Hatidje Shahap ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Αίτηση Παραπομπής 205/03, 6 Φεβρουαρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:A23 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ. Ενώπιον:- Π. Παναγή, Π.Ε.Δ. Αίτηση Παραπομπής 205/03 Μεταξύ: Hatidje Shahap, Αιτήτριας -και- Κυπριακής Δημοκρατίας Αποζημιούσας Αρχής Ημερομηνία: 6 Φεβρουαρίου, 2007. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια: Ο κ. Μ. Δειλινός. Για την Αποζημιούσα Αρχή: Η κα Θ. Μαυρομουστάκη. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 7/7/2003 η αιτήτρια καταχώρισε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο ειδοποίηση παραπομπής επιζητώντας τον καθορισμό της καταβλητέας αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση μέρους του ακινήτου με αρ. εγγραφής 7394, Φ/Σχ.XL/62, Τεμάχιο 89/1 στο Καλό Χωριό της Επαρχίας Λάρνακας. Ακολούθησε η καταχώριση Έκθεσης Απαίτησης εκ μέρους της, το περιεχόμενο της οποίας δεν ενδιαφέρει για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης. Στη συνέχεια καταχωρήθηκε Υπεράσπιση από την Αποζημιούσα Αρχή, στην οποία εγείρονται δύο προδικαστικές ενστάσεις, στις παραγράφους
(1)και
(2)αντίστοιχα, και οι οποίες ορίστηκαν κατόπιν σχετικού διατάγματος του Δικαστηρίου για προεκδίκαση. Κατά την ημέρα της ακρόασης προωθήθηκε μόνο η προδικαστική ένσταση η οποία εγείρεται στην παράγραφο
(1)της Υπεράσπισης, η οποία είναι το αντικείμενο της παρούσας απόφασης. Την παραθέτω: «
(1)Ο Καθ΄ ου η Αίτηση προβάλλει προδικαστική ένσταση για το ότι η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται και ή δεν έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει την παρούσα παραπομπή, επειδή κατά τον ουσιώδη χρόνο κρίσης της υπόθεσης ή κατά οποιοδήποτε άλλο χρόνο, δεν ήταν και ή δεν είναι ιδιοκτήτρια και ή κάτοχος του επιδίκου απαλλοτριωθέντος ακινήτου με αρ. τεμ. 89/1 και 90/3 (νέο τεμάχιο 319), Φ/ΣΧ. XL62 ευρισκόμενο στο Καλό Χωριό Λάρνακος, επειδή το εν λόγω ακίνητο τελεί υπό την ιδιοκτησία, και ή κατοχή και ή επίβλεψη και ή έλεγχο και ή υπό τη διαχείριση του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, με βάση σχετική Νομοθεσία. Έτσι αρμόδιος να επιλαμβάνεται της τύχης του εν λόγω Τ/Κ ακινήτου δεν είναι η αιτήτρια, αλλά ο πιο πάνω Κηδεμόνας.» Τα ακόλουθα γεγονότα που διαλαμβάνονται σε έγγραφο που έχει κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και σημειωθεί με το γράμμα «Α», αποτελούν κοινά παραδεκτά γεγονότα. Η αιτήτρια, η οποία είναι Τουρκοκύπρια, είναι η ιδιοκτήτρια του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 7394, Φ/Σχ.XL/62, τεμάχιο 319 (παλαιά 89/1, 90/3) στο Καλό Χωριό, Επαρχία Λάρνακας. Δυνάμει διατάγματος το οποίο δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 17/3/1995, απαλλοτριώθηκε μέρος του πιο πάνω ακινήτου για το σκοπό της κατασκευής, βελτίωσης, ευθυγράμμισης και ασφαλτόστρωσης του παρακαμπτήριου δρόμου Λάρνακας, τμήμα Αραδίππου (Ριζοελιά) - Αεροδρομίου. Κατά τον ουσιώδη χρόνο η αιτήτρια, η οποία είναι κάτοχος διαβατηρίου που εκδόθηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία, διέμενε στην κατεχόμενη Λευκωσία. Στις 18/12/2006 ενοικίασε διαμέρισμα στη Λάρνακα. Σημειώνω εδώ ότι όπως προκύπτει από το σχετικό ενοικιαστήριο έγγραφο, το οποίο επισυνάπτεται στα παραδεκτά γεγονότα ως Τεκμήριο 1, η ενοικίαση είναι για περίοδο ενός έτους από την 3.1.
- Ενόψει της παραδοχής εκ μέρους της Αποζημιούσας Αρχής ότι το επίδικο ακίνητο ήταν και είναι στην ιδιοκτησία της αιτήτριας η προδικαστική ένσταση θεωρείται ότι περιορίζεται ανάλογα. Προς υποστήριξη των θέσεων της Αποζημιούσας Αρχής επί της νομικής ένστασης η κα Μαυρομουστάκη αναφέρθηκε στο ιστορικό που οδήγησε στη θέσπιση του περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου, αρ. Ν 139/91 και παρέπεμψε σε πρόνοιες του και σε σχετική νομολογία. Εισηγήθηκε ειδικότερα ότι ενόσω διαρκεί η έκρυθμη κατάσταση οι τουρκοκυπριακές περιουσίες περιέρχονται στον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (στον οποίο θα αναφέρομαι στο εξής ως «ο Κηδεμόνας»), περιλαμβανομένης της άσκησης οποιωνδήποτε περιουσιακών δικαιωμάτων των ιδιοκτητών, μέχρι τη λήξη της προσδιοριζόμενης από το Νόμο έκρυθμης κατάστασης. Κάτι τέτοιο, εισηγήθηκε, αφορά τις τουρκοκυπριακές περιουσίες στο σύνολό τους. Επομένως, δεν υφίσταται πεδίον για ατομικές ρυθμίσεις. Η αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της αιτήτριας στράφηκε κυρίως γύρω από το σκοπό και φιλοσοφία του Νόμου 139/
- Αφού επεσήμανε ότι ο Νόμος σε κανένα σημείο του δεν προβλέπει ότι ο ιδιοκτήτης αποκλείεται από του να ασκήσει ο ίδιος τα ατομικά, περιουσιακά ή συνταγματικά του δικαιώματα - πράγμα που θα ήταν αντισυνταγματικό και αντίθετο με την Ευρωπαϊκή Συνθήκη Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αλλά και με τη φιλοσοφία του ίδιου του Νόμου - εισηγήθηκε ότι ένας ιδιοκτήτης, εφόσον δεν εμποδίζεται πλέον και μπορεί να διακινείται χωρίς περιορισμούς στις ελεύθερες περιοχές, νομιμοποιείται να ασκεί μόνος του όλα τα δικαιώματα που αφορούν, μεταξύ άλλων, την ιδιοκτησία του. Εξάλλου, παρά την παρέλευση έντεκα χρόνων από τη δημοσίευση του διατάγματος απαλλοτρίωσης, ο Κηδεμόνας τουρκοκυπριακών περιουσιών δεν άσκησε καμία επωφελή για την περιουσία της αιτήτριας διαδικασία. Έχω θέσει ενώπιον μου τις εισηγήσεις των συνηγόρων των διαδίκων καθώς και τη νομολογία και αυθεντίες στις οποίες παρέπεμψαν και θα σταθώ σε αυτές όπου κρίνεται αναγκαίο για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης. Στρέφομαι τώρα στο καίριο ερώτημα που τίθεται με την προδικαστική ένσταση. Στόχος του Νόμου 139/91, όπως προκύπτει από το προοίμιό του, είναι η προστασία και διαχείριση των τουρκοκυπριακών περιουσιών οι οποίες εγκαταλείφθηκαν συνεπεία της μαζικής μετακίνησης του τουρκοκυπριακού πληθυσμού, ως αποτέλεσμα της τουρκικής εισβολής, στις περιοχές που κατέχονται από τις τουρκικές δυνάμεις εισβολής και της απαγόρευσης από τις δυνάμεις αυτές της διακίνησης του πληθυσμού αυτού στις ελεύθερες περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας. Με βάση το άρθρο 3 του Νόμου ο Υπουργός Εσωτερικών διορίστηκε Κηδεμόνας όλων των τουρκοκυπριακών περιουσιών με εξουσία να τις διαχειρίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του εν λόγω Νόμου και ασκώντας τις αρμοδιότητες που του χορηγούνται με αυτόν. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου «Τουρκοκυπριακή περιουσία» περιλαμβάνει κάθε ιδιοκτησία κινητή ή ακίνητη που ανήκει σε Τουρκοκύπριο και βρίσκεται στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Στο ίδιο άρθρο αναφέρεται ότι «Τουρκοκύπριος» σημαίνει Τουρκοκύπριο που δεν έχει τη συνήθη διαμονή του στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Το νέο άρθρο 5 του Νόμου, όπως έχει μετά την αντικατάσταση του προηγούμενου δυνάμει του Νόμου 59(Ι)/2003, ορίζει ότι κατά τη διαχείριση των τουρκοκυπριακών περιουσιών και την άσκηση των αρμοδιοτήτων που του χορηγούνται με το Νόμο, ο Κηδεμόνας έχει όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που θα είχε ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης τους. Επισημαίνεται εδώ ότι το παλιό άρθρο 5 διαλάμβανε πρόνοια σύμφωνα με την οποία «όλες οι Τουρκοκυπριακές περιουσίες περιέρχονται στον Κηδεμόνα, ο οποίος έχει εξουσία να λάβει άμεση κατοχή αυτών». Στο νέο άρθρο 5 δεν διαλαμβάνεται παρόμοια πρόνοια. Οι αρμοδιότητες του Κηδεμόνα προσδιορίζονται στο άρθρο 6 του Νόμου και περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την έγερση ή υπεράσπιση οποιασδήποτε αγωγής ή παραπομπής που αφορά τουρκοκυπριακή περιουσία[1]. Όπως αναφέρεται στη νομολογία μας, οι συγκεκριμένες νομοθετικές πρόνοιες του εν λόγω Νόμου, δικαιολογούνται με βάση την εφαρμογή του δικαίου της ανάγκης[2]. Τα μέτρα που έλαβε η πολιτεία κάτω από τις συνθήκες που δημιουργήθηκαν με την τουρκική εισβολή ήταν αναγκαία, μεταξύ άλλων, για την προστασία και διαχείριση των εγκαταλειφθεισών τουρκοκυπριακών περιουσιών. Τα μέτρα αυτά σκοπό δεν είχαν τη θέσπιση μόνιμων περιορισμών ή στέρηση των δικαιωμάτων των νόμιμων ιδιοκτητών αλλά την προσωρινή, για όσο χρόνο ήταν αναγκαίο, προστασία και διαχείριση της περιουσίας[3]. Είναι δε σαφές από τις διατάξεις του Νόμου και έχει επιβεβαιωθεί από τη νομολογία ότι εκτός εάν το Υπουργικό Συμβούλιο ορίσει ημερομηνία λήξης της έκρυθμης κατάστασης και μέχρις ότου επιτευχθεί τελική διευθέτηση του θέματος των τουρκοκυπριακών περιουσιών που εγκαταλείφθηκαν, ο Νόμος εξακολουθεί να ισχύει[4]. Η δυνατότητα διακίνησης ενός Τουρκοκύπριο αιτητή στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές δεν μεταβάλλει την κατάσταση η οποία επέβαλε τη νομοθετική ρύθμιση. Η κα Μαυρομουστάκη, προς υποστήριξη των θέσεων της Αποζημιούσας Αρχής, επικαλέστηκε, μεταξύ άλλων, την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Bahchecioglou κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 426 τονίζοντας ότι σ' αυτήν απορρίφθηκε αίτημα τουρκοκυπρίου που κατοικούσε μόνιμα στο εξωτερικό - και ως εκ τούτου δεν υποβαλλόταν σε περιορισμούς διακίνησης - για την ανάκτηση της περιουσίας του λόγω ισχυριζόμενης επέμβασης. Ένα βασικό ερώτημα που κλήθηκε το Εφετείο να απαντήσει στην υπόθεση εκείνη ήταν κατά πόσο ο Νόμος 139/91 εφαρμοζόταν στη συγκεκριμένη περίπτωση. Αν η απάντηση ήταν καταφατική τότε η επέμβαση μετά την 1.7.1991 που τέθηκε σε ισχύ ο Ν.139/91και οι τουρκοκυπριακές περιουσίες περιήλθαν στον Κηδεμόνα, έπαυε να είναι παράνομη και η απαίτηση για την περίοδο μετά την 1.7.1991 θα έπρεπε να είχε απορριφθεί. Το πρωτόδικο δικαστήριο είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο Νόμος κάλυπτε μόνο εγκαταλειφθείσες περιουσίες και, σύμφωνα με τα ευρήματά του, η περιουσία των εφεσιβλήτων εναγόντων δεν είχε ποτέ εγκαταλειφθεί. Ως εκ τούτου έκρινε ότι ο Νόμος δεν είχε εφαρμογή στα γεγονότα της υπόθεσης. Το Εφετείο όμως απάντησε καταφατικά στο πιο πάνω ερώτημα με το ακόλουθο σκεπτικό: «Βασιζόμενοι στον ορισμό του όρου «Τουρκοκύπριος» έχουμε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι είχε απασχολήσει το Νομοθέτη ο καθορισμός της έννοιας της «εγκαταλειφθείσας περιουσίας» και την καθόρισε ως την περιουσία Τουρκοκυπρίου που δεν έχει τη συνήθη διαμονή του στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Η ερμηνεία που δίδει ο Νομοθέτης στην έννοια του όρου «εγκαταλειφθείσες περιουσίες» είναι σαφής και ως εκ τούτου δεν χωρεί η χρήση του προοιμίου για ανατροπή της. Είναι δε καθαρό από τα γεγονότα που είχε ενώπιόν του το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι οι εφεσίβλητοι δεν είχαν τη συνήθη διαμονή τους στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Κατά συνέπεια, το εύρημα αυτό του πρωτόδικου Δικαστηρίου θα πρέπει να ακυρωθεί και θα παραμείνει έτσι το θέμα κρίσης του κατά πόσο οι σχετικές πρόνοιες του Νόμου 139/91 είναι συνταγματικές.» Το Δικαστήριο στην υπόθεση εκείνη δεν ασχολήθηκε με το κατά πόσο οι ενάγοντες εφεσίβλητοι είχαν έννομο συμφέρον στην έγερση της αγωγής αλλά, όπως έχει ήδη επισημανθεί πιο πάνω, με το ερώτημα κατά πόσο υπήρχε ή όχι επέμβαση μετά την 1.7.1991 ενόψει των προνοιών του προαναφερόμενου Νόμου. Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι η απόφαση εκείνη δεν βοηθά την υπόθεση της Αποζημιούσας Αρχής. Παρόμοιο ερώτημα με αυτό που τίθεται με την προδικαστική ένσταση είχε απασχολήσει το Ανώτατο Δικαστήριο στην πρόσφατη απόφαση Kiazim Halit κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργείου Εσωτερικών, Υπόθεση Αρ. 18/2005, ημερ. 29/11/2006 στην οποία εγέρθηκε προδικαστική ένσταση ότι οι αιτητές, Τουρκοκύπριοι, στερούντο ενεστώτος εννόμου συμφέροντος στην καταχώριση προσφυγής με την οποία ζητούσαν την ακύρωση διατάγματος απαλλοτρίωσης καθότι τις εγκαταλειφθείσες τουρκοκυπριακές περιουσίες είχε αναλάβει ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών δυνάμει του Νόμου 139/
- Αφού το Δικαστήριο αναφέρθηκε στην υπόθεση Σολομωνίδης [5] αποφάνθηκε με το ακόλουθο σκεπτικό ότι οι αιτητές νομιμοποιούνταν στην καταχώριση της προσφυγής: «Όπως παρατήρησε το Εφετείο στην υπόθεση εκείνη «τα μέτρα αυτά σκοπό δεν είχαν τη θέσπιση μόνιμων περιορισμών ή στέρηση των δικαιωμάτων των νομίμων ιδιοκτητών αλλά την προσωρινή, για όσο χρόνο ήταν αναγκαίο, προστασία και διαχείριση της περιουσίας». Με βάση τα όσα παρατηρήθηκαν στην υπόθεση Σολομωνίδης (ανωτέρω) καταλήγω αβίαστα στο συμπέρασμα ότι, δεδομένου πως οι Τουρκοκύπριοι ιδιοκτήτες δεν απώλεσαν τα περιουσιακά τους δικαιώματα εξαιτίας του διορισμού του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών και των άλλων μέτρων που λήφθηκαν δυνάμει του Ν 139/91 με σκοπό την προστασία των περιουσιών τους και δεδομένου ότι τα μέτρα εκείνα θα ισχύουν μόνον εκκρεμούσης της εκρύθμου καταστάσεως που δημιουργήθηκε εξαιτίας της Τουρκικής κατοχής και για όσο χρόνο η κατοχή υφίσταται, οι Τουρκοκύπριοι ιδιοκτήτες και συγκεκριμένα στην παρούσα υπόθεση οι αιτητές, έχουν ενεστώς έννομο συμφέρον με βάση το οποίο νομιμοποιούνται στην καταχώριση της παρούσας προσφυγής, με σκοπό την προσβολή της εγκυρότητας του διατάγματος απαλλοτριώσεως της περιουσίας τους. Θεωρώ επομένως πως και αυτή η προδικαστική ένσταση είναι αβάσιμη και θα προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης.» Το σκεπτικό της πιο πάνω απόφασης με βρίσκει απόλυτα σύμφωνη και το υιοθετώ. Παρότι η τύχη της προδικαστικής ένστασης με βάση τα πιο πάνω έχει κριθεί, θεωρώ σκόπιμο να αναφέρω και τα ακόλουθα. Το δικαίωμα ενός ιδιοκτήτη να ζητήσει από Δικαστήριο να καθορίσει την καταβλητέα σε αυτό αποζημίωση για την απαλλοτρίωση της περιουσίας του πηγάζει από τον περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμο του 1962, οι σχετικές πρόνοιες του οποίου επαναθεσπίζουν μέρος των παραγράφων 3 και 11 του Άρθρου 23 του Συντάγματος (οι οποίες αφορούν, μεταξύ άλλων, στην καταβολή αποζημίωσης σε περίπτωση στέρησης ή περιορισμού περιουσίας η οποία, σε περίπτωση διαφωνίας, καθορίζεται από το Δικαστήριο)[6]. Σύμφωνα με το άρθρο 9 του περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμο του 1962 (όπως έχει τροποποιηθεί) «παν ενδιαφερόμενον πρόσωπο» δύναται με αίτηση να ζητήσει από το Δικαστήριο όπως προβεί στον καθορισμό της καταβλητέας για την απαλλοτρίωση αποζημίωσης. «Ενδιαφερόμενος», σύμφωνα με το άρθρο 2 του εν λόγω Νόμου περιλαμβάνει «όστις δυνάμει του άρθρου 11 του παρόντος Νόμου δικαιούται εις τοιαύτην αποζημίωση». Το άρθρο 11 καθορίζει ότι το δικαιούμενο εις αποζημίωση πρόσωπο είναι ο ιδιοκτήτης της απαλλοτριωθείσας ιδιοκτησίας. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το άρθρο 16 του εν λόγω Νόμου το οποίο, όπως προκύπτει από τον πλαγιότιτλο, αφορά στους περιορισμούς επί της εφαρμογής του περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμου. Καμιά αναφορά δεν γίνεται στο άρθρο αυτό με την οποία οι πιο πάνω διατάξεις του περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμου να υπόκεινται σε σχετικές διατάξεις του Νόμου 139/1991, ούτε τίθεται οποιοσδήποτε περιορισμός στο δικαίωμα τουρκοκύπριου ιδιοκτήτη να αιτηθεί όπως το άρθρο 9 ορίζει. Περαιτέρω, ενώ το άρθρο 14 του Νόμου 139/91 εξαιρεί ρητά την εφαρμογή των διατάξεων του περί Ενοικιοστασίου Νόμου στις περιπτώσεις Τουρκοκυπριακών περιουσιών, καμιά ανάλογη αναφορά δεν γίνεται σχετικά με τις υπό συζήτηση διατάξεις του περί Αναγκαστικής Απαλλοτρίωσης Νόμου του
- Επισημαίνεται εδώ παρενθετικά ότι παρόλο που η συνταγματικότητα συγκεκριμένων προνοιών του Νόμου 139/91 εξετάστηκε από το Εφετείο και κρίθηκε, όπως ορθά ανέφερε η κα Μαυρομουστάκη, ότι δεν παραβίαζαν πρόνοιες του Άρθρου 23 του Συντάγματος, δεν φαίνεται να έχει εξεταστεί κατά πόσο το άρθρο 6(β) του Νόμου καταστρατηγεί το Άρθρο 23.11 του Συντάγματος. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, με βάση τα παραδεκτά γεγονότα, ειδικότερα την ιδιοκτησία της αιτήτριας επί του επίδικου ακινήτου, και τα όσα παρατηρήθηκαν στις υποθέσεις Σολομωνίδης και Halit (ανωτέρω), το σκεπτικό της οποίας έχω υιοθετήσει, καταλήγω ότι η αιτήτρια έχει ενεστώς έννομο συμφέρον με βάση το οποίο νομιμοποιείται στην καταχώριση της παρούσας παραπομπής με σκοπό τον καθορισμό της καταβλητέας αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση της περιουσίας της. Οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση ενδεχομένως να ισοδυναμούσε με άρνηση του δικαιώματος της πρόσβασης σε δικαστήριο που διασφαλίζεται από το Άρθρο 30.1 του Συντάγματος, μία διάσταση του οποίου είναι και το δικαίωμα έγερσης πολιτικής αγωγής ή διαδικασίας. Στην προκείμενη υπόθεση, η αιτήτρια δεν επιζητεί την καταβολή οποιουδήποτε ποσού ή την κατοχή ή τη διαχείριση της περιουσίας της αυτής καθαυτής, αλλά το χειρισμό ενός θέματος που άπτεται της ιδιοκτησίας της και για το οποίο ο Κηδεμόνας κανένα ενδιαφέρον δεν φαίνεται να έχει επιδείξει μέχρι σήμερα. Η προδικαστική ένσταση κρίνεται αβάσιμη και απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της αιτήτριας και εναντίον της Αποζημιούσας Αρχής όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της παραπομπής. Π. Παναγή, Π.Ε.Δ. /ΜΧΚ. [1] Βλ. Άρθρο 6(β). [2] Α. Χρ. Σολομωνίδης Λτδ. κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.α.
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1275 [3] Σολομωνίδης (ανωτέρω) [4] Βλ. Κωνσταντινίδης ν. Υπουργός Εσωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας, Π.Ε.12035, ημερ.27.6.2006 και την πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Υπόθεση αρ. 133/2005, Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος Αλή Κιαμίλ, δικαιούχος της κληρονομίας του Κιαμίλ Αλή Ριζά ν. Υπουργού Εσωτερικών, ημερομηνίας 19/1/
- [5] Βλ. Α. Χρ. Σολομωνίδης Λτδ. κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.α. (ανωτέρω) [6] Για μια συζήτηση αναφορικά με τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων κάτω από το Άρθρο 23.11 του Συντάγματος βλ. το σύγγραμμα Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας του Α. Ν. Λοϊζου, σελ.
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο