← Κύπρος

ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ ν. TAMASSOSCOM LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 9853/03, 28  Δεκεμβρίου 2007

ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ ν. TAMASSOSCOM LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 9853/03, 28 Δεκεμβρίου 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A156 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 9853/03 Μεταξύ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ Ενάγουσας - και -

  1. TAMASSOSCOM LTD Άλλως γνωστή και ως ΤamassoCom Ltd
  2. A.T. MICRO LTD Εναγομένων ΚΑΙ ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 12/9/2005 Μεταξύ Emporiki Bank - Cyprus Ltd και άλλως πως γνωστή και ως «EMΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ - ΚΥΠΡΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ» Ενάγουσας - και -
  3. TAMASSOSCOM LTD Άλλως γνωστή και ως ΤamassoCom Ltd
  4. A.T. MICRO LTD Εναγομένων Ημερ.: 28 Δεκεμβρίου 2007 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Πετρίδου για Τ. Παπαδόπουλος και Συνεργάτες Για Εναγόμενο 1: κ. Ε. Λουκά για Κ. Καλλής και Δ. Καλλής Για Εναγόμενη 2: Καμιά εμφάνιση Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αγωγή της η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως το ποσό των Λ.Κ.1.100 συν τόκους προς 9% ετησίως από 2-7-
  5. Το ποσό αυτό προέρχεται από επιταγή την οποία η Εναγόμενη 1 εξέδωσε προς όφελος της Εναγόμενης 2 εταιρείας η οποία κατ' ισχυρισμό την οπισθογράφησε προς όφελος της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος Κύπρου Α.Ε. δυνάμει μεταξύ τους συμφωνίας προεξόφλησης επιταγών. Η εν λόγω τράπεζα παρουσίασε την επιταγή στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ, επί της οποίας και είχε εκδοθεί, πλην όμως αυτή επιστράφηκε απλήρωτη λόγω ανάκλησης πληρωμής (stop payment). Η αγωγή καταχωρίστηκε στις 16-9-03 από την Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ προς την οποία είχαν μεταβιβαστεί οι τραπεζικές εργασίες την 1-8-01 βάσει γνωστοποίησης σύμφωνα με το άρθρο 3

(1)του Περί Μεταβίβασης Τραπεζικών Εργασιών και Εξασφαλίσεων Ν.64
(1)/97 η οποία δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας (Τεκμήριο 3). Στην τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης της (ημερ. 20.6.06) η Εναγόμενη 1 προέβαλε τη δική της εκδοχή όσον αφορά τα γεγονότα εν σχέσει με την έκδοση της επιταγής. Βασικός ισχυρισμός της είναι ότι η επιταγή είχε διγραμμιστεί και ότι η Εναγόμενη 2 δεν της παρέδωσε ποτέ τα εμπορεύματα για τα οποία είχε δοθεί η επιταγή με αποτέλεσμα να ανακαλέσει την πληρωμή της (stop payment). Η Εναγόμενη 1 ισχυρίζεται επίσης πως η Εναγόμενη 2 ενήργησε δολίως επειδή οπισθογράφησε την επίδικη επιταγή και την παρέδωσε στην Ενάγουσα αντί να την καταθέσει στο δικό της λογαριασμό ως προνοούσε η διγράμμιση και η μεταξύ τους συμφωνία, ότι το έπραξε αυτό γνωρίζοντας για την ανάκληση της πληρωμής και ότι αυτός ήταν ο στόχος της εξαρχής, δηλαδή να χρησιμοποιήσει την επιταγή οπισθογραφώντας την προς όφελος της Ενάγουσας για να εξοφλήσει μέρος των χρεών της. Η Εναγόμενη 1 αποδίδει δόλο και/ή αμέλεια και στην Ενάγουσα επειδή παρέλειψε να προβεί στην απαιτούμενη λογική έρευνα, επειδή αδιαφόρησε για τη διγράμμιση η οποία έδιδε δικαίωμα στην Εναγόμενη 2 μόνο να εξαργυρώσει η ίδια την επιταγή και ή να την καταθέσει στο λογαριασμό της και τέλος επειδή δέχθηκε την οπισθογράφηση χωρίς να έχει εξουσιοδότηση προς τούτο. Βασικά η Εναγόμενη 1 προβάλλει τη θέση (παρ. 5 και 6 της υπεράσπισης) πως με τη διγράμμιση η εντολή της προς την τράπεζα της ήταν όπως πληρωθεί η επιταγή στην κατονομαζόμενη Εναγόμενη 2 και όχι προς άλλο πρόσωπο και επίσης ότι με τη διγράμμιση καθόρισε και την Τράπεζα από την οποία θα έπρεπε να πληρωθεί η επιταγή. Με ανταπαίτηση που έχει καταχωρίσει η Εναγόμενη 1 αξιώνει διάταγμα όπως η επίδικη επιταγή ημερ. 30-6-01 ακυρωθεί. Μαρτυρία Για να αποδείξει την υπόθεση της η Ενάγουσα κάλεσε ως μοναδική μάρτυρα την κα Αικατερίνη Κουτσούγερα (Μ.Ε.), Υπεύθυνη του Τμήματος Εμπλοκών. Η Εναγόμενη 1 κάλεσε επίσης ως μοναδικό μάρτυρα υπεράσπισης το διευθυντή της κ. Χριστάκη Θεοδώρου (Μ.Υ.). Για την Εναγόμενη 2 αν και αρχικώς καταχωρίστηκε εμφάνιση από τον Επίσημο Παραλήπτη, εν τούτοις στη συνέχεια αυτή δεν εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο με αποτέλεσμα η υπόθεση να προχωρεί παράλληλα εναντίον της για απόδειξη. Αξιολόγηση μαρτυρίας - Ευρήματα Παρακολούθησα με κάθε δυνατή προσοχή τους μάρτυρες κατά την προφορική τους μαρτυρία και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την αξιοπιστία και μαρτυρία τους έχοντας υπόψιν τη συνολική τους εικόνα και τα όσα ανέφεραν σε συνδυασμό με τα έγγραφα που παρουσιάστηκαν. Βεβαίως αρκετά από τα γεγονότα παραμένουν αναμφισβήτητα μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένου 1 και αναντίλεκτα όσον αφορά την Εναγόμενη
  1. Θα προχωρήσω στην παράθεση τέτοιων γεγονότων και στο κατάλληλο στάδιο θα γίνει αναφορά και σε τυχόν αμφισβητούμενα γεγονότα. Μέσα από την ΄Εκθεση Υπεράσπισης της η Εναγόμενη 1 παραδέχεται ότι η Ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, νομίμως εγγεγραμμένη στην Κύπρο, με έδρα τη Λευκωσία. Το Τεκμήριο 5 αποτελεί συμφωνία μεταξύ της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. και της Εναγόμενης 2, ημερ. 25-8-
  2. Βασική πρόνοια της ήταν η χορήγηση πιστώσεων και/ή δανείων και/ή τραπεζικών διευκολύνσεων σε τρεχούμενο λογαριασμό. Στις 19-2-99 μεταξύ των ιδίων υπεγράφη και το Τεκμήριο 6 το οποίο αποτελεί Συμπληρωματική Σύμβαση. Βασικές πρόνοιες αυτής ήταν η δυνατότητα παροχής πιστοδότησης προς την Εναγόμενη 2, η οποία (πιστοδότηση) συνίστατο σε προεξόφληση μεταχρονολογημένων επιταγών που θα εκδίδοντο από πελάτες της εν λόγω εταιρείας, θα οπισθογραφούντο δεόντως και θα κρατούντο από την Τράπεζα ως εξασφάλιση της πιστοδότησης. Η Τράπεζα δεν ήταν υποχρεωμένη σε περίπτωση μη τιμήσεως επιταγής να προβεί τη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον εκδότη ή οπισθογράφου, αλλά εάν έπραττε κάτι τέτοιο τότε η Εναγόμενη 2 ευθύνετο για την πληρωμή των δικαστικών εξόδων. Οι προεξοφλούμενες επιταγές θα κατατίθεντο προς είσπραξη στο λογαριασμό της Εναγόμενης 2 κατά την ημερομηνία προεξόφλησης. Όπως αναφέρει στην Υπεράσπιση της η Εναγόμενη 1 κατά πάντα ουσιώδη χρόνο η ίδια ασχολείτο με την πώληση, επιδιόρθωση και εμπορία ηλεκτρονικών υπολογιστών. Προφορικώς ο Μ.Υ εξήγησε πως η σχέση της με την Εναγόμενη 2 ήταν αυτή του πελάτη - προμηθευτή. Ήταν η θέση του πως εντός των πλαισίων αυτών η Εναγόμενη 2 προσπαθούσε να εξεύρει πελάτες και τους επισκέφθηκε αναζητώντας αντιπροσώπους για κάποιο λογισμικό πρόγραμμα το οποίο ετοίμαζε. Συγκεκριμένα ο ίδιος είχε συνάντηση με κάποιο πωλητή της Εναγόμενης 2, ήτοι τον Ευάγγελο Σάλτα και μαζί κατέληξαν σε συμφωνία όπως η Εναγόμενη 2 τοποθετήσει στο κατάστημα της (Εναγόμενης 1) πέντε λογισμικά πακέτα προς Λ.Κ.200 το καθένα (συν Φ.Π.Α). Επειδή ο ίδιος ο Μ.Υ. είχε κάποιες επιφυλάξεις κατά πόσο θα μπορούσε να τα πωλήσει στην περιοχή σε εύλογο χρόνο, ζήτησε από τον Σάλτα και συμπεριέλαβε όρο στην παραγγελία ότι αν μέχρι τις 20-6-01 δεν πωλούντο θα τους επέστρεφαν τα πακέτα με ταυτόχρονη επιστροφή της επιταγής από την Εναγόμενη
  3. Η συμφωνία αυτή έγινε πριν τις 8-2-01 και τα εμπορεύματα, βάσει των συμφωνηθέντων, θα παρεδίδοντο μετά τις 15-3-01 με απώτατο όριο τις 20-6-01, που είχε επίσης συμφωνηθεί ότι εάν μέχρι τότε δεν επωλείτο κανένα πρόγραμμα θα επιστρέφετο η επιταγή. Παρακολουθώντας τον Μ.Υ. στο εδώλιο πρέπει να παρατηρήσω πως τον θεωρώ αξιόπιστο και ειλικρινή μάρτυρα. Δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις και η μαρτυρία του δεν έχει κλονιστεί κατά την αντεξέταση του. Πέραν της καλής εντύπωσης, τα όσα ανέφερε επιβεβαιώνονται πλήρως και από το περιεχόμενο του Δελτίου Παραγγελίας υπ' αρ. 4127 της Εναγόμενης 2, ημερ. 8-2-01, το οποίο και παρουσίασε ο ίδιος ως Τεκμήριο
  4. Σ' αυτό αναφέρονται τα εξής: «Delivery: Μετά την 15/3/01 Payment: Ε/γή 20/6/01 No23057554 Comments: Σε περίπτωση που έως 20/6/01 δεν έχει πουληθεί κανένα θα επιστραφεί η επ/γή.» Ως Τεκμήριο 10 παρουσιάστηκε η αναγραφόμενη στο Τεκμήριο 14 επιταγή υπ' αρ. 23057554 ημερ. 30-6-01 για Λ.Κ.1.100 την οποία εξέδωσε η Εναγόμενη 1 επ' ονόματι της Εναγόμενης 2, πράγμα που επίσης επιβεβαιώνει την εκδοχή του για τα διαδραματισθέντα. Η επιταγή είναι οπισθογραφημένη από την Εναγόμενη 2 εν λευκώ πράγμα που φαίνεται από τη σφραγίδα της εν λόγω εταιρείας και την αντίστοιχη υπογραφή επ' αυτής. Αυτό αμφισβητήθηκε από την Εναγόμενη 1 μόνο με μια γενική άρνηση στην ΄Εκθεση Υπεράσπισης και στην αγόρευση του κ. Λουκά. Σε άλλο σημείο στην ΄Εκθεση Υπεράσπισης αποτελεί ισχυρισμό τον οποίο αποδέχεται, ήτοι στις παραγράφους που τιτλοφορούνται «Λεπτομέρειες δόλου της Εναγόμενης 2» και «Λεπτομέρειες δόλου και/η αμέλειας της Ενάγουσας» και αφετέρου δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση της Μ.Ε. Σε κανένα σημείο δεν υποβλήθηκε στη Μ.Ε. πως η επιταγή δεν έχει οπισθογραφηθεί. Αντιθέτως προς τη Μ.Ε. υποβλήθηκαν ερωτήσεις για την ημερομηνία της οπισθογράφησης, που ήταν και το μοναδικό θέμα για το οποίο υπήρχε διαφορετική άποψη. Ως προς αυτό το σημείο δέχομαι ως αξιόπιστη τη θέση της Μ.Ε. ότι η επιταγή οπισθογραφήθηκε προ ή κατά την 26-3-01 από την Εναγόμενη 2 προς όφελος της Ενάγουσας. Εξάλλου πρέπει να σημειωθεί πως ούτε για την επιστολή Τεκμήριο 7, στην οποία η Εναγόμενη 2 αναφέρεται σε παράδοση της επιταγής οπισθογραφημένης προς διαταγή της Ενάγουσας, υπήρξε οποιαδήποτε αμφισβήτηση. Αυτό δε το Τεκμήριο 7 σε συνδυασμό με την σφραγίδα και υπογραφή στο πίσω μέρος της επιταγής επιβεβαιώνει την πρόθεση οπισθογράφησης προς την Ενάγουσα, όπως και έγινε. Επισημαίνεται δε, πως σύμφωνα με το άρθρο 91
(2)του Κεφ. 262 όταν απαιτείται από το Νόμο αυτόν η υπογραφή εγγράφου από νομικό πρόσωπο, είναι αρκετό αν το έγγραφο σφραγιστεί με τη σφραγίδα του νομικού προσώπου, πράγμα που επίσης έγινε στην παρούσα και δεν αμφισβητείται. Το Τεκμήριο 7 αποτελεί το Πινάκιο Προεξόφλησης Επιταγών στο οποίο περιλαμβάνεται και η επίδικη επιταγή με άλλες επιταγές που είχε παραδώσει η Εναγόμενη 2 κατά την ίδια ημερομηνία. Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 7 στις 26-3-01 η Εναγόμενη 2 παρέδωσε την επιταγή στην Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. συμπληρώνοντας τα αναγκαία έντυπα (Τεκμήριο 7) και ζητώντας προεξόφληση με βάση τις μεταξύ τους συμφωνίες. Με βάση τον όρο 3 του Τεκμηρίου 6 η Τράπεζα είχε την εξουσία να καθορίζει το ύψος της πιστοδότησης. Εξ όσων προκύπτει από τη μαρτυρία της Μ.Ε. και επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο 7 η Τράπεζα προεξοφλούσε τις επιταγές παρέχοντας πίστωση για το 85% της κάθε επιταγής. Το υπόλοιπο 15% κατακρατείτο και θα πιστώνετο αργότερα με την εξαργύρωση των επιταγών. Στα πλαίσια των συμφωνιών η εν λόγω τράπεζα άνοιξε προς όφελος της Εναγόμενης 2 το λογαριασμό υπ' αρ. 84041076 ο οποίος αποκαλείται «λογιαριασμός προεξόφλησης» και το λογαριασμό υπ' αρ. 83954159 ο οποίος αποκαλείται «λογαριασμός υπέρ αναλήψεως». ΄Ετσι στις 26-3-01 ο λογαριασμός προεξόφλησης χρεώθηκε με το ποσό των Λ.Κ.935 δηλαδή με το 85% της αξίας της επιταγής και αντιστοίχως πιστώθηκε κατά την ίδια ημερομηνία ο λογαριασμός υπέρ αναλήψεως της Εναγόμενης 2 με το ίδιο ποσό. Να σημειωθεί πως το ποσό - ως εξηγείται στην κατάσταση του Τεκμηρίου 7 - συμπεριλαμβάνεται στις εγγραφές του ποσού Λ.Κ.5344,33 επειδή η επίδικη επιταγή είχε κατατεθεί με άλλες επιταγές για προεξόφληση. Σχετική είναι η κατάσταση του λογαριασμού υπέρ αναλήψεως, δηλαδή το Τεκμήριο 8.
  1. Η Εναγόμενη 1 παραδέχεται ότι η επιταγή είχε εκδοθεί ως μεταχρονολογημένη με ημερομηνία πληρωμής την 30-6-
  2. Στις 2-7-01 η Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κατέθεσε την επιταγή και την παρουσίασε στην Τράπεζα επί της οποίας είχε εκδοθεί, προς εξαργύρωση. Η Τράπεζα Κύπρου στις 6-7-01 επέστρεψε απλήρωτη την επιταγή με την ένδειξη «STOP PAYMENT". Ως εκ τούτου η Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. χρέωσε την επιταγή για το ποσό των Λ.Κ.1.100 στο λογαριασμό υπέρ αναλήψεως (αρ. 83954159) που διατηρούσε η Εναγόμενη
  3. Το Τεκμήριο 9 και η πρώτη εγγραφή ημερομηνίας 6-7-01 είναι σχετική. Ο λογαριασμός αυτός (ο οποίος έλαβε το νέο αριθμό 45340000911-9) παρουσίαζε στις 8-10-07 χρεωστικό υπόλοιπο Λ.Κ.180.262,15 μέρος του οποίου είναι και το ποσό της επίδικης επιταγής. Να σημειωθεί ότι η προεξόφληση της επιταγής από την Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. δεν έχει αμφισβητηθεί από τον Εναγόμενο
  4. Πέραν της μη αμφισβήτησης για το θέμα της προεξόφλησης πρέπει να πω πως θεωρώ την Μ.Ε. ως αξιόπιστη και ειλικρινή μάρτυρα σχετικά με τα έγγραφα που παρουσίασε και τα γεγονότα στα οποία αναφέρθηκε. Σημειώνω πως για όσα εξ αυτών δεν είχε προσωπική γνώση δεν δίστασε να το αναφέρει και αυτό βεβαιώνει την έλλειψη πρόθεσης παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Τα Τεκμήρια 8, 9 και 12 συνιστούν αντίγραφα καταστάσεων λογαριασμού των οποίων τα πρωτότυπα έχουν σταλεί στην πελάτιδα τους, Εναγόμενη
  5. Συνοδεύονται όλες από πιστοποιητικά υπογεγραμμένα από την ίδια τη Μ.Ε. βάσει του άρθρου 35
(3)του Κεφ.
  1. Κατά την αντεξέταση της αλλά και στη γραπτή δήλωση της εξήγησε με ικανοποιητικό και πειστικό τρόπο τη διαδικασία τήρησης και φύλαξης των στοιχείων αυτών στο ηλεκτρονικό σύστημα της Ενάγουσας. Δεν θεωρώ ότι έχει κλονιστεί η μαρτυρία αυτή λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν αμφισβητήθηκαν οι καταστάσεις αυτές. Δέχομαι πως τα συγκεκριμένα τεκμήρια αποτελούν μέρος του αρχείου της ενάγουσας και αξιολογώντας τα σε συνδυασμό με την προφορική της μαρτυρία αλλά και τις παραδοχές του Εναγόμενου 1 καταλήγω πως όλες οι περιεχόμενες καταγραφές και στοιχεία είναι ορθά. Η Εναγόμενη 1 προέβαλε τον ισχυρισμό πως η επιταγή ήταν διγραμμισμένη και συνεπώς δεν δικαιούτο η Ενάγουσα να την προεξοφλήσει μετά από οπισθογράφηση της Εναγόμενης
  2. Η Μ.Ε. αρνήθηκε κάτι τέτοιο αλλά πρέπει να παρατηρήσω πως πράγματι στην αριστερή πάνω γωνιά του εγγράφου της επιταγής υπάρχουν δύο παράλληλες γραμμές και μεταξύ αυτών αναγράφεται το "& Co". Το κατά πόσο αυτό συνιστά ορθή ή όχι διγράμμιση και ποιες οι συνέπειες της μιας ή της άλλης περίπτωσης είναι θέμα νομικό, με το οποίο θα ασχοληθώ σε μεταγενέστερο στάδιο. Σημειώνεται πάντως από τη μαρτυρία της Μ.Ε. πως η Ενάγουσα Τράπεζα δεν αντιλήφθηκε αυτές τις γραμμές, δεν έδωσε οποιαδήποτε σημασία και πάντως δεν τις εξέλαβε ως διγράμμιση επιταγής. Από τη μαρτυρία του Μ.Υ έχει επίσης παραμείνει αναντίλεκτο και αποτελεί εύρημα μου πως η Εναγόμενη 2 ουδέποτε τους παρέδωσε τα συμφωνηθέντα εμπορεύματα. Παράλληλα αρνήθηκε να επιστρέψει την επίδικη επιταγή οπότε στις 26-6-01 ο Μ.Υ., μη έχοντας άλλη επιλογή προέβη σε ανάκληση της πληρωμής της δίδοντας προς τούτο σχετικές οδηγίες προς την Τράπεζα επί της οποίας είχε εκδοθεί (δηλ. την Τράπεζα Κύπρου). Το Τεκμήριο 13 είναι διπλοσυστημένες επιστολές ημερ. 17-3-03 και 17-7-03 τις οποίες οι συνήγοροι της Ενάγουσας απέστειλαν προς τις Εναγόμενες 1 και 2 αντιστοίχως ζητώντας την καταβολή του ποσού της επιταγής, συν τόκους και έξοδα. Ο Μ.Υ. παραδέχθηκε ότι παρέλαβε την εν λόγω επιστολή, πράγμα που επιβεβαιώνεται και από την υπογραφή της ταχυδρομικής κάρτας στις 13-4-
  3. Σημειώνω πως δεν έχει προσφερθεί άλλη μαρτυρία από πλευράς Ενάγουσας για τυχόν προγενέστερη ειδοποίηση των Εναγομένων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σύμφωνα με το σύγγραμμα ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ του Ι. ΒΕΛΕΝΤΖΑ, εκδ. 1992, σελ. 259 η χρηματοδοτική ανάληψη απαιτήσεων ή πρακτορεία επιχειρηματικών απαιτήσεων (σύμβαση Factoring) είναι η σύμβαση μεταξύ μιας χρηματοδοτικής εταιρείας δηλ. του αναλήπτη και μιας επιχείρησης, με την οποία συμφωνείται όπως ο αναλήπτης αναλάβει απαιτήσεις που έχει η επιχείρηση κατά πελατών της από τη διάθεση εμπορευμάτων ή την παροχή υπηρεσιών. Ο αναλήπτης διαχειρίζεται αυτές τις απαιτήσεις, δηλαδή τις εισπράττει, συνήθως τις προεξοφλεί και ανάλογα με τη συμφωνία αναλαμβάνει τον κίνδυνο μη φερεγγυότητας των πελατών της επιχείρησης. Η συμφωνία προεξόφλησης στην οποία προέβη η Ενάγουσα Τράπεζα ανήκει σ' αυτή τη γενικότερη κατηγορία χρηματοδοτικής ανάληψης απαιτήσεων και ενόψει της εμπλοκής επιταγής και ιδιαίτερα ενόψει της δέουσας οπισθογράφησης της προς την Τράπεζα, τυγχάνει εφαρμογής ο Περί Συναλλαγματικών Νόμος, Κεφ.
  4. Όπως αναφέρεται στο σύγραμμα «ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΠΙΤΑΓΗ» του Χρ. Λουκά, 2η εκδ., Τομ. 1, σελ. 528 «εάν προτού καταστεί πληρωτέα, πληρωθεί από την Τράπεζα, η πληρωμή θεωρείται απλώς προεξόφληση (discounted),και δεν αποσβένεται η εκ της επιταγής ενοχή» (βλ. και Halsbury´s Laws of England, 3η εκδλ., Τομ. 3 παρ.401). Σύμφωνα με το άρθρο 73 του Κεφ. 262 όλες οι διατάξεις του Νόμου αυτού που εφαρμόζονται σε συναλλαγματική πληρωτέα εν όψει εφαρμόζονται και σε επιταγή. Κατ' αναλογία λοιπόν επιταγή πληρωτέα σε διαταγή διαπραγματεύεται με οπισθογράφηση του κατόχου η οποία συμπληρώνεται με παράδοση, πράγμα που στην παρούσα περίπτωση έχει γίνει από την Εναγόμενη 2 προς την Ενάγουσα (άρθρο 31
(3)). Όπως προνοείται στο άρθρο 32(α) για να ισχύει η οπισθογράφηση ως διαπραγμάτευση θα πρέπει να γράφεται επί της ίδιας της επιταγής και να υπογράφεται από τον οπισθογράφο. Συγκεκριμένα «η απλή υπογραφή του οπισθογράφου επί της συναλλαγματικής, χωρίς πρόσθετες λέξεις, είναι επαρκής». Σύμφωνα με το άρθρο 34 η οπισθογράφηση εν λευκώ δεν καθορίζει αυτόν υπέρ του οποίου γίνεται η οπισθογράφηση, ενώ αντιθέτως η ειδική οπισθογράφηση ορίζει το πρόσωπο στο οποίο ή σε διαταγή του οποίου η επιταγή είναι πληρωτέα. Στην εξεταζόμενη περίπτωση η Εναγόμενη 2 οπισθογραφώντας την επιταγή δεν καθόρισε οποιοδήποτε πρόσωπο και με τον τρόπο αυτό κατέστη πληρωτέα στον κομιστή. Η οπισθογράφηση ήταν έγκυρη σύμφωνα με τα ευρήματα που προηγήθηκαν. Ως κάτοχος της επιταγής η Ενάγουσα είχε το δικαίωμα να εγείρει αγωγή στο όνομα της και ως κάτοχος κατά τον προσήκοντα τρόπο (holder in due course) κατέχει την επιταγή απαλλαγμένη από οποιοδήποτε ελάττωμα στον τίτλο των προηγούμενων μερών, καθώς επίσης και από απλές προσωπικές υπερασπίσεις άλλων μερών. Δύναται δε να επιβάλει πληρωμή εναντίον όλων των μερών που ευθύνονται στην επιταγή (άρθρο 38(α)(β)). (βλ. Midland Bank Ltd v. RV Harris Ltd
(1963)2 All E.R. 685 και Barclays Bank Ltd v. Astley Industrial Trust Ltd
(1970)1 All. E.R. 719). Όπως εξηγείται στο σύγγραμμα ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΠΙΤΑΓΗ, ανωτέρω, Τομ. 1 σελ. 139, αυτό οφείλεται «στην αυτοτέλεια του δικαιώματος του εκάστοτε κομιστή της επιταγής με την έννοια ότι το πρόσωπο που αποκτά την επιταγή με οπισθογράφηση εξασφαλίζει δικαίωμα ανεξάρτητο από εκείνο του μεταβιβάζοντος». Με βάση το άρθρο 30
(2)ο κάτοχος επιταγής θεωρείται εκ πρώτης όψεως ως κάτοχος κατά προσήκοντα τρόπο (holder in due course) και οι Εναγόμενοι 1 και 2 στην παρούσα δεν κατάφεραν να καταρρίψουν την τυπική νομιμοποίηση της Ενάγουσας ως δικαιούχου εξ οπισθογραφήσεως. Πέραν αυτού όμως η Ενάγουσα έχει επίσης καταστεί σύμφωνα με το άρθρο 27 του Κεφ. 262 και κάτοχος για αξία (holder for value), τόσο επειδή έδωσε αξία για την επιταγή καταβάλλοντας χρήματα, όσο και επειδή είχε δικαίωμα επίσχεσης επ' αυτής βάσει της συμπληρωματικής συμφωνίας (Τεκμήριο 6). Ως κάτοχος για αξία έχει επίσης το δικαίωμα αναγωγής εναντίον όλων των προηγηθέντων μερών δηλαδή και του εκδότη και του οπισθογράφου. Δεν πρόκειται εδώ για την περίπτωση τράπεζας που απλώς ενεργεί ως αντιπρόσωπος του πελάτη για την είσπραξη επιταγής αλλά για τράπεζα που έλαβε την επιταγή με οπισθογράφηση δίδοντας αντάλλαγμα σε συγκεκριμένο λογαριασμό της οπισθογράφου Εναγόμενης 2, έστω και αν δεν επρόκειτο για ολόκληρο το ποσό της κάθε επιταγής. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα BYLES ON BILLS OF EXCHANGE (ανωτέρω) σελ. 119: «If a party pays it before maturity he purchases it, and is in the same situation as if he had discounted it". H προεξόφληση επιταγών έστω και σε χαμηλότερο ποσό από ότι η αξία τους δεν εμποδίζει την τράπεζα να διεκδικήσει ολόκληρη την αξία τους. Όπως αναφέρεται στο PAGET'S LAW OF BANKING (ανωτέρω) σελ. 492: "Pledge and discount The dividing line between the pledge of a bill or note and its absolute transfer, equivalent to discount, is sometimes difficult to draw. The presumption in all cases of negotiation is in favour of absolute transfer, and this presumption is heightened when the transfer is by indorsement. In this case the holder is entitled to the full amount irrespective of the value he gave;" Ακόμα και αν η Τράπεζα έχει χρεώσει το λογαριασμό πελάτη της με το ποσό επιταγής που έχει επιστραφεί διατηρεί το δικαίωμα να εναγάγει τον εκδότη ή οιονδήποτε οπισθογράφο (βλ. Royal Bank of Scotland v. Tottenham
(1894)2 Q.B.715. Διγράμμιση Περί της διγράμμισης επιταγής προνοεί το άρθρο 76 του Κεφ. 262 το οποίο έχει ως εξής: «76
(1)΄Οταν η επιταγή φέρει εγκαρσίως ή καθέτως της πρόσθιας όψης αυτής προσθήκη- (α) των λέξεων «και συντροφιά» ή οποιαδήποτε σύντμησή μεταξύ δύο παράλληλων εγκάρσιων γραμμών, είτε με είτε χωρίς τις λέξεις «μη διαπραγματεύσιμη» ή (β) απλώς, δύο παράλληλων εγκάρσιων γραμμών, είτε με είτε χωρίς τις λέξεις «μη διαπραγματεύσιμη», η προσθήκη αυτή συνιστά διγράμμιση και η επιταγή είναι γενικά διγραμμισμένη.
(2)Όταν η επιταγή φέρει εγκαρσίως ή καθέτως της πρόσθιας όψης αυτής προσθήκη του ονόματος τραπεζίτη, είτε με είτε χωρίς τις λέξεις «μη διαπραγματεύσιμη», η προσθήκη αυτή συνιστά διγράμμιση και η επιταγή είναι διγραμμισμένη ειδικά και για τον τραπεζίτη αυτό.» ΄Οπως προκύπτει από το σύγραμμα BYLES ON BILLS OF EXCHANGE, 24η έκδ. σελ. 241, το απαραίτητο συστατικό στοιχείο της διγράμμισης είναι οι δύο παράλληλες γραμμές και όχι οι λέξεις που δυνατόν να αναγράφονται μεταξύ τους. Αναφέρεται συγκεκριμένα: «The words "and Co." are in accordance with the terms of this section not essential part of a general crossing; the two transverse lines drawn across the face of a cheque are by themselves sufficient to constitute such a crossing." Είναι σαφές από το άρθρο 76 πως η διγράμμιση διακρίνεται σε γενική και ειδική αναλόγως της αναφοράς σε συγκεκριμένο τραπεζίτη. Όπως εξηγείται στο σύγγραμμα «ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΠΙΤΑΓΗ, Χρ. Λουκά, 2η εκδ. Τομ. 2, σελ. 196: «Με τη διγράμμιση, ......... ο εκδότης δίνει εντολή στην τράπεζα του να πληρώσει την επιταγή σε άλλη τράπεζα εάν είναι γενική διγράμμιση, ή σε συγκεκριμένη τράπεζα εάν είναι ειδική.» Όπως εξηγείται στον Τόμο 1 σελ. 362 είναι δυνατό, «για να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση, να προστεθούν μεταξύ των παράλληλων γραμμών οι λέξεις «και Σία», ή άλλος ισοδύναμος όρος που συνήθως είναι οι λέξεις «& Co" ή "and Company". Η σημασία λοιπόν των διγραμμίσεων είναι πως ο κάτοχος της γενικά διγραμμισμένης επιταγής θα εισπράξει το ποσό μέσω οποιασδήποτε τράπεζας, ενώ εάν πρόκειται για ειδική διγράμμιση η επιταγή θα πληρωθεί στη συγκεκριμένη τράπεζα που καθορίζεται στη διγράμμιση. ΄Ετσι είναι σαφές πως το εδ.
(1)του άρθρου 76 αναφέρεται σε γενικά διγραμμισμένη επιταγή, ενώ το εδ.
(2)του ιδίου άρθρου σε ειδικά διγραμμισμένη. Εκείνο που έχει σημασία όμως είναι αφενός πως η προσθήκη των λέξεων «μη διαπραγματεύσιμη» ή «not negotiable" είναι απαραίτητη για να υφίσταται ειδική διγράμμιση και αφετέρου πως τέτοια διγράμμιση είναι η μόνη που έχει κάποιες συνέπειες επί της διαπραγματευσιμότητας της επιταγής. Όπως εξηγείται στο PAGET'S LAW OF BANKING (ανωτέρω) στη σελ. 218: «Apart from the "not negotiable" crossing, none of the authorized forms of crossing has any effect whatever on negotiability of the cheque". Και στη σελ. 219: «Apart from the "not negotiable" crossing, the whole purview and scope of the crossed cheques sections are for and against bankers and bankers only, affording the public through them a safer method of drawing cheques". Πρέπει να σημειωθεί πως ούτε η ίδια η προσθήκη των λέξεων «μη διαπραγματεύσιμη» (not negotiable) δεν καθιστά την επιταγή μη μεταβιβάσιμη. Αυτό προκύπτει από το εξής απόσπασμα του PAGET'S (ανωτέρω) στη σελ. 230: «The "not negotiable" crossing is often misunderstood, many people believing that a cheque so crossed is not transferable, but payable only to the payee through his banker. ..........................That effect is that the cheque remains transferable, but is deprived of the full character of negotiability. However honestly and for value a transferee may take it, he cannot acquire any better title to the cheque or its proceeds, or any better right against any prior party to it, than his transferor had. So long as there is no defect of title, or failure of consideration, the cheque may pass from hand to hand just as if it was an open cheque or a simply crossed cheque, and each successive holder acquires full rights and title theron." Με βάση όλα τα ανωτέρω είναι προφανές πως το επιχείρημα της υπεράσπισης ότι η επίδικη επιταγή δεν μπορούσε να μεταβιβαστεί διά οπισθογραφήσεως αλλά μόνο να κατατεθεί στο λογαριασμό της Εναγόμενης 2 δεν ευσταθεί . Ακριβώς από το τελευταίο απόσπασμα συνάγεται πως μόνο εάν η συγκεκριμένη επιταγή ήταν ειδικώς διγραμμισμένη με τις λέξεις «μη διαπραγματεύσιμη» (ή «not negotiable), θα μπορούσε η Εναγόμενη 2 να προβάλει απέναντι στην Ενάγουσα την έλλειψη αντιπαροχής. Συνέπειες ανάκλησης Απομένει βασικά να εξεταστούν οι τυχόν συνέπειες της ανάκλησης της επιταγής ως προς τον εξ οπισθογραφήσεως δικαιούχο δηλαδή την Ενάγουσα. Η εισήγηση ότι με την ανάκληση της επιταγής απαλλάσσεται από την ευθύνη ο εκδότης είναι αβάσιμη. Αυτό επειδή η επιταγή είναι αξιόγραφο και ένα από τα βασικά του χαρακτηριστικά είναι η αυτοτέλεια του δικαιώματος του εκάστοτε κομιστή. Ο νομιμοποιημένος κομιστής (holder in due course) έχει δικαίωμα να αξιώσει την πληρωμή της επιταγής ανεξαρτήτως της ανάκλησης της και δεν είναι δυνατό να προβληθούν εναντίον τέτοιου κομιστή ενστάσεις που μπορεί να αντιτάξει ο εκδότης κατά του αρχικού δικαιούχου. Στο σύγγραμμα «ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΠΙΤΑΓΗ», (ανωτέρω, Τομ. 2, σελ. 116) παρατίθεται από το Jone´s Studies on Practical Banking, 5η εκδ., σελ. 228-229 το εξής σχετικό απόσπασμα: «Η επιταγή αφού είναι συναλλαγματική, είναι συνήθως αξιόγραφο κι' αυτό τεκμαίρεται από το κείμενο του Νόμου. Αυτό σημαίνει ότι ο νομιμοποιημένος κομιστής αποκτά πλήρη τίτλο επί της επιταγής, έγκυρο έναντι όλων των προηγηθέντων μερών και εκτελεστό εναντίον του μέρους που έχει πρωταρχική ευθύνη, δηλαδή του εκδότη¨. Πολλοί πελάτες είναι της γνώμης ότι είναι αρκετό ν' ανακαλέσουν την επιταγή για να ακυρωθεί το έγγραφο. Δεν είναι, όμως, έτσι τα πράγματα. Οποιαδήποτε και νάναι η σχέση μεταξύ του εκδότη και του δικαιούχου - όπως ψευδείς παραστάσεις ή δόλος - η οποία δίνει στον εκδότη τη δυνατότητα ανάκλησης πληρωμής, εάν η επιταγή εξέλθει από τα χέρια του δικαιούχου, εάν δηλαδή μεταβιβασθεί σε τρίτο πρόσωπο υπό τέτοιες περιστάσεις που το καθιστούν νομιμοποιημένο κομιστή, το μέρος αυτό μπορεί να προχωρήσει εναντίον του εκδότη και ν' αξιώσει ολόκληρη την αξία του εγγράφου. Δεν τον ενδιαφέρουν οι διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα στα ούτω καλούμενα άμεσα μέρη (immediate parties) - εκδότη και δικαιούχο. Ο νομιμοποιημένος κομιστής που αποκτά την επιταγή συμπληρωμένη δεόντως και κανονική απ' όλες τις απόψεις, καλόπιστα, έναντι αξίας και προτού αυτή καταστεί ληξιπρόθεσμη (overdue) και χωρίς να γνωρίζει προηγούμενη εμφάνιση και άρνηση πληρωμής της επιταγής ή ελαττωματικότητα του τίτλου, έχει κάθε δικαίωμα να αξιώσει την πληρωμή της επιταγής». Δόλος και/ή αμέλεια της Ενάγουσας Όσον αφορά τους ισχυρισμούς για δόλο και/ή αμέλεια της Ενάγουσας πρέπει να σημειωθεί πως από τη μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί δεν προκύπτει τέτοια διαπίστωση. Αντιθέτως διαπιστώνεται ότι αυτή ενήργησε στα πλαίσια των συνηθισμένων εργασιών της και με καλή πίστη. Οι αντίστοιχοι ισχυρισμοί εναντίον της Εναγόμενης 2 ενδεχομένως να έχουν κάποια βάση αλλά θα έπρεπε να προωθηθούν είτε με ειδοποίηση συνεναγομένου είτε με ξεχωριστή αγωγή για να τύχουν εξέτασης. Τόκος Για το θέμα του τόκου κρίνω πως αυτό που δικαιούται η Ενάγουσα είναι νόμιμος τόκος μόνο αφού δεν έχει δικογραφηθεί η προωθηθεί υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων οποιαδήποτε άλλη εισήγηση. Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους είναι η κατάληξη μου πως η Ενάγουσα έχει αποδείξει την υπόθεση της εναντίον και των δύο Εναγομένων. Ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση υπέρ της και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυως και/η κεχωρισμένως για το ποσό των Λ.Κ.1.100 με νόμιμο τόκο συν έξοδα ως θα υπολογιστούν με νόμιμο τόκο από σήμερα και Φ.Π.Α. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται χωρίς ιδιαίτερη διαταγή για έξοδα αφού έχει συνεκδικαστεί με την αγωγή. (Υπ.) ............ Χ.Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.