← Κύπρος

Πανίκκου Παναγιώτου ν. Παναγιώτη Χρυσάνθου, Αρ. Αγωγής: 900/04, 11 Ιανουαρίου, 2007

Πανίκκου Παναγιώτου ν. Παναγιώτη Χρυσάνθου, Αρ. Αγωγής: 900/04, 11 Ιανουαρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:A1 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 900/04 Μεταξύ: Πανίκκου Παναγιώτου, Ενάγοντα, και Παναγιώτη Χρυσάνθου, Εναγόμενου. Ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 2.3.06 Μεταξύ: Πανίκκου Παναγή, Ενάγοντα, και Παναγιώτη Χρυσάνθου, Εναγόμενου. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 11 Ιανουαρίου,

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα: κ. Λ. Μουγής για Α. Μαθηκολώνη & Σία. Για Εναγόμενο: κ. Θ. Θωμά. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγοντας με την αγωγή του ζητά από τον Εναγόμενο το ποσό των £2.000, το οποίο του είχε δανείσει, μετά από δική του παράκληση, περί τον Ιούνιο του 2003 καθώς επίσης και τόκο 9% επί του συγκεκριμένου ποσού. Είναι η θέση του Ενάγοντα όπως καταγράφηκε στην Έκθεση Απαίτησής του ότι ο ίδιος και ο Εναγόμενος ήταν φίλοι και μετά από παράκληση του Εναγόμενου, τον Ιούνιο του 2003, του δάνεισε το ποσό των £2.000 με την προϋπόθεση ότι αυτός θα το επέστρεφε εντός 3 μηνών διαφορετικά το ποσό θα έφερε τόκο 9%. Παρά τις επανελειμμένες οχλήσεις του Ενάγοντα, ο Εναγόμενος δεν επέστρεψε οποιοδήποτε ποσό γι΄ αυτό και ο Ενάγοντας το ζητά με την παρούσα αγωγή. Ο Εναγόμενος αρνείται τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα και ισχυρίζεται στην Έκθεση Υπεράσπισής του ότι ήταν συνεργάτης με τον Ενάγοντα, δηλαδή ήταν ο επιστάτης στην εταιρεία του Ενάγοντα, με την ονομασία Καρπασιτοπούλλα. Είναι η θέση του ότι ο Ενάγοντας ουδέποτε τον δάνεισε οποιοδήποτε ποσό αλλά κατά διαστήματα του έδωσε το συνολικό ποσό των £1.400 ως φιλοδώρημα για τις υπηρεσίες του και/ή ως αμοιβή για τις υπερωρίες του. Είναι περαιτέρω η θέση του Εναγόμενου ότι δεν έγινε καμιά συμφωνία μεταξύ τους για την επιστροφή οποιουδήποτε ποσού αλλά ούτε και καθορίστηκε οποιοδήποτε ποσοστό τόκου. Αντίθετα, μετά την λήξη της συνεργασίας μεταξύ τους ο Ενάγοντας διαβεβαίωσε τον Εναγόμενο ότι δεν του όφειλε οποιοδήποτε ποσό. Ούτε και οχλήθηκε από τον Ενάγοντα για οποιαδήποτε οφειλή. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν τρεις μάρτυρες. Ο Ενάγοντας, Πανίκος Παναγή, (Μ.Ε.1) κατέθεσε πρώτος. Στη μαρτυρία του ανέφερε ότι ο Εναγόμενος δούλεψε στην εταιρεία του ως επιστάτης από τον Ιανουάριο μέχρι τον Αύγουστο του
  2. Τον Ιούνιο του 2003 του ζήτησε δανεικά λεφτά, του ίδιου προσωπικά, διότι θα πάντρευε την κόρη του, τα οποία του έδωσε σταδιακά. Στην αρχή £500, μετά ακόμη £500 και στη συνέχεια άλλες £500 ενώ τον Ιούνιο στο τέλος άλλες £
  3. Του έδωσε συνολικά £2.
  4. Ήταν η θέση του ότι τα λεφτά ήταν δανεικά και μετά τον Ιούνιο ο ίδιος ζητούσε επίμονα την επιστροφή αυτών των λεφτών από τον Ενάγοντα πλην όμως αυτός τον καθησύχαζε ότι θα του τα επέστρεφε. Μετά τον Αύγουστο του 2003 ο ίδιος ο Εναγόμενος του επιβεβαίωσε ότι δεν θα του επέστρεφε οποιοδήποτε ποσό για τον λόγο ότι τα λεφτά αυτά αφορούσαν τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις του. Όμως, επισκέφθηκε το 2004, μετά την καταχώρηση της αγωγής, το σπίτι των γονιών του και ανέφερε στο πατέρα του ότι ο Ενάγοντας ζητούσε τις £2.
  5. Κατά την αντεξέταση επέμενε στη θέση του ότι ο ίδιος προσωπικά του είχε δανείσει τα λεφτά ως άτομο και όχι η εταιρεία του. Του έδινε μετρητά, £500 την κάθε φορά. Τέσσερεις

(4)βδομάδες ανά £500 ενώ τους μισθούς του Εναγόμενου του τους πλήρωνε με επιταγές. Ερωτηθείς ανέφερε ότι δεν θυμόταν τις ημερομηνίες που δάνεισε τα συγκεκριμένα λεφτά. Του τα ζητούσε ο Εναγόμενος το πρωί και του τα έπαιρνε στο εργοτάξιο το μεσημέρι. Αρχικά του έδωσε £500, ύστερα από μια, δύο εβδομάδες του έδωσε άλλες £500 και μετά από μια, δύο εβδομάδες άλλες £
  1. Σε διάστημα ενός μηνός και μιας βδομάδας περίπου του είχε δώσει το συνολικό ποσό των £2.
  2. Ισχυρίστηκε ότι όλο το προσωπικό του γνώριζε ότι είχε δανείσει στον Εναγόμενο αυτά τα λεφτά και ήταν η θέση του ότι είχε γίνει περίγελο. Αναφορικά με τον μισθό του Εναγόμενου ήταν η θέση του ότι τον πλήρωνε £250 την βδομάδα και το ποσό αυτό συμπεριλάμβανε και τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις του, τις οποίες θα κατέβαλλε ο ίδιος ο Εναγόμενος, γιατί ο Ενάγοντας ουσιαστικά αγόραζε υπηρεσίες μόνο για μικρό διάστημα, από τον Γεννάρη μέχρι τον Αύγουστο. Η πληρωμή γινόταν κάθε Παρασκευή και ήταν ανάλογη με την δουλειά του Εναγόμενου. Δεν ήταν ακριβώς £200 ο μισθός του μπορεί να ήταν και £
  3. Κάποτε εργαζόταν και υπερωρίες, ένα με δύο Σάββατα το μήνα για τα οποία πληρωνόταν επιπλέον ή λόγω του ότι αργούσε τακτικά τα πρωινά γινόταν ένα ισοζύγιο αναφορικά με τις ώρες που είχε εργαστεί. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι το ποσό των £1.400 αφορούσε υπερωρίες του Εναγόμενου ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι οι υπερωρίες του Εναγόμενου ήταν ελάχιστες και το ποσό που αναλογούσε σ΄ αυτές ήταν £
  4. Παρέθεσε τη θέση ότι τα λεφτά του τα ζήτησε ο Εναγόμενος, λόγω οικονομικών δυσκολιών, για να μπορέσει να παντρέψει την κόρη του και όχι για τις υπερωρίες του. Απέρριψε τη θέση του Εναγόμενου ότι τα λεφτά αφορούσαν και την καταβολή των Κοινωνικών Ασφαλίσεων γιατί η μεταξύ τους συμφωνία προϋπόθετε ότι ο Εναγόμενος θα έβαζε Κοινωνικές Ασφαλίσεις ως αυτοεργοδοτούμενος. Ήταν η θέση του ότι δεν τον νοιάζει για τις £2.000 αλλά τον ενόχλησε η έλλειψη ανθρωπιάς εκ μέρους του Εναγόμενου. Τελειώνοντας, ανέφερε ότι ο Εναγόμενος επισκέφθηκε και τον πατέρα του και τον παρακάλεσε να πείσει τον ίδιο να μην προχωρήσει με την υπόθεση στο Δικαστήριο. Επισκέφθηκε και το εργοτάξιο πολλές φορές για τον ίδιο σκοπό. Όμως, όπως ανέφερε επανελειμμένα, λόγω του ότι ο Εναγόμενος αθέτησε τον λόγο του θέλει τώρα και τους τόκους των λεφτών που του δάνεισε. Δεύτερος κατάθεσε ο πατέρας του Ενάγοντα Κυριάκος Παναγή (Μ.Ε.2), ηλικίας 80 χρονών, ο οποίος στη σύντομη μαρτυρία του ανέφερε ότι ο Εναγόμενος δούλευε στο γιό του, ο οποίος είναι εργολάβος οικοδομών. Τον Μάϊο του 2004 ο Εναγόμενος τον επισκέφθηκε στο σπίτι του και του ανέφερε ότι ο Ενάγοντας είχε λάβει εναντίον του δικαστικά μέτρα και τον παρακάλεσε να παρέμβει. Ήταν η θέση του ότι ο ίδιος ο γιος του του ανέφερε ότι έδινε με δόσεις των £200 και £300 δανεικά στον Εναγόμενο μέχρι που έγιναν £2.000 και ότι ο Εναγόμενος δεν του επέστρεψε το ποσό αυτό. Κατά την αντεξέταση επέμενε στη θέση του ότι ο γιος του δάνεισε στον Εναγόμενο £2.000 το Σεπτέμβριο του 2002 όταν άρχισε να εργάζεται στην εταιρεία του γιου του. Ήταν η θέση του ότι τον Εναγόμενο τον έβλεπε στις δουλειές του γιου του το πρωί, τις ώρες που πήγαινε ο ίδιος ένα γύρο στις δουλειές. Τελειώνοντας, ανέφερε ότι ο γιος του έδινε τα λεφτά στον Εναγόμενο, σε μετρητά, για να βάζει ο ίδιος Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Ο Εναγόμενος (Μ.Υ.1) κατέθεσε τ΄ ακόλουθα προς υποστήριξη της θέσης του. Ανέφερε ότι είναι αυτοεργοδοτούμενος εργολάβος οικοδομών από το
  5. Τον Ενάγοντα τον γνώρισε στον στρατό και ξαναβρέθηκαν αργότερα όταν ο ίδιος του ζήτησε να δουλέψει σαν επιστάτης με μεροκάματο £200 την εβδομάδα στις δουλειές του. Η συνεργασία άρχισε τέλος Αυγούστου με αρχές Σεπτεμβρίου 2002 και τέλειωσε τέλος Σεπτεμβρίου
  6. Δούλεψε στην εταιρεία του Ενάγοντα, την Καρπασιτοπούλλα, για περίπου 1 χρόνο. Ήταν η θέση του ότι ο Ενάγοντας τον πλήρωνε μετρητά £200 την βδομάδα ενώ όταν δούλευε Σάββατο του έδιδε και επιπλέον £
  7. Ο ίδιος δούλευε υπερωρίες καθημερινά 15-30 λεπτά και υπήρχαν μέρες που δούλευε και μέχρι τις 11 το βράδυ, ιδίως όταν ετοίμαζαν πεδιλοδοκούς. Ενώ τους άλλους εργάτες τους πλήρωνε £40 με £50, τους μαστόρους £60, ανάλογα με τις ώρες που δούλευαν υπερωρίες, ο Ενάγοντας έδιδε στον Εναγόμενο £20 - £
  8. Ήταν η θέση του ότι τα Χριστούγεννα του 2002 ο Ενάγοντας του έδωσε £500 για να λογιάσει την κόρη του με την υπόσχεση να του τις ξεπληρώσει αργότερα, στο τέλος. Όταν ο ίδιος ο Εναγόμενος προσφέρθηκε να εξοφλήσει το ποσό με αποκοπή από τον μισθό του, £50 την εβδομάδα, ο Ενάγοντας του ανέφερε ότι θα του έδινε και άλλα γιατί είχε βάλει σε τάξη τις δουλειές του. Μετά την παρέλευση δύο με τριών μηνών ο Ενάγοντας του ξαναέδωσε μετρητά άλλες £600 για το πάρτυ των αρραβώνων της κόρης του χωρίς οποιοδήποτε όρο και ο ίδιος αντιλήφθηκε ότι ήταν φιλοδώρημα. Δεν πήρε διπλό ή τριπλό μεροκάματο όπως οι Τουρκοκύπριοι. Του έδωσε και τρίτη φορά λεφτά, Απρίλιο ή Μάϊο 2003, μια επιταγή £140 και £60 μετρητά, στη γυναίκα του, και του ανέφερε ότι θα τα κανονίσουν στο τέλος. Ο ίδιος πάντοτε θεωρούσε ότι τα λεφτά αυτά αφορούσαν τις υπερωρίες και τα φιλοδωρήματά του αφού ο Ενάγοντας πλήρωνε στους Τουρκοκύπριους εργάτες διπλό μισθό όταν έκαναν πλάκα ενώ ο ίδιος δεν είχε οποιοδήποτε ωφέλιμα. Τον Αύγουστο κατά την διάρκεια των αδειών ήταν η θέση του Εναγόμενου ότι τον πλήρωσε μόνο για την εβδομάδα που εργάστηκε £250 και όχι για την εβδομάδα που ήταν με άδεια, όπως ο ίδιος του είχε ζητήσει. Του έδωσε μόνο £50 επιπλέον. Επειδή ξόδεψε τα λεφτά αυτά τηλεφώνησε στον Ενάγοντα, ο οποίος του έδωσε άλλες £
  9. Αρχές Σεπτεμβρίου τον ειδοποίησε ότι οι δουλειές θα τελείωναν και όντως σταμάτησε η συνεργασία τέλος Σεπτεμβρίου. Μετά το τέλος της συνεργασίας τους έβλεπε τον Ενάγοντα στο δρόμο και πήγαινε τακτικά στις δουλειές του και δανειζόταν εργαλεία. Μετά από καιρό και ενώ βρέθονταν του ανέφερε για τα συγκεκριμένα λεφτά και τον ρώτησε πότε θα του τα επέστρεφε. Τότε, ο ίδιος εκπλάγηκε και του ανέφερε ότι τα λεφτά αυτά αφορούσαν τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις του και τις υπερωρίες του ενώ του είπε ότι είχε λάβει μόνο £1.400 και όχι £2.
  10. Παραδέχθηκε ότι επισκέφθηκε τον πατέρα του Ενάγοντα για να του πει το παράπονό του ο οποίος του είπε ότι θα μιλούσε στον Πανίκο. Αντεξετασθείς ανέφερε ότι από το 1979 μέχρι το 1994 δούλευε με τους αδελφούς του στην εργοληπτική εταιρεία Αδελφοί Χρυσάνθου. Το 1994 ξεκίνησε τις δικές του δουλειές αφού έγραψε δική του εταιρεία, στην οποία δουλεύει μέχρι σήμερα. Όταν τον προσέγγισε ο Ενάγοντας ο ίδιος είχε δικές του δουλειές και συγκεκριμένα δύο κατοικίες που έπρεπε να τελειώσουν. Του προσέφερε μισθό £200 την βδομάδα και όταν θα δούλευε Σάββατο θα έπαιρνε £
  11. Ήταν η θέση του ότι δούλευε πολλές ώρες και δεν αργούσε τα πρωινά. Μόνο τρεις φορές άργησε και ο λόγος ήταν διότι το βράδυ είχε φύγει από την οικοδομή του Ενάγοντα στις 11:
  12. Ισχυρίστηκε ότι πολλές φορές εργάστηκε υπερωρίες, όταν ήταν υπό ανέγερση τέσσερις πολυκατοικίες. Ουδέποτε ζήτησε επιπλέον λεφτά και ουδέποτε τον πλήρωσε κανονικά ο Ενάγοντας για τις υπερωρίες του. Κάποτε του έδινε £30, κάποτε £20 για να πιεί μια μπύρα ενώ στους άλλους εργάτες έδινε από £40 μέχρι και £70 για την ίδια δουλειά. Ήταν η θέση του ότι ουδέποτε του ζήτησε δανεικά αλλά ότι ο ίδιος του προσέφερε τα λεφτά, τις πρώτες £500 στα λογιάσματα της κόρης του και τις άλλες £600 όταν τον κάλεσε στους αρραβώνες της κόρης του. Επέμενε στη θέση του ότι ο ίδιος πίστευε ότι ήταν ως φιλοδώρημα και για τις υπερωρίες του. Τα λεφτά αυτά του τα έδινε μετρητά. Όσον αφορά τον μισθό του, ήταν η θέση του, ότι ο Ενάγοντας εξέδιδε μια επιταγή την οποία ο ίδιος άλλαζε στη τράπεζα και πλήρωνε τους υπόλοιπους υπαλλήλους και τον εαυτό του σε μετρητά. Στη συνέχεια ανέφερε ότι πήγαιναν μαζί με τον Ενάγοντα στην τράπεζα και απέσυραν λεφτά για να πληρώνουν τους υπαλλήλους. Από αυτά του έδινε τα δανεικά. Ερωτηθείς, ανέφερε ότι η μεταξύ τους συμφωνία ήταν να πληρώνει ο Ενάγοντας τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις του κάθε τρεις μήνες. Ισχυρίστηκε, ότι αν τα λεφτά ήταν δανεικά ο Ενάγοντας θα έκοβε £50 από τον μισθό του, που ήταν £250, για να εξοφληθεί το χρέος του. Αν πάλι ήταν έναντι θα λογαριάζονταν πριν ο ίδιος αποχωρήσει από τις εργασίες του Ενάγοντα. Ενώ, στο τέλος της δουλειάς του ανέφερε ότι ήθελε τα λεφτά, ότι του τα χρωστούσε. Μετά την συμπλήρωση της μαρτυρίας, οι δικηγόροι προχώρησαν με τις αγορεύσεις τους και θεωρώντας ότι η υπόθεση θα κρινόταν από την αξιοπιστία των μαρτύρων ο καθένας προώθησε τη δική του άποψη. Ο δικηγόρος του Εναγόμενου αγορεύοντας ενώπιον του Δικαστηρίου παρέπεμψε στις αντιφάσεις που κατά την άποψή του υπήρχαν στη μαρτυρία του Ενάγοντα και υποστήριξε ότι ο Εναγόμενος εξήγησε πότε και για ποιο λόγο δόθηκε το ποσό των £1.
  13. Ο δικηγόρος του Ενάγοντα προώθησε τη θέση του ότι το ποσό των £2.000 αφορούσε δανεικά λεφτά τα οποία δόθηκαν στον Εναγόμενο κατά τον Ιούνιο του 2003 όταν ο Εναγόμενος είχε οικονομικές δυσκολίες. Ισχυρίστηκε, ότι όσον αφορά το ακριβές ποσό που δόθηκε στον Ενάγοντα αυτό είναι θέμα αξιοπιστίας. Όσον αφορά το ερώτημα κατά πόσο το ποσό που δόθηκε αφορά υπερωρίες ή φιλοδωρήματα ή δανεικά ήταν η θέση του, με παραπομπή στη μαρτυρία του Εναγόμενου, ότι ο ίδιος ο Εναγόμενος αντιλήφθηκε ότι ήταν για υπερωρίες από μόνος του και ότι ουδέποτε του αναφέρθηκε κάτι τέτοιο από τον Ενάγοντα. Το κατά πόσο τα λεφτά που δόθηκαν ήταν της εταιρείας ή του Ενάγοντα προσωπικά ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα εισηγήθηκε ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ότι τα λεφτά που δόθηκαν στον Εναγόμενο ήταν λεφτά της οποιασδήποτε εταιρείας. Σ΄ όλη τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω προσεκτικά τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιόν μου και ν΄ αξιολογήσω τη συμπεριφορά και τις αντιδράσεις τους. Είμαι σε θέση να πω ότι ο Πανίκος Παναγή, ο Ενάγοντας, μου έκανε σε γενικές γραμμές καλή εντύπωση αφού απαντούσε στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν με αμεσότητα διακατέχετο όμως από μια εμπάθεια προς το άτομο του Εναγόμενου. Προσπαθούσε να παρουσιάσει τα γεγονότα έτσι ώστε να έχουν θετική επίδραση στην θέση του. Δέχομαι τη μαρτυρία του στο μεγαλύτερό της μέρος. Όσον αφορά την μαρτυρία του πατέρα του Ενάγοντα (Μ.Ε.2), Κυριάκου Παναγή, το μεγαλύτερο μέρος της συνιστά εξ ακοής μαρτυρία στην οποία δεν μπορώ ν΄ αποδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα γιατί ο μάρτυρας αυτός άφησε το δικαστήριο με την εντύπωση ότι απλώς ήρθε στο δικαστήριο για να βοηθήσει τον υιό του και όχι γιατί γνώριζε πραγματικά τα γεγονότα. Επίσης, λόγω της ηλικίας του είπε ότι δεν θυμόταν. Ενώ στην συνέχεια είπε ακριβώς την ίδια ιστορία με τον Ενάγοντα. Θεωρώ ανασφαλές να βασιστώ στην μαρτυρία του για την εξαγωγή οποιονδήποτε συμπερασμάτων γιατί την θεωρώ μεθοδευμένη και φτιαχτή. Αντίθετα, ο Εναγόμενος (Μ.Υ.1) μου έδωσε την εντύπωση ότι απλώς προσπαθούσε ν΄ αποφύγει την αποπληρωμή του δανείου για δικούς του λόγους. Ενδεικτικά επισημαίνω το γεγονός ότι ο ίδιος παραδέχθηκε ότι ο Ενάγοντας του έδωσε το ποσό των £1.400, όταν είχε οικονομικές δυσκολίες, πλήν όμως ο ίδιος θεωρούσε ότι ήταν φιλοδώρημα χωρίς ποτέ ο Ενάγοντας να του πει ότι του τα δίνει χαριστικά. Κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι ο Ενάγοντας του είχε αναφέρει, στο τέλος της συνεργασίας τους, ότι τα λεφτά ήταν δανεικά και του τα χρωστούσε. Παράλληλα, κατά την κυρίως εξέτασή του ο ίδιος ανέφερε ότι ήταν μέρος της μεταξύ τους συμφωνίας, όταν εργοδοτήθηκε από τον Ενάγοντα, ότι θα πληρωνόταν £50 επιπλέον του μισθού του όταν εργαζόταν υπερωρίες, το Σάββατο, πράγμα που γινόταν. Όμως, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, ο Ενάγοντας του έδινε μειωμένο ποσό για τις υπόλοιπες υπερωρίες του. Επιπρόσθετα, ενώ αρχικά ήταν η θέση του ότι έπαιρνε μισθό £200 εβδομαδιαίως στην συνέχεια ανέφερε ότι έπαιρνε ποσό £250 εβδομαδιαίως ως αμοιβή. Η μαρτυρία του Εναγόμενου ήταν αντιφατική, ασαφής και υπερβολική. Προσπάθησε, ο Εναγόμενος να δικαιολογήσει την μη καταβολή του ποσού εισάγοντας το παράπονό του εναντίον του Ενάγοντα. Δεν την αποδέχομαι ως την πραγματική εκδοχή των όσων είχαν διαδραματιστεί. Με βάση τη μαρτυρία όπως την έχω αποδεχθεί βρίσκω ότι τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως εξής: Ο Ενάγοντας, λόγω του ότι εργοδοτούσε τον Εναγόμενο στην επιχείρησή του και λόγω του ότι ήταν ικανοποιημένος από την προσφορά του και την αφοσίωσή του δάνεισε σταδιακά ένα χρηματικό ποσό, πράγμα το οποίο παραδέχεται και ο Εναγόμενος. Ο Ενάγοντας λέει ότι του δάνεισε £2.000 και ο Εναγόμενος £1.
  14. Επειδή ο Ενάγοντας δεν του ανέφερε οτιδήποτε για την επιστροφή των λεφτών, κατά την περίοδο που ο Εναγόμενος εργαζόταν στην εταιρεία του, αλλά του έλεγε ότι τα κανόνιζαν στο τέλος ο ίδιος ο Εναγόμενος θεώρησε ότι τα λεφτά του είχαν δοθεί ως φιλοδώρημα για τις υπηρεσίες του καθώς και ως πληρωμή για τις υπερωρίες του χωρίς όμως να λεχθεί οτιδήποτε από τον Ενάγοντα που να εισηγείται ή ακόμη και να υπονοείται κάτι τέτοιο. Όμως, με τη λήξη της συνεργασίας τους ο Ενάγοντας, όπως παραδέχθηκε και ο Εναγόμενος, ζήτησε τα λεφτά που του είχε δανείσει πλην όμως ο Εναγόμενος τα θεωρούσε δικά του, για τις υπερωρίες του καθώς και τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις του που δεν είχε καταβάλει ο Ενάγοντας. Θα πρέπει πρώτα να γίνει αναφορά στον ισχυρισμό που προβλήθηκε από τον Εναγόμενο, κατά την κυρίως εξέτασή του ενώπιον του Δικαστηρίου, ο οποίος αφορούσε την υπεράσπιση ότι τα δανεικά λεφτά αφορούσαν τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις του ιδίου, που ο Ενάγοντας ουδέποτε του κατέβαλλε. Υπεράσπιση, η οποία δεν καταγράφηκε στην καταχωρισθείσα Έκθεση Υπεράσπισης. Σύμφωνα με την πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Σωτήρης Πίττης ν. Progress Electronics Co Ltd,
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 50, η διατύπωση μιας συγκεκριμένης υπεράσπισης δεν αφήνει περιθώριο εισαγωγής άλλης υπεράσπισης μέσω της μαρτυρίας. Συγκεκριμένα αναφέρθηκαν τ΄ ακόλουθα στη σελ. 7 της απόφασης: «Η διατύπωση της υπεράσπισης δεν άφηνε περιθώριο εισαγωγής νέου ισχυρισμού με τη μαρτυρία προς θεμελίωση άλλης εκδοχής. Στην Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd)
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 ειπώθηκαν τα εξής: «Η γενική άρνηση των ισχυρισμών που προσδιορίζουν την απαίτηση, δεν εξυπακούει και την προβολή άλλων θετικών γεγονότων, τα οποία είτε την αποδυναμώνουν ή την καθιστούν ανεδαφική.»» Στο θέμα αυτό έγινε αναφορά και σε μια πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Εταιρεία Αλλαντικών Προϊόντων Κρίστης Λτδ ν. P.T.A Foodlab of Nutritional Services Ltd, Πολ. Έφ. 12180, ημερ. 8.9.2006 στην οποία αναφέρθηκαν τ΄ ακόλουθα σχετικά με το υπό συζήτηση θέμα: «Δεν υπήρχε, με άλλα λόγια, οπουδήποτε στην υπεράσπιση, αμφισβήτηση της υπογραφής και ή της γνησιότητάς της. Κατά συνέπεια, εφόσον η εφεσείουσα δεν αμφισβήτησε με την υπεράσπιση την υπογραφή και ή τη γνησιότητά της, δεν μπορούσε να εγείρει τέτοιο θέμα κατά την ακρόαση, η δε εφεσίβλητη δεν είχε οποιοδήποτε βάρος να αποδείξει την εν λόγω υπογραφή και ή τη γνησιότητά της.» Καθοδηγούμενη από τις αρχές που η νομολογία έχει καθιερώσει δεν μπορώ να εξετάσω την υπεράσπιση αυτή, που προβλήθηκε προφορικά κατά την ακροαματική διαδικασία, αφού δεν έγινε οποιαδήποτε αναφορά στην καταχωρισθείσα Υπεράσπιση για την μη καταβολή από τον Ενάγοντα, των Κοινωνικών Ασφαλίσεων του Εναγόμενου. Ερχόμενη τώρα στην νομική πτυχή της διαφοράς και με δεδομένο, αφού ήταν παραδεκτό, ότι ο Εναγόμενος έλαβε ένα χρηματικό ποσό από τον Ενάγοντα παραπέμπω στο σύγγραμμα Chitty on Contracts - "Specific Contracts" - στην σελ. 699 παρά 36-207 όπου διατυπώνεται η ακόλουθη νομική θέση, η οποία εφαρμόζεται απόλυτα στα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης. Καταγράφει ο Chitty ότι: «If money is proved, or admitted, to have been paid by A to B, then in the absence of any circumstances suggesting a presumption of advancement, there is prima facie an obligation to repay the money; accordingly if B claims that the money was intended as a gift, the onus is on him to prove this fact.» Σε ελεύθερη μετάφραση: «Εάν έχει αποδειχθεί ή έχει γίνει παραδεκτό ότι πληρώθηκαν λεφτά από τον Α στον Β τότε στην απουσία οποιονδήποτε περιστάσεων που να εισηγούνται το τεκμήριο της δωρεάς υπάρχει, εκ πρώτης όψεως, υποχρέωση για αποπληρωμή των λεφτών συνεπακόλουθα, εάν ο Β ισχυριστεί ότι τα λεφτά δόθηκαν ως δώρο τότε φέρει το βάρος ν΄ αποδείξει το γεγονός αυτό.» Ενώ, σύμφωνα με τον Halsbury´s Laws of England, 3η Έκδ., τόμος 8, παρ. 392: «Where a payment is made at the request of another, a promise to repay the amount will be implied.» Σ΄ ελεύθερη μετάφραση: «Όπου γίνεται πληρωμή κατά παράκληση κάποιου άλλου, η υπόσχεση αποπληρωμής του ποσού εξυπακούεται.» Επιπρόσθετα, στον Halsbury´s Laws of England, 3η Έκδ., τόμος 27, παρ. 15 επισημαίνεται ότι ο οποιοσδήποτε δανεισμός δημιουργεί χρέος. Στην υπό εξέταση υπόθεση έχει γίνει παραδεκτό από τον Εναγόμενο ότι ο Ενάγοντας του έδωσε το ποσό των £1.400. Δεν έχουν παρατεθεί οποιεσδήποτε περιστάσεις που να εισηγούνται ότι το ποσό το οποίο δόθηκε ήταν προκαταβολή για οτιδήποτε. Αντίθετα, φαίνεται από την μαρτυρία τόσο του Ενάγοντα όσο και του Εναγόμενου ότι ο Ενάγοντας τον πλήρωνε για τις υπερωρίες του και ότι ο Εναγόμενος χρειαζόταν τα δανεικά λεφτά για να λογιάσει και ν΄ αρραβωνιάσει την κόρη του αφού αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες. Όμως, υπήρξε και μαρτυρία και από τους δύο διαδίκους ότι ο Ενάγοντας ουδέποτε είπε στον Εναγόμενο ότι θα του χάριζε τα λεφτά αυτά. Αντίθετα, σύμφωνα με την μαρτυρία και των δύο, Μ.Ε.1 και Μ.Υ.1 το θέμα αυτό της αποπληρωμής θα αφηνόταν στο τέλος. Οπόταν, ο ισχυρισμός ότι τα λεφτά που δόθηκαν στον Εναγόμενο αφορούσαν τις υπερωρίες του ή φιλοδώρημα θα έπρεπε ν΄ αποδειχθεί, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, από τον Εναγόμενο. Στην αγγλική απόφαση Seldon v. Davidson
(1968)2 All E.R. 755, της οποίας τα γεγονότα ήταν παρόμοια με το υπό εξέταση ο L.J. Willmer στην απόφασή του ανέφερε τ΄ ακόλουθα τα οποία εφαρμόζονται και στα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης: «Payment of the money having been admitted, prima facie that payment imported an obligation to repay in the absence of any circumstances tending to show anything in the nature of a presumption of advancement. This is not a case of farther and child, or husband and wife, or any other such blood relationship which could have given rise to a presumption of advancement. .......................... In the absence of any such circumstances, money paid by the plaintiff in circumstances such as these is prima facie repayable on demand. If the defendant seeks to evade repayment of the money which was paid to him, it seems to me that the learned judge was right in placing the onus on him to prove the facts which he alleges show that the money was not repayable.» Σ΄ ελεύθερη μετάφραση: «Όταν η καταβολή λεφτών είναι παραδεκτή, εκ πρώτης όψεως η συγκεκριμένη πληρωμή εισάγει την υποχρέωση της αποπληρωμής στην απουσία οποιονδήποτε περιστάσεων που να καταδεικνύουν το τεκμήριο της δωρεάς. Αυτή δεν είναι η περίπτωση πατέρα με τέκνου ή συζύγων ή οποιασδήποτε εξ αίματος συγγένειας που θα μπορούσε να ενεργοποιήσει το τεκμήριο της δωρεάς. ........................... Στην απουσία οποιονδήποτε τέτοιων περιστάσεων, λεφτά τα οποία πληρώθηκαν από τον Ενάγοντα υπό περιστάσεις όπως αυτές είναι εκ πρώτης όψεως πληρωτέα με την ζήτηση. Εάν ο Εναγόμενος σκοπεύει ν΄ αποφύγει την πληρωμή των λεφτών που του δόθηκαν, μου φαίνεται ότι ο ευπαίδευτος πρωτόδικος Δικαστής ορθά εναπόθεσε το βάρος απάνω του ν΄ αποδείξει τα γεγονότα που επικαλείται για να δείξει ότι τα λεφτά δεν ήταν αποπληρωτέα.» Κάτι τέτοιο δεν έγινε αφού ο ίδιος ο Εναγόμενος ανέφερε ότι ο Ενάγοντας τον πλήρωνε για τις υπερωρίες του αλλά μικρότερο ποσό από αυτό που έδινε στους υπόλοιπους, κατά την αντεξέτασή του. Ενώ, κατά την κυρίως εξέτασή του, ανέφερε ότι όταν δούλευε και το Σάββατο ο Ενάγοντας του έδινε £50 επιπλέον και έτσι άφησε τον συγκεκριμένο ισχυρισμό του ασαφή, ατεκμηρίωτο και κατά συνέπεια απορριπτέο. Από μόνο του το γεγονός ότι δεν έγινε αναφορά στον χρόνο επιστροφής των λεφτών δεν μπορεί να με οδηγήσει δίχως άλλο στο συμπέρασμα ότι αυτά ήταν δώρο. Σύμφωνα με τον Chitty (ανωτέρω) στην σελ. 610 παρά 36-210: «Where money is lent without any stipulation as to the time of repayment, a present debt is created which is generally repayable at once without any previous demand.» Σε ελεύθερη μετάφραση: «Όπου τα λεφτά δανείζονται χωρίς οποιοδήποτε όρο αναφορικά με τον χρόνο επιστροφής τους τότε δημιουργείται ένα υπαρκτό χρέος που είναι πληρωτέο άμεσα χωρίς να ζητηθεί.» Δηλαδή, από μόνο του το γεγονός ότι δεν έγινε αναφορά στο χρόνο αποπληρωμής των λεφτών κατέστησε το χρέος άμεσα πληρωτέο χωρίς την οποιαδήποτε προγενέστερη ζήτησή του. Ως εκ των γεγονότων, όπως τα έχω αποδεχθεί, υπάρχει ένα χρέος, ένα ποσό το οποίο καταβλήθηκε από τον Ενάγοντα στον Εναγόμενο, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά για τον χρόνο αποπληρωμής του και χωρίς οποιαδήποτε ένδειξη ότι αυτό δόθηκε ως δώρο. Αυτό, το κατέστησε άμεσα πληρωτέο χωρίς να χρειάζεται, εκ μέρους του Ενάγοντα, οποιαδήποτε περαιτέρω απαίτηση για την αποπληρωμή του. Είναι η κατάληξή μου ότι το ποσό των λεφτών που ο Ενάγοντας δάνεισε στον Εναγόμενο ανέρχεται στις £1.400 και όχι £2.000 γιατί η μαρτυρία του Εναγόμενου επί του θέματος ήταν ακριβής. Φαινόταν να θυμάται με ακρίβεια τις ημερομηνίες και τα ποσά που του δόθηκαν ενώ ο Ενάγοντας απλώς φαίνεται να στρογγύλεψε τα ποσά επειδή δεν τα θυμόταν ακριβώς αλλά ούτε και τις ακριβείς ημερομηνίες θυμόταν που έδωσε τα λεφτά. Επίσης, δεν προσκόμισε οποιαδήποτε απόδειξη για να υποστηρίξει τη θέση του αναφορικά με το ακριβές ποσό. Από τη στιγμή που ο Εναγόμενος δεν έχει αποπληρώσει το ποσό το οποίο του δάνεισε ο Ενάγοντας, το οποίο κατά την άποψή μου δεν είναι £2.000 αλλά £1.400, πράγμα το οποίο και ο ίδιος έχει αποδεχθεί όπως έχει αποδειχθεί ότι ο Ενάγοντας ουδέποτε του ανέφερε ότι του τα έδινε ως δώρο, τότε ο Ενάγοντας δικαιούται στην επιστροφή του ποσού αυτού, δηλαδή £1.400. Παραμένει το θέμα του τόκου, τον οποίο ο Ενάγοντας ζητά από την καταβολή του ποσού στον Εναγόμενο. Στο Κοινοδίκαιο αυτό δεν είναι επιτρεπτό αφού ο δανειστής δεν μπορεί να πάρει τόκο υπό τη μορφή αποζημίωσης για την περίοδο μεταξύ της ημερομηνίας που το ποσό θα έπρεπε να επιστραφεί και της ημερομηνίας της έκδοσης απόφασης σύμφωνα με τον Chitty (ανωτέρω) παρ. 36-213 σελ. 611. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να εφαρμοστούν οι πρόνοιες του περί Δικαστηρίων Νόμου άρθρο 33
(2), όπως αυτό έχει τροποποιηθεί από το Ν. 102
(1)/96, αναφορικά με τον τόκο. Συνεπακόλουθα, για τους λόγους που προσπάθησα ν΄ εξηγήσω πιο πάνω η αγωγή θα πρέπει να πετύχει. Εκδίδεται λοιπόν απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των £1.400 με νόμιμο τόκο και με έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από τον Δικαστήριο. Υπ.) ........................... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΓΓ/ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.