτοιο δικαίωμα, γεγονός που παραδέχθηκε ο εναγόμενος, όπως παραδέχθηκε και τη δυνατότητα να πουλούσε όποτε ήθελε τις μετοχές του. Οι ενάγοντες δεν είχαν καμιά απολύτως ανάμιξη στη διαχείριση των αξιών του εναγόμενου υπό την έννοια της άσκησης διακριτικής ευχέρειας και λήψης αποφάσεων για οποιανδήποτε αγοραπωλησία. Όπως παραδέχθηκε ο εναγόμενος σε μια από τις εκδοχές που εξέφρασε, ήταν ότι οι ενάγοντες ενημερώνονταν από τη CLR Stockbrokers Ltd, για τις πράξεις που γίνονταν στο ΧΑΚ εκ μέρους του και πρόβαινε σε σχετικές πληρωμές και εισπράξεις από και προς το χρηματιστή και σε πιστώσεις και χρεώσεις στο λογαριασμό. Η απόφαση Marketrends Finance Ltd v. Πέρδικου
(2006)1 (Β) Α.Α.Δ. 1042, στην οποία επίσης αναφέρθηκε ο κ. Παπαντωνίου, διαφοροποιείται ως εκ τούτων από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Δεν υπαρχει μαρτυρία ότι οι ενάγοντες κατέστησαν αντιπρόσωποι του εναγόμενου με οποιονδήποτε τρόπο, όπως συναφώς εισηγήθηκε η υπεράσπιση. Τουναντίον, προς εφαρμογή των προνοιών της συμφωνίας, ο εναγόμενος κατέστησε πληρεξούσιο αντιπρόσωπό του τη CLR Stockbrokers Ltd, για σκοπό αγοραπωλησίας αξιών στο ΧΑΚ. Αναμφίβολως, οι ενάγοντες ενδιαφέρονταν να διασφαλίσουν τα δικαιώματα τους και τη δυνατότητα να ελέγχουν και να γνωρίζουν ανά πάσα στιγμή την κατάσταση του λογαριασμού, που ως εκ των συνεχών αγοραπωλησιών, μεταβαλλόταν συνεχώς, έτσι ώστε να γνωρίζουν περί της κίνησης του γενικότερα και τα περί εξασφάλισης του ή όχι, με βάση τις υφιστάμενες εξασφαλίσεις, ειδικότερα. Οι ενάγοντες αποστέλλανε προς τον εναγόμενο μηνιαίως κατάσταση του λογαριασμού [με μια εξαίρεση που αφορά στην περίοδο 1.10.99 - 31.3.00, για λόγους που εξηγούνται επαρκώς (και που δέχομαι), στο Τεκμήριο 17
(1)], με αποτέλεσμα αυτός να έχει πλήρη εικόνα όλων των διαδραματιζομένων. Για την περίοδο που δε λάμβανε εγκαίρως την πληροφόρηση γραπτώς, είχε προφορική ενημέρωση για κάθε τι που ζητούνταν και αφορούσε στα καθήκοντα των εναγόντων έναντι του. Κατά τη διάρκεια λειτουργίας του λογαριασμού και δη στις 19.10.00, 17.10.01 και 8.1.02, οι ενάγοντες επανειλημμένως πληροφόρησαν τον εναγόμενο ότι οι εξασφαλίσεις που είχε δώσει με βάση τη συμφωνία είχαν μειωθεί κάτω από το ποσοστό κάλυψης του υπολοίπου του λογαριασμού, κατά παράβαση της συμφωνίας (βλ. Τεκμήρια 18
(1)-
(3), αντιστοίχως). Στις 15.11.99, οι όροι λειτουργίας του σχεδίου τροποποιήθηκαν, λόγω των ιδιαζουσών συνθηκών που επικρατούσαν τότε στη χρηματιστηριακή αγορά έτσι ώστε, μεταξύ άλλων, οι παρερχόμενες εξασφαλίσεις (με άμεση ισχύ) να επιβάλλεται όπως είναι ίσες σε αξία προς το 75% του εκάστοτε ορίου αντί προς το 50% που ίσχυε μέχρι τη μέρα εκείνη, ενώ το επιτόκιο για χρεωστικά υπόλοιπα μειώθηκε από 8.5% ετησίως σε 8% ετησίως, με την αλλαγή να τίθεται σε εφαρμογή από 1.12.99. Στις 18.7.01, οι ενάγοντες πληροφόρησαν τον εναγόμενο και για άλλες αναθεωρήσεις που αφορούσαν στο επιτόκιο και στα δικαιώματα που χρεώνονταν βάσει του επενδυτικού σχεδίου (βλ. Τεκμήριο 10). Την 1.9.99, οι ενάγοντες πληροφόρησαν τον εναγόμενο ότι, με άμεση ισχύ από την ημέρα εκείνη, το όριο κάλυψης (margin) του λογαριασμού αυξανόταν σε 50%, λόγω αυξημένης μεταβλητότητας της χρηματιστηριακής αγοράς ένεκα μεγάλων διακυμάνσεων που παρουσίαζαν οι τιμές των μετοχών [βλ. Τεκμήριο 11
(1)]. Το περιεχόμενο της επιστολής ήταν αρκούντως διαφωτιστικό και έδινε στον εναγόμενο το στίγμα της επικρατούσας τότε κατάστασης, χωρίς βεβαίως να σημαίνει ότι προσέφεραν προς αυτόν και οποιαδήποτε επενδυτική συμβουλή ή προτροπή. Παρά ταύτα, ο εναγόμενος εξακολουθούσε να συναλλάσσεται με συχνότητα στο ΧΑΚ (βλ. Τεκμήριο 16). Όλες οι τροποποιήσεις της συμφωνίας και του επενδυτικού σχεδίου που έλαβαν χώραν μετά την υπογραφή της συμφωνίας, με κάποιες από αυτές να αναφέρονται και πιο πάνω, έγιναν νομίμως και συμφώνως της συναφούς δυνατότητας που παρείχε ο όρος 4 της συμφωνίας, με τον εναγόμενο να τις αποδέχεται στην κάθε περίπτωση, είτε ρητώς είτε με τη συμπεριφορά του. Στις 13.7.00, οι ενάγοντες πληροφόρησαν τον εναγόμενο περί κάποιων ενεργειών και περιορισμών στους οποίους θα έπρεπε να πρόβαινε αναφορικώς με τις υπερβάσεις των ορίων στο λογαριασμό του, λέγοντας ότι ευθύνη για την τήρηση των υπολοίπων μέσα στα εγκεκριμένα όρια είχε ο ίδιος και ο εξουσιοδοτημένος χρηματιστής του και ότι, γενικώς, σε περίπτωση που ο λογαριασμός παρουσίαζε υπέρβαση, να πρόβαινε στις απαραίτητες κινήσεις, όπως για παράδειγμα, στη ρευστοποίηση μετοχών ή στην κατάθεση μετρητών στο λογαριασμό, με σκοπό επαναφοράς του εντός των εγκεκριμένων πλαισίων [βλ. Τεκμήριο 19
(2)]. Στις 19.10.01, οι ενάγοντες πληροφόρησαν τον εναγόμενο ότι λόγω της συνεχιζόμενης μείωσης της αξίας των μετοχών και με βάση τους όρους της συμφωνίας που προνοούσαν, πλέον, για 100% κάλυψη, ήταν αναγκαίο να καταθέσει επιπρόσθετες εξασφαλίσεις για το λογαριασμό έτσι ώστε να καλύψει, μεταξύ άλλων και την κατά Λ.Κ.4.532, υπέρβαση του ορίου του [βλ. Τεκμήριο 18
(1)]. Ο εναγόμενος δε συμμορφώθηκε, με αποτέλεσμα στις 17.10.01, και μετά από κάποια συνάντηση που έγινε στα γραφεία των εναγόντων, με τον εναγόμενο, οι ενάγοντες να του αποστείλουν τελευταία προειδοποίηση για διευθέτηση του προβλήματος, άλλως πως η υπόθεση θα προωθούνταν αμέσως στο Τμήμα Διευθέτησης Προβληματικών Λογαριασμών για τη λήψη αναγκαίων μέτρων, σημειώνοντας ταυτοχρόνως, ότι η υπέρβαση του ορίου είχε ανέλθει σε Λ.Κ.8.776,13 [βλ. Τεκμήριο 18
(2)]. Ο εναγόμενος δεν αντέδρασε σε αυτή την τελευταία προειδοποίηση παρά μόνον στις 13.11.01, στέλνοντας στους ενάγοντες σχετική επιστολή με την οποία εξηγούσε τους λόγους για τους οποίους δεν είχε καμιά υποχρέωση να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις και τις παροτρύνσεις των εναγόντων (βλ. Τεκμήριο 19, απόσπασμα του οποίου παρατίθεται πιο πάνω στην απόφαση). Οι ενάγοντες απάντησαν στην επιστολή του εναγόμενου - Τεκμήριο 19, στις 15.11.01, επαναλαμβάνοντας, κατ' ουσίαν, τις θέσεις τους και επεξηγώντας σε αυτόν το σκεπτικό πίσω από την τότε απαίτηση και παρότρυνση τους. Ο εναγόμενος δεν αντέδρασε ούτε και μετά την επιστολή των δικηγόρων των εναγόντων - Τεκμήριο 21, με αποτέλεσμα στις 15.5.02, οι ενάγοντες, δια των ιδίων δικηγόρων, να τερματίσουν με άμεση ισχύ τη συμφωνία λόγω παράλειψης του να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις που ανάλαβε βάσει αυτής (βλ. Τεκμήριο 22). Το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 29, στο οποίο καταγράφεται το περιεχόμενο συναντήσεων των εναγόντων με τον εναγόμενο, είναι αποδεχτό ως μαρτυρία και το δέχομαι για την αλήθεια του περιεχομένου του, με υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 27, του Κεφ. 9, αλλά και το γεγονός ότι το περιεχόμενο αυτό δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση. Στις 26.1.00, οι ενάγοντες πληροφόρησαν τον εναγόμενο ότι (για τους ίδιους λόγους που αναφέρθηκαν στο Τεκμήριο 9), αλλά και στη βάση των γενικότερων κατευθυντηρίων γραμμών της Κεντρικής Τράπεζας προς τους χρηματοοικονομικούς οργανισμούς, το ποσοστό εξασφάλισης (margin cover), τροποποιούνταν έτσι ώστε η συνολική αγοραία αξία των εξασφαλίσεων να είναι τέτοια που να υπερκαλύπτει το χρεωστικό υπόλοιπο των διευκολύνσεων κατά τουλάχιστον 100% του εγκεκριμένου ορίου, αντί του 75% που ίσχυε μέχρι εκείνη τη στιγμή, με άμεση ισχύ [βλ. Τεκμήριο 11.
(2)]. Ο εναγόμενος δεν αντέδρασε και αποδέχτηκε, όπως και στις προηγούμενες περιπτώσεις, τη μεταβολή, συνεχίζοντας μάλιστα να συναλλάσεται στο ΧΑΚ (βλ. Τεκμήριο 16). Για πιστωτικά υπόλοιπα αποφασίστηκε όπως πιστώνεται τόκος προς 5% από 1.12.99 (βλ. Τεκμήριο 9). Η κάλυψη του ορίου εξασφάλισης στο λογαριασμό ήταν αποκλειστική υποχρέωση του εναγόμενου και οι ενάγοντες δεν είχαν καμιά υποχρέωση να αποκαθιστούν οι ίδιοι το όριο αυτό. Ο εναγόμενος παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις υποδείξεις των εναγόντων για παραχώρηση ικανοποιητικών εξασφαλίσεων προς κάλυψη του λογαριασμού, με αποτέλεσμα οι ενάγοντες στις 15.5.02, να τερματίσουν γραπτώς τη λειτουργία του και να τον καλέσουν όπως ξοφλήσει το χρεωστικό υπόλοιπο πλέον τόκους (βλ. Τεκμήριο 22). Της επιστολής τερματισμού, είχε προηγηθεί άλλη επιστολή των δικηγόρων ημερομηνίας 23.4.02, με την οποία ο εναγόμενος πληροφορούνταν ότι παρέλειπε να ανταποκριθεί στις εκκλήσεις των εναγόντων για κάλυψη του ορίου του, με αποτέλεσμα να του λεχθεί, για τελευταία φορά, ότι εάν δε συμμορφωνόταν μέσα σε επτά μέρες από την ημερομηνία της επιστολής, οι ενάγοντες ενδεχομένως να τερμάτιζαν τη συμφωνία και να λάμβαναν δικαστικά μέτρα εναντίον του (βλ. Τεκμήριο 21). Οι ενάγοντες δεν είχαν υποχρέωση να ασκήσουν το δικαίωμα τους για πώληση των μετοχών ή ακόμη να το ασκήσουν σε κάποιο συγκεκριμένο χρονικό σημείο, με γνώμονα τα συμφέροντα του εναγόμενου. Μπορούσαν να το ασκήσουν όποτε αυτοί επέλεγαν, με μόνη υποχρέωση να πουλούσαν τις αξίες στην τρέχουσα τιμή της αγοράς κατά το χρόνο πώλησης (βλ. Silven Properties and Another v. Royal Bank of Scotland Plc and Others
(2004)4 All ER 484). Ο εναγόμενος διατηρούσε και ο ίδιος δικαίωμα πώλησης των αξιών του και θα μπορούσε κάλλιστα να το ενασκήσει όποτε ήθελε για να εξοφλήσει το χρέος του προς τους ενάγοντες ή ακόμα για να μειώσει την όποια ζημιά του, όμως δεν το έπραξε. Συναφείς με αυτά είναι και ισχυρισμοί του εναγόμενου περί αμέλειας των εναγόντων, ιδιαίτερα σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό παράλειψη τους να λάβουν μέτρα για πώληση των αξιών έτσι ώστε να επιτευχθεί η εξόφληση του χρέους. Αυτοί είναι παντελώς ανυπόστατοι, τόσον πραγματικώς όσον και νομικώς. Η συμφωνία αναφέρεται σε δικαίωμα πώλησης και όχι σε υποχρέωση πώλησης. Εξάλλου, δε δόθηκε μαρτυρία ως προς το ποιο ήταν ακριβώς αυτό το καθήκον, ούτε και πώς και πότε θα έπρεπε να είχε ασκηθεί αλλά ούτε και πώς θα έπρεπε να ενεργούσε υπό παρόμοιες συνθήκες ένα συνετό άτομο που ασκούσε, έστω, τραπεζικές εργασίες, κατά τον κρίσιμο χρόνο, αλλά ούτε και ποιες ήσαν οι αμελείς πράξεις ή παραλείψεις των εναγόντων και η οποιαδήποτε ζημιά που υπέστη ο εναγόμενος ως εκ τούτων. Ούτε και προκύπτει από τη μαρτυρία ότι οι ενάγοντες κατακράτησαν παρανόμως και ιδιοποιήθηκαν τις μετοχές του εναγόμενου. Αντιθέτως, εξάγεται από τη συμφωνία ότι ο εναγόμενος συμβλήθηκε ρητώς με τους ενάγοντες, συμφωνώντας όπως οι αξίες που αγοράζονταν, εγγράφονται για σκοπούς εγγύησης στο όνομα των εναγόντων ή της EMF Investors Ltd. Οι μετοχές θα παρέμεναν δεσμευμένες μέχρι την πώληση τους ή την αποδέσμευση τους και επιστροφή τους στους ενάγοντες συμφώνως των προνοιών της συμφωνίας, με τον εναγόμενο να διατηρεί πάντοτε και ο ίδιος δικαίωμα πώλησης τους οποτεδήποτε το επιθυμούσε. Δε δόθηκε μαρτυρία που να υποστηρίζει τη θέση ότι οι ενάγοντες εκμεταλλεύτηκαν τις μετοχές ως δικές τους για ίδιον όφελος, χωρίς να αναγνωρίζουν ότι ανήκουν στον εναγόμενο, προβάλλοντας μάλιστα και προσκόμματα στην επιθυμία του τελευταίου να πουλήσει και να μειώσει τη ζημία του. Οι ενάγοντες, ως δανειστές, δεν όφειλαν βάσει του άρθρου 67 του Κεφ. 149, να ενασκήσουν το δικαίωμα τους για πώληση των μετοχών προς διευκόλυνση εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του ως οφειλέτη. Πέραν ασφαλώς του ότι η εισήγηση συγκρούεται με τη γραμμή υπεράσπισης ότι κανένα ποσό δεν οφείλει ο εναγόμενος προς τους ενάγοντες, η θέση δεν είναι ορθή. Το άρθρο 67 του Κεφ. 149, εφαρμόζεται σε περιπτώσεις συμβάσεων που δε χρειάζονται εκπλήρωση, γεγονός που αυτονόητα θέτει το όλο ζήτημα πάνω σε παντελώς διαφορετική βάση από αυτή που συζητείται εδώ, ξέχωρα από το γεγονός ότι, όπως και να έχουν τα πράγματα, δεν καταδείχθηκε ότι η όποια παράληψη των εναγόντων να παράσχουν εύλογες διευκολύνσεις στον εναγόμενο, αποτέλεσε αίτιο για τη μη εκπλήρωση των υποσχέσεων που ανάλαβε, ακριβώς, ως εκ της παράληψης τους αυτής καθ' αυτής (βλ. Singhal & Subrahamanyan, Indian Contract Act, 3η έκδ. 1989, Τομ. 1, σελ. 1330). Αδόκιμη κρίνεται και η αναφορά του κ. Παπαντωνίου στο άρθρο 73
(3)του Κεφ. 149, σε μια προσπάθεια να πείσει ότι οι ενάγοντες όφειλαν να λάμβαναν μέτρα για μείωση ή αποτροπή της ζημιάς τους. Το άρθρο όμως αυτό αφορά στον προσδιορισμό των συνεπειών της παράβασης σύμβασης και όχι στα αίτια που την προκαλούν. Άστοχη κρίνεται επίσης και η θέση του συνηγόρου ότι η μη επιβολή καθήκοντος επιμέλειας στους ενάγοντες αναφορικώς με την πώληση δεσμευμένων αξιών του εναγόμενου συμφώνως των συμφερόντων του, αποτελεί παράβαση του Άρθρου 26 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Συμφωνώ πλήρως με τη θέση που προώθησε η κ. Παπαδοπούλου ότι το Άρθρο 26 αναφέρει ότι νόμος θα προβλέψει για την πρόληψη εκμετάλλευσης από πρόσωπα που διαθέτουν ιδιάζουσα οικονομική ισχύ, κάτι που δεν αποδείχθηκε εν πάση περιπτώσει ότι αφορά στους ενάγοντες. Αναφέρεται σε ψήφιση νόμου, ενώ ο κ. Παπαντωνίου δεν επικαλείται συγκεκριμένο νόμο που να επιβάλλει στους ενάγοντες υποχρέωση πώλησης των μετοχών με τον τρόπο που εισηγήθηκε. Οι ενάγοντες επέδειξαν υποδειγματική υπομονή στον εναγόμενο δίνοντας του κάθε δυνατή ευκαιρία να ξεπληρώσει το χρέος του. Ούτε ολιγώρησαν αλλά ούτε και με οποιονδήποτε τρόπο απεμπόλησαν ή παραιτήθηκαν από οποιοδήποτε νόμιμο δικαίωμα είχαν εναντίον του, όπως σχετικώς υπόβαλε ο κ. Παπαντωνίου. Σκοπός του εναγόμενου ήταν η αποφυγή τήρησης των συμβατικών του υποχρεώσεων μετά που η επενδυτικές του επιλογές δεν είχαν τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Αποτάθηκε στους ενάγοντες για την παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων, τις χρησιμοποίησε με τρόπο που ενίοτε του απέφεραν και σημαντική κερδοφορία, όταν όμως στο τέλος ο επενδυτικός κύκλος του έκλεισε με τον τρόπο που περιγράφτηκε, προφασίστηκε, για ευνόητους λόγους, ότι οι πιστωτικές διευκολύνσεις που απολάμβανε για τόσον καιρό, ήσαν προϊόν παρανομίας και άλλων συναφών έτσι ώστε να δικαιολογείται η αμφισβήτηση της αξίωσης των εναγόντων ζητώντας μάλιστα και αποζημιώσεις. Σε σχέση με τους τόκους και έχοντας υπόψη ότι η συμβατική σχέση μεταξύ των διαδίκων άρχισε αρκετά πριν την 1.1.01, που τέθηκε σε ισχύ ο Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου Νόμος 160(Ι)/99, βρίσκω ότι η ενάγοντες δε δικαιούνται σε όλο το ποσό που ζητούν, αφού αυτό περιέχει ,σαφώς, ποσά προερχόμενα από ανατοκισμό αλλά και χρεώσεις δικαιωμάτων που εκφεύγουν της δυνατότητας νόμιμης επιδίκασης ως ανεπίτρεπτων για την περίοδο που αυτό αφορά, χωρίς ωστόσο το γεγονός να καθιστά τη συμφωνία παράνομη (βλ. Τράπεζα Κύπρου και Άλλοι v. Koudounaris Food Products και Άλλων
(1995)1 Α.Α.Δ. 641). Οι ενάγοντες δικαιούνται στο μέρος εκείνο της αξίωσης που ο νόμος επιτρέπει, δηλαδή στο κεφάλαιο και τους συμφώνως του νόμου υπολογισθέντες τόκους και δικαιώματα (βλ., κατ', αναλογίαν, C.T.A. Techno Marketing Ltd και Άλλου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2004)1 (Β) Α.Α.Δ. 720). Καθοριζόμενης της χρέωσης τόκων και δικαιωμάτων στα χρεωστικά υπόλοιπα του λογαριασμού σε 9% το χρόνο, μέχρι την 31.12.00 και σε 8% από την 1.1.01 (με βάση την επιστολή ημερομηνίας 15.11.99 - Τεκμήριο 9), και σε 10.5%, από 1.8.01 (λόγω υπέρβασης ορίου και εξασφαλίσεων με βάση την επιστολή ημερομηνίας18.7.01 - Τεκμήριο 10), καθώς και από την 1.1.01, τα δικαιώματα που προνοούσε η συμφωνία, το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού κατά την 1.1.03, ήταν Λ.Κ.52.493,67. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου για ποσό Λ.Κ.52.493,67, με τόκο προς 10,5% το χρόνο επί του ποσού αυτού από 2.1.03, μέχρι εξοφλήσεως. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται χωρίς έξοδα, λόγω της συνάφειας των επίδικων της θεμάτων με αυτά που εκδικάστηκαν στα πλαίσια της απαίτησης. Προηγούμενες διαταγές για τα έξοδα ακυρώνονται. (Υπ.)........... Ν. Γ. Σάντης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Ρ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο