← Κύπρος

Ελληνική Τράπεζα Λτδ. ν. Lextalionis Investments Ltd. κ.α., Αρ. Αγωγής: 3172/99, 25  Ιανουαρίου 2007

Ελληνική Τράπεζα Λτδ. ν. Lextalionis Investments Ltd. κ.α., Αρ. Αγωγής: 3172/99, 25 Ιανουαρίου 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:A11 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κληρίδη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3172/99 Μεταξύ: Ελληνική Τράπεζα Λτδ. Ενάγουσας και

  1. Lextalionis Investments Ltd.
  2. Χρίστος Σταύρου Χριστοφόρου
  3. Μαρία Χριστάκη Σάντη το γένος Σταύρου Χριστοφόρου
  4. Χριστίνα Σταύρου Χριστοφόρου
  5. Μιχαήλ (Μιχαλάκης) Σταύρου Χριστοφόρου Εναγομένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ : 25 Ιανουαρίου 2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: κ. Χρ. Τριανταφυλλίδης Για τους Εναγομένους 1, 2, 3, 5: κ. Χρ. Κληρίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Τρία είναι τα κύρια επίδικα θέματα τα οποία ηγέρθηκαν και χρήζουν δικαστικής απόφανσης στο πλαίσιο της παλαιάς αυτής αγωγής. Αυτά είναι: α. Κατά πόσο η μεταβίβαση των τραπεζικών εργασιών της τράπεζας Barclays προς την ενάγουσα Ελληνική Τράπεζα η οποία έγινε κατά το 1997, είναι νόμιμη, και / ή κατά πόσο έγινε με βάση αντισυνταγματική νομοθετική διάταξη και/ή κατά πόσο μπορούσε να καλύψει τις υφιστάμενες τραπεζικές συναλλαγές των εναγομένων με την Barclays. β. Κατά πόσο μεταξύ των δικηγόρων των διαδίκων είχε συναφθεί δεσμευτική συμβιβαστική συμφωνία διευθέτησης των οφειλών των εναγομένων, κατά το
  6. γ. Κατά πόσο απεδείχθησαν ή όχι ικανοποιητικά οι διεκδικήσεις της ενάγουσας για οφειλές των εναγομένων. Τα βασικά γεγονότα που συνθέτουν και περιβάλλουν τα επίδικα θέματα παρέμειναν αδιαμφισβήτητα, και προκύπτουν από κατατεθέντα, χωρίς ένσταση τεκμήρια. Μικρό μόνο μέρος προφορικής μαρτυρίας δόθηκε από την πλευρά των εναγομένων μόνο, μέσω της μαρτυρίας του ΜΥ1, Χρ. Χριστοφόρου. Θα εξετάσω τα προαναφερθέντα τρία θέματα ένα προς ένα, εντάσσοντας τα βέβαια στο πλαίσιο γεγονότων στο οποίο το καθένα αναφέρεται. α. Το θέμα της μεταβίβασης των τραπεζικών εργασιών της τράπεζας Barclays προς την ενάγουσα-Ελληνική Τράπεζα. ΄Οπως αδιαμφισβήτητα συνάγεται από την συνδυασμένη εικόνα η οποία συντίθεται μέσω των τεκμηρίων 2-13, η τράπεζα Barclays Bank Plc, είχε παραχωρήσει προς την εναγομένη 1 εταιρεία Lextalinionis Investments Limited κατά ή περί τις 19.10.94, δύο ποσά υπό μορφή δανείου: Το πρώτο ήταν για £500.000 αποπληρωτέο με ετήσιες δόσεις εντός 10 ετών και το δεύτερο για £300.000 επίσης αποπληρωτέο εντός 10 ετών (βλπ. Τεκμήριο 4). Η δανειοδότηση υπόκειτο σε διάφορους όρους και εξασφαλιζόταν με την προσωπική εγγύηση του εναγομένου 2 και με υποθήκευση ακίνητης περιουσίας η οποία ανήκει στους εναγομένους 3, 4 και 5 για το συνολικό ποσό των £800.000 πλέον τόκους (τεκμήρια 13 και 12 αντίστοιχα). Κατά το 1997 θεσπίσθηκε ο περί της Μεταβίβασης Τραπεζικών Εργασιών και Εξασφαλίσεων Νόμος αρ. 64(Ι) του 1997 οι πρόνοιες του οποίου τέθηκαν σε ισχύ την 1.1.
  7. Κατά συμμόρφωση με το Α.3

(1)του νόμου εκείνου, δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα την 6.8.97 Γνωστοποίηση μεταβίβασης τραπεζικών εργασιών. Σύμφωνα με αυτήν, η Ελληνική Τράπεζα Λτδ (Hellenic Bank Ltd) δηλαδή η ενάγουσα, με συμφωνία ημερ. 1.4.96 εξαγόρασε τις εγχώριες εργασίες και επιχειρήσεις «της Τράπεζας Barclays Plc στην Κύπρο» με χρόνο μεταβίβασης την 30.4.
  1. Λόγω της παράλειψης της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας να καταβάλει συμφωνηθέντα ποσά αποπληρωμής, η ενάγουσα Ελληνική Τράπεζα απέστειλε προειδοποιητικές επιστολές προς τους εναγομένους (τεκμήρια 14-17). Τελικά δε, με επιστολές της ημερ. 9.3.99 προς τους εναγομένους, η ενάγουσα διέκοψε τη λειτουργία των λογαριασμών δανείων και κάλεσε την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία, τον εγγυητή και τους ενυπόθηκους οφειλέτες-εναγoμένους όπως καταβάλουν προς αυτήν το χρεωστικό υπόλοιπο των δανείων το οποίο ανερχόταν σε £1,041.861.82 πλέον τόκο από την 1.3.99 επί ποσού £1,026.717.73 (τεκμήρια 18 και 18 (Α-Γ)). Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΥ1 Χρ. Χριστοφόρου - εναγομένου 2 και διευθυντή της εναγομένης 1, ο ίδιος και μέσω του όλοι οι εναγόμενοι, χειριζόταν όλα τα θέματα τα οποία αφορούσαν τους προαναφερθέντες λογαριασμούς, βρισκόμενος σε επαφή με διευθυντικά στελέχη της τράπεζας Barclays τα οποία κατονόμασε καθώς και με τον τότε νομικό σύμβουλο της τράπεζας κ. Ξ. Κληρίδη. Ο μάρτυρας προέβαλε έντονα και επανειλημμένα στη μαρτυρία του την θέση ότι ο ίδιος ή οι εναγόμενοι ουδέποτε συμφώνησαν, ενέκριναν ή αναγνώρισαν την οποιαδήποτε εκχώρηση των συμβατικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων τους από την Barclays προς την Ελληνική Τράπεζα. Οι δε εναγόμενοι 2-5 είχαν μάλιστα κινήσει αγωγή εναντίον της Barclays στο Ε.Δ. Λευκωσίας, την υπ΄ αριθμό 4121/96 στην οποία επιφυλάχθηκε τελική απόφαση (το τεκμήριο 25 περιλαμβάνει αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος και των δικογράφων της αγωγής εκείνης). Αργότερα, οι εναγόμενοι μέσω του δικηγόρου τους είχαν εμπλακεί σε διαβουλεύσεις προς τον σκοπό εξεύρεσης συμβιβαστικής διευθέτησης των διεκδικήσεων της ενάγουσας τράπεζας, με τον δικηγόρο της Ξ. Κληρίδη. Οι διαβουλεύσεις αυτές αντικατοπτρίζονται στην σχετική αλληλογραφία (τεκμήρια 26-34) και οδήγησαν στη σύναψη συμφωνίας. ΄Ομως σε σχέση με αυτά τα γεγονότα θα αναφερθώ εκτενέστερα αργότερα. Σύμφωνα πάντα με τον μάρτυρα όλες οι διαφορές που είχαν αναφορικά με επίδικες συναλλαγές ήταν με την Barclays και θα ήταν πιο ευχερές να επιλυθούν ικανοποιητικά με αυτή την τράπεζα παρά με την ενάγουσα-Ελληνική Τράπεζα επειδή η Barclays γνώριζε την αδικία που είχε προκαλέσει στους εναγομένους. Γι΄ αυτό, όταν πήρε ειδοποιήσεις από την Ελληνική Τράπεζα για καθυστερήσεις (Τεκμήρια 14-16), ούτε απάντησε σ΄ αυτές, αφού θεωρούσε ότι δεν είχε καμμιά συμφωνία με αυτή την τράπεζα και βρισκόταν σε διαβουλεύσεις με τον δικηγόρο της Barclays Ξ. Κληρίδη. Αγορεύοντας επ΄ αυτού του θέματος, ο συνήγορος των εναγομένων υπέβαλε κυρίως ότι: α. Ενώ το όφελος από κάποια σύμβαση μπορεί να εκχωρηθεί σύμφωνα με τον περί Συμβάσεων Νόμο, η υποθήκευση ακινήτου δεν μπορεί να εκχωρηθεί γι΄ αυτό θα έπρεπε να ακυρωθεί και να επανεγγραφεί. β. ΄Οταν γίνεται εκχώρηση δικαιωμάτων σύμβασης, σε μια αγωγή θα πρέπει να περιλαμβάνεται σαν ενάγων και ο εκχωρητής αλλά και ο εκδοχέας αν η εκχώρηση γίνεται χωρίς επίκληση ειδικού νόμου. γ. Και αν ακόμα συντελέσθηκε νόμιμη εκχώρηση, δεν αποδείχθηκε ότι αυτή αναφέρεται και συμπεριλαμβάνει τις επίδικες συναλλαγές, εφόσον δεν παρουσιάζεται στο Δικαστήριο η ίδια η συμφωνία της εκχώρησης σαν μαρτυρία, και επομένως το Δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να διαπιστώσει το πραγματικό εύρος της. δ. Εάν η βάση αγωγής είναι η κατ΄ ισχυρισμό συμφωνία εκχώρησης μεταξύ των δύο τραπεζών, τότε δεν έχει αποδειχθεί τέτοια βάση αγωγής αφού δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο η ίδια η Συμφωνία. Εάν πάλι η βάση αγωγής είναι ο Νόμος 64(Ι) του 1997, και πάλι δεν αποδείχθηκε η βάση της αγωγής δεδομένου ότι ο νόμος όταν αναφέρεται και νομιμοποιεί τις μεταβιβασθείσες εργασίες από τη μια τράπεζα στην άλλη, παραπέμπει και πάλι στις εργασίες οι οποίες καθορίζονται στην μεταξύ των δύο τραπεζών συμφωνία, η οποία εδώ δεν έχει αποδειχθεί με μαρτυρία. ε. Η σχετική γνωστοποίηση που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα για τη μεταβίβαση των τραπεζικών εργασιών αναφέρεται σε τράπεζα "Barclays Plc", ενώ το όνομα της τράπεζας με την οποία συναλλάσσονταν οι εναγόμενοι ήταν "Barclays Bank Plc". στ. Εάν δεν ευσταθούν τα πιο πάνω θέματα που εγείρουν, οι εναγόμενοι, εισηγούνται ότι εν πάση περιπτώσει η ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να διεκδικεί τίποτε εναντίον τους επειδή ο νόμος αρ. 64(Ι)/1997 είναι αντισυνταγματικός και άκυρος. Αντικρούοντας τις πιο πάνω θέσεις, ως προς την εισήγηση περί μη έγκυρης μεταβίβασης των υποθηκών, ο συνήγορος της ενάγουσας, υπέβαλε ότι με την Γνωστοποίηση η οποία δυνάμει του Νόμου δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα, μεταβιβάστηκαν νόμιμα όχι μόνο οι οφειλές αλλά και οι εξασφαλίσεις τους, όπως ρητά αναφέρεται στη Γνωστοποίηση. Εξ΄ άλλου στην Ανταπαίτηση των εναγομένων δεν εγείρεται οποιαδήποτε διεκδίκηση για διάταγμα ή δήλωση ακύρωσης των υποθηκών. Ανεξάρτητα δε από οποιεσδήποτε πρόνοιες σε άλλη νομοθεσία ως προς την διαδικασία εγγραφής-επανεγγραφής υποθηκών, εδώ υπερισχύει η ειδική νομοθεσία με την οποία μεταβιβάζονται οι εξασφαλίσεις χωρίς άλλη διαδικασία. Ως προς την κατ΄ ισχυρισμό αντισυνταγματικότητα των σχετικών διατάξεων της προαναφερθείσας νομοθεσίας, αλλά και σε σχέση με το θέμα της μεταβίβασης των εξασφαλίσεων, αυτά τα θέματα έχουν αποφασισθεί με αποφάσεις του Κυπριακού Εφετείου, μεταξύ άλλων στις Πολιτικές Εφέσεις αρ. 10430 και 11112,σύμφωνα με τις οποίες δεν απαιτείτο ούτε η παρουσίαση στο Δικαστήριο της Συμφωνίας εξαγοράς μεταξύ των δύο τραπεζών. Σε σχέση με τα πιο πάνω εγειρόμενα επί μέρους θέματα τα οποία εμπίπτουν στο γενικότερο πλαίσιο της εκχώρησης των εργασιών της μιας τράπεζας προς την άλλη, παρατηρώ τα εξής: α. Ως προς το θέμα της ύπαρξης βάσης αγωγής και της συμπερίληψης των ορθών διαδίκων σαν εναγόντων, νομίζω ότι αυτό το ζήτημα είναι καθαρό από το περιεχόμενο της ίδιας της ΄Εκθεσης Απαίτησης. Η βάση αγωγής είναι τα ισχυριζόμενα χρεωστικά υπόλοιπα τα οποία προέκυψαν από τη μη τήρηση συμφωνηθέντων όρων συμβάσεων δανείου, τα δικαιώματα είσπραξης των οποίων εκχωρήθηκαν από την τράπεζα Barclays προς την ενάγουσα- Ελληνική τράπεζα και τα οποία έτυχαν νομικής ισχύος με τη δημοσίευση Γνωστοποίησης στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας δυνάμει του Α.3 του περί Μεταβίβασης Τραπεζικών Εργασιών και Εξασφαλίσεων Νόμου αρ. 64(Ι) του
  2. Με αυτό σαν δεδομένο δεν ετίθετο θέμα όπως στην αγωγή περιληφθεί ή συμπεριληφθεί σαν ενάγουσα και η τράπεζα Barclays σαν εκχωρήτρια των δικαιωμάτων της. Κατ΄ ακρίβεια, αν συνέβαινε το αντίθετο, αυτό εμφανώς θα ήταν αχρείαστο ή / και επιλήψιμο. ΄Οπως πολύ ορθά εντοπίστηκε και από το Εφετείο στην υπόθεση Ελληνική Τράπεζα Λτδ. και Τράπεζα Μπάρκλευς PLC ν. Ν. Τσαρτελλή
(2003)1 ΑΑΔ 246, σε σχέση με την ίδια μεταβίβαση τραπεζικών εργασιών, το Δικαστήριο θα έπρεπε να εγκρίνει την «..ύπαρξη μιας μόνο ενάγουσας δηλαδή της Ελληνικής Τράπεζας Λτδ., η οποία με την εξαγορά των εγχώριων εργασιών και της επιχείρησης της εφεσείουσας 2 (Barclays) απορρόφησε κάθε συμφέρον της στη διαδικασία..». Και όπως περαιτέρω τονίστηκε αργότερα στην ίδια απόφαση: «... το αγώγιμο δικαίωμα που αποτελούσε το επίδικο θέμα της αγωγής, περιήλθε στην εφεσείουσα 1 (Ελληνική Τράπεζα) με επακόλουθο τη δικαιωματική διεκδίκηση του ...». ΄Οπως είχε διευκρινιστεί και στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστόπουλου [1994] 1 Α.Α.Δ. 479, ο εκδοχέας έχει έννομο συμφέρον (locus standi) ως ενάγοντας και η μη συνένωση του εκχωρητή δεν επηρεάζει την εγκυρότητα της αγωγής. (Βλπ. επίσης Chitty on Contracts 27th Edn. Vol.I pp 969 - 970, Halsbury´s Laws of England 4th Edn. (Reissue) Vol.6 p.46). Επομένως και αγώγιμο δικαίωμα εγείρεται ως ανωτέρω και η ενάγουσα είναι ο ορθός και ο μόνος ενάγοντας που μπορούσε να καταχωρήσει την αγωγή. β. Ως προς το θέμα του κατά πόσο θα έπρεπε να είχε παρουσιαστεί στο Δικαστήριο η συμφωνία εξαγοράς των τραπεζικών εργασιών της μιας τράπεζας από την άλλη, αυτό θα ήταν, κατά την άποψη μου αχρείαστο και συνακόλουθα η παράλειψη προσκόμισης τέτοιας μαρτυρίας δεν ενέχει καμιά αρνητική επίπτωση στην αγωγή. Ο λόγος προς τούτο είναι ότι: (i) Προς απόδειξη της διενέργειας της εξαγοράς και της μεταβίβασης των επίδικων τραπεζικών εργασιών, μαρτυρία συνιστά η παρουσίαση της ίδιας της Γνωστοποίησης. ΄Οπως ρητά αναφέρεται στο Α.3
(2)του Νόμου αρ. 64(Ι) του 1997 η δημοσίευση της γνωστοποίησης αποτελεί «...τελεσίδικη μαρτυρία της μεταβίβασης και του χρόνου μεταβίβασης ...». ΄Οπως δε διευκρινίστηκε στην προαναφερθείσα υπόθεση Τσαρτελλή και νωρίτερα στην υπόθεση Μ.Α. Goodvalue Suppliers Ltd. κ.α. ν. Barclays Bank PLC
(2001)1 ΑΑΔ 1038 «...δεν υπήρχε καν ανάγκη, πολύ δεν περισσότερο υποχρέωση των εφεσίβλητων να καταθέσουν περισσότερα για τη συμφωνία μεταξύ τους και της Ελληνικής Τράπεζας ...». (ιι) Προς το σκοπό της απόδειξης του εύρους της μεταξύ των δύο τραπεζών συμφωνίας και της διαφώτισης του Δικαστηρίου ως προς το κατά πόσο αυτή καλύπτει και τις επίδικες συναλλαγές και πάλι η παρουσίαση της ίδιας της μεταξύ των δύο τραπεζών συμφωνίας, κρίνεται σαν αχρείαστη. Ο λόγος προς τούτο προκύπτει και πάλι από τις ίδιες τις λεπτομερείς πρόνοιες του περί Μεταβίβασης Τραπεζικών Εργασιών και Εξασφαλίσεων Νόμου αρ. 64 (Ι) του 1997 σε συνδυασμό με την προαναφερθείσα Γνωστοποίηση. Είναι, βέβαια, γεγονός ότι ο ίδιος ο προαναφερθείς Νόμος αρ. 64(Ι) του 1997 στον ορισμό τον οποίο παραθέτει στις ερμηνευτικές πρόνοιες του ΄Αρθρου 2, καθορίζοντας τον όρο «μεταβιβαζόμενες εργασίες και επιχείρηση της εξαγορασθείσας Τράπεζας» αναφέρεται σε στοιχεία ενεργητικού και παθητικού «όπως καθορίζονται στη σχετική συμφωνία μεταξύ εξαγορασθείσας Τράπεζας και απαιτώσας Τράπεζας..». Επομένως, από μόνη της η νομοθετική αυτή πρόνοια δεν θα ήταν ικανοποιητική μαρτυρία ως προς το τί προνοούσε η ίδια η συμφωνία μεταξύ των δύο τραπεζών. ΄Ομως αυτή η αναγκαιότητα για απόδειξη του τί ακριβώς κάλυπτε η συμφωνία και κυρίως του ζητήματος κατά πόσο κάλυπτε και τις επίδικες συναλλαγές, ικανοποιείται πλήρως από το λεκτικό της ίδιας της Γνωστοποίησης. Το τι περιλαμβάνουν οι εργασίες που μεταβιβάζονται με τη γνωστοποίηση προσδιορίζεται στην παρα. (Ι) της Γνωστοποίησης στην οποία αναφέρεται ότι: «... με τη συγκατάθεση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου η Ελληνική Τράπεζα Λτδ. ... με συμφωνία ημερομηνίας 1ης Απριλίου 1996 εξαγόρασε τις εγχώριες εργασίες και επιχείρηση της Τράπεζας Barclays Plc στην Κύπρο ... με χρόνο μεταβίβασης που καθορίζεται στην εν λόγω συμφωνία για τη μεταβίβαση των συναφών εργασιών, εξασφαλίσεων και γενικά των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού από την εξαγορασθείσα Τράπεζα...». Συνοπτικά, μπορεί να λεχθεί ότι έχει αποδειχθεί κατ΄ αυτό τον τρόπο, το γεγονός ότι στην Ελληνική Τράπεζα εκχωρήθηκαν και μεταβιβάστηκαν όλες οι εργασίες και οι εξασφαλίσεις, όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις - ενεργητικό και παθητικό που είχε προηγουμένως η Barclays στην Κύπρο. Με δεδομένο δε ότι μεταξύ των εργασιών της Barclays συγκαταλέγονταν και οι επίδικες συναλλαγές και εξασφαλίσεις των εναγομένων, συνάγεται ευθέως ότι και αυτές μεταβιβάστηκαν, δυνάμει της συμφωνίας εξαγοράς και δυνάμει της Γνωστοποίησης, ως είχαν ακριβώς, στην Ελληνική Τράπεζα. Αυτά τα γεγονότα έχουν αποδειχθεί ή ήσαν αδιαμφισβήτητα και επομένως καμιά περαιτέρω μαρτυρία απαιτείτο μέσω κατάθεσης της Συμφωνίας ή άλλως πως. Ως προς το θέμα του κατά πόσο η όποια εκχώρηση και μεταβίβαση των εργασιών της μιας τράπεζας προς την άλλη μπορούσε ή όχι νόμιμα να εκχωρήσει και μεταβιβάσει και δικαιώματα και υποχρεώσεις από υφιστάμενες υποθήκες ακινήτων παρατηρώ τα εξής: Είναι γεγονός ότι τόσο για την εγγραφή όσο και για τη μεταβίβαση μιας υποθήκης ακινήτου, θα πρέπει, βάσει της κειμένης νομοθεσίας, να τηρείται μια θεσμοθετημένη διαδικασία. Αυτή η διαδικασία προνοείται στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων νόμου αρ. 9/65, όπως τροποποιήθηκε. ΄Οπως προβλέπεται στο Αρ. 32
(1)του Νόμου, ένας ενυπόθηκος δανειστής ακινήτου, δύναται να μεταβιβάσει την υπέρ αυτού εγγραφείσαν υποθήκη εις οιονδήποτε έτερον πρόσωπον, τηρουμένων όμως των διατάξεων οι οποίες εκτίθενται στο εδάφιο
(2)του ίδιου άρθρου και εφαρμοζομένων των διατάξεων των άρθρων 5, 6, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14 και 15. Ας σημειωθεί ότι εκείνες οι διατάξεις απαιτούν ουσιαστικά τη συμμόρφωση προς τις τυπικές διεργασίες οι οποίες πρέπει να τηρούνται κατά την εγγραφή κάθε υποθήκης, αρχικής ή άλλης. ΄Οπως δεν προνοείται στο άρθρο 5
(1)του ίδιου Νόμου, καμμιά υποθήκευση ακινήτου είναι έγκυρη, εκτός αν γίνει σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου. Αυτές είναι οι κύριες διατάξεις οι οποίες διέπουν τα των εγγραφών και μεταβιβάσεων υποθηκών επί ακινήτων. Το ερώτημα είναι κατά πόσο αυτές οι διατάξεις θα έπρεπε να είχαν τηρηθεί και στην περίπτωση της μεταβίβασης των εξασφαλίσεων από την τράπεζα Barclays προς την Ελληνική Τράπεζα και κατά πόσο η μη τήρηση τους επάγεται ακυρότητα ή αδυναμία εφαρμογής των δικαιωμάτων που πηγάζουν απ΄ αυτές. Σε σχέση με αυτό το θέμα, φαίνεται να έγινε πρόνοια στις διατάξεις του προαναφερθέντα περί της Μεταβίβασης Τραπεζικών Εργασιών και Εξασφαλίσεων Νόμου του 1997. Ιδιαίτερα λεπτομερείς και σχετικές προς το εξέταση θέμα είναι σε πρόνοιες των εδαφίων (β) και (γ) του άρθρου 5 του Νόμου, το κείμενο των οποίων έχει ως εξής: «5.(β) Η αποκτώσα Τράπεζα υποκαθιστά την εξαγορασθείσα Τράπεζα στα δικαιώματα της σε σχέση με και κατά τρόπο ώστε οποιαδήποτε εξασφάλιση που εκρατείτο από την εξαγορασθείσα Τράπεζα ως εξασφάλιση για την αποπληρωμή χρεών ή υποχρεώσεων (είτε παρόντων είτε μελλοντικών, συγκεκριμένων ή ενδεχομένων οποιουδήποτε προσώπου θα μεταβιβάζεται ή θα θεωρείται ότι μεταβιβάστηκε προς την αποκτώσα Τράπεζα κατά το χρόνο μεταβίβασης ανεξάρτητα από τις πρόνοιες οποιουδήποτε άλλου νόμου και θα κρατείται και θα είναι στη διάθεση της αποκτώσας Τράπεζας ως εξασφάλιση για την αποπληρωμή τέτοιων χρεών και υποχρεώσεων προς την αποκτώσα Τράπεζα. (γ) Η αποκτώσα Τράπεζα, σε σχέση με οποιαδήποτε εξασφάλιση που μεταβιβάζεται ή θεωρείται ότι μεταβιβάζεται προς την ίδια σύμφωνα με τις πρόνοιες του παρόντος Νόμου και σε σχέση με τις χρηματικές υποχρεώσεις που εξασφαλίζονται σύμφωνα με τις εν λόγω πρόνοιες, απολαμβάνει τα ίδια δικαιώματα και προτεραιότητες και υπόκειται στις ίδιες υποχρεώσεις όπως και η εξαγορασθείσα Τράπεζα, χωρίς την επιβολή τελών σε σχέση με την εν λόγω μεταβίβαση ....». Νομίζω ότι οι πρόνοιες των πιο πάνω εδαφίων είναι ξεκάθαρες και δίδουν την απάντηση στο υπό εξέταση ζήτημα, χωρίς καμμιά αμφιβολία: ΄Οτι δηλαδή οι εξασφαλίσεις τις οποίες είχε η εξαγορασθείσα τράπεζα Barclays σαν εξασφάλιση για την αποπληρωμή των επίδικων χρεών μεταβιβάστηκαν ή θεωρούνται από το Νόμο ότι μεταβιβάστηκαν προς την αποκτώσα Ελληνική Τράπεζα ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του προαναφερθέντα περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων νόμου. Αυτά ήταν που ρητά προέβλεπε ο νόμος αρ. 64(Ι) του 1997, πρόκειται για νόμο μεταγενέστερο του νόμου αρ. 9/65 και δεν υπήρχε κανένα νομικό ή συνταγματικό κώλυμα στο να θεσπισθούν με αυτό διαδικασίες κατά παρέκκλιση προγενέστερης νομοθεσίας. Γνωστή είναι εξ΄ άλλου η αρχή lex posterior derogat legi priori σύμφωνα με την οποία, αν υπάρχει κάποια ασυμφωνία ή σύγκρουση μεταξύ των προνοιών μιας νομοθεσίας και αυτών μιας άλλης τότε υπερισχύουν οι πρόνοιες της μεταγενέστερης από τις δύο νομοθεσίες. Σχετική είναι ακόμα και η άλλη αρχή ερμηνείας generalia specialibus non derogant σύμφωνα με την οποία εάν μια νομοθεσία έχει ειδικό χαρακτήρα και νομοθετεί για ένα ειδικό θέμα αυτή υπερισχύει μιας άλλης η οποία νομοθετεί για ένα γενικότερης φύσεως θέμα. ΄Οπως και εδώ, μπορεί ο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων νόμος να προνοεί για την διαδικασία η οποία πρέπει να ακολουθείται κατά την εγγραφή και τη μεταβίβαση γενικά κάθε υποθήκης. ΄Ομως, ο περί Μεταβίβασης Τραπεζικών Εργασιών και Εξασφαλίσεων Νόμος προνοεί ότι ειδικά στην περίπτωση της μεταβίβασης υποθηκών που εξαγοράσθηκαν από μια τράπεζα και επ΄ αυτών αποκτά δικαιώματα που είχε προηγουμένως άλλη τράπεζα, δεν είναι αναγκαίο να ακολουθηθούν οι τυπικές διαδικασίες που ακολουθούνται σε άλλες περιπτώσεις από τη νομοθεσία και θεωρούνται ως γενόμενες κατ΄ εφαρμογή νόμου (by operation of law). Ως προς το θέμα του ονόματος της τράπεζας Barclays όπως αυτό εμφανίζεται στη Γνωστοποίηση που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα, πρέπει να παρατηρήσω τα ακόλουθα: Είναι γεγονός ότι στην παράγραφο
(1)της Γνωστοποίησης γίνεται αναφορά σε εργασίες και επιχείρηση «της Τράπεζας Barclays Plc στην Κύπρο». Το πλήρες όμως όνομα της τράπεζας είναι «Barclays Bank Plc». Κατά την άποψη μου ο τρόπος αυτός περιγραφής της τράπεζας δεν είναι ούτε εσφαλμένος ούτε και δημιουργεί αδυναμία ταύτισης με την εξαγοράζουσα τράπεζα. Κατ΄ αρχήν εντοπίζεται ότι το κείμενο της Γνωστοποίησης είναι στην Ελληνική γλώσσα, αλλά για την αναφορά στην Barclays χρησιμοποιούνται οι Αγγλικές λέξεις, δηλαδή Λατινικοί χαρακτήρες. Χαρακτηρίζεται σαν "Barclays Plc" και παραλείπεται η λέξη "Bank" η οποία στην Ελληνική αντιστοιχεί με τον όρο «Τράπεζα». Αυτός δε, ο όρος-μέρος του ονόματος της Barclays αποδίδεται στο κείμενο αλλά στα Ελληνικά αφού η αναφορά σ΄ αυτό δεν είναι απλά «Barclays Plc" αλλά «Τράπεζα Barclays Plc στην Κύπρο». Αντί δηλαδή να περιγράφεται σαν "Barclays Bank Plc" περιγράφεται επί τό Ελληνικώτερον «Τράπεζα Barclays Plc». Δεν εγείρεται νομίζω καμμιά αμφιβολία ως προς το ποια ακριβώς είναι η εξαγορασθείσα Τράπεζα και καμμιά σύγχυση δεν προκαλείται λόγω αυτού του τρόπου αναγραφής του ονόματος της. Και αν ακόμα εντοπιζόταν κάποια ουσιαστική έλλειψη ή παράλειψη στην περιγραφή, αυτή σίγουρα θα καλυπτόταν από τις άλλες αναφορές που γίνονται στη συμφωνία εξαγοράς, και στις λεπτομέρειες που δίδονται εκεί, έτσι ώστε να φωτογραφίζεται ο πραγματικός τραπεζικός οργανισμός που εξαγοράστηκε. Θα εξετάσω στη συνέχεια το εγερθέν από τους εναγομένους θέμα της κατ΄ ισχυρισμό αντισυνταγματικότητας του Νόμου αρ. 64(Ι) του 1997. ΄Οπως ήταν η εισήγηση, οι διατάξεις αυτού του νόμου παραβιάζουν το ατομικό δικαίωμα της Ελευθερίας του Συμβάλλεσθαι το οποίο κατοχυρώνεται από το ΄Αρθρο 26 του Συντάγματος της Δημοκρατίας. Το κείμενο του ΄Αρθρου 26(Ι) έχει ως εξής: «....1. ΄Εκαστος έχει το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως. Τούτο υπόκειται εις όρους, περιορισμούς ή δεσμεύσεις τιθέμενους επί τη βάσει των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων. Νόμος θέλει προβλέψει δια την πρόληψιν εκμεταλλεύσεως υπό προσώπων, άτινα διαθέτουσιν ιδιάζουσαν οικονομικήν ισχύν....». ΄Οπως έχει ερμηνευθεί από την πλειοψηφία του Κυπριακού Εφετείου στην απόφαση του στην υπόθεση Chimonides v. Manglis
(1966)1 CLR 124, το Α. 26 διασφαλίζει μόνο το δικαίωμα σύναψης συμβάσεων (to enter into contracts) και δεν καλύπτει και τα δικαιώματα τα οποία απορρέουν από αυτές, υπόκειται δε στους όρους και περιορισμούς οι οποίοι τίθενται από το Δίκαιο των Συμβάσεων. (Βλπ. επίσης Eυreka Ltd v. Police
(1979)2 CLR 165, Republic v. Menelaou
(1989)3 CLR 417, Καναρά ν. Πρωτοταπά
(1999)1 ΑΑΔ 801 και Harvest Capital Management Ltd v. Γ. Ταμάσιου
(2003)1 ΑΑΔ 1683). Το παράπονο εδώ των εναγομένων, συνίσταται στο ότι παραβιάσθηκε η ελευθερία τους για επιλογή του προσώπου με το οποίο ήθελαν να συμβληθούν αφού, ενώ είχαν συμβληθεί με ένα τραπεζικό οργανισμό, τελικά ο Νόμος ήρθε να τον υποκαταστήσει με άλλο, την ενάγουσα, επιβάλλοντας έτσι σ΄ αυτούς αντισυμβαλλόμενο, και μάλιστα αναδρομικά. Σε σχέση με τούτο θα πρέπει να παρατηρήσω ότι κατ΄ εφαρμογή και της προαναφερθείσας απόφασης της πλειοψηφίας στην υπόθεση Chimonides η οποία και δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο, το Α. 26(Ι) του Συντάγματος δεν φαίνεται να έχει θέση εδώ. Το θέμα που εγείρεται δεν αφορά σε κατ΄ ισχυρισμό παραβίαση του δικαιώματος των εναγομένων να συνήπταν τις συμβάσεις με βάση τις οποίες δημιουργήθηκαν τα δάνεια, οι εξασφαλίσεις και τα διεκδικούμενα υπόλοιπα λογαριασμών. Το θέμα αφορά σε δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από τις προαναφερθείσες συναλλαγές και από πράξεις που ακολούθησαν. Αφορούν στην ακολουθήσασα εξαγορά των δικαιωμάτων των ενυπόθηκων δανειστών από την ενάγουσα και την εκχώρηση και μεταβίβαση των δικαιωμάτων εκείνων. Ακόμα όμως και αν θεωρηθεί ότι η παρούσα περίπτωση καλύπτεται από τη συνταγματική διασφάλιση του Α. 26(Ι), υπενθυμίζεται ότι η ελευθερία του συμβάλλεσθαι υπόκειται στους όρους και περιορισμούς ή δεσμεύσεις που τίθενται από τις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων. Τονίζω ιδιαίτερα το γεγονός ότι ο συνταγματικός συντάκτης δεν αναφέρεται στον περί Συμβάσεων Νόμο, ή οποιαδήποτε εξειδικευμένη νομοθεσία, αλλ΄ αναφέρεται στις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων. Η δε εκχώρηση και μεταβίβαση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων (assignment) αναγνωρίζεται από το δίκαιο που ισχύει στη χώρα μας. Στην απόφαση Vassos Ayiomamitis Developments Ltd ν. Αρτέμη Θωμαϊδη
(2000)1 ΑΑΔ 238 λέχθηκαν μεταξύ άλλων και τα εξής: «Η νομοθεσία της Κύπρου δεν περιέχει διατάξεις ρυθμιστικές της εκχώρησης (assignment). Ωστόσο, η εκχώρηση αναγνωρίζεται από το δίκαιο και οι αρχές της επιείκειας (equity) που ίσχυσαν στην Αγγλία επί του θέματος πριν από την θέσπιση του Real Property Act 1925 (που για πρώτη φορά ρύθμισε νομοθετικά την εκχώρηση), διέπουν τη σχέση. Καθόσον αφορά την εξουσία των Δικαστηρίων για εφαρμογή του αγγλικού κοινού δικαίου (common law) και των αρχών της επιείκειας (equity) κατά την άσκηση της πολιτικής ή της ποινικής δικαιοδοσίας το άρθρο 29(19(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου - Νόμος 14/60 προβλέπει: 29
(1)΄Εκαστον δικαστήριον εν τη ασκήσει της πολιτικής ή ποινικής αυτού δικαιοδοσίας θα εφαρμόζη (α) ............................................................. β) ............................................................ (γ) Το κοινό δίκαιο (common law) και τας αρχάς της επιείκειας (equity) εκτός εάν άλλη πρόβλεψις εγένετο ή θα γίνη υπό οιουδήποτε νόμου εφαρμοστέου ή γενόμενου δυνάμει του Συντάγματος ή οιουδήποτε νόμου διατηρηθέντος εν ισχύι δυνάμει της παραγράφου (β) του παρόντος εδαφίου εφόσον δεν αντιβαίνουν ή δεν είναι ασυμβίβαστοι προς το Σύνταγμα». (Βλ. ακόμα World Tide v. Vassiliko Cement
(1989)1 CLR 273, Markidou v. Kiliaris and Another
(1983)1 CLR 392). ΄Ηταν περαιτέρω η θέση των εναγομένων, ότι ο Νόμος αρ. 64(Ι) του 1997 δεν μπορούσε να είχε θεσπισθεί από τη Βουλή των Αντιπροσώπων καθ΄ ότι δεν νομιμοποιείται το νομοθετικό σώμα να θεσπίζει ατομικούς νόμους προσφέροντας κάλυψη σε ιδιωτικής φύσεως συμφωνίες. Σε σχέση με αυτή τη θέση θα πρέπει να υπενθυμιστεί ότι ο περί Μεταβίβασης Τραπεζικών Εργασιών και Εξασφαλίσεων Νόμος αρ. 64(Ι) του 1997 δεν θεσπίστηκε για να καλύψει ή αντιμετωπίσει την περίπτωση της εξαγοράς των εργασιών της τράπεζας Barclays από την Ελληνική Τράπεζα. Ο νόμος εκείνος όπως και ο τίτλος του υποδηλώνει και όπως και στο αιτιολογικό μέρος του σχετικού νομοσχεδίου είχε δημοσιευθεί, θεσπίστηκε για να ρυθμίσει όλα τα θέματα, τυπικά και ουσιαστικά τα οποία απορρέουν από όλες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ένας τραπεζικός οργανισμός προβαίνει στην εξαγορά των εργασιών και της επιχείρησης ενός άλλο τραπεζικού οργανισμού που λειτουργούσε στην Κύπρο. Ειδικώτερα ως προς την μεταβίβαση εξασφαλίσεων, αναφέρονται ρητά τα ακόλουθα στην Αιτιολογική ΄Εκθεση που δημοσιεύτηκε μαζί με το Νομοσχέδιο στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας αρ. 3129 ημερ. 7.3.97 Παράρτημα VI: «..Μεταξύ άλλων, με τη θέσπιση του παρόντος Νόμου, σε περιπτώσεις μαζικών μεταβιβάσεων υποθηκών και άλλων εξασφαλίσεων, αποφεύγονται χρονοβόρες διοικητικές διαδικασίες για την εκτέλεση της μεταβίβασης μιας εκάστης εξασφάλισης, και η εκ νέου καταβολή τελών από τους ενδιαφερομένους για μεταβιβάσεις εξασφαλίσεων που δεν είναι ο αυτοσκοπός των δραστηριοτήτων τους, γεγονός που δυνατό να επενεργεί αποθαρρυντικά ή και απαγορευτικά για τέτοιες δραστηριότητες. Επιπλέον, καθίσταται δυνατή η μεταβίβαση ειδικών μορφών εξασφαλίσεων για τις οποίες ενδεχομένως να μην υπάρχουν ρυθμιστικές πρόνοιες σε άλλους νόμους. Οι αναφερόμενες εξασφαλίσεις είναι σύμφυτες και όχι πρόσθετες ούτε παρεμφερείς στη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος. Ο σκοπός του παρόντος Νόμου για άρση οποιωνδήποτε εμποδίων στην ομαλή διεξαγωγή και στη συνέχιση των συναφών τραπεζικών εργασιών επιτυγχάνεται με τη διευκόλυνση της άμεσης μεταβίβασης υποθηκών και άλλων εξασφαλίσεων, καθώς επίσης τυχόν αντίστοιχων υποχρεώσεων, από την εξαγορασθείσα τράπεζα στην αποκτώσα τράπεζα και με την, ως εκ τούτου, υποκατάσταση στα σχετικά δικαιώματα και υποχρεώσεις της εξαγορασθείσας από την αποκτώσα τράπεζα. Για την κάλυψη τέτοιων περιπτώσεων που εκκρεμούν και βρίσκονται σε εξέλιξη απαιτείται η εφαρμογή των προνοιών του παρόντος Νόμου από την 1η Ιανουαρίου 1996.». Πρόκειται για ένα σημαντικό νομοθέτημα με το οποίο επιβάλλονται ρυθμίσεις και διασφαλίσεις ως προς τον τρόπο και τον χρόνο μεταβίβασης τραπεζικών εργασιών , το τί περιλαμβάνεται σ΄ αυτές, το πως επηρεάζονται υφιστάμενες αγωγές, δικαιώματα και υποχρεώσεις, απαιτούμενες τυπικότητες κλπ. Επομένως, ο νόμος τούτος κάθε άλλο παρά θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί σαν ατομικός ή ότι ρυθμίζει ή καλύπτει ιδιωτική συμφωνία. Η ίδια η Γνωστοποίηση η οποία δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα ημερ. 8.8.97 (τεκμήριο 1) είναι σίγουρα ατομικής φύσεως, με την έννοια ότι καλύπτει την συγκεκριμένη εξαγορά εργασιών Barclays - Ελληνικής Τράπεζας. Αυτή ήταν που έδωσε νομική ισχύ στην ιδιωτική συμφωνία και είχε εκδοθεί και δημοσιευθεί δυνάμει του Νόμου, αλλά δεν είναι ο ίδιος ο νόμος ο οποίος θεσπίστηκε για την συγκεκριμένη περίπτωση. Σε σχέση με το ίδιο θέμα, θα πρόσθετα και τη διαπίστωση ότι με την μεταβίβαση/εκχώρηση των εργασιών της μιας τράπεζας προς την άλλη και συνακόλουθα και των λογαριασμών και εξασφαλίσεων των εναγομένων, καθόλου δεν μπορεί να λεχθεί ότι επηρεάστηκαν δυσμενώς οποιοιδήποτε άλλοι όροι των συμφωνιών που είχαν συνάψει οι οποίοι και μεταβιβάστηκαν ατόφιοι και παρέμειναν οι ίδιοι. Προβάλλοντας τη θέση ότι η θέση των εναγομένων είχε επηρεαστεί αρνητικά λόγω της ανάληψης χειρισμού των λογαριασμών τους από την Ελληνική Τράπεζα, ο εναγόμενος 2 και διευθυντής της εναγομένης 1 κατέθεσε ότι ήταν πολύ πιο ευχερές να διευθετούντο κάποιες διαφορετικές προσεγγίσεις που είχαν ως προς τις δοσοληψίες τους με την Barclays. Ο λόγος, ήταν όπως εξήγησε, διότι η Barclays γνώριζε την αδικία που είχε προκαλέσει σ΄ αυτούς και θα την λάμβανε υπόψη, πράγμα που δεν θα έπραττε η Ελληνική Τράπεζα η οποία εξαγόρασε τις εργασίες της Barclays, προφανώς με κάποια έκπτωση. Σε σχέση με αυτή τη θέση, θα πρέπει να παρατηρήσω ότι αυτή, όχι μόνο δεν υποστηρίζεται από τη μαρτυρία, αλλ΄ αντιστρατεύεται την άλλη ουσιώδη θέση των εναγομένων. Αντιστρατεύεται δηλαδή τη θέση που προβλήθηκε στην Υπεράσπιση και στην ένορκη μαρτυρία του εναγομένου 2 σύμφωνα με την οποία οι διαβουλεύσεις και διαπραγματεύσεις που είχαν οι δικηγόροι των διαδίκων οδήγησαν τελικά σε δεσμευτική και ικανοποιητική για τους εναγομένους διευθέτηση των οφειλών τους. Υπενθυμίζεται σε σχέση με τούτο, ότι αυτές οι διαπραγματεύσεις οι οποίες αντικατοπτρίζονται στις επιστολές τεκμήρια 26-34 είχαν γίνει μεταξύ Ιανουαρίου 2000 -Ιουνίου 2000, δηλαδή χρόνια μετά που ανάλαβε τους λογαριασμούς η ενάγουσα-Ελληνική Τράπεζα και μετά που καταχωρήθηκε η αγωγή. Ηχεί επομένως παράξενα, να ισχυρίζονται οι εναγόμενοι από τη μια ότι μόνο αν παρέμεναν οι λογαριασμοί τους με την Barclays, θα μπορούσαν να επιτύχουν συμβιβαστική λύση, και από την άλλη να επιμένουν ότι ικανοποιητική συμβιβαστική συμφωνία ήταν με την Ενάγουσα Ελληνική Τράπεζα που συνήψαν και όχι με την απελθούσα Barclays. Συνοψίζοντας επ΄ αυτής της θεματικής ενότητας, είναι η κατάληξη μου ότι νόμιμα, έγκυρα και συμφώνως της συνταγματικής τάξης έγινε η εκχώρηση και μεταβίβαση των τραπεζικών λογαριασμών και εξασφαλίσεων των εναγομένων από την τράπεζα Barclays προς την ενάγουσα Ελληνική Τράπεζα, η οποία και ενομιμοποιείτο να καταχωρήσει και να προωθήσει την παρούσα αγωγή. β. Το θέμα κατά πόσο μεταξύ των δικηγόρων των διαδίκων είχε συναφθεί δεσμευτική συμφωνία διευθέτησης των οφειλών των εναγομένων. Σύμφωνα με τις δικογραφημένες θέσεις των εναγομένων, κατά ή περί την 1.3.00 συνήφθη μεταξύ των δικηγόρων των διαδίκων δεσμευτική συμβιβαστική συμφωνία για την επίλυση των διαφορών και αποπληρωμή των οφειλών τους και επικαλούμενοι αυτή τη συμφωνία διεκδικούν ανταπαιτητικά Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η Ενάγουσα εμποδίζεται δυνάμει εκείνης της συμβιβαστικής συμφωνίας από του να διεκδικεί ως η Απαίτηση της, ενώ οι εναγόμενοι αποδέχονται την έκδοση εις βάρος τους Απόφασης ως η συμφωνία. Η πιο πάνω θέση των εναγομένων εδράζεται κατά κύριο λόγο στο περιεχόμενο της αλληλογραφίας η οποία ανταλλάγηκε μεταξύ των δικηγόρων των διαδίκων, αναφορά στην οποία έκανα προηγουμένως. Πιο εκτενής αναφορά στα κύρια σημεία εκείνης της αλληλογραφίας είναι αναπόφευκτη και μπορεί να συνοψιστεί στα ακόλουθα: Κατ΄ αρχή σημειώνεται ότι οι εναγόμενοι είχαν καταχωρήσει στις 15.5.96 την υπ΄ αριθμό 4121/96 αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εναντίον της Barclays Bank Plc. Με την αγωγή εκείνη η οποία παρουσιάζεται να είναι άσχετη με τα επίδικα θέματα στην παρούσα αγωγή, οι εναγόμενοι σαν ενάγοντες διεκδικούσαν την καταβολή σ΄ αυτούς αποζημιώσεων λόγω κατ΄ ισχυρισμό συνομωσίας εκ μέρους της Barclays για τη χρησιμοποίηση παράνομων μέσων και για πρόκληση σ΄ αυτούς ζημιάς κατά το 1990 σε σχέση με την υποθήκευση και εκποίηση περιουσιακών στοιχείων και μετοχών που η εταιρεία Stavros Holdings Ltd κατείχε στην εταιρεία The Cyprus Hotels Ltd κατά παράβαση προσωρινών απαγορευτικών διαταγμάτων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, καθώς επίσης και συναφείς θεραπείες. (Σχετικά είναι τα έγγραφα που περιλαμβάνονται στο τεκμήριο 25). Μεταγενέστερα και μετά που καταχωρήθηκε εναντίον των εναγομένων η παρούσα αγωγή από την Ελληνική Τράπεζα, με επιστολή του ημερ. 26.1.00 και με θέμα αναφοράς τον τίτλο και αριθμό της παρούσας αγωγής (τεκμήριο 28), ο δικηγόρος των εναγομένων υπέβαλλε προς τον τότε δικηγόρο της ενάγουσας κ. Ξ. Κληρίδη πρόταση όπως οι εναγόμενοι αποδεχθούν την έκδοση απόφασης εναντίον τους για το κεφάλαιο της Απαίτησης χωρίς τόκους με αποπληρωμή σε 10 χρόνια με ισόποσες ετήσιες δόσεις και με νόμιμο τόκο. Σε αντάλλαγμα οι εναγόμενοι θα απέσυραν την προαναφερθείσα αγωγή τους που εκκρεμούσε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Ο τότε δικηγόρος της ενάγουσας απάντησε με επιστολή του ημερ. 16.2.00 (τεκμήριο 27) αναφέροντας ότι οι πελάτες του ήσαν έτοιμοι να συμφωνήσουν με την εισήγηση του, νοουμένου ότι ανκαι η αποπληρωμή θα γινόταν σε 10 χρόνια, να γινόταν αντί με ετήσιες δόσεις, με εξαμηνιαίες δόσεις και η Τράπεζα να ήταν ελεύθερη να καταχωρήσει επιβαρύνσεις (memos). Ακολούθησε επιστολή του δικηγόρου των εναγομένων ημερ. 28.3.00 (τεκμήριο 8) με την οποία αυτός επισύναπτε αντίγραφο σημείωσης του λογιστού των πελατών του μαζί με αντίγραφο προτεινομένου πρακτικού που θα παρουσιαζόταν στο Δικαστήριο για δήλωση Απόφασης εκ συμφώνου στην παρούσα αγωγή. Με το προτεινόμενο πρακτικό οι εναγόμενοι μέσω δήλωσης του συνηγόρου τους ενώπιον του Δικαστηρίου, θα αποδέχονταν απόφαση για το ποσό των £736.833 (κεφάλαιο της απαίτησης) πλέον τόκο 8% από την ημέρα έκδοσης της απόφασης. Η εκτέλεση της απόφασης θα αναστέλλετο ενόσω οι εναγόμενοι κατέβαλλαν εξαμηνιαίως δόσεις εκ £54,217.46 εκάστη, αρχής γενομένης από την 2.4.01. Με την επιστολή εκαλείτο ο τότε συνήγορος της ενάγουσας να δώσει την απάντηση του το συντομότερο. Σ΄ αυτή την επιστολή απάντησε ο τότε δικηγόρος της ενάγουσας με επιστολή του ημερ. 31.3.00 (τεκμήριο 29) λέγοντας ότι το ποσό το οποίο οφειλόταν ανερχόταν σε £1,070.713.37 κατά την 28.2.1999 με τους τόκους, οι οποίοι υπολογίστηκαν χωρίς ανατοκισμό και ότι αυτό το ποσό θα έπρεπε να αποπληρωθεί εντόκως προς 9% επί ποσού £767.696 από την απόφαση μέχρι εξοφλήσεως με εξαμηνιαίες δόσεις εντός 10 ετών, από της 30.11.00. Ο συνήγορος των εναγομένων απάντησε σ΄ αυτή την επιστολή με δική του επιστολή ίδιας ημερομηνίας (τεκμήριο 30). Αναφερόμενος στην επιστολή - τεκμήριο 29, έλεγε ότι δεν ήταν εκείνο που συμφώνησαν, αφού η συμφωνία τους, ως η επιστολή του (του δικηγόρου της ενάγουσας) ήταν για πληρωμή του κεφαλαίου χωρίς τόκους, ενώ το κεφάλαιο θα έφερε τόκο από την ημερομηνία της συμφωνίας τους. Σ΄ αυτή την επιστολή, ο τότε δικηγόρος της ενάγουσας απάντησε με επιστολή του ημερ. 3.4.00 (τεκμήριο 31(Α)), στην οποία έλεγε επί λέξει και τα εξής: «... Απαντώ εις το μήνυμα σου της 31.3.00. Φαίνεται ότι έγινε κάποια παρεξήγηση. Η φράση εις την πρόταση σου ημερομηνίας 26.1.00: «προτείνουμε να εκδοθεί απόφαση για το κεφάλαιο της απαίτησης άνευ τόκων με αναστολή κλπ....»εθεωρήθη να σημαίνει «judgment as per claim but interest with effect from the date of judgment...». Με επιστολή του ίδιας ημερομηνίας 3.4.00 (τεκμήριο 31) ο συνήγορος των εναγομένων απάντησε λέγοντας ότι νομίζει πως η Τράπεζα προσπαθεί να αλλάξει τα συμφωνηθέντα και υποδεικνύει πως δεν θα ήταν λογικό να εισηγούντο έκδοση απόφασης ως η Απαίτηση. Ο τότε συνήγορος της ενάγουσας επανήλθε με επιστολή του ημερομηνίας 4.4.00 (τεκμήριο 32) απαντώντας ότι χωρίς αμφιβολία προέκυψε κάποια παρεξήγηση. Πρόσθετε δε τα εξής: «.....Κατά πάντα χρόνο η Τράπεζα είχε υπ΄ όψη της το Κεφάλαιο πλέον τόκοι μέχρι αγωγής, χωρίς τόκους από αγωγής μέχρι αποφάσεως συν τόκοι από αποφάσεως: Επρότεινες «απόφαση» για το Κεφάλαιο της απαίτησης χωρίς τόκο, με τόκο από την ημέρα της απόφασης. Εν προκειμένω «Κεφάλαιο» σημαίνει τα ποσά που αναγράφονται στην παράγραφο 11 της Ε/Α δηλαδή £656.827,22 και £385.024,60 πλέον τόκοι απο΄1.3.99 μέχρι αγωγής επί ποσών £647.279,84 και επί £379.437,89 αντίστοιχα. ΄Ισως δια την παρεξήγηση να ευθύνομαι εγώ που δεν σου απέστειλα αντίγραφο της επιστολής της Τράπεζας προς εμέ 15.2.2000. Εν πάση περιπτώσει οι μεταξύ μας διαπραγματεύσεις δεν δεσμεύουν την Τράπεζα, οι οποίες άλλωστε δεν είχαν κατάληξη. Παραμένουν να συζητηθούν το rate του τόκου, εμείς διεκδικούμε 9 ενώ εσείς λέτε 8, θέμα εξόδων και βεβαίως τοποθέτηση Memoranda επί των περιουσιών των Εναγομένων....». Αναφερόμενος στην πιο πάνω αλληλογραφία, ο συνήγορος των εναγομένων υπέβαλε πως παρά το ότι η πρόταση που είχε υποβάλει ήταν «άνευ βλάβης» έγινε αποδεκτή με την επιστολή-τεκμήριο 27 από τον δικηγόρο που εκπροσωπούσε την ενάγουσα, οπότε οι εναγόμενοι με τη δική τους επιστολή-τεκμήριο 28 έστειλαν αριθμούς. Η μόνη διαφορά που ηγέρθηκε με τον δικηγόρο της ενάγουσας ήταν ότι η αναφορά «άνευ τόκων» έγινε αντιληπτή να σήμαινε με τόκους μέχρι την ημερομηνία της αγωγής. Αυτό όμως δεν μπορεί να ευσταθήσει, ενώ αν πρόκειται για μονομερές σφάλμα (unilateral mistake) αυτό δεν αναιρεί την συμφωνία. Αντικρούοντας αυτή τη θέση, ο συνήγορος της ενάγουσας, υπέβαλε ότι είναι αυταπόδεικτο από τα κατατεθέντα έγγραφα, ότι δεν υπήρξε ποτέ συμφωνία, αφού δεν αποκαλύπτεται ταύτιση θέσης μεταξύ προσφοράς και αποδοχής προτάσεων. Η μελέτη των σχετικών επιστολών καταδεικνύει ότι η μια πλευρά εισηγείτο κάτι, η άλλη το αποδεχόταν αλλ΄ έθετε άλλους όρους κλπ και ουδέποτε συντελέστηκε δεσμευτική συμφωνία. Αναφορικά με το θέμα τούτο παρατηρώ τα εξής: Στη βασική πρόταση την οποία υπέβαλαν οι εναγόμενοι μέσω της επιστολής τους-τεκμήριο 26, καθαρά αναφερόταν ότι αυτή γινόταν «εντελώς άνευ βλάβης και χωρίς παραδοχή». Αυτό όμως δεν φαίνεται να συνιστά εμπόδιο στην σύναψη δεσμευτικής συμφωνίας. Στην Αγγλική υπόθεση Unilever plc v. The Procter & Gample Co
(2001)1 All E.R. 783, είχαν διευκρινιστεί και τα ακόλουθα (σε μετάφραση από τη σελ. 791): «΄Ετσι, εκεί όπου το ζήτημα είναι κατά πόσο επιστολές άνευ βλάβης έχουν καταλήξει σε συμπεφωνημένο συμβιβασμό, η αλληλογραφία είναι αποδεκτή μαρτυρία, επειδή η σχετικότητα των επιστολών δεν έχει τίποτε να κάνει με την αλήθεια οποιωνδήποτε γεγονότων τα οποία οι συντάκτες έχουν ρητά ή εξυπακουόμενα παραδεχθεί. Είναι σχετικές διότι περιέχουν την πρόταση και την αποδοχή που συνιστούν μια σύμβαση η οποία έχει υποκαταστήσει την βάση αγωγής και αποτελούσε προηγουμένως την διαφορά...». ΄Εχοντας μελετήσει διεξοδικά το περιεχόμενο των προαναφερθεισών επιστολών, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι μέσω αυτών δεν συντελέσθηκε τελικά μια δεσμευτική, συμβιβαστική συμφωνία ως προς επίδικα θέματα της αγωγής. Οι λόγοι γι΄ αυτή μου την κατάληξη είναι οι ακόλουθοι: α. Επειδή οι συντάκτες των επιστολών που εκπροσωπούσαν τους διαδίκους δεν είχαν συναντίληψη ως προς ουσιώδη όρο της πρότασης. β. Επειδή για να συμπληρωνόταν η σύναψη τελικής συμφωνίας, απαιτείτο η συμφωνία και επί επιπρόσθετων όρων, ή η συναίνεση των μερών ως προς το τι αντιπροσώπευαν στην πράξη συμφωνηθέντες όροι. α. ΄Ελλειψη συναντίληψης ως προς ουσιώδη όρο της πρότασης Το βασικό ζήτημα το οποίο εγείρεται μέσα από την ανταλλαγείσα αλληλογραφία, δεν συνίσταται στο κατά πόσο η μιά πλευρά τελούσε υπό πλάνη ή διέπραξε σφάλμα (unilateral mistake). ΄Οπως καθαρά διακριβώνεται από τις εκατέρωθεν δοθείσες εξηγήσεις, ενώ η πλευρά των εναγομένων πίστευε ότι ξεκάθαρα εννοούσε ένα πράγμα, η άλλη πλευρά λέγει ότι αντιλήφθηκε εκείνο να σήμαινε κάτι διαφορετικό. Το ζήτημα επομένως είναι κατά πόσο προτείνοντας η μια πλευρά κάτι και ή άλλη εκφράζοντας την ετοιμότητα της να το αποδεχθεί, οι δύο πλευρές τελούσαν υπό συναντίληψη σκέψης (consensus ad idem - meeting of the minds). Για να συναφθεί μια δεσμευτική σύμβαση θα πρέπει ασφαλώς αμφότεροι οι συμβαλλόμενοι να έχουν την ίδια αντίληψη ως προς τους όρους της συμφωνίας. Ειδικότερα, εκείνο το οποίο παρουσιάζεται να αποδέχεται η μιά πλευρά δεν μπορεί να το αντιλαμβανόταν σαν κάτι το διαφορετικό απ΄ εκείνο που πρότεινε η άλλη. Το τι ακριβώς σημαίνει και εμπεριέχει η φράση "consensus ad idem" επεξηγήθηκε ως εξής στην υπόθεση The Hannah Blumenthal
(1983)1 All ER 34 στις σελ. 48-49: "...To create a contract by exchange of promises between two parties where the promise of each party constitutes the consideration for the promise of the other what is necessary is that the intention of each as it has been communicated to and understood by the other (even though that which has been communicated does note represent the actual state of mind of the communicator) should coincide. That is what English lawyers mean when they resort to the latin phrase consensus ad idem and the words that I have italicised are essential to the concept of consensus ad idem, the lack of which prevents the formation of a binding contract in English law. (Lord Diplock´ s emphasis)..." ΄Οπως καθίσταται πρόδηλο από τις εξηγήσεις τις οποίες έδωσε στην προαναφερθείσα επιστολή του - τεκμήριο 31 ο τότε δικηγόρος της ενάγουσας, υπήρχε μεταξύ των δικηγόρων των δύο πλευρών μια πολύ διαφορετική αντίληψη ως προς το τι πρότεινε ο ένας και τι θα αποδεχόταν ο άλλος σε σχέση με το κεφάλαιο για το οποίο θα εκδιδόταν εκ συμφώνου απόφαση. Η διάσταση είναι εμφανής στην αλληλογραφία και δεν θα την παραθέσω ξανά. Αφορούσε δε σε ένα πολύ ουσιώδες θέμα, αυτό της συμπερίληψης ή μή τόκων στο κεφάλαιο σε σχέση με το οποίο θα συμβιβαζόταν η διαφορά και αν ναι από πότε. ΄Ηταν η θέση των εναγομένων ότι προτείνοντας εκείνο που φαινόταν στην επιστολή τους, δεν ήταν λογικό να εννοούσαν αυτό που αντιλήφθηκε η άλλη πλευρά. Το θέμα όμως παραμένει ότι άλλη αντίληψη είχε η αντίδικη πλευρά και εκείνο που έχει σημασία είναι αυτό και όχι το εάν θα έπρεπε να αντιλαμβανόταν κάτι διαφορετικό. Εξ΄ ού και στην εξέλιξη του πράγματος, όταν έγκαιρα διεφάνη η διαφορά αντίληψης, δεν προχώρησε καμμιά διευθέτηση. Το δε Δικαστήριο, εκείνο το οποίο πρέπει να πράξει είναι να εγκύψει πάνω από τη δέσμη της αλληλογραφίας επί της οποίας μια πλευρά βασίζεται για να ισχυρισθεί ότι συνιστά δεσμευτική συμφωνία και να διακριβώσει κατά πόσο η ορθή ερμηνεία της αποκαλύπτει ή όχι συμφωνία (βλπ. Βιομετάλ Λτδ ν. Hawaii Hotels Ltd.
(1998)1 AAΔ 281 Gibson v. Manchester City Council
(1979)1 All E.R. 972). Εδώ, με βάση το περιεχόμενο της προμνησθείσας αλληλογραφίας, μου είναι αδύνατο να συμπεράνω στο ότι οι δύο πλευρές δεν τελούσαν υπό διαφορετική αντίληψη ως προς ένα πολύ ουσιώδες μέρος της πρότασης και επομένως αδυνατώ να συμπεράνω ότι είχε συντελεσθεί έγκυρη συμφωνία. β. Μή συμπλήρωση συμφωνίας ως προς επιπρόσθετους όρους και μή συναντίληψη ως προς άλλους. Ακόμα και αν μπορούσε να θεωρηθεί ότι υπήρχε ή πρέπει να υπήρχε συναντίληψη ως προς την έννοια του όρου «κεφάλαιο της απαίτησης άνευ τόκων», και πάλι καθίσταται πρόδηλο από την ανταλλαγείσα μεταξύ των δικηγόρων αλληλογραφία, ότι δεν υπήρξε ποτέ συμφωνία ως προς δύο άλλα, ιδιαίτερα σημαντικά σημεία τα οποία για σκοπούς δήλωσης συμβιβασμού, μπορούν να χαρακτηρισθούν σαν «εκ των ών ούκ άνευ». Αυτά είναι: α. Το ακριβές ποσό του οφειλόμενου ποσού-κεφαλαίου. β. Το από πότε θα άρχιζε η αποπληρωμή των οφειλόμενων ποσών με δόσεις, καθώς και το ύψος του ποσού κάθε δόσης. Ως προς το πρώτο, όπως φαίνεται από την επιστολή του δικηγόρου των εναγομένων - τεκμήριο 28, όταν πρότεινε να εκδοθεί απόφαση για το «κεφάλαιο της απαίτησης χωρίς τόκους» αυτό το κεφάλαιο, με τους υπολογισμούς των εναγομένων, ανερχόταν σε £736.833 κατά την 1.4.
  1. Συνακόλουθα το ποσό κάθε μιας από τις 20 εξαμηνιαίες δόσεις ανερχόταν σε £54.217.
  2. Περαιτέρω, για πρώτη φορά υποβάλλετο πρόταση στην ίδια επιστολή, όπως η πρώτη εξαμηνιαία δόση είναι καταβλητέα κατά την 2.4.01, δηλαδή ένα περίπου χρόνο μετά από την δήλωση της απόφασης. Από την άλλη, όπως προκύπτει από την επιστολή-τεκμήριο 29 του τότε δικηγόρου της ενάγουσας: α. ΄Οταν μιλούσε για «κεφάλαιο», το ύψος του σύμφωνα με την Τράπεζα ήταν, χωρίς τους τόκους £767.696 και όχι εκείνο που είχαν υπόψη τους οι εναγόμενοι. β. Το ποσό κάθε δόσης αναπόφευκτα θα διέφερε απ΄ εκείνο που είχαν υπόψη τους οι εναγόμενοι. γ. Η πρόταση του δικηγόρου των εναγομένων που προβλήθηκε για πρώτη φορά για το πότε θα άρχιζε η καταβολή των δόσεων, δεν γινόταν αποδεκτή. Υποβαλλόταν δε η θέση της Τράπεζας όπως η καταβολή άρχιζε από τις 30.11.00 και όχι στις 2.4.
  3. Από τα πιο πάνω στοιχεία, καθαρά εξάγεται το συμπέρασμα πως αφ΄ ενός δεν συντελέσθηκε συμφωνία επί βασικών όρων της συμβιβαστικής διευθέτησης η οποία επειχειρείτο, και αφ΄ ετέρου δεν υπήρχε συμφωνία και κοινή αντίληψη ως προς άλλους όρους οι οποίοι είχαν συμφωνηθεί σε γενικές γραμμές. Μπορεί δηλαδή, όπως και εδώ, δύο πλευρές να συμφωνούσαν να εκδοθεί απόφαση «για το κεφάλαιο» και αποπληρωμή σε «20 ισόποσες δόσεις». ΄Ομως εάν αποδειχθεί στη συνέχεια και μάλιστα πριν την λήψη οποιουδήποτε μέτρου εφαρμογής συμφωνηθέντων, ότι η μια πλευρά συμφωνώντας για «το κεφάλαιο» εννοούσε ένα «Α» ποσό ενώ η άλλη εννοούσε ένα «Β» ποσό, και όταν η μια πλευρά συμφωνώντας για 20 δόσεις εννοούσε δόσεις άλλου ύψους από εκείνο που πίστευε η άλλη πλευρά, τότε δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπήρξε έγκυρη, τελική συμφωνία, καθ΄ όσον μάλλον εκδηλώθηκε και σημαντική διάσταση ως προς το άλλο σημαντικό θέμα, αυτό της έναρξης αποπληρωμής, θέμα που δεν είχε θιγεί προηγουμένως. ΄Οπως τονίστηκε και στην υπόθεση Scammell v. Ouston
(1941)1 All E.R. 14, οι συμβαλλόμενοι θα πρέπει να εκφράζονται με όρους των οποίων η έννοια να συμφωνείται ή να διακριβώνεται με εύλογη βεβαιότητα, διαφορετικά θα είναι αδύνατο να λεχθεί ότι οι δύο πλευρές είχαν την ίδια πρόθεση. Σε τέτοια περίπτωση το consensus ad idem δεν θα είναι τίποτε άλλο παρά αντικείμενο εικασίας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αδυνατώ να συμπεράνω ότι συντελέστηκε μεταξύ των δύο διάδικων πλευρών οποιαδήποτε τελική και δεσμευτική συμβιβαστική συμφωνία, η οποία θα στεκόταν εμπόδιο στην εξέταση των επίδικων θεμάτων ή θα οδηγούσε στην έκδοση απόφασης στη βάση της. γ. Το θέμα κατά πόσο αποδείχθηκαν ή όχι ικανοποιητικά οι διεκδικήσεις της ενάγουσας. Θα εξετάσω τελικά το θέμα τούτο ουσίας που ηγέρθη στην παρούσα αγωγή. ΄Ηταν η εισήγηση του συνηγόρου των εναγομένων, ότι δεν αποδείχθηκε η αποστολή και παραλαβή των ειδοποιήσεων-τεκμηρίων 14, 15, 16 και
  1. ΄Οσον δε αφορά στην απόδειξη ύπαρξης οποιωνδήποτε οφειλομένων ποσών, ενώ τα τεκμήρια 22 και 23 που κατατέθηκαν και δείχνουν καταστάσεις κίνησης των λογαριασμών, δεν συνοδεύτηκαν από επεξηγηματική μαρτυρία και δεν καταδεικνύουν ικανοποιητικά τις οφειλές. Αντικρούοντας τη θέση αυτή, ο συνήγορος της ενάγουσας υπέβαλε ότι τα διεκδικούμενα ποσά έχει αποδειχθεί ότι οφείλονται τόσο από τα κατατεθέντα τεκμήρια, όσο και από το γεγονός ότι ο ίδιος ο ΜΥ 1 - εναγόμενος 2, στη μαρτυρία του παραδέχθηκε πως αν το Δικαστήριο αποφασίσει ότι η ενάγουσα ενομιμοποιείτο να εισπράξει ό,τι οφείλετο στην Barclays, τότε δικαιούται η ενάγουσα σε απόφαση για εκείνα τα ποσά. Ως προς δε τις ειδοποιήσεις τερματισμού των λογαριασμών, ο ίδιος ο μάρτυρας κατάθεσε ότι είχε παραλάβει τα σχετικά τεκμήρια πλήν, απλά τα αγνόησε επειδή δεν αναγνώριζε οποιαδήποτε εκχώρηση. Αναφορικά με το θέμα της απόδειξης της παραλαβής των ειδοποιήσεων τερματισμού και απαίτησης οφειλομένων ποσών, συμφωνώ ότι αυτές θεωρούνται ως πλήρως αποδειχθείσες με παραδοχή του ΜΥ
  2. Συγκεκριμένα κατά την κύρια εξέταση του ρωτήθηκε και απάντησε τα ακόλουθα, τόσο εκ μέρους του ίδιου όσο και εκ μέρους των άλλων εναγομένων: «....Ε. ΄Οταν έλαβες εσύ κάποιες ειδοποιήσεις που είναι τεκμήρια από την Ελληνική Τράπεζα και συγκεκριμένα είναι τα Τεκμήρια 14, 15 και 16, για καθυστερήσεις δόσεων ποια ήταν η αντίδραση σου εσένα και των υπόλοιπων εναγομένων που γνωρίζουν τις υποθέσεις. Α. ΄Οταν πήρα αυτά τα πράγματα εγώ ούτε καν απάντησα στις επιστολές. Εγώ θεώρησα πως δεν είχα καμία συμφωνία με την Ελληνική Τράπεζα και τα έστειλα στον δικηγόρο μου. Ε. Υπάρχουν επίσης τα Τεκμήρια 17 (α-δ) δέστε τα και πες μου ποια ήταν η αντίδραση σου σε αυτά τα τεκμήρια κι όπως παράλληλα στο Τεκμήριο 18 (α-γ) που σου γνωστοποιείτο η εκχώρηση των υποχρεώσεων και δικαιωμάτων της Barclays. Α. Δεν τα δέκτηκα, δεν δέχομαι αυτή την παραχώρηση. Πιστεύω εγώ πως ήταν το σωστό να έρθει η Barclays και να μου προσφέρει το δικαίωμα να πληρώσω, να μου κάνει έκπτωση, να κάνουμε συμφωνία σε αυτά τα δάνεια ή να μου ζητήσει να δεκτώ να μπει η Ελληνική σε αυτές τις συμφωνίες.........». ΄Οσον αφορά στις κατ΄ ισχυρισμό παραδοχές και απόδειξη των υπολοίπων των οφειλομένων ποσών, παρατηρώ ότι οι όλες κινήσεις των λογαριασμών εμφανίζονται με λεπτομέρεια στις Καταστάσεις-Τεκμήρια 22 και
  3. Επιπρόσθετα, ο ίδιος ο μάρτυρας ΜΥ1, παρουσιάστηκε να δέχεται στη μαρτυρία του την ορθότητα των διεκδικούμενων ποσών, πλήν του ότι δεν αναγνωρίζει την ενάγουσα σαν δανειστή του, όπως αποκαλύπτεται και από τα ακόλουθα αποσπάσματα του πρακτικού που τηρήθηκε στις 25.10.06 κατά την αντεξέταση του: « ............................. Ε. κ. Χριστοφόρου, αν αντιλήφθηκα καλά από τη μαρτυρία σας εσείς δέχεστε ότι σήμερα εάν δεν υπήρχε η συμφωνία εκχώρησης της Barclays προς την Ελληνική και υπήρχε η Barclays ως ήταν, δέχεστε ότι θα της χρωστούσετε της Barclays σήμερα χρήματα με βάση τα δάνεια τα οποία έμειναν. Α. ΄Οχι εγώ είμαι σίγουρος αν υπήρχε η Barclays θα είχα ξοφλήσει όλα τα χρήματα. Ε. Διότι θα εκάμνετε κάποια συμφωνία μαζί της; Α. Πριν πολλά χρόνια. Ε. Αλλά επειδή η συμφωνία, δεν είχε γίνει συμφωνία και υπήρχε η Barclays με βάσει τα δάνεια που έγιναν με χρήματα της Barclays θα της χρωστούσετε; Α. Θα χρωστούσα της Barclays βάσει της συμφωνίας που έκαμα και με τον τρόπο πληρωμής που είναι πάνω στην επιστολή του κ. Κληρίδη. ............................................................................................................................ Ε. Σας υποβάλλω επίσης ότι τα ποσά τα οποία αναφέρονται στα Τεκμήρια 22 και 23 που είναι η απαίτηση βάση της παρούσας αγωγής όπως έχει διαφοροποιηθεί με τους λογαριασμούς που έχουν μπει στο Δικαστήριο ότι οφείλονται από εσάς σήμερα στην Ελληνική Τράπεζα, συμφωνείτε ή διαφωνείτε; Α. Διαφωνώ, οφείλονται στην Barclays αν δεκτούμε ότι δεν υπήρχε συμφωνία............................................................................................................ Δικαστήριο: Μία διευκρίνηση σε αυτή την τελευταία ερώτηση. ΄Εχετε πάρει τα Τεκμήρια 22 και 23 εσείς· Α. Μάλιστα. Δικαστήριο: Και είπετε ότι τα ποσά εκείνα είναι σωστά αλλά οφείλονται στην Barclays και όχι στην Ελληνική. Α. Ναι , αν δεκτούμε ότι δεν υπήρχε συμφωνία........» ΄Ολες οι πιο πάνω αναφορές του εναγομένου 2 και διευθυντή των εναγομένων 1 καταδεικνύουν πλήρως και ικανοποιητικά ότι οι εναγόμενοι και τις ειδοποιήσεις τερματισμού παράλαβαν, και ενήμεροι της εκχώρησης ήταν και της επακριβούς κατάστασης των λογαριασμών τους. Απλά δεν αναγνώριζαν την εγκυρότητα της μεταβίβασης/εκχώρησης και ως προς τα οφειλόμενα υπόλοιπα, λόγω άλλων διαφορών που εκκρεμούσαν, ήλπιζαν σε εξεύρεση κάποιας συμβιβαστικής διευθέτησης των χρεών τους. Διευθέτησης όμως η οποία τελικά δεν συντελέστηκε ποτέ. Για τους πιο πάνω λόγους καταλήγω στο ότι οι διεκδικήσεις της ενάγουσας στην Απαίτηση έχουν αποδειχθεί ικανοποιητικά, ενώ η Ανταπαίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Ως προς τα ποσά για τα οποία θα εκδοθεί Απόφαση στην Απαίτηση σημειώνω τη δήλωση του συνηγόρου της ενάγουσας που έγινε στο Δικαστήριο στις 29.6.06 και με την οποία περιορίστηκε το διεκδικούμενο ποσό. Σημειώνω επίσης το γεγονός ότι, κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, σε κάποιο στάδιο της διαδικασίας η αγωγή εναντίον της εναγομένης 4 αποσύρθηκε και απορρίφθηκε. Για τούτο, Στην Απαίτηση : Εκδίδεται Απόφαση εναντίον των εναγομένων αρ. 1, 2, 3 και 5 αλληλέγγυα και / ή προσωπικά ως ακολούθως: α. Για ποσό £630.847.16 πλέον τόκο προς 9% ετήσια επί ποσού £500.129.60 από 1.3.99 μέχρι εξόφλησης και β. Για ποσό £369.074.52 πλέον τόκο προς 9% ετήσια επί ποσού £267.295.61 από 1.3.99 μέχρι εξόφλησης. Περαιτέρω εκδίδεται εναντίον των εναγομένων 3 και 5 Διάταγμα για την εκποίηση των μεριδίων τους τα οποία υποθήκευσαν δυνάμει της υποθήκης αρ. Υ2978/94 Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας. Επιδικάζονται επίσης εναντίον των εναγομένων 1, 2, 3 και 5 τα έξοδα της αγωγής, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Στην Ανταπαίτηση : Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον των ίδιων εναγομένων, όπως επίσης θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................................. Κ. Κληρίδης, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΓΙ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.