← Κύπρος

SOLVOCHEM FRANCE, SARL ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΟΥ ΙΡΑΚ, Αρ. Αίτησης: 1/06, 2 Φεβρουαρίου 2007

SOLVOCHEM FRANCE, SARL ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΟΥ ΙΡΑΚ, Αρ. Αίτησης: 1/06, 2 Φεβρουαρίου 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:A19 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κληρίδη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 1/06 Αναφορικά με τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 44/2001 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 22ας Δεκεμβρίου 2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα (ΕΕ L 12 της 16.1.2001, σ.1) και Αναφορικά με τον περί της Συνθήκης Προσχώρησης της Τσέχικης Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Εσθονίας, της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Λετονίας, της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, της Δημοκρατίας της Μάλτας, της Δημοκρατίας της Πολωνίας, της Δημοκρατίας της Σλοβενίας και της Σλοβακικής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή ΄Ενωση (κυρωτικός) Νόμος του 2003 (Ν.35(ΙΙΙ)/2003) και Αναφορικά με την Απόφαση του Δικαστηρίου του Πολυμελούς Πρωτοδικείου του Παρισίου της Γαλλίας ημ.21.6.1995 στην υπόθεση RΡ511-RG17538/93 μεταξύ SOLVOCHEM FRANCE, SARL από τη Γαλλία, flat 15, 75 rue de Lourmel, Παρίσι Ενάγουσα και Υπουργείο Βιομηχανίας και Μεταλλευμάτων και η Εθνική Εταιρεία Χημικών Βιομηχανικών, Βαγδάτη, Ιράκ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΟΥ ΙΡΑΚ και η Κρατική Εταιρεία Βιομηχανίας Συνθετικών, Βαγδάτη, Ιράκ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΟΥ ΙΡΑΚ και η Κρατική Εταιρεία Παραγωγής Συσσωρευτών, Βαγδάτη, Ιράκ Εναγομένων SOLVOCHEM FRANCE, SARL από τη Γαλλία, φλατ 15, 75 rue de Lourmel, Παρίσι Αιτήτρια και ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΟΥ ΙΡΑΚ Καθ΄ ης η αίτηση ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 2 Φεβρουαρίου 2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια- Κυπριακή Εταιρεία Αποθήκευσης Πετρελαιοειδών Λτδ. (πρώην Cyprus Petroleum Refinery Ltd): κ. Π. Πολυβίου με την κα Πιπίγγου. Για την Καθ΄ης η Αίτηση - Αιτήτρια στην Κύρια Αίτηση: κ. Α. Κλεάνθους με την κα Ε. Στυλιανού. Αίτηση ημερ. 20.11.06 για Ακύρωση, Παραμερισμό κλπ. Προσωρινών Διαταγμάτων Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π ΟΦ Α Σ Η Στις 21.6.95 το Πολυμελές Πρωτοδικείο των Παρισίων είχε εκδώσει απόφαση υπέρ της Γαλλικής εταιρείας Solvochem για ποσό $2,093.790 πλέον τόκους και έξοδα και εναντίον των ακόλουθων εναγομένων: 1. Του Υπουργείου Βιομηχανίας και Μεταλλευμάτων -Εθνική Εταιρεία Χημικών Βιομηχανιών που εδρεύει στη Βαγδάτη. 2. Της Δημοκρατίας του Ιράκ-Κρατικής Εταιρείας Βιομηχανίας Συνθετικών. 3. Της Δημοκρατίας του Ιράκ - Κρατικής εταιρείας Παραγωγής Συσσωρευτών. Η πιο πάνω απόφαση του Γαλλικού δικαστηρίου δεν ικανοποιήθηκε αφού ούτε κανένα ποσό πληρώθηκε από τους εναγομένους, ούτε και κατέστη δυνατή η εκτέλεση της απόφασης. Με την παρούσα υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό Αίτηση της η Γαλλική εταιρεία («η Solvochem») επεδίωξε και πέτυχε την εγγραφή της απόφασης του δικαστηρίου των Παρισίων στην Κύπρο προς τον σκοπό της εδώ εκτέλεσης της. Η εγγραφή της απόφασης έγινε δυνάμει των προνοιών του Κανονισμού αρ. 44/2001 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης της 22.12.00 που προβλέπει για τη Διεθνή Δικαιοδοσία, την Αναγνώριση και την Εκτέλεση Αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές υποθέσεις. Παράλληλα η Γαλλική εταιρεία, στο πλαίσιο πάντα της παρούσας διαδικασίας, αποτάθηκε στο Δικαστήριο με μονομερή αίτηση της και εξασφάλισε ασφαλιστικά μέτρα μέσω προσωρινών απαγορευτικών διαταγμάτων. Συγκεκριμένα, η εταιρεία πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι η Κυπριακή εταιρεία Cyprus Petroleum Refinery Ltd όφειλε στη Δημοκρατία του Ιράκ από εμπορικές συναλλαγές με το State Oil Marketing Organization του Ιράκ το ποσό των $7,074.362.41. Περαιτέρω, η Γαλλική εταιρεία πληροφορούσε το Δικαστήριο ότι αυτή η οφειλή ήταν το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο ή δικαίωμα το οποίο είχε η Δημοκρατία του Ιράκ, στην Ευρωπαϊκή ΄Ενωση και γι΄ αυτό το λόγο ζητούσε την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων με τα οποία να εμποδιζόταν η πληρωμή και είσπραξη ποσού μέχρι $4.000.000, για να καταστεί δυνατή η εκτέλεση της Γαλλικής απόφασης στην Κύπρο. Το Δικαστήριο εξέδωσε προσωρινά απαγορευτικά διατάγματα τόσο εναντίον της Δημοκρατίας του Ιράκ όσο και εναντίον της Κυπριακής Εταιρείας Cyprus Petroleum Refinery Ltd. Δεν θα παραθέσω το επακριβές κείμενο των πέντε συνολικά απαγορευτικών διαταγμάτων. Συνοπτικά αναφέρω ότι με τα τρία πρώτα διατάγματα εμποδιζόταν η Δημοκρατία του Ιράκ από του να εισπράξει ή μεταχειρισθεί με άλλο τρόπο ποσό $4.000.000 το οποίο οφείλεται προς αυτήν από την Κυπριακή Εταιρεία. Με τα άλλα δύο διατάγματα εμποδιζόταν η ίδια η Κυπριακή εταιρεία από του να πληρώσει ή χρησιμοποιήσει κλπ. το ποσό των $4.000.000 το οποίο όφειλε στη Δημοκρατία του Ιράκ. ΄Οταν επιδόθηκαν τα διατάγματα στην εταιρεία Cyprus Petroleum Refinery Ltd, η οποία έχει μετονομασθεί σε Κυπριακή Εταιρεία Αποθήκευσης Πετρελαιοειδών Λτδ («Κ.Ε.Α.Π.») αυτή εμφανίστηκε στο Δικαστήριο ενιστάμενη τόσο για λόγους ουσίας, όσο και διότι οι τράπεζες με τις οποίες διατηρεί λογαριασμούς, ερμήνευσαν το κείμενο των διαταγμάτων κατά τρόπο που επέβαλλε σ΄ αυτές την παγοποίηση των κεφαλαίων τους. Προς άρση κάθε ενδεχόμενης παρερμηνείας και διασκέδαση κάθε αμφιβολίας, το Δικαστήριο με τη σύμφωνη γνώμη της Αιτήτριας Γαλλικής εταιρείας και της Κυπριακής τροποποίησε τα εκδοθέντα προσωρινά διατάγματα προσθέτοντας σχετική επιφύλαξη με την οποία καθίστατο σαφές ότι τα διατάγματα δεν θα επηρέαζαν την ομαλή και κανονική λειτουργία των τραπεζικών λογαριασμών που διατηρεί η Κ.Ε.Α.Π. Η ένσταση όμως της Κυπριακής εταιρείας (Κ.Ε.Α.Π.), στη συνέχιση της ισχύος των διαταγμάτων παρέμεινε και παράλληλα αυτή κατεχώρησε αίτηση για τον παραμερισμό ή ακύρωση, των εκδοθέντων διαταγμάτων. Πρόκειται για την παρούσα, υπό εξέταση αίτηση, της οποίας η ακρόαση, με την ομογνωμία των εμπλεκομένων, εκδικάστηκε κατά προτεραιότητα. Η αίτηση υποστηρίζεται από συνοδευτική ένορκη δήλωση του γενικού διευθυντή της Κ.Ε.Α.Π. στην οποία εγείρεται ο ισχυρισμός ότι, όπως είναι εμφανές, η εταιρεία του επηρεάζεται άμεσα από τα εκδοθέντα διατάγματα και ιδιαίτερα από όρους τους οι οποίοι απευθύνονται ευθέως σ΄ αυτήν. Με την ένορκη δήλωση εγείρονται δύο βασικά θέματα, τα οποία σύμφωνα με την αιτήτρια δεν τέθηκαν εις γνώση του Δικαστηρίου όταν επιλαμβανόταν μονομερώς της αίτησης και εξέδιδε τα διατάγματα, ήτοι: α. ΄Οτι η αιτήτρια εταιρεία τίποτε δεν οφείλει στην ίδια την Δημοκρατία του Ιράκ αφού δεν είναι με αυτή που είχε συμβληθεί, αλλά με τον Ιρακινό οργανισμό SOMO (State Oil Marketing Organization) που δεν είναι αυτός που οφείλει χρήματα στη Γαλλική εταιρεία. β. ΄Οτι για την όποια οφειλή της αιτήτριας Κυπριακής εταιρείας προς την SOMO για αποπληρωμή εισαχθέντος πετρελαίου, είχαν ανοιχθεί ανέκκλητες ενέγγυες πιστώσεις (irrevocable letters of credit) μέσω δύο Κυπριακών τραπεζών, αντίγραφα των οποίων και επισυνάπτονται. Ενιστάμενη στο αίτημα για παραμερισμό των εκδοθέντων διαταγμάτων, η Γαλλική εταιρεία παραθέτει διάφορους Λόγους ΄Ενστασης οι οποίοι υποστηρίζονται από συνοδευτική ένορκη δήλωση της εκ των δικηγόρων της κας Ε. Στυλιανού. Οι λόγοι ΄Ενστασης και οι γενικότερες διαφωνίες της εταιρείας έναντι του αιτήματος για παραμερισμό μπορούν να συνοψισθούν στους ακόλουθους: α. Δεν καταδεικνύεται ότι η αιτούμενη τον παραμερισμό Κυπριακή εταιρεία είναι πρόσωπο του οποίου τα συμφέροντα επηρεάζονται από την έκδοση των διαταγμάτων. β. Ο οργανισμός SOMO με τον οποίο ισχυρίζεται ότι συνεβλήθη η αιτήτρια εταιρεία δεν έχει νομική υπόσταση αυτοτελή, αλλά ταυτίζεται με τη Δημοκρατία του Ιράκ. γ. Το γεγονός της έκδοσης ανέκκλητων ενέγγυων πιστώσεων από Κυπριακές τράπεζες δεν ήταν σε γνώση της Γαλλικής Εταιρείας ούτε μπορούσε εύλογα να περιερχόταν, αφού πρόκειται για εκ της φύσεως τους απόρρητες πληροφορίες. ΄Οπως καθίσταται πρόδηλο, δύο είναι τα θέματα τα οποία θα πρέπει να εξετάσει και επί των οποίων να αποφανθεί το Δικαστήριο στο πλαίσιο της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας: (
  2. i)Το θέμα κατά πόσο η Αιτήτρια Κ.Ε.Α.Π. είναι πρόσωπο του οποίου τα συμφέροντα επηρεάζονται από την έκδοση των διαταγμάτων. (
  3. ii)Η κατ΄ ισχυρισμό μή αποκάλυψη και/ή απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων εκ μέρους της Solvochem και η σημασία τους στη διαδικασία.. Θα εξετάσω τα πιο πάνω θέματα με τη σειρά, προσθέτοντας στο καθένα τις παραστάσεις στις οποίες προέβηκαν οι συνήγοροι των δύο πλευρών. (
  4. i)Το θέμα κατά πόσο τα συμφέροντα της αιτήτριας Κ.Ε.Α.Π. επηρεάζονται από την έκδοση των διαταγμάτων. ΄Οπως διαπιστώνεται από τη σύνοψη γεγονότων την οποία έχω παραθέσει προηγουμένως, η εταιρεία Κ.Ε.Α.Π. η οποία εξαιτείται τον παραμερισμό των εκδοθέντων διαταγμάτων, δεν είναι διάδικος στην παρούσα διαδικασία αναγνώρισης και εκτέλεσης της Γαλλικής απόφασης. Η δυνατότητα υποβολής αίτησης από μη διάδικο παρέχεται από τη Δ.48 κ. 8

(4), οι πρόνοιες της οποίες έχουν ως εξής: "Any person (other than the applicant) affected by an order made ex parte may apply by summons to have it set aside or varied and the Court of Judge may set aside or vary such order on such terms as may seem just." Δηλαδή, μια διαταγή η οποία είχε εκδοθεί από το Δικαστήριο κατόπιν μονομερούς αίτησης, μπορεί να διαφοροποιηθεί ή και παραμεριστεί, κατόπιν αίτησης δια κλήσεως η οποία υποβάλλεται από πρόσωπο το οποίο επηρεάζεται από τη διαταγή. Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι τόσο και προηγουμένως, όσο και με την έναρξη της ακρόασης στην παρούσα αίτηση, η εκ των συνηγόρων της καθ΄ ης η αίτηση εταιρείας, δήλωσε ότι δεν αμφισβητεί το δικαίωμα της αιτήτριας εταιρείας η οποία δεν είναι διάδικος, να υποβάλει την αίτηση για παραμερισμό, χωρίς τη λήψη οποιουδήποτε άλλου διαδικαστικού μέτρου ή με τη χρησιμοποίηση της διαδικασίας η οποία επιλέγηκε. Εκείνο το οποίο αμφισβητεί, είναι κατά πόσο η αιτήτρια εταιρεία έχει καταδείξει στο Δικαστήριο ότι είναι πράγματι πρόσωπο του οποίου τα συμφέροντα επηρεάζονται από την έκδοση των διαταγμάτων. Παραθέτοντας τις θέσεις της αιτήτριας εταιρείας επ΄ αυτού του θέματος, ο κ. Πολυβίου υπέβαλε ότι είναι πρόδηλο ότι κάποια από τα εκδοθέντα διατάγματα περιέχουν απαγορεύσεις εναντίον της αιτήτριας εταιρείας ως προς κάποιες ενέργειες, ενώ με την οπισθογράφηση επικρέμμαται η λήψη μέτρων εναντίον της, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης της με τις πρόνοιες των διαταγμάτων. Με αυτή την έννοια, τα διατάγματα αφορούν την αιτήτρια και την καθιστούν πρόσωπο της οποίας τα συμφέροντα επηρεάζονται, όπως προνοείται στη Δ. 48 κ.8
(4). Σαν αποτέλεσμα της έκδοσης των διαταγμάτων, δύο τράπεζες με τις οποίες συνεργάζεται η αιτήτρια προχώρησε στο πάγωμα των λογαριασμών της δημιουργώντας τεράστιο πρόβλημα, ενώ παρά την τροποποίηση την οποία επέφερε το Δικαστήριο σε υστέρωτερο στάδιο, τα διατάγματα συνεχίζουν να παραμένουν σε ισχύ. Διαφωνώντας με αυτές τις θέσεις, η κα Στυλιανού υπέβαλε ότι η αιτήτρια εταιρεία δεν μπορεί να θεωρηθεί σαν επηρεαζόμενο πρόσωπο μέσα στην έννοια της προαναφερθείσας δικονομικής διάταξης. Το γεγονός και μόνο ότι ένα διάταγμα απευθύνεται σ΄ αυτήν, δεν σημαίνει ότι επηρεάζει τα συμφέροντα της ιδιαίτερα μετά τον περιορισμό που τέθηκε στα διατάγματα σαν αποτέλεσμα της τροποποίησης. Τα ίδια τα διατάγματα δεν απαγορεύουν την πληρωμή σε τρίτα πρόσωπα μέσω δέσμευσης οποιουδήποτε ποσού της αιτήτριας, ενώ η ύπαρξη ανέκκλητων τραπεζικών πιστώσεων που απεκάλυψε η αιτήτρια δείχνει ότι και αν την πρωταρχική ευθύνη για πληρωμή έχουν οι τράπεζες και όχι η αιτήτρια, εν τούτοις αυτή συνεχίζει να είναι οφειλέτιδα. Εξετάζοντας τις πρόνοιες της Δ.48 κ. 8
(4), λαμβάνω κατ΄ αρχήν υπόψη την διαπίστωση η οποία άμεσα εξάγεται από το ίδιο το λεκτικό της δικονομικής αυτής πρόνοιας, σύμφωνα με το οποίο ο αιτητής δεν χρειάζεται να είναι διάδικος για να μπορεί να αποταθεί για ακύρωση ενός διατάγματος. Περαιτέρω, σύμφωνα πάντα με το λεκτικό της διαταγής ("Any person ... affected by an order ....") το μόνο που θα πρέπει να καταδείξει ένας τρίτος στη διαδικασία είναι ότι επηρεάζεται από το διάταγμα. Ο συντάκτης του θεσμού δεν χρησιμοποιεί καν τους όρους «συμφέροντα», «δυσμενώς» κλπ έτσι ώστε να χρειάζεται η κατάδειξη δυσμενούς επηρεασμού προσωπικών συμφερόντων του αιτουμένου τον παραμερισμό. ΄Οπως ορθά ερμηνεύτηκε αυτή η δικονομική διάταξη στην υπόθεση Heli Air ν. Drescher
(1988)1 C.L.R. 234, η παρα. 4 του κ. 8 της Δ.48 δεν δίδει γενικά το δικαίωμα σε κάποιο τρίτο πρόσωπο να αποτείνεται δια κλήσεως για την ακύρωση ή τροποποίηση προσωρινού διατάγματος που εκδόθηκε σε αγωγή στην οποία αυτός δεν είναι διάδικος. Η αναφορά σε "any person" στη διαταγή, δεν κάλυπτε τον αιτητή στην υπόθεση εκείνη όπου αμφισβητείτο το δικαίωμα ιδιοκτησίας και κατοχής περιουσίας, χωρίς να προηγηθεί αίτηση με την οποία να καταστεί ο αιτητής διάδικος. ΄Οπως επίσης αποφασίστηκε στην ίδια υπόθεση, εκεί όπου ζητείται και η ακύρωση προσωρινού διατάγματος, ούτε οι πρόνοιες του Α. 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου θεσμοθετούν διαδικαστικό δικαίωμα προσώπου που δεν είναι διάδικος να αποτείνεται για την ακύρωση προσωρινού διατάγματος. (Βλ. επίσης Αίτηση Certiorari 4/02 ημερ. 22.1.02 και Nicolaou Bros Tourist Enterprises Ltd
(1999)1 ΑΔΔ 201). Στην τελευταία αυτή απόφαση, οι ενάγοντες είχαν επιτύχει την έκδοση συντηρητικού διατάγματος τύπου Mareva με το οποίο απαγορευόταν στους εναγομένους να αποξενώσουν διάφορα ποσά και/ή καταθέσεις τα οποία κρατούνταν από κάποια φυσικά και νομικά πρόσωπα σαν θεματοφύλακες και/ή εμπιστευματοδόχοι («τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα»). Τα ενδιαφερόμενα αυτά μέρη φέρονταν να κρατούσαν χρήματα υπό μορφή εγγυήσεων που είχαν καταθέσει οι εναγόμενοι για την καλή τήρηση συμφωνιών μεταξύ τους και των εναγόντων. Το διάταγμα στρεφόταν εναντίον των εναγομένων αλλ΄ επιδόθηκε βέβαια και στα ενδιαφερόμενα μέρη, μερικά εκ των οποίων καταχώρησαν ένσταση στην συνέχιση της ισχύος του διατάγματος και πέτυχαν τελικά τον τερματισμό της ισχύος του, λόγω των γεγονότων που παρουσίασαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Το Ανώτατο Δικαστήριο σε διαδικασία για έκδοση διατάγματος Certiorari και/ή Prohibition που υποβλήθηκε από άλλα ενδιαφερόμενα μέρη που δεν είχαν καταχωρήσει ένσταση, αποφάνθηκε ότι ορθά ακυρώθηκε το διάταγμα στη βάση των γεγονότων που έθεσαν στο Δικαστήριο τα ενδιαφερόμενα μέρη και μάλιστα θα έπρεπε να είχε ακυρωθεί για όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, ακόμα και εκείνα που δεν καταχώρησαν ένσταση. Με αναφορά σε αυθεντίες, το Ανώτατο Δικαστήριο επιβεβαίωσε την αρχή σύμφωνα με την οποία είναι δυνατή η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος και εναντίον τρίτου προσώπου που δεν κατονομάζεται στην αγωγή και σε σχέση με κεφάλαια που κρατούνται από τρίτο, (Mareva Injunctions: Law and Practice by Gee & Andrews pg. 70 και SCF v. Masri
(1985)1 WLR 876). ΄Οπως δε ορθά εντοπίστηκε, τα ενδιαφερόμενα μέρη στα οποία επιδόθηκε το διάταγμα, μπορούσαν να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία από την οποία το Δικαστήριο μπορούσε να βοηθηθεί στη διάγνωση κατά πόσο να παρατείνει την ισχύ του διατάγματος ή όχι. ΄Οπως τονίστηκε, μαρτυρία που σχετίζεται με ένα επίδικο θέμα στη διαδικασία, δεν είναι ανάγκη να εισάγεται από τον άμεσα ενδιαφερόμενο διάδικο και η μαρτυρία λαμβάνεται υπόψη, ανεξάρτητα από την προέλευση της, όταν είναι σχετική. Επανερχόμενος στα ιδιαίτερα περιστατικά της παρούσας διαδικασίας και έχοντας εξετάσει το σύνολο των στοιχείων που σχετίζονται με αυτό το θέμα, κατάληξα στο συμπέρασμα ότι η αιτήτρια εταιρεία μπορεί και θα πρέπει να θεωρηθεί σαν «επηρεαζόμενο πρόσωπο» μέσα στην έννοια της Δ.48 κ. 8
(4). Πρόκειται για πρόσωπο προς το οποίο τα επίδικα διατάγματα δεν επιδόθηκαν απλά, έτσι ώστε να λάβει γνώση μιας απαγόρευσης η οποία στρέφεται εναντίον ενός διαδίκου και να συνδράμει στην εφαρμογή των διαταγμάτων. Εδώ πρόκειται, (πέραν των 3 πρώτων διαταγμάτων), για δύο διατάγματα απαγορευτικής φύσεως τα οποία στρέφονται ευθέως εναντίον της ίδιας της εταιρείας με τα οποία, μεταξύ άλλων, απαγορεύεται στην αιτήτρια να αναλώσει/δεσμεύσει/αποξενώσει/πληρώσει κλπ το ποσό των $4.000.000 το οποίο σύμφωνα με τα διατάγματα αυτή οφείλει στη Δημοκρατία του Ιράκ. Με την Οπισθογράφηση δε η οποία συνοδεύει τα διατάγματα, η αιτήτρια εταιρεία επαπειλείται με την επιβολή ποινικών κυρώσεων (attachment) στην περίπτωση της καθ΄ οιονδήποτε τρόπο μή συμμόρφωσης της ίδιας με οποιαδήποτε πρόνοια των διαταγμάτων. Υπό αυτές τις συνθήκες, θα ήταν νομίζω αδιανόητο να μη διδόταν η ευκαιρία στην αιτήτρια εταιρεία να εμφανισθεί στο Δικαστήριο και να επιχειρήσει να θέσει ενώπιον του οποιαδήποτε γεγονότα με βάση τα οποία, είτε να επιζητήσει μέσω ΄Ενστασης τον τερματισμό της ισχύος των διαταγμάτων ή να εξαιτείται μέσω δικής της αίτησης τον παραμερισμό/ακύρωση των διαταγμάτων, τα οποία την επηρεάζουν άμεσα. (ii) Η κατ΄ ισχυρισμό μή αποκάλυψη και/ή απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων εκ μέρους της εταιρείας Solvochem και η σημασία τους. Οι βασικές αρχές οι οποίες εφαρμόζονται σχετικά με το καθήκον κάθε αιτητή ο οποίος αποτείνεται μονομερώς στο Δικαστήριο για απόδοση θεραπείας, έχουν καλά θεμελιωθεί στη νομολογία. Παραθέτω στη συνέχεια ένα απόσπασμα από την απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση United Perlite Industries Ltd ν. Sayakhat Air Company
(2002)1 ΑΔΔ 938, το οποίο αποδίδει με σαφήνεια τη γενική νομική θέση: «..... Είναι νομολογημένο πως, το καθήκον για αποκάλυψη σε περιπτώσεις όπου ακούγεται μόνο η μία πλευρά και δεν δίνεται η δυνατότητα αμφισβήτησης στην άλλη, συναρτάται με την καλή πίστη του πρέπει να επιδεικνύεται κάτω από τέτοιες συνθήκες. (Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co. και άλλοι
(1966)1 Α.Α.Δ. 597). Το ουσιαστικό κριτήριο για τα γεγονότα που πρέπει να αποκαλύπτονται είναι αντικειμενικό και η πρόθεση για απόκρυψη είναι άσχετη και ούτε αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. Το τι θεωρείται ουσιώδες σε κάθε περίπτωση είναι οτιδήποτε άπτεται και μπορεί να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι του αιτούμενου διατάγματος. (Βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρης Χρίστου, Π.Ε. 9610, ημερ. 31.3.98). Δε θεωρούμε αναγκαίο να επαναλάβουμε με λεπτομέρεια τη νομολογία επί του θέματος..... Θα παραθέσουμε μόνο δύο σχετικά αποσπάσματα από μία Αγγλική απόφαση. Στην R. v. Kensington Income Tax Comers ex Princess Edmond de Polignac
(1917)1 ΚΒ 486, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 509: "It is perfectly well settled that a person who makes an ex parte application to the Court - that is to say, in the absence of persons who will be affected by that which the Court is asked to do - is under an obligation to the Court to make the fullest possible disclosure, then he cannot obtain any advantage from the proceedings and he will be deprived of any advantage he may have already obtained by means of the order which has thus wrongly been obtained by him. That is perfectly plain and requires no authority to justify it." Επίσης στις σελ. 91-92 διαβάζουμε τα ακόλουθα: "... the court will be astute to ensure that a plaintiff who obtains an injunction without full disclosure - or any ex parte order without full disclosure - is deprived of any advantage he may have derived by that breach of duty ... The rule requiring full disclosure seems to me to be one of the most fundamental importance, particularly in the context of the draconian remedy of the Mareva injunction. It is in effect, together with the Anton Piller order, one of the law´s two "nuclear" weapons. If access to such a weapon is obtained without the fullest and frankest disclosure, I have no doubt at all that it should be revoked." ............". ΄Οπως αποφασίστηκε και στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση ΄Ακης Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 ΑΔΔ 248, η υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο ουσιώδη γεγονότα που είναι γνωστά στον αιτητή, αλλά και εκείνα που θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα. Ο Δικαστής κρίνει αν το γεγονός που παραλείφθηκε είναι ουσιαστικό, αν δεν ήταν γνωστό στον αιτητή και δεν μπορούσε να γίνει γνωστό και αν η παράλειψη έγινε χωρίς σκοπό παραπλάνησης. Εάν η αποκάλυψη ήταν αθώα, με την έννοια ότι ένα στοιχείο δεν ήταν γνωστό στον αιτητή, είναι ένας σημαντικός παράγοντας, αλλ΄ όχι αποφασιστικής σημασίας. Τελικά, το Δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια, παρά την απόδειξη ουσιαστικής μή αποκάλυψης που δικαιολογεί την άμεση ακύρωση του διατάγματος, να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του. Στην υπό εξέταση περίπτωση, η αιτήτρια καταλογίζει στην εταιρεία Solvochem την απόκρυψη/μη αποκάλυψη δύο στοιχείων: α. Του γεγονότος ότι η αιτήτρια Κ.Ε.Α.Π. δεν ήταν με την Δημοκρατία του Ιράκ που είχε συμβληθεί και στην οποία οφείλει οποιαδήποτε ποσά, αλλά στη SOMO, και β. Του γεγονότος ότι για την αποπληρωμή των οφειλομένων από την αιτήτρια Κ.Ε.Α.Π. ποσών, είχαν από πολλού εκδοθεί ανέκκλητες ενέγγυες πιστώσεις από τρείς τράπεζες. Ως προς το πρώτο σημείο, συμφωνώντας με τη θέση της συνηγόρου της καθ΄ ης η αίτηση (αιτήτριας στη μονομερή αίτηση) δεν μπορώ να συμπεράνω ότι αυτή παρέλειψε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου εκείνο το γεγονός. Παραθέτω προς τούτο αυτούσιο απόσπασμα από το κείμενο της παρα. 14 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων: «.....14. Ως έχω πληροφορηθεί από την Αιτήτρια, η Αιτήτρια πληροφορήθηκε πριν λίγες μέρες από την εταιρεία CYPRUS PETROLEUM REFINERY LTD από την Λάρνακα ότι αυτή οφείλει στην Δημοκρατία του Ιράκ από εμπορικές συναλλαγές με το State Oil Marketing Organization του Ιράκ, το ποσό των 7.074.362.41 δολαρίων Αμερικής από το 1996...». Μέσω του ανωτέρω αποσπάσματος της ένορκης δήλωσης, η αιτούμενη την μονομερή έκδοση διαταγμάτων εταιρεία, καθαρά έθετε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι οι οφειλές της αιτήτριας Κ.Ε.Α.Π., προέρχονται από εμπορικές συναλλαγές της με τον κρατικό Ιρακινό οργανισμό SOMO. Είναι βέβαια γεγονός ότι η οφειλή εκείνη προς την SOMO παρουσιάζεται τόσο στο πιο πάνω απόσπασμα, όσο και σε άλλα σημεία της ένορκης δήλωσης, σαν οφειλή προς τη Δημοκρατία του Ιράκ. Αυτό όμως το γεγονός, καθόλου δεν συνιστά είτε απόκρυψη είτε παραπλάνηση, παρά μόνο συνιστά την πάγια θέση της εταιρείας Solvochem ότι οφειλή προς κρατική εταιρεία του Ιράκ ισοδυναμεί προς οφειλή προς την Δημοκρατία του Ιράκ. Το ζήτημα κατά πόσο αυτή η εξίσωση είναι ή όχι ορθή θα κριθεί βέβαια από το Δικαστήριο. Εκείνο όμως που έχει εδώ σημασία, είναι το γεγονός ότι η αιτουμένη θεραπεία εταιρεία είχε θέσει τα ορθά και ακριβή στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου. Αν απλά έθετε τη θέση της περί δημιουργίας οφειλής προς τη Δημοκρατία του Ιράκ, παραλείποντας να αναφέρει ότι αυτή προερχόταν από συναλλαγές της με την SOMO, τότε θα είχε ενδεχόμενα πρόβλημα. ΄Οχι όμως με τον τρόπο που έθεσε το θέμα. Ως προς το θέμα της καταλογιζόμενης απόκρυψης/μή αποκάλυψης του γεγονότος της έκδοσης δύο ανέκκλητων τραπεζικών ενέγγυων πιστώσεων, παρατηρώ τα εξής: Είναι αντικειμενικά διαπιστώσιμο από την εξέταση του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης για τα προσωρινά διατάγματα ότι πουθενά δεν αναφέρεται ένα τέτοιο γεγονός. Το γεγονός δε τούτο τέθηκε με ικανοποιητικά αποδεικτικά στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου από την αιτήτρια Κ.Ε.Α.Π. ΄Ομως και πάλι εδώ, δεν μπορεί να καταλογισθεί στην πλευρά της εταιρείας Solvochem πρόθεση ή διάπραξη απόκρυψης ή παραπλάνησης. Δηλώθηκε από μέρους της ότι δεν γνώριζε ένα τέτοιο γεγονός και αυτή η δήλωση δεν αμφισβητήθηκε με κανένα τρόπο. Ούτε και η εξήγηση που δόθηκε αμφισβητήθηκε, σύμφωνα με την οποία δεν θα αναμενόταν εύλογα να γνώριζε ή μπορούσε να πληροφορηθεί ένα τέτοιο εμπιστευτικής φύσεως στοιχείο, εξήγηση την οποία και αποδέχομαι. Με αυτές τις διαπιστώσεις, αδυνατώ να συμπεράνω ότι η εταιρεία Solvochem όταν αποτεινόταν μονομερώς στο Δικαστήριο για απόδοση θεραπείας, επέδειξε τέτοια συμπεριφορά, αποκρύπτοντας στοιχεία ή παραπλανώντας, έτσι ώστε το Δικαστήριο να προέβαινε εδώ και τώρα στον τερματισμό της ισχύος των διαταγμάτων χωρίς να υπεισέλθει στην εξέταση άλλων θεμάτων ουσίας. ΄Ομως το ουσιώδες ζήτημα ήταν και παραμένει το κατά πόσο υπό το φως του συνόλου των στοιχείων που έθεσαν και οι δύο πλευρές στο Δικαστήριο, θα πρέπει ή όχι να παραμεριστούν τα εκδοθέντα διατάγματα. Στην τελική έκβαση της αίτησης και στην απόφαση ως προς την τύχη των διαταγμάτων, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα δύο προαναφερθέντα νέα στοιχεία τα οποία έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου η αιτήτρια εταιρεία Κ.Ε.Α.Π. Το πρώτο στοιχείο οδηγεί στο ερώτημα ποιά σημασία θα πρέπει να αποδοθεί στο γεγονός ότι οι συναλλαγές της Κ.Ε.Α.Π. από τις οποίες προέκυψε η δική της οφειλή δεν έγιναν απευθείας με την Δημοκρατία του Ιράκ, αλλά με τον Ιρακινό οργανισμό SOMΟ. Κατά την άποψη μου, ένα τέτοιο γεγονός δεν θα έπρεπε να επενεργήσει ανασταλτικά στην έκδοση ή συνέχιση της ισχύος των προσωρινών διαταγμάτων. Μέσω της ΄Ενστασης της η εταιρεία Solvochem, έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου βεβαίωση νομικού από το Ιράκ σύμφωνα με την οποία το State Oil Marketing Organization (SOMO) του Ιράκ, δεν έχει νομική υπόσταση από μόνο του και είναι ένα και το ίδιο και νομικά ταυτόσημο με τη Δημοκρατία του Ιράκ. Αυτή η μαρτυρία δεν αμφισβητήθηκε ή αντικρούστηκε με οποιοδήποτε τρόπο. Περαιτέρω, όπως διαπιστώνεται από το κείμενο των ανέκκλητων πιστώσεων στις οποίες θα αναφερθώ αργότερα, η Ιρακινή τράπεζα η οποία συμφωνήθηκε να ενεργεί εκ μέρους της SOMO, (advising bank) ήταν και αυτή κρατική, ήτοι η Κεντρική Τράπεζα του Ιράκ. Στο βαθμό επομένως που η Δημοκρατία του Ιράκ έλκει δικαιώματα από τις συναλλαγές κρατικών εταιρειών τις οποίες ελέγχει και με τις οποίες φέρεται να ταυτίζεται νομικά, θα μπορούσε να εμποδιστεί να εισπράξει οφειλές από τρίτα πρόσωπα καθώς επίσης και τρίτα πρόσωπα να εμποδιστούν από του να καταβάλουν προς αυτήν ποσά οφειλών. Στο βαθμό δε που το ακόλουθο στοιχείο μπορεί να θεωρηθεί σαν υποστηρικτικό της πιο πάνω θέσης, παρατηρώ και τα εξής: ΄Οπως προκύπτει και από την αντιδικία στη Γαλλία, η οποία και είχε οδηγήσει στην έκδοση της Απόφασης του Δικαστηρίου των Παρισίων, που αναγνωρίστηκε στην Κύπρο, και εκεί, η σύμβαση της Γαλλικής εταιρείας Solvochem δεν ήταν απευθείας με την Δημοκρατία του Ιράκ αλλά με την κρατική Ιρακινή εταιρεία Societe Publique de Production de Batteries. ΄Ομως το Γαλλικό Δικαστήριο κατελόγισε ευθύνη πληρωμής και στη Δημοκρατία του Ιράκ και εξέδωσε απόφαση εναντίον και αυτής. Περισσότερη επομένως σημασία, ιδιαίτερα για τους σκοπούς διαδικασίας παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος, δεν έχει τόσο ή μόνο ποιά είναι η αντισυμβαλλόμενη ξένη εταιρεία αλλά το κατά πόσο το κράτος στο οποίο ανήκει, υποχρεούται να πληρώσει και/ή να εισπράξει οφειλές εκ μέρους της. Ως προς το άλλο σημείο, το γεγονός δηλαδή της έκδοσης ανέκκλητων τραπεζικών πιστώσεων από τρεις Κυπριακές τράπεζες για εκπλήρωση της οφειλής της Κ.Ε.Α.Π. προς τη SOMO, παρατηρώ τα εξής: ΄Οπως πράγματι διαπιστώνεται από συνημμένα στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης έγγραφα, είχαν εκδοθεί προς όφελος της SOMO, τρεις ανέκκλητες τραπεζικές πιστώσεις από τρεις διαφορετικές τράπεζες, ήτοι τη Λαϊκή Τράπεζα, την Ελληνική και την Barclays. Σύμφωνα με τη θέση της αιτήτριας, όπως αυτή προβλήθηκε στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και προωθήθηκε με την αγόρευση του συνηγόρου της, η έκδοση των ανέκκλητων ενέγγυων πιστώσεων, μετατοπίζει την πρωτογενή ευθύνη αποπληρωμής των ποσών εκείνων από την αιτήτρια εταιρεία προς τις αντίστοιχες τράπεζες. Αυτές δε οι πιστώσεις, δεν μπορούν πλέον να ανακληθούν από την αιτήτρια εταιρεία και ως εκ τούτου ο ισχυρισμός ότι η αιτήτρια εταιρεία οφείλει ποσά δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και συνιστά σαφή παραπλάνηση. Στη δική της ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ΄Ενστασης, η καθ΄ ης αίτηση Solvochem, πέραν της άγνοιας την οποία προβάλλει ως προς την ύπαρξη των ανέκκλητων πιστώσεων, εισηγείται ότι εν πάση περιπτώσει η ύπαρξη τους δεν συνεπάγεται ότι η αιτήτρια εταιρεία δεν είναι οφειλέτιδα και δεν έχει ευθύνη αποπληρωμής. Στην Αγγλική απόφαση στην υπόθεση United City Merchants (Investments) Ltd v. Royal Bank of Canada [1982] 2 All E.R. 720, είχαν λεχθεί και τα ακόλουθα σε σχέση με τραπεζικές ενέγγυες πιστώσεις (σε μετάφραση). «... Ο αποκλειστικός εμπορικός σκοπός για τον οποίο έχει αναπτυχθεί το σύστημα των επιβεβαιωμένων ανέκκλητων ενέγγυων πιστώσεων στο διεθνές εμπόριο, είναι να δώσει προς τον πωλητή το εγγυημένο δικαίωμα να πληρωθεί προτού αποχωριστεί από την κατοχή των εμπορευμάτων και να μην επιτρέψει όπως χρησιμοποιηθεί οποιαδήποτε διαφορά του με τον αγοραστή ως προς την εκτέλεση της σύμβασης, σαν λόγος για τη μη πληρωμή ή την περικοπή ή την αναβολή της πληρωμής ...». Ο κ.Πολυβίου, για την αιτήτρια εταιρεία παρέπεμψε επίσης σε γνωστές Αγγλικές αυθεντίες και Αγγλική και Κυπριακή νομολογία, με την οποία επιβεβαιώνεται η βασική αρχή σύμφωνα με την οποία το αποτέλεσμα έκδοσης ανέκκλητης πίστωσης είναι η υποκατάσταση του αγοραστή από τον τραπεζίτη, σαν του προσώπου τοο ποίο αναλαμβάνει να «αγοράσει» τα έγγραφα φόρτωσης και ενόσω τα έγγραφα που θα παρουσιάσει ο πωλητής είναι εκείνα που απαιτούνται, ο τραπεζίτης είναι υπόχρεος να τα δεκτεί και να πληρώσει, ανεξάρτητα από όποια διαφορά ήθελε προκύψει μεταξύ αγοραστή και πωλητή. (Βλπ. π.χ. Gutteridge "The Law of Bankers´ Commercial Credits" 7th Edn. pg. 65). ΄Ολα τα πιο πάνω σημεία συνιστούν βέβαια την ορθή νομική θέση και αποκαλύπτουν τη σοβαρότητα του γεγονός ότι οι αγοραστές (εδώ η αιτήτρια ΚΕΑΠ) είχαν προβεί στα αναγκαία διαβήματα για την έκδοση των ενέγγυων πιστώσεων. ΄Ομως, σε σχέση με αυτό το σημαίνον σημείο μαρτυρίας, είμαι αναγκασμένος να παρατηρήσω τα εξής: Οι αναφερόμενες στην Αίτηση ενέγγυες πιστώσεις, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της, ήσαν οι ακόλουθες: Λαϊκή Τράπεζα αρ.048-0-00129 για $2,277.180 Ελληνική Τράπεζα αρ.21/123650 για $2,545.447 Barclays Bank αρ.7290455 για $2,251.734 ΄Ομως, ενώ αναφέρεται στην ένορκη δήλωση ότι οι πιστώσεις εκείνες αντιστοιχούν προς τα συνημμένα στη δήλωση τεκμήρια Α, Β και Γ, εν τούτοις τα ποσά, σε σχέση με τα οποία είχαν ανοιχθεί εκείνες οι πιστώσεις, είναι διαφορετικά. Τα συγκεκριμένα, τα ποσά που αναφέρονται στα αντίγραφα των συνημμένων πιστώσεων διαφέρουν από εκείνα στην ένορκη δήλωση, και εμφανίζονται ως εξής: Λαϊκή Τράπεζα αρ.048-0-00129 για $2,145.000 Ελληνική Τράπεζα αρ.21/123650 για $2,210.000 Barclays Bank αρ.7290455 για $1.950.000 Ανεξάρτητα όμως από την πιο πάνω διαφορά, το πιο σοβαρό στοιχείο που αφορά στις ανέκκλητες εκείνες πιστώσεις είναι άλλο: Πρόκειται για το γεγονός ότι και οι τρεις πιστώσεις έχουν ημερομηνία λήξης, όπως ασφαλώς κάθε τραπεζική ενέγγυα πίστωση, η οποία δεν ισχύει ούτε επ΄ άπειρον, ούτε για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Οι ημερομηνίες λήξης των προαναφερθεισών πιστώσεων, όπως αυτές εμφαίνονται στα συνημμένα στην ένορκη δήλωση τεκμήρια Α - Γ είναι οι ακόλουθες: Λαϊκής Τράπεζας ................................... 14.9.90 Ελληνικής Τράπεζας ................................... 10.9.90 Barclays Bank ...................................... 30.8.90 ΄Οπως προκύπτει από τα πιο πάνω στοιχεία και οι τρείς ανέκκλητες πιστώσεις τις οποίες επικαλείται η αιτήτρια εταιρεία ΚΕΑΠ, έχουν λήξει εδώ και πέραν των 16 ετών, και δεν είχαν ποτέ πληρωθεί κατά την σύντομη περίοδο μεταξύ ημερομηνίας έκδοσης και λήξης τους. Το ότι ουδέποτε πληρώθηκαν από τις πιο πάνω τράπεζες οποιαδήποτε ποσά, επιβεβαιώνεται όχι μόνο από το ότι δεν εγείρεται τέτοιος ισχυρισμός, αλλ΄ επειδή το γεγονός τούτο φαίνεται να είναι παραδεκτό και από τον ίδιο τον ομνύοντα - γενικό Διευθυντή της ΚΕΑΠ. Συγκεκριμένα, ανκαι δεν εντοπίζει προς το Δικαστήριο το γεγονός ότι και οι τρεις πιστώσεις έχουν λήξει εδώ και χρόνια, εντούτοις ειδικά αναφέρει στην παρα.6 της δήλωσης του για τις ίδιες πιστώσεις, ότι: «...... εξ όσων γνωρίζω, δεν έχουν πληρωθεί ακόμη από τις τράπεζες έκδοσης τους, λόγω των καταστάσεων που επικράτησαν στο Ιράκ από το 1990 και μετά και λόγω έκδοσης σχετικών απαγορευτικών οδηγιών από το Συμβούλιο Ασφαλείας του Ο.Η.Ε. ...» Το μόνο επομένως ασφαλές συμπέρασμα που εξάγεται από τα στοιχεία που παρουσίασαν οι ίδιοι οι αιτητές, είναι ότι οι ανέκκλητες τραπεζικές πιστώσεις που είχαν εκδοθεί με οδηγίες τους: α. ΄Εχουν λήξει εδώ και 16 χρόνια. β. Δεν έχουν αποδεδειγμένα ανανεωθεί ή επανεκδοθεί. γ. Δεν έχουν πληρωθεί εντός της περιόδου ισχύος τους. Υπό αυτές τις συνθήκες, η αξία του γεγονότος της έκδοσης των ανέκκλητων πιστώσεων ως προς τη μεταβίβαση της επιφόρτισης πληρωμής τους από τον αγοραστή στις τράπεζες, έχει μηδενιστεί. Και δεν μπορεί να ευσταθήσει η εισήγηση ότι τα ποσά «... ενδέχεται να οφείλονται στον οργανισμό SOMO, για τα οποία όμως η Εταιρεία δεν φέρει την πρωτογενή ευθύνη αποπληρωμής τους. ...» (παρα.9 ένορκης δήλωσης και αγόρευση του συνηγόρου της αιτήτριας εταιρείας). Ασφαλώς και οφείλει η εταιρεία τα ποσά και ασφαλώς η ευθύνη πληρωμής τους έχει επαναμετατοπισθεί πάνω της με τη λήξη της ισχύος των τραπεζικών πιστώσεων. ΄Οπως επιβεβαιώθηκε και στην υπόθεση Astro Exito Navegacion S.A. v. Southland Enterprise Co. Ltd. [1983] 2 All E.R. σελ. 721, στη σελ. 732, μετά την παρέλευση της ημερομηνίας λήξης ανέκκλητης τραπεζικής πίστωσης, τα δικαιώματα του πωλητή για να πληρωθεί, δεν είναι πλέον εναντίον της τράπεζας αλλ΄ εναντίον του αγοραστή. Οποιαδήποτε δε εξασφάλιση για πληρωμή υπήρχε προς όφελος του δικαιούχου - πωλητή, καθίσταται άνευ αξίας μετά τη λήξη της πιστωτικής επιστολής (Wicks v. Wicks [1998] 1 All E.R. 977, και Astro Exito Navegacion S.A. v. Southland Enterprise Co Ltd and another (Chase Manhattan Bank interveners) [1982] 3 All E.R. 335). Το γεγονός επομένως ότι απλά και μόνο εκ μέρους της αιτήτριας είχαν κάποτε εκδοθεί ανέκκλητες πιστώσεις, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη στην παρούσα διαδικασία, με τον τρόπο και το αποτέλεσμα που αυτή εισηγείται. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, αδυνατώ να διαπιστώσω την ύπαρξη καλού λόγου για την ακύρωση / παραμερισμό των εκδοθέντων προσωρινών διαταγμάτων. Η Αίτηση απορρίπτεται και ακολουθώντας το αποτέλεσμα, τα έξοδα της επιδικάζονται εναντίον της αιτήτριας εταιρείας ΚΕΑΠ και υπέρ της καθ΄ ης εταιρείας SOLVOCHEM, óπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............................ Κ.Κληρίδης Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.