Παντελή Τσουρή ν. Δήμητρας Νεοφύτου Δημοσθένους κ.α., Αρ. Αγωγής: 2/03, 18 Ιανουαρίου 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:A6 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2/03 Μεταξύ: Παντελή Τσουρή Ενάγοντα -και-
- Δήμητρας Νεοφύτου Δημοσθένους
- Ευάνθη Γεωργίου Ιωάννου Εναγομένων ____________________ Αίτηση ημερομηνίας 2.10.2006 Ημερομηνία: 18 Ιανουαρίου 2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα - Αιτητή: Η κα Γιολάντα Ζαχαρίου. Για τους Εναγόμενους - Καθ΄ ων η αίτηση: Ο κ. Ναθαναήλ. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή ο ενάγων αξιώνει εναντίον των εναγομένων 1 και 2, Λ.Κ.15.550 ως ειδικές αποζημιώσεις λόγω παράβασης της συμφωνίας ημερομηνίας 30.9.86 για πώληση του 1/3 μεριδίου των ακινήτων με αριθμό εγγραφής Β632 και Β683, των εναγομένων 1 και 2, αντίστοιχα "και / ή ως χρήματα καταβληθέντα χωρίς αντάλλαγμα και / ή για αντάλλαγμα που έχει αποτύχει και / ή δυνάμει των αρχών περί αδικαιολόγητου πλουτισμού και / ή χρήματα καταβληθέντα όχι χαριστικά", γενικές αποζημιώσεις, νόμιμο τόκο και έξοδα. Με την παρούσα αίτηση ημερομηνίας 2.10.2006 ο ενάγων - αιτητής αξιώνει τις ακόλουθες θεραπείες: "Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου απαγορεύον εις την εναγόμενη 1 και εναγόμενο 2 και/ή σε αντιπροσώπους αυτών να πωλήσει, υποθηκεύσει, μεταβιβάσει διαθέσει και/ή καθ΄ οιονδήποτε τρόπον αποξενώσει το ακίνητο με αριθμούς εγγραφής Β632, Φ/Σχ XL/64.3.ΙV, Τεμάχιο 631, Τμήμα Β, στην οδό Κωστάκη Παντελίδη, στη Λάρνακα μέχρι τελικής εκδικάσεως της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου απαγορεύον εις τον εναγόμενο 2 και/ή σε αντιπροσώπους αυτού να πωλήσει, υποθηκεύσει, μεταβιβάσει διαθέσει και/ή καθ΄ οιονδήποτε τρόπον αποξενώσει το ακίνητο με αριθμούς εγγραφής Β683, Φ/Σχ XL/64.3.IV, Τεμάχιο 632, Τμήμα Β, στην οδό Κωστάκη Παντελίδη, στη Λάρνακα μέχρι τελικής εκδικάσεως της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου." Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 4, 5, 6, 7 και 9 του Κεφ. 6, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν 14/60, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.48 Θ. 1, 8 και 9, στο άρθρο 30 του Συντάγματος και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντα ο οποίος, ως αναφέρει γνωρίζει τα γεγονότα προσωπικά. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση, περί τις 30.9.86 ο ενόρκως δηλών συνήψε έγγραφη συμφωνία με τους εναγόμενους 1 και 2 για την αγορά του 1/3 μεριδίου των ακινήτων με αριθμούς εγγραφής Β632, Φ/Σχ XL/64.3.IV, Τεμάχιο 631, Τμήμα Β, στην οδό Κωστάκη Παντελίδη, στη Λάρνακα και Β683, Φ/Σχ XL/64.3.IV, Τεμάχιο 632, Τμήμα Β, στην ίδια οδό στη Λάρνακα τα οποία ανήκαν στους εναγόμενους 1 και 2, αντίστοιχα, για ποσό Λ.Κ.10.
- Ήταν ρητός όρος της μεταξύ τους συμφωνίας ότι κατά την εξόφληση του εν λόγω ποσού οι εναγόμενοι θα μεταβίβαζαν τα εν λόγω μερίδια τους στο όνομα του, ως η συμφωνία που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Γ στην ένορκη δήλωση. Παρά το ότι το πιο πάνω ποσό καταβλήθηκε οι εναγόμενοι μέχρι σήμερα αρνούνται και αμελούν να προβούν στη μεταβίβαση. Επιπλέον, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι κατέβαλε προς όφελος των εναγομένων το ποσό των Λ.Κ.5.050 για σκοπούς που εξειδικεύει, με την υπόσχεση ότι εντός ευλόγου χρόνου θα του κατέβαλλαν, πράγμα που δεν έπραξαν. Περαιτέρω, αναφέρει ότι πριν από λίγες μέρες πληροφορήθηκε από την αδελφή του, η οποία πήρε την πληροφορία από γνωστό της άτομο, ότι ο εναγόμενος 2 προτίθετο να αφιχθεί στην Κύπρο στις 1.10.2006 με σκοπό να προβεί στην πώληση τόσο του δικού του ακινήτου όσο και της εναγόμενης
- Αμέσως μετά την λήψη της πιο πάνω πληροφορίας αποτάθηκε στους δικηγόρους του. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, τα εν λόγω ακίνητα είναι τα επίδικα, εξ΄ όσων γνωρίζει οι εναγόμενοι δεν έχουν άλλη κινητή και ακίνητη περιουσία η οποία να καλύπτει και εξασφαλίζει την τυχόν υπέρ του εκδοθείσα απόφαση και σε περίπτωση αποξένωσης των επίδικων ακινήτων θα του προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά. Η αξία των επίδικων ακινήτων δεν είναι πολύ μεγαλύτερη της απαίτησης του εξ όσων υπολογίζει και έχει πληροφορηθεί από τρίτους και ως εκ τούτου είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Σε περίπτωση μη έκδοσης του διατάγματος θα αποξενωθούν τα επίδικα ακίνητα και θα καταστεί ανέφικτη η είσπραξη και εκτέλεση της τυχόν υπέρ του εκδοθείσας απόφασης. Αναφέρει, επίσης, ότι οι εναγόμενοι καμία ζημιά δεν θα υποστούν καθότι απλά θα παραμείνει η κατάσταση πραγμάτων ως έχει μέχρι αποπεράτωσης της αγωγής και εν πάση περιπτώσει, εξ όσων γνωρίζει και από πληροφορίες που έχει λάβει από διάφορα άτομα στον τομέα των ακινήτων η ζήτηση των ακινήτων είναι συνεχώς αυξανόμενη και οι εναγόμενοι 1 και 2 με κανένα τρόπο δεν πρόκειται να ζημιώσουν. Τυχόν αποξένωση της εν λόγω περιουσίας θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά αφού θα καταστήσει την αγωγή άνευ αντικειμένου διότι θα είναι αδύνατη η ικανοποίηση τυχόν εκδοθείσας απόφασης. Οι εναγόμενοι στις 7.12.2006 καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση, η οποία βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμους Κεφ. 6, άρθρα 4, 5, 6 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν. 14/60, άρθρα 31 και 32 και στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ. 1, 2, 3, 4, 7, 8 και 9 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η ένσταση στηρίζεται στους ακόλουθους λόγους: "Α. Ο Ενόρκως Δηλών δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων ούτε αποκαλύπτει την πηγή των γνώσεων του. Β. Δεν υπάρχουν γεγονότα που να δικαιολογούν τον κατ΄ επείγον χαρακτήρα που οφείλει να έχει η αίτηση για έκδοση συντηρητικού διατάγματος. Γ. Ο ενόρκως δηλών δεν προβαίνει στην Ένορκο του Δήλωση στην πληρέστερη δυνατή αποκάλυψη των γεγονότων που ήταν γνωστά στον Ενάγοντα - Αιτητή ή που θα μπορούσαν να γίνουν γνωστά σε αυτόν εάν επιδείκνυε εύλογη επιμέλεια. Δ. Η αίτηση αποτελεί κακόπιστο και καταχρηστικό διάβημα καθ΄ ότι περιέχει ψευδείς δηλώσεις και παραλείψεις αναφοράς γεγονότων. Ε. Η αίτηση και ένορκος δήλωση που την συνοδεύει παραβιάζουν την αρχή της επιείκειας αφού ο Αιτητής δεν έρχεται με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο. Στ. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που επιτάσσει ο νόμος δια την έκδοση συντηρητικού διατάγματος. Ζ. Η αίτηση εδράζεται σε λανθασμένη νομική βάση." Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του εναγόμενου 2 - καθ΄ ου η αίτηση, Ευάνθη Γεωργίου Ιωάννου. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι ουδέποτε ο ενάγων - αιτητής ολοκλήρωσε τα συμφωνηθέντα αλλά ήταν αυτός που παρέβηκε "οποιαδήποτε συμφωνία ήθελε αποδειχθεί ότι συνομολογήθηκε" μεταξύ τους με αποτέλεσμα τόσο ο ίδιος όσο και η εναγόμενη 2, μητέρα του, να υποστούν ζημιές. Ουδέποτε δε ο ενάγων τους κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι, όπως πληροφορείται από τους δικηγόρους του, δεν στοιχειοθετείται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ότι από την απαίτηση του ενάγοντα δεν προκύπτει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Αναφέρονται επί λέξει τα ακόλουθα στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης: "Η απλή αναφορά του σε δήθεν συμφωνίες για τεκμηρίωση της απαιτήσεως του εναντίον μας δεν είναι αρκετή για να καταδείξει πιθανότητα επιτυχίας του, όταν μάλιστα επικαλείται συμφωνίες οι οποίες δεν έχουν ποτέ υπογραφεί η συνομολογηθεί ή είναι άκυρες ή πάσχουν νόμω και ουσία." Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι πράγματι περί τον Οκτώβριο του 2006 βρισκόταν για λίγες μέρες στην Κύπρο και ότι ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι είχε σκοπό να πωλήσει τόσο το ακίνητο του όσο και της εναγόμενης 2 είναι ψευδής. Η πηγή της γνώσης του ενάγοντα δεν αποκαλύπτεται, ενώ δεν παρουσιάζεται οποιοδήποτε τεκμήριο ή ένδειξη για την πρόθεση των εναγομένων να πωλήσουν. Ο εναγόμενος 2 ισχυρίζεται, περαιτέρω, ότι τα αναφερόμενα ακίνητα ουδέποτε ήταν επίδικα, αφού η βάση της αγωγής είναι για αποζημιώσεις. Ισχυρίζεται δε ότι δεν εξειδικεύει ο αιτητής από πού και πώς εξασφάλισε πληροφορίες ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν άλλη κινητή ή ακίνητη περιουσία. Επιπλέον, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι ο αιτητής παραλείπει να παρουσιάσει την αληθινή περιγραφή των ακινήτων, ότι δηλαδή επί των αναφερομένων ακινήτων από το έτος 1994 περίπου είχαν οικοδομηθεί και ολοκληρωθεί τρία καταστήματα και ως επίσης και σκελετός δύο διαμερισμάτων, περί δε το έτος 2002 περίπου δυνάμει συμφωνίας των εναγομένων με την εταιρεία TOIS CONSTRUCTION LTD προχώρησαν στην περαιτέρω ανάπτυξη των ακινήτων με την ολοκλήρωση των δύο διαμερισμάτων και την ανέγερση και ολοκλήρωση ακόμη τεσσάρων διαμερισμάτων. Τα πιο πάνω είναι καλά γνωστά στον αιτητή αφού του τα έχουν αναφέρει τόσο οι εναγόμενοι όσο και η αδελφή της εναγόμενης 1, η οποία ήταν νυμφευμένη μαζί του. Πέραν τούτου, η πιο πάνω ακίνητη περιουσία βρίσκεται σε πολυσύχναστη οδό, σε χώρο που ο αιτητής γνωρίζει καλά και έχει επισκεφθεί πάρα πολλές φορές, ούτως ώστε να είναι έκδηλο ότι γνωρίζει για την ανάπτυξη του ακινήτου ενώ παραλείπει να το αναφέρει στο Δικαστήριο, λέγοντας ότι η αξία του ακινήτου δεν είναι πολύ μεγαλύτερη της απαιτήσεως του. Είναι έκδηλο ότι η πιο πάνω αναφερόμενη ακίνητη περιουσία δεν μπορεί να εξισούται με την απαίτηση του αιτητή για Λ.Κ.15.000.-περίπου. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα από τα πιο πάνω είναι έκδηλη η πρόθεση του αιτητή να μην προβεί σε αποκάλυψη όλων των γεγονότων τα οποία γνώριζε ή / και όφειλε να γνωρίζει γεγονός που καταδεικνύει ότι δεν έρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Επιπρόσθετα, τα ακίνητα ως τα περιγράφει ο αιτητής δεν ανήκουν αποκλειστικά στους εναγόμενους αφού τα δύο διαμερίσματα περιήλθαν δυνάμει συμφωνίας στην κυριότητα και κατοχή της εταιρείας TOIS CONSTRUCTION LTD, η οποία τα πώλησε σε τρίτα πρόσωπα δυνάμει πωλητηρίων εγγράφων τα οποία έχουν κατατεθεί στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακος, για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης τους και αποτελούν βάρος επί των πιο πάνω ακινήτων (επισυνάπτονται πιστοποιητικά έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας ως Τεκμήρια Α & Β). Με την έκδοση του διατάγματος οι εναγόμενοι κινδυνεύουν να υποστούν μεγάλη οικονομική ζημιά και ενδεχόμενα να εγερθούν αγωγές εναντίον τους από την πιο πάνω εταιρεία αφού δεν θα είναι σε θέση να συμμορφωθούν και να εγγράψουν με την έκδοση ξεχωριστών τίτλων, τα δύο διαμερίσματα επ΄ ονόματι των ιδιοκτητών τους. Ο ισχυρισμός του αιτητή ότι "η αξία των ακινήτων εξ΄ όσων υπολογίζει και εξ΄ όσων έχει πληροφορηθεί από τρίτους, δεν είναι πολύ μεγαλύτερη της απαίτησης του", είναι ατεκμηρίωτος, αφού δεν αποκαλύπτει και δεν εξηγεί πώς έφτασε σε αυτό τον υπολογισμό ή και ποιοι "τρίτοι" τον πληροφόρησαν ή ακόμη ποιες εξειδικευμένες γνώσεις είχαν αυτοί, για να τον πληροφορήσουν ορθά. Εν πάση περιπτώσει ως πληροφορείται από τους δικηγόρους του αλλά και από προσοντούχους εκτιμητές ακινήτων η αξία της ακινήτου αυτής περιουσίας είναι πολύ μεγαλύτερη και πέραν των Λ.Κ.500.000.- και είναι τουλάχιστον αστείο να εξισούται με την απαίτηση του αιτητή. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει επίσης ότι από το έτος 2002 έχουν αρχίσει εργασίες ανέγερσης επί των ακινήτων ενώ το έτος 2003 μέρος της περιουσίας πωλήθηκε σε τρίτα πρόσωπα. Τα σχετικά πωλητήρια έγγραφα κατατέθηκαν στο Κτηματολόγιο. Όλα τα πιο πάνω ήταν σε γνώση ή θα μπορούσαν να περιέλθουν σε γνώση του αιτητή, ο οποίος δεν έλαβε κανένα μέτρο για τη μη αποξένωση της περιουσίας. Επέλεξε να λάβει δικαστικά μέτρα εναντίον των εναγομένων το 2002 ενώ καταχώρησε την αίτηση τέσσερα χρόνια μετά την έγερση της αγωγής. Ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται επίσης ότι διατηρεί κατοικία στη Λάρνακα και ότι τόσο ο ίδιος όσο και η εναγόμενη 1 είναι αξιόχρεοι και μπορούν να αποζημιώσουν τον ενάγοντα σε περίπτωση που η αγωγή του πετύχει. Η πλευρά του αιτητή ζήτησε να αντεξετάσει τον ενόρκως δηλούντα, καθ΄ ου η αίτηση 2, μόνο σε σχέση με το περιεχόμενο των παραγράφων 8 και 9 της ενόρκου δηλώσεως του. Ο καθ΄ ου η αίτηση 2 ανέφερε ότι δεν υπάρχουν ακόμη ξεχωριστοί τίτλοι ιδιοκτησίας για τα έξι διαμερίσματα και τρία καταστήματα που κτίστηκαν. Περαιτέρω, ανέφερε ότι η εταιρεία ΤOIS CONSTRUCTION LTD πήρε τα δύο διαμερίσματα ενώ οι ίδιοι τα υπόλοιπα. Στην ουσία πωλήθηκαν δύο διαμερίσματα. Οι συνήγοροι στις αγορεύσεις υποστήριξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους με αναφορά στη σχετική νομολογία. Όπου χρειάζεται, θα γίνει επί μέρους αναφορά στις θέσεις τους κατά την ανάπτυξη του σκεπτικού της απόφασης. Υπάρχει πλούσια νομολογία αναφορικά με την εξουσία έκδοσης προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/
- Το εν λόγω άρθρο έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and another
(1982)1 CLR 557, ικανοποίηση δε των τριών κριτηρίων που τίθενται ως προϋποθέσεις αποτελεί το πρωταρχικό μέλημα του Δικαστηρίου προτού εξετάσει τους υπόλοιπους παράγοντες που θα πρέπει να συνεκτιμηθούν κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας (Jonitexo v. Adidas
(1984)1 CLR 263). Η προϋπόθεση για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα που θα καταδείξουν την ύπαρξη συζητήσιμης υπόθεσης. Η δεύτερη προϋπόθεση της ύπαρξης πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία, ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης που αφορά την παρουσίαση μιας ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Αυτή η δεύτερη προϋπόθεση συσχετίζει στην ουσία τη νομική θεμελίωση που απορρέει από το καταχωρημένο δικόγραφο με την πραγματική διαθέσιμη μαρτυρία όπως αυτή καταγράφεται στις ένορκες δηλώσεις για να θεμελιώσει την αγωγή. Αν ο αιτητής μπορεί να δείξει κάτι περισσότερο από την απλή πιθανολόγηση αλλά λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, τότε το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται. Η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται εφόσον καταδειχθεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο - όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Αν αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση του ή η διατήρηση του σε ισχύ, αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν δικαιολογεί κατ΄ αναγκήν την έκδοση διατάγματος. (Βλ. ΚΟΤ v. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255). Εφόσον ληφθούν υπόψη οι πιο πάνω παράγοντες το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει το διάταγμα. Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό, δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, δεδομένου ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas (ανωτέρω), αυτό εμπίπτει στη σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου που εκδικάζει την ουσία της ίδιας της αγωγής. (Βλ. επίσης Γρηγορίου v. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, 269 - 70). Έχει πάγια νομολογηθεί ότι το Δικαστήριο μπορεί, χωρίς να υπεισέλθει και να εξετάσει την ουσία του προσωρινού διατάγματος, να το ακυρώσει αν διαφανεί ότι έχει γίνει τέτοια απόκρυψη γεγονότων κατά το στάδιο της μονομερούς έκδοσής του, που έχει επηρεάσει το Δικαστήριο το οποίο άλλως θα μπορούσε να μην το είχε εκδώσει. Σύμφωνα με την υπόθεση Γρηγορίου v. Χριστοφόρου (ανωτέρω), η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ανατρέπει τη βάση του διατάγματος. Στη σελίδα 264 της πιο πάνω υπόθεσης λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι ύψιστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά: "δεν σας ακούω πλέον" και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση." Στην υπόθεση Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co. Ltd κ. ά.
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 597 αναφέρεται ότι αυτό που ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, στην απουσία των οποίων η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής. Στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd v. Χρήστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598 λέχθηκαν τα εξής, στις σελίδες 602-603: "Όπως διαπιστώσαμε στην DEMSTAR LIMITED v. ZIM ISRAEL NAVIGATION CO LIMITED και άλλου - (Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου Αρ. 157/90 - 30/5/96), πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι, όπως αναφέραμε, κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά, εξ΄ αντικειμένου, ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οπόταν, στην απουσία του, αυτή τούτη η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής." Ουσιώδες είναι κάθε γεγονός το οποίο άπτεται και μπορεί εξ΄ αντικειμένου να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι της αιτούμενης θεραπείας, με αναφορά στα επίδικα θέματα της αίτησης όπως καθορίζονται από το άρθρο 32 του Ν. 14/60 καθώς και τα γεγονότα που σχετίζονται με το επείγον του ζητήματος. Τέλος, πρόσφατη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει δείξει ότι και ο παράγων του χρόνου μπορεί να είναι σημαντικός από την άποψη ότι ο αιτητής θα πρέπει να δείξει στο μονομερές στάδιο το επείγον του θέματος, παρακάμπτοντας έτσι τη συνήθη διαδικασία της ακρόασης και του άλλου μέρους στη διαφορά, το δε Δικαστήριο δύναται να ακυρώσει το διάταγμα γι΄ αυτό το λόγο, διότι το στοιχείο του κατεπείγοντος αποτελεί το βάθρο της εξουσίας του Δικαστηρίου να εκδώσει διάταγμα πάνω σε μονομερή βάση (Stavros Hotel Apartments Ltd (No. 2)
(1994)1 A.A.Δ. 836, 841 και Βαβέλ Μπουτίκ Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ. 949, 954). Κρίνω σκόπιμο να εξετάσω πρώτα το θέμα του κατά πόσο υπήρξε απόκρυψη γεγονότων κατά το μονομερές στάδιο. Από την ένορκη δήλωση του ενάγοντα - αιτητή δημιουργείται αβίαστα η εντύπωση ότι η αξία των ακινήτων με αριθμό εγγραφής Β632 και Β683 δεν είναι "πολύ μεγαλύτερη της απαίτησης". Περαιτέρω, δεν γίνεται μνεία στην ύπαρξη ανάπτυξης στα εν λόγω ακίνητα ενώ αφήνεται να εννοηθεί από την ένορκη δήλωση ότι η σημερινή φύση/περιγραφή των ακινήτων δεν διαφέρει από τη φύση/περιγραφή τους κατά την ισχυριζόμενη σύναψη της συμφωνίας, ότι δηλαδή επρόκειτο για μερίδια οικοπέδων. Όμως, όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση στα αναφερόμενα ακίνητα έχουν από το έτος 1994 ανεγερθεί τρία καταστήματα και έξι διαμερίσματα, δύο εκ των οποίων έχουν πωληθεί σε τρίτα πρόσωπα, δυνάμει πωλητηρίων εγγράφων που κατατέθηκαν στο Κτηματολόγιο, σύμφωνα με τα Τεκμήρια που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση. Περαιτέρω, προκύπτει ότι η αξία της περιουσίας είναι πέραν των Λ.Κ.500.
- Τα πιο πάνω γεγονότα όπως εκτίθενται στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου 2 παρέμειναν αναντίλεκτα αφού κατά την αντεξέταση του δεν αμφισβητήθηκαν. Αξιοσημείωτο είναι δε το γεγονός ότι ούτε και η θέση του εναγόμενου 2 ότι ο ενάγοντας γνώριζε τόσο για την ανάπτυξη στα ακίνητα όσο και για το ότι η αξία των ακινήτων ενόψει και της ανάπτυξης δεν ήταν δυνατό να εξισούται με την απαίτηση του, αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο ενάγοντας - αιτητής εύκολα μπορούσε να διερευνήσει με σκοπό να διαπιστώσει την πραγματική περιγραφή και αξία των ακινήτων αλλά και με μια απλή έρευνα στο Κτηματολόγιο την εμπλοκή τρίτων ατόμων. Κρίνω επομένως ότι η πλευρά του ενάγοντα απέκρυψε τα πιο πάνω γεγονότα παραβιάζοντας έτσι το θεμελιακό κανόνα για πλήρη αποκάλυψη. Αν όλα τα πιο πάνω γεγονότα που ήταν άμεσα σχετικά, σημαντικά και καθόλα ουσιώδη και που αντικειμενικά κρινόμενα μπορούσαν να επηρεάσουν την ευχέρεια του Δικαστηρίου, αποκαλύπτονταν στο Δικαστήριο ενδεχομένως η κατάληξη να ήταν διαφορετική με αποτέλεσμα η απόφαση του Δικαστηρίου και το εκδοθέν διάταγμα να είναι ακροσφαλή. Συνεπεία των πιο πάνω διαπιστώσεων μου το προσωρινό διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί. Πρόσθετα, και παρά την πιο πάνω κατάληξη μου θεωρώ σκόπιμο να αναφέρω τα ακόλουθα σε σχέση με την ουσία της αίτησης σε περίπτωση που η πιο πάνω προσέγγιση μου θεωρηθεί λανθασμένη. Θα ήθελα κατ΄ αρχήν να σημειώσω ότι είναι εμφανές ότι δεν τίθεται θέμα ειδικής εκτέλεσης της συμφωνίας με βάση το Κεφ. 232, εξάλλου δεν επιδιώκεται τέτοια θεραπεία. Επομένως τα ακίνητα που περιγράφονται στην αίτηση δεν μπορούν να θεωρούνται "επίδικα", με την έννοια ότι επιδιώκεται μέσω της αίτησης η διαφύλαξη τους ως αντικείμενο της αγωγής. Η αίτηση βασίζεται τόσο στο άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, όσο και στο άρθρο 32 του Ν. 14/
- Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που περιέχονται στο άρθρο 5 του Κεφ. 6 δεν μπορούν να εξετάζονται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του Νόμου 14 /
- Στην υπόθεση Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 C.L.R. 520 ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Τριανταφυλλίδης αφού υιοθέτησε απόσπασμα από την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231 που αφορούσε τη σχέση μεταξύ του άρθρου 4 του Κεφ. 6 και του άρθρου 32 του Νόμου 14 / 60 ανάφερε τα ακόλουθα στη σελίδα 524: "Applying the above dictum, by analogy, to section 5 of the Cap. 6 and section 32 of Law 14/60 we find confirmation for our already stated view that is is possible to make under section 32 of Law 14/60 an order such as that envisaged by section 5 of Cap.
- But, in making such an order under s. 32, the specific criteria laid down in section 5, should be also, taken into account in so far as they do not coincide with the criteria set out in the said section 32." Έχω μελετήσει προσεκτικά το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας την οποία προσεγγίζω για σκοπούς της παρούσας αίτησης. Καταλήγω ότι συντρέχουν η πρώτη και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/
- Εκεί που έκδηλα παρουσιάζεται πρόβλημα στην υπόθεση του αιτητή είναι στην ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 η οποία αντιστοιχεί ουσιαστικά προς την απαίτηση του άρθρου 5
(2)του Κεφ. 6 (βλ. Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ. ά. v. Benfleet Enterprises Ltd, Πολιτική Έφεση 12144, ημερομηνίας 27.3.2006). Ο αιτητής πέραν του γενικού ισχυρισμού ότι οι εναγόμενοι προτίθενται να πωλήσουν τα ακίνητα της αίτησης και ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά δεν έχει επικαλεστεί οποιαδήποτε οικονομική αφερεγγυότητα των εναγομένων να πληρώσουν, ενδεχόμενα, οποιεσδήποτε αποζημιώσεις. Απεναντίας ο εναγόμενος 2 στην ένορκη δήλωση του αναφέρει ότι τόσο ο ίδιος όσο και η εναγόμενη 1 είναι αξιόχρεοι, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε από τον αιτητή με οποιοδήποτε τρόπο. (Βλ. Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980). Ούτε και η θέση του καθ΄ ου η αίτηση ότι διατηρεί κατοικία στη Λάρνακα αμφισβητήθηκε από τον ενάγοντα παρά το ότι ήταν η θέση του τελευταίου στην ένορκη δήλωση του ότι οι εναγόμενοι πλην της περιουσίας που αναφέρεται στην αίτηση δεν έχουν άλλη περιουσία. Όπως έχει λεχθεί και στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Limited v. Σκυροποιία "Λεωνίκ" Λίμιτεδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785, εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η τυχόν αποξένωση ή επιβάρυνση στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί ή όπως αναφέρεται στην υπόθεση Τσιολάκκη κ.ά. v. Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 782, 785, εκείνο που απαιτείται είναι "η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος". Γι΄ αυτούς τους λόγους, δεν φαίνεται να ικανοποιεί ο ενάγοντας την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου και τη δεύτερη του άρθρου 5
(2)του Κεφ. 6. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων και εναντίον του ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα θα είναι πληρωτέα μόλις εκδοθεί απόφαση επί της ουσίας της αγωγής. (Υπ.) ....................................... Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. /Λ.Σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο