← Κύπρος

AYA COMMERCIAL AGENCIES EST ν. NSBULGARIA LTD, Αρ. Αγωγής: 2345/03, 8 Φεβρουαρίου 2007

AYA COMMERCIAL AGENCIES EST ν. NSBULGARIA LTD, Αρ. Αγωγής: 2345/03, 8 Φεβρουαρίου 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:A24 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κληρίδη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2345/03 Μεταξύ: AYA COMMERCIAL AGENCIES EST, εξ Ιορδανίας Ενάγοντες και N.S.BULGARIA LTD, από τη Βουλγαρία έχουσας γραφεία στη Λάρνακα ΑΚΑΜΙΑ CENTRE Διαμ. 203 SVOBOTAN POPOVIC, εκ Λάρνακος ΚΕΒΕ (Κυπριακό Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο εκ Λευκωσίας) Εναγομένων ΟΠΩΣ ΕΧΕΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ ΒΑΣΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 18/04/2006 ΜΕΤΑΞΥ: AMER ALSHATI AND TAREQ JARRAR CO, εμπορευόμενοι υπό την εμπορική επωνυμία AYA COMMERCIAL AGENCIES EST, εξ Ιορδανίας Ενάγοντες και N.S.BULGARIA LTD, από τη Βουλγαρία έχουσας γραφεία στη Λάρνακα ΑΚΑΜΙΑ CENTRE Διαμ. 203 SVOBOTAN POPOVIC, εκ Λάρνακος ΚΕΒΕ (Κυπριακό Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο), εκ Λευκωσίας Εναγομένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 8 Φεβρουαρίου 2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες: κ. Α. Θεοφίλου Για την Εναγομένη 1: καμία εμφάνιση Για τον Εναγόμενο 2: κ. Svobotan Popovic αυτοπρόσωπος Για τον Εναγόμενο 3: κ. Α. Δημητρίου για κ. Α. Τριανταφυλλίδη Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κύρια διεκδίκηση των εναγόντων οι οποίοι είναι συνεταιρισμός εγγεγραμμένος στην Ιορδάνια, προκύπτει από τον ισχυρισμό τους σύμφωνα με τον οποίο κατά τον Ιανουάριο 2003 πλήρωσαν δυνάμει δύο ενέγγυων πιστώσεων προς την εναγόμενη 1 το ποσό των $157.370.40 για αντάλλαγμα ο οποίο ουδέποτε παρασχέθηκε. Ισχυρίζονται πιο συγκεκριμένα οι ενάγοντες ότι πλήρωσαν εκείνο το ποσό για την προμήθεια και παράδοση σ΄ αυτούς από την εναγομένη 1 εταιρεία Βουλγάρικη εταιρεία 350 μ.τ. (μετρικών τόνων) του υλικού Ferro Manganese, Ρωσικής προέλευσης. ΄Οτι η εναγομένη 1 με τη βοήθεια του εναγομένου 2 ο οποίος εμφανιζόταν σαν διευθυντής τους , κατάφεραν με ψευδείς παραστάσεις να εισπράξουν τις δύο πιστώσεις παρουσιάζοντας πλαστά πιστοποιητικά και/ή προερχόμενα από ανύπαρκτα πρόσωπα και σ΄ αυτό συνέβαλε και η αμέλεια ή συνδρομή των εναγομένων 3 οι οποίοι επιστοποίησαν τα έγγραφα που απαιτούνταν προς είσπραξη. Ας σημειωθεί ότι οι εναγομένοι 1 και 2 είχαν καταχωρήσει κοινή ΄Εκθεση Υπεράσπισης και εκπροσωπούνταν από τον ίδιο δικηγόρο. ΄Ομως, σε κάποιο στάδιο της διαδικασίας, μετά την έναρξη της ακρόασης, είχε ζητηθεί και δοθεί άδεια στον δικηγόρο τους να αποσυρθεί. Παρά τις ευκαιρίες που δόθηκαν στους εναγομένους 1 και 2 να εκπροσωπηθούν, αν επιθυμούσαν, από άλλο δικηγόρο, τελικά η μεν εναγόμενη 1 εταιρεία δεν εκπροσωπήθηκε στη συνέχεια από κανένα, ενώ ο εναγόμενος 2 παρουσιάστηκε αυτοπροσώπως, εκπροσωπώντας τον εαυτό του. Εκθέτοντας τις θέσεις των εναγόντων ο εκ των συνεταίρων κ. Awni Jarrar, κατέθεσε ότι η εναγομένη 1 εταιρεία κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν εταιρεία εγγεγραμμένη στη Βουλγαρία και διατηρούσε επανδρωμένο γραφείο στη Λάρνακα από όπου ασκούσε δραστηριότητες. Κατά τον Νοέμβριο 2002, οι ενάγοντες μέσω του μάρτυρα συμφώνησαν με τους εναγομένους 2 όπως οι εναγόμενοι τους προμηθεύσουν και παραδώσουν στην Ιορδανία το αργότερο μέχρι τον Ιανουάριο 2003, 350 μ.τ. μετάλλου ferro manganese ρωσσική παραγωγής, στη συμφωνηθείσα τιμή των $157.370.

  1. Η συμφωνία έγινε στη Λάρνακα μέσω του εδώ γραφείου της εναγομένης 1 και κατά τη σύναψη της οι εναγόμενοι 1 και 2 του διαβεβαίωσαν ότι κατείχαν οι ίδιοι το εμπόρευμα στη Βουλγαρία και ότι ήσαν ιδιοκτήτες του, όχι ότι θα το παράγγελαν από τρίτους, ή ότι ενεργούσαν για τρίτους. Το τίμημα θα καταβαλλόταν από τους ενάγοντες με δύο τραπεζικές πιστώσεις οι οποίοι ανάχθηκαν απ΄ αυτούς σε κατάστημα της Τράπεζας Κύπρου στη Λάρνακα. Για την είσπραξη των ποσών των δύο πιστώσεων απαιτείτο η παρουσίαση αριθμού εγγράφων μεταξύ των οποίων ήταν και εμπορικά τιμολόγια με καθορισμένη δήλωση των δικαιούχων πάνω σ΄ αυτά, εκ των οπίων το ένα θα έρπετε να ήταν πιστοποιημένο από το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο. Σύμφωνα πάντα με τον ΜΕ1, ο εναγόμενος 2 ενεργώντας σαν διευθυντής και/ή αντιπρόσωπος της εναγομένης 1 και υπό την προσωπική του ιδιότητα, με δόλο και απάτη εξασφάλισε και παρουσίασε πλαστά έγγραφα από ανύπαρκτα πρόσωπα και αφού αυτά θεωρήθηκαν/βεβαιώθηκαν από τους εναγομένους 3 - Κ.Ε.Β.Ε., κατάφερε να εισπράξει τα ποσά των δύο πιστώσεων. Ενώ δηλαδή γνώριζαν ότι δεν ήταν γνήσιο πιστοποιητικό καλής ποιότητας των εμπορευμάτων και ότι ποτέ δεν φορτώθηκαν τα επίδικα εμπορεύματα, είσπαρξαν οι εναγόμενοι 1 και 2 το αντίτιμο τους χωρίς να τα παραδώσουν ποτέ στην ενάγουσα. Επιζητώντας περαιτέρω του πιο πάνω ισχυρισμούς στη δια ζώσης μαρτυρία του, ο ΜΕ1 κατάθεσε ότι οι ενάγοντες είχαν αποταθεί σε μια Τουρκική εταιρεία η οποία τους αντιπροσώπευε στην Τουρκία, την Global Engineering Contracting & Trading για να τους εξεύρει το εμπόρευμα που χρειάζονταν και αυτή τους σύστησε την εναγομένη
  2. Ο αντιπρόσωπος τους πήρε από την εναγομένη 1, δύο προτιμολόγια (proforma invoices) (τεκμήρια 2 και 3) τα οποία και απέστειλε στους ενάγοντες. Στη συνέχεια, ο μάρτυρας επικοινώνησε απευθείας με την εναγομένη 1 στη Σόφια για να του λεχθεί όμως ότι ο διευθυντής ο οποίος είναι υπεύθυνος γι΄ αυτά τα εμπορεύματα βρίσκεται στο γραφείο της εναγομένης 1 στη Λάρνακα και σαν τέτοιο κατονόμασε τον εναγόμενο
  3. Ο ΜΕ1 επικοινώνησε τότε με τον εναγόμενο 2 στη Λάρνακα και συμφώνησαν για την αγοραπωλησία των εμπορευμάτων. Ενώ δε αρχικά άνοιξαν οι ενάγοντες τραπεζικές πιστώσεις στη Βουλγαρία, επικοινώνησε λίγο αργότερα μαζί του ο εναγόμενος 2 και τους είπε ότι προτιμούσαν όπως οι τραπεζικές πιστώσεις έχουν προορισμό την Κύπρο, πράγμα που ο ίδιος αποδέκτηκε. Είχε ρωτήσει τον εναγόμενο γιατί αυτή η αλλαγή και αυτός του είπε αν ήθελε να ελέγξει την αξία των εμπορευμάτων, διότι ο ίδιος είναι ιδιοκτήτης των εμπορευμάτων κατά 50%. Το παράπονο των εναγόντων εναντίον των εναγομένων 3 - Κ.Ε.Β.Ε., όπως εξήγησε ο ΜΕ1, είναι ότι μεταξύ των όρων στις τραπεζικές πιστώσεις περιλαμβανόταν και όρος ότι ο πωλητής θα έπρεπε να παρουσιάσει στην Τράπεζα για να πληρωθεί, και Πιστοποιητικά Προέλευσης των εμπορευμάτων, με το οποίο να επιστοποιείτο ότι αυτά ήσαν Ρωσσικής κατασκευής και προέλευσης. ΄Ομως ο εναγόμενος 2 έπεισε τους ενάγοντες ότι δεν χρειαζόταν να παρουσιάσει τέτοιο πιστοποιητικό για να εισπράξει τα χρήματα, επειδή οι πιστώσεις περιλάμβαναν όρο ότι θα έπρεπε να παρουσιαστεί το πρωτότυπο του πιστοποιητικού προέλευσης στο Κ.Ε.Β.Ε., ώστε να μπορέσει το Κ.Ε.Β.Ε. να πιστοποιήσει επί των τιμολογίων των εμπορευμάτων, ως προς την προέλευση τους. Ο εναγόμενος 2 ζήτησε δε από το μάρτυρα να ακυρώσει τον όρο που ετίθετο στις πιστώσεις για παρουσιάσει πρωτοτύπου πιστοποιητικού προέλευσης στην Τράπεζα, πράγμα που αυτός έπραξε. Μετά από τη διενέργεια της πληρωμής των πιστώσεων, ο μάρτυρας επικοινώνησε με την εναγομένη 1 στο γραφείο της εδώ και μίλησε με τον εναγομένο 2 ο οποίος του είπε ότι το εμπόρευμα είχε φορτωθεί. Όμως δεν παραδίδετο το εμπόρευμα και οι επανειλημμένες προσπάθειες επικοινωνίας του με τον εναγόμενο 2 κατέστησαν άκαρπες. Τότε ο μάρτυρες πήγε στη Βουλγαρία για να διερευνήσει κατά πόσο η εταιρεία η οποία εμφανιζόταν στα έγγραφα που παρουσίασε στην τράπεζα η εναγομένη 1 ως προς τον έλεγχο των φορτωθέντων εμπορευμάτων, δηλαδή η "International Testing & Inspection Company" (Ι.Τ.Ι.). Εκεί διαπίστωσαν πως τέτοια εταιρεία δεν υπήρχε και εξασφάλισαν και πιστοποιητικό του Υπουργείου Οικονομίας της Βουλγαρίας σύμφωνα με το οποίο δεν υπάρχει τέτοια εγγεγραμμένη εταιρεία, ούτε και εταιρεία με το όνομα "Bulfract" η οποία στα παρουσιασθέντα έγγραφα παρουσιαζόταν να υπογράψει την φορτωτική των εμπορευμάτων (bill of loading) και την καταλληλότητα του πλοίου στο οποίο υποτίθετο ότι φορτώθηκε το εμπόρευμα (τεκμήριο 10). Εξασφάλισε επίσης ο μάρτυρας πιστοποιητικό του λιμεναρχείο της Βάρνας στο οποίο φαίνεται ότι το πλοίο "MAREN S" στο οποίο στα παρουσιασθέντα έγγραφα εμφανιζόταν το πλοίο στο οποίο είχαν φορτωθεί τα εμπορεύματα με τις φορτωτικές, δεν είχε εισέλθει στο λιμάνι της Βάρνας. Ούτε και υπήρχε τέτοιο πλοίο εγγεγραμμένο στα μητρώα των αρχών, σύμφωνα με πιστοποιητικό το οποίο εξασφαλίστηκε από το Υπουργείο Μεταφορών της Βουλγαρίας (τεκμήριο 12). Σύμφωνα πάντα με τον ίδιο μάρτυρα, σε μια περίπτωση που κατάφερε να μιλήσει τηλεφωνικά με τον εναγόμενο 2, αυτός του διαβεβαίωσε να μήν ανησυχεί, ότι είχαν φορτώσει τα εμπορεύματα και ότι ο ίδιος ήταν κατά 50% ιδιοκτήτης τους. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας από τον ίδιο τον εναγόμενο 2 ρωτήθηκε κατά πόσο ο ίδιος ή η εταιρεία του είχε συνάψει σύμβαση για τα εμπορεύματα εκείνα σαν ΑΥΑ Commercial Agencies Ltd μαζί με κάποια εταιρεία GLA General Metal Supply της Βουλγαρίας. Ο μάρτυρας αρνήθηκε οπότε υποβλήθηκε ότι ψεύδεται και του ζητήθηκε να δει ένα συμβόλαιο (Α για Αναγνώριση) και να πει αν αυτό έφερε την υπογραφή του σαν αγοραστής. Ο μάρτυρας αρνήθηκε ότι έφερε την υπογραφή του και επίσης αρνήθηκε ότι έφερε την υπογραφή του και επίσης αρνήθηκε ότι έφερε την υπογραφή του άλλο έγγραφο που του επιδείχθηκε σαν προερχόμενο από την AYA Commercial Agencies (Β΄ για Αναγνώριση). Ρωτήθηκε ακόμα ο μάρτυρας κατά πόσο οι ενάγοντες έδωσαν οδηγίες στη ναυτιλιακή εταιρεία, μετά που τα εμπορεύματα πέρασαν από το τελωνείο στη Βουλγαρία να αλλάξει προορισμό και αντί να παραδοθούν στην Ακάμπα να παραδίδονταν στο Συριακό λιμάνι Tartous. Ο μάρτυρας αρνήθηκε. Απαντώντας σε άλλη ερώτηση, είπε ότι τα παραγγελθέντα εμπορεύματα προορίζονταν για την κυβέρνηση του Ιράκ και εκεί θα τα παρέδιδαν κατόπιν προσφοράς. Είναι γεγονός την περίοδο εκείνη υπήρχε διεθνής εμπορική απομόνωση του Ιράκ αλλά, όπως εξήγησε, ήταν επιτρεπτό όπως γίνεται προμήθεια πρώτων υλών με άδεια του Ηνωμένων Εθνών και αυτά τα εμπορεύματα θα παραδίδονταν από τους ενάγοντες κατόπιν άδειας. Δίδοντας τη δική του ένορκη μαρτυρία, ο εναγόμενος 2 κατάθεσε ότι είναι διευθυντής της εταιρείας NSB General Trading (Overseas) Co. Ltd η οποία είναι εγγεγραμμένη στην Κύπρο από το 1992 και εκ μέρους της οποίας κατά το 1996 υπέγραψε με την εναγομένη 1 εταιρεία συμφωνία για την αντιπροσώπευση των συμφερόντων των επιχειρήσεων της στην Κύπρο. Εκτελεί δε τις οδηγίες και εντολές της εναγομένης
  4. Παρουσίασε ο εναγόμενος 2 πιστοποιητικό εγγραφής της εταιρείας του στην Κύπρο (τεκμήριο 13) καθώς επίσης και την συμφωνία αντιπροσωπείας στην οποία αναφέρθηκε, η οποία όμως, λόγω μη επαρκούς δικογράφησης τέτοιου ισχυρισμούς στην Υπεράσπιση, έγινε δεκτή μόνο για τον σκοπό της κατάδειξης κατά πόσο ο εναγόμενος 2 ήταν ή όχι διευθυντής της εναγομένης 1 (τεκμήριο 14). Σύμφωνα με τον μάρτυρα, ο ίδιος δεν υπήρξε αξιωματούχος ή μέτοχος της εναγομένης 1 εταιρείας ή ιδιοκτήτης των εμπορευμάτων, ενώ διαμένει μόνιμα στην Κύπρο. ΄Οτι έπραξε σαν αντιπρόσωπος και με οδηγίες της εναγομένης
  5. Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο των εναγόντων, ο εναγόμενος 2 δέχθηκε ότι τα έγγραφα τα οποία παραδόθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου για είσπραξη, τα είχε υπογράψει και παραδώσει ο ίδιος πλην όμως ουδέποτε παρουσίασε τον εαυτό του να είναι διευθυντής της εναγομένης 1 ούτε στην Τράπεζα, ούτε στους ενάγοντες, ή ότι ήταν κατά 50% ιδιοκτήτης των εμπορευμάτων. Δέχθηκε επίσης ότι ήταν ο ίδιος ο οποίος υπόγραψε έντυπο διορισμού δικηγόρους (retainer) για υπεράσπιση του ιδίου και της εναγομένης
  6. Οδηγίες στον δικηγόρο όμως για σύνταξη της Υπεράσπισης έδωσε, όπως είπε η εναγομένη 1 και όχι ο ίδιος. Ερωτηθείς αν τα εμπορεύματα είχαν φορτωθεί σε πλοίο, ο μάρτυρας απάντησε ότι φορτώθηκαν και π ήγαν λαθραία στο Ιράκ επειδή είχε δώσει τέτοια οδηγία για αλλαγή του προορισμού η εταιρεία ΑΥΑ. Εκ μέρους των εναγομένων αρ. 3 κατάθεσε στο Δικαστήριο ο Διευθυντής του Κ.Ε.Β.Ε. Λάρνακας από το 1999 κ. Γ. Ψαράς. Εξηγώντας ο μάρτυρας τον ρόλο του Κ.Ε.Β.Ε. σε τέτοιου είδους περιπτώσεις, ανέφερε ότι το Κ.Ε.Β.Ε. πιστοποιεί τις υπογραφές και θεωρεί τα τιμολόγια, ή εκδίδει πιστοποιητικά, σύμφωνα με τις υποχρεώσεις τις οποίες είχε δυνάμει του περί Εμπορικών και Βιομηχανικών Επιμελητηρίων Νόμου αρ. 56/
  7. ΄Εχοντας δε θεωρήσει τα επίδικα τιμολόγια (τεκμήρια 6 και /) με την τυποποιημένη σφραγίδα απλά πιστοποίησε το Κ.Ε.Β.Ε. ότι αυτά περιείχαν όλες τις ζητούμενες λεπτομέρειες όπως περιγραφή προϊόντων, τιμή μονάδας, συνολική τιμή κλπ. «Θεώρηση» κατά τον μάρτυρα σημαίνει τη σφραγίδα που τίθεται με την οποία βεβαιώνεται η εγκυρότητα κάποιων εγγράφων, ενώ σε καμμιά περίπτωση δεν ισοδυναμεί με πιστοποίηση της ορθότητας των περιεχομένων των εγγράφων. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας κατάθεσε ότι πιστοποιητικά προέλευσης εμπορευμάτων, εκδίδει το Κ.Ε.Β.Ε. μόνο σε σχέση με Κυπριακά προϊόντας και εν πάση περιπτώσει, εδώ ο πελάτης ζήτησε την ακύρωση του όρου για πιστοποιητικά από τη συμφωνία. Αγορεύοντας ο συνήγορος των εναγομένων 3 - Κ.Ε.Β.Ε υπέβαλε ότι η Απαίτηση εναντίον των πελατών του είναι τελείως ανυπόστατη για δύο βασικούς λόγους: α. Ενώ στην ΄Εκθεση Απαίτησης φαίνεται σαν βάση αγωγής η επίδειξη αμέλειας λόγω του τρόπου πιστοποίησης εγγράφων κανένα στοιχείο δεν προβλήθηκε από τον μάρτυρα της ενάγουσας που να σχετίζεται με τέτοιο ισχυρισμό. Διαζευκτικά, β. Οι εναγόμενοι 3 ενεργούν με βάση υποχρεώσεις του που απορρέουν από το Νόμο και δεν εναποθέτουν σ΄ αυτούς την ευθύνη διενέργειας εκείνων που οι ενάγοντες τους καταλογίζουν ότι παρέλειψαν να πράξουν ή έπραξαν πλημμελώς. Ειδικότερα, η ευθύνη του Κ.Ε.Β.Ε. είναι να θεωρήσει έγγραφα, δηλαδή να πιστοποιήσει την ύπαρξη όλων των απαιτουμένων να παρουσιαστούν εγγράφων και όχι την γνησιότητα του περιεχομένου τους ή της συναλλαγής στην οποία αυτά αναφέρονται. Ο εναγόμενος 2 ο οποίος τελικά παρουσιάστηκε αυτοπροσώπως, αγορεύοντας στο Δικαστήριο, υπέβαλε ότι οι ενάγοντες δεν απέδειξαν την ανάμειξη του ιδίου στα επίδικα γεγονότα, ενώ ανέμειξαν την εμπλοκή του σε μια ξένη εταιρεία επιρρίπτοντας του προσωπική ευθύνη. Καθ΄ όλο τον ουσιώδη χρόνο ο ίδιος ενεργούσε δυνάμει συμβολαίου με την εναγομένη 1, εκτελώντας τις οδηγίες και διαταγές της. Ειδικώτερα ως προς την παρουσίαση στην Τράπεζα Κύπρου, των αναγκαίων εγγράφων για πληρωμή των δύο πιστώσεων. Στη δική του αγόρευση, ο συνήγορος των εναγόντων υπέβαλε ότι τόσο η σύναψη της συμφωνίας όσο και η είσπραξη του τιμήματος αγοράς, δεν αμφισβητούνται στην Υπεράσπιση ενώ η σχετική μαρτυρία του μάρτυρας εναγόντων ως προς συναλλαγή παρέμεινε αναμφισβήτητη και χωρίς αντίκρουση. Υποστηρίζεται δε η εκδοχή του μάρτυρα επιβεβαιώνεται από τα κατατεθέντα τεκμήρια. Είναι γεγονός ότι η μαρτυρία του ΜΕ1 σύμφωνα με την οποία ο εναγόμενος 2 του είχε πει ότι ήταν κατά 50% ιδιοκτήτης των εμπορευμάτων δεν συνάδει με τα κατατιθέντα τιμολόγια και άλλα έγγραφα. ΄Ομως είναι μαρτυρία η οποία προσφέρεται για την απόδειξη της συμμετοχής του εναγομένου 2 στο δόλο ή απάτη που ασκήθηκε προς τους ενάγοντες για να αγοράσουν και να πληρώσουν για ανύπαρκτα εμπορεύματα. Ανεξάρτητα από το εάν και κατά π όσο ο εναγόμενος 2 ήταν διευθυντή της εναγομένης 1, εφόσον παρουσιαζόταν σαν τέτοιος καταδεικνύει την πρόθεση του να συμμετάσχει στην καταδολίευση. Οι ενάγοντες καλούν το Δικαστήριο να δεχθεί ότι ενώ ο εναγόμενος 2 παρουσιαζόταν σαν διευθυντής της εναγομένης 1 και συνιδιοκτήτης των εμπορευμάτων, αρνήθηκε και τις δύο ιδιότητες του στο Δικαστήριο. ΄Οτι υπόγραψε το τεκμήριο 6 και 7 για την εναγομένη 1 γνωρίζοντας ότι ούτε τέτοιο πλοίο υπήρχε ούτε τα εμπορεύματα τα οποία παρουσιάστηκαν ότι φορτώθηκαν στο πλοίο. Περαιτέρω, ότι ο εναγόμενος 2 μόνος του ή με την εναγομένη 1 έφτιαξαν τα πλαστά έγγραφα τα οποία ο εναγόμενος 2 παράδωσε στην τράπεζα για είσπραξη των πιστώσεων και ακόμα και μετά την είσπραξη διαβεβαίωσε τους ενάγοντες ότι τα εμπορεύματα είχαν φορτωθεί και θα έφθαναν. Ως προς την ευθύνη των εναγομένων 3 - Κ.Ε.Β.Ε., σύμφωνα πάντα με τον συνήγορο των εναγόντων, αυτή έγκειται στο ότι ενήργησαν κατά παράβαση του Νόμου αρ. 56/68, αμελώς και πιστοποίησαν τα έγγραφα-τεκμήρια 6 και 7 χωρίς να γνωρίζουν ή να ερευνήσουν την ορθότητα ή αλήθεια του περιεχομένου της πιστοποίησης τους. Πιστοποίησαν δε τα επίδικα τιμολόγια επιθέτοντας σφραγίδα σύμφωνα με το λεκτικό της οποίας το περιεχόμενο του ήταν αληθές και ορθό. ΄Ετσι, η ευθύνη των εναγομένων 3 αποδεικνύεται εφόσον: α. Η πιστοποίηση τους αποδείχθηκε λανθασμένη αφού ουδέποτε είχε γίνει φόρτωση των εμπορευμάτων επί πλοίου. β. Γνώριζαν ότι τα τιμολόγια απευθύνονταν προς τους ενάγοντες, από το ίδιο το τιμολόγιο. γ. Γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι η πιστοποίηση ήταν απαίτηση των εναγόντων-αγοραστών και ότι αυτοί θα βασίζονταν στην πιστοποίηση τους. δ. Δεν γνώριζαν και δεν εξέτασαν κατά πόσο η πιστοποίηση τους ήταν ορθή. Αυτά ήσαν συνοπτικά τα κύρια επίδικα θέματα και τα σημαντικότερα σημεία δοθείσας μαρτυρίας και των αγορεύσεων των συνηγόρων. Θα ασχοληθώ κατά προτεραιότητα με διάφορα θέματα τα οποία προκύπτουν από το περιεχόμενο των δικογράφων στη βάση των οποίων και διεξήχθη η δίκη. Θέματα που προκύπτουν από τους ισχυρισμούς στα Δικόγραφα ΄Οπως επανειλημμένα έχει τονισθεί στη νομολογία, οι αρχές της δικονομίας περιορίζουν αυστηρά τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται στις έγγραφες προτάσεις. Η δίκη δρομολογείται κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και διατρέχει την ίδια πορεία, όπως και το τραίνο, κατά μήκος των προτοποθετημένων σιδηρογραμμών της χαραχθείσας διαδρομής και χωρίς τη δυνατότητα εκτροπής απ΄ αυτές (βλ. μεταξύ άλλων Courtis ν. Iasonides

(1979)1 C.L.R. 180, Βραχίμη ν. Κουλουμπρή
(1992)1 Α.Α.Δ. 836). Η ΄Εκθεση Υπεράσπισης των εναγομένων 1 και 2 ήταν και παρέμεινε κοινή, και εκπροσωπούντο και οι δύο εναγόμενοι από τον ίδιο δικηγόρο. Μετά την απόσυρση του δικηγόρου τους, όπως έχω προαναφέρει, η μεν εναγομένη 1 δεν εμφανίστηκε στη διαδικασία, ο δε εναγόμενος 2 εκπροσώπησε τον εαυτό του χωρίς συνήγορο και χωρίς να προβεί σε οποιοδήποτε διάβημα για τροποποίηση της Υπεράσπισης τους και διαφοροποίηση των θεσμών του, αν έκρινε τούτο σκόπιμο. Η βασική κοινή θέση των εναγομένων έναντι της Απαίτησης, σύμφωνα με την ΄Εκθεση Υπεράσπισης, συνοψίζονται ως εξής:
  1. Ουδέποτε συνήψαν την κατ΄ ισχυρισμό ή οποιαδήποτε συμφωνία με τους ενάγοντες (παράγραφος 2 Υπεράσπισης).
  2. ΄Αλλος πελάτης της εναγομένης 1, όχι οι ενάγοντες παρήγγειλε στην εναγομένη 1 τα περιγραφόμενα εμπορεύματα (παράγραφος 4 ΄Εκθεση Υπεράσπισης).
  3. Η εναγομένη 1 εξασφάλισε τα εμπορεύματα αφού πληρώθηκε με την Τραπεζική Πίστωση που αναφέρεται στην Απαίτηση (παράγραφος 6 Υπεράσπισης.
  4. Εκ μέρους της εναγομένης 1, ο προμηθευτής των εμπορευμάτων τα παράδωσε στους πελάτες της εναγομένης 1 οι οποίες ανάλαβαν την παράδοση σε μη αποκαλυφθέντες πελάτες τους. α. Το θέμα του ποιοί ήσαν οι Συμβαλλόμενοι Αγοραστές ΄Οπως είναι εμφανές από τη δοθείσα μαρτυρία, οι ισχυρισμός ότι οι εναγόμενοι είχαν συμβληθεί με άλλο πρόσωπο και όχι με τους ενάγοντες δεν ευσταθεί. Στο σημείο τούτο αποδέχομαι την δοθείσα μαρτυρία υπό τον ΜΕ1, η οποία και υποστηρίζεται πλήρως από τα τεκμήρια 6 και
  5. Τα τεκμήρια 6 και 7 είναι τα επίσημα εμπορικά τιμολόγια τα οποία ετοιμάστηκαν από την εναγομένη 1 για να μπορέσουν να ανοιχθούν οι τραπεζικές πιστώσεις (Commercial Invoices). Αυτά δέχθηκε στη μαρτυρία του και ο εναγόμενος
  6. Αυτά τα τιμολόγια τα οποία φέρουν υπογραφή και σφραγίδα της εναγομένης 1, ρητά είναι που απευθύνονται προς "Aya Commercial Agencies Est" που είναι η εμπορική επωνυμία με την οποία εμπορεύματα οι ενάγοντες. Επίσης ρητά αναφέρεται και στα δύο αυτά τιμολόγια ότι ήταν από τους ενάγοντες με τους οποίους έγινε η επίδικη παραγγελία, εφόσον και στα δύο τιμολόγια αναφέρεται σαν: "Order No: Your Email acceptance order dd. Nov. 13 2002". Είναι βέβαια γεγονός ότι στις 14.11.02 η εναγομένη 1 απέστειλε δύο προτιμολόγια σε σχέση με προφανώς την ίδια συναλλαγή, τα οποία, εκείνα απευθύνονταν προς "Global Engineering Contracting & Trading Co, Turkey" που σύμφωνα με τον ΜΕ1 ήταν η εταιρεία που αντιπροσώπευε τους ενάγοντες στην Τουρκία. ΄Ομως τα επίσημα τελικά τιμολόγια και η συμφωνία όπως αντικατοπτρίζονται στα προαναφερθέντα τεκμήρια και στην προφορική μαρτυρία του ΜΕ1 την οποία αποδέχομαι είχαν γίνει ξεκάθαρα με τους ενάγοντες. Το προτιμολόγιο (proforma invoice) δεν συνιστά τελικό έγγραφο. Σύμφωνα με ορισμούς οι οποίοι δίδονται από έγκυρες εμπορικές και νομικές πηγές, το Proforma Invoice συνιστά ένα έγγραφο το οποίο ετοιμάζεται από τον πωλητή, επί του οποίου αναγράφονται κάποια λεπτομερή στοιχεία τα οποία θα παρατεθούν αργότερα στο εμπορικό τιμολόγιο (Commercial Invoice), εάν η συναλλαγή ολοκληρωθεί. β. Το θέμα του ποιοί ήσαν οι Συμβαλλόμενοι Πωλητές - Τυχόν ευθύνη-συμμετοχή του εναγομένου 2 Από το σύνολο των στοιχείων που είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, θα πρέπει να παρατηρήσω, ότι δεν καταδεικνύεται η οποιαδήποτε ενοχική εμπλοκή του εναγομένου 2 στις επίδικες συναλλαγές, υπό προσωπική ιδιότητα. Αυτό το δέκτηκε ουσιαστικά και ο συνήγορος των εναγόντων στην αγόρευση του. ΄Ολα τα κατατεθέντα έγγραφα, τιμολόγια, προτιμολογία, πιστωτικές επιστολές κλπ., καθαρά δείχνουν τη σύναψη σύμβασης και νομικής σχέσης με την εναγομένη 1 εταιρεία, μια ανεξάρτητη νομική οντότητα. Ούτε βέβαια το γεγονός ότι ο εναγόμενος 2 ενεργώντας εκ μέρους της εναγομένης 1 υπέγραψε τα σχετικά έγγραφα, είναι στοιχείο το οποίο μπορεί να του αποδώσει ενοχική -συμβατική ευθύνη. Το μέγα ζήτημα το οποίο εγείρεται είναι εάν και κατά πόσο οποιαδήποτε ευθύνη μπορεί να αποδοθεί στον εναγόμενο 2 προσωπικά για τη συμμετοχή του στην καταλογιζόμενη από τους ενάγοντες σ΄ αυτόν και στην εναγομένη 1 άσκηση δόλου/απάτης/ψευδών παραστάσεων. Επί του θέματος τούτο θα επανέλθω μετά την αξιολόγηση της σχετικής μαρτυρίας και την εξαγωγή ευρημάτων. γ. Η καταλογιζόμενη παράβαση σύμβασης και άσκηση δόλου απάτης κλπ. από τους εναγομένους 1 και
  7. Είναι χωρίς δισταγμό που αποδέχομαι επί τούτου, τη μαρτυρία του εκ των εναγόντων ΜΕ 1 κ. Tattar, ως προς τις συνθήκες σύναψης της επίδικης συναλλαγής, την πληρωμή της τιμής πώλησης μέσω τραπεζικών πιστώσεων και την μη παραλαβή των εμπορευμάτων από τους ενάγοντες. Η μαρτυρία του αξιολογείται σαν θετική, ειλικρινή και τεκμηριωμένη αφού υποστηρίζεται από σωρεία εγγράφων που έχουν κατατεθεί. Εξ΄ άλλου το γεγονός της είσπραξης των συμφωνηθέντων ποσών εκ μέρους της εναγομένης 1 το παραδέχθηκε και ο ίδιος ο εναγόμενος 2 ο οποίος και δεν αμφισβήτησε το ότι τα εμπορεύματα δεν παραλήφθηκαν, δίδοντας γι΄ αυτό μια άλλη εξήγηση. Εξήγηση η οποία από πουθενά δεν υποστηρίζεται και κυρίως από τα έγγραφα με βάση τα οποία ανοίχθηκαν και εισπράχθηκαν οι τραπεζικές πιστώσεις, χωρίς τίποτε να επιμαρτυρεί κάποια διαφοροποίηση στη φόρτωση, στο δηλωθέν πλοίο φόρτωσης, το λιμάνι κλπ. Στον βαθμό και στα σημεία στα οποία υπάρχει διάσταση μαρτυρίας μεταξύ αυτής που έδωσε ο εναγόμενος 2 και εκείνης του ΜΕ
  8. Χωρίς δισταγμό προτιμητέα είναι η δεύτερη. Στη μαρτυρία του εναγομένου 2 διακρίνεται με ευκρίνεια, τόσο η αποστασιοποίηση από θέσεις στην ΄Εκθεση Υπεράσπιση, όσο και η προσπάθεια του από απέκδυση οποιασδήποτε δικής του εμπλοκής μέσω αλληλοσυγκρουόμενων δηλώσεων. ΄Οπως αναντίλεκτα έχει αποδειχθεί από τη μαρτυρία και τα τεκμήρια έγγραφα τα οποία έχει παρουσιάσει στο Δικαστήριο ο ΜΕ1, τα έγγραφα τα οποία είχαν παρουσιασθεί από τους εναγομένους στην Τράπεζα Κύπρου, με τα οποία κατέστη δυνατή η είσπραξη των ποσών των δύο πιστώσεων (δέσμη - Τεκμήριο 8 και 9), ούτε το πλοίο που αναφέρεται στα σχετικά πιστοποιητικά ήταν υπαρκτό, ούτε και είχε φορτώσει ή πλησιάσει το λιμάνι της Βάρνας, όπως ψευδώς αναφερόταν στα έγγραφα. Η δε εταιρεία η οποία παρουσιαζόταν να πιστοποιούσε όλα εκείνα τα σημαίνοντα στοιχεία της φόρτωσης (Shipping Inspection Certificate), αποδείχθηκε επίσης ανύπαρκτη (International Testing & Inspection Company). Ψευδές αποδεικνύεται επίσης να ήταν το περιεχόμενο άλλου απαραίτητου προς παρουσίαση για την πληρωμή εγγράφου: Πρόκειται για το πιστοποιητικό σύμφωνα με το οποίο το φορτωθέν πλοίο ανταποκρίνεται προς τις διεθνείς απαιτήσεις ασφάλειας πλοηγημότητας, το οποίο εκδόθηκε από κάποια εταιρεία "Bulfract" που η έρευνα του ΜΕ1 απέδειξε ότι δεν είναι υπαρκτή. ΄Ολα αυτά τα στοιχεία, τα οποία παρέμειναν αδιάσειστα, μαζί με το γεγονός ότι ενώ το συνολικό τίμημα πώλησης πληρώθηκε από τους ενάγοντες και εισπράχθηκε από την εναγομένη ενώ τα εμπορεύματα δεν παραδόθηκαν, τεκμηριώνουν την απαίτηση των εναγόντων εναντίον της εναγομένης 1 εταιρείας για μή εκπλήρωση της σύμβασης, για άσκηση δόλου και/ή απάτης κλπ. Ως προς το θέμα της όποιας προσωπικής ευθύνης του συνεναγομένου 2 παρατηρώ τα εξής: Από το σύνολο των στοιχείων που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν έχει καταδειχθεί ότι ο εναγόμενος 2 είναι, ή ήταν ποτέ αξιωματούχος της εναγομένης 1 εταιρείας. ΄Οπως δε προκύπτει από τη Συμφωνία - τεκμήριο 14 την οποία ο ίδιος παρουσίασε δική του εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο, ενεργούσε σαν αντιπρόσωπος της εναγόμενης 1 Βουλγάρικης εταιρείας. Πρόκειται για την εταιρεία "NSB General Trading (Overseas) Co. Limited η οποία σύμφωνα με Πιστοποιητικά του Εφόρου Εταιρειών της Κυπριακής Δημοκρατίας, είναι εγγεγραμμένη στην Κύπρο, ανήκει στον εναγόμενο 2 και αυτός είναι ένας εκ των δύο διευθυντών της (τεκμήριο 13). Παρ΄ ολον ότι βέβαια δεν είναι δικογραφημένος στην Υπεράσπιση ισχυρισμός ότι ο εναγόμενος 2 ενεργούσε στη συναλλαγή, ή γενικότερα σαν αντιπρόσωπος της εναγόμενης 1, εν τούτοις τέτοια μαρτυρία επιτράπηκε και ήταν χρήσιμη για να καταδείξει κατά πόσο ευσταθεί ή όχι η θέση των εναγόντων ότι ο εναγόμενος 2 ήταν ή παρουσιαζόταν σαν διευθυντής της εναγόμενης 1 και εν πάση περιπτώσει ποιά ήταν η νομική του σχέση, αν υπήρχε, με την εναγομένη 1, και συνακόλουθα σχετίζεται με το θέμα της ενοχικής του ευθύνης. ΄Οπως έχω προαναφέρει, οι ενάγοντες δεν καταλογίζουν ευθύνη στον εναγόμενο 2, λόγω ιδιότητας του σαν διευθυντής της εναγομένης 1 και ορθά βέβαια. Ισχυρίζονται όμως ότι παρουσιαζόμενος σαν διευθυντής της και παρουσιάζοντας ή και καταρτίζοντας ψεύτικα έγγραφα με βάση τα οποία κατέστη δυνατή η είσπραξη των ποσών των τραπεζικών πιστώσεων, αυτός άσκησε, ή συνήργησε στην άσκηση δόλου/απάτης/ψευδών παραστάσεων κλπ. Σ΄ αυτά όλα, ο εναγόμενος 2, όπως έχω επίσης προαναφέρει, επέμεινε ότι ενεργούσε απλά σαν διαβιβαστής εντολών και εγγράφων της εναγομένης 1 και δεν έχει προσωπική γνώση της ορθότητας ή μή των εγγράφων ή του περιεχομένου τους που ετοιμάστηκαν από την εναγομένη 1 στη Βουλγαρία. Σε σχέση με αυτό το θέμα, παρατηρώ τα εξής: Το μόνο στοιχείο το οποίο αποδεικνύεται από τη μαρτυρία του ΜΕ1, την οποία και έχω αποδεχθεί, είναι ο εναγόμενος 2 σε επικοινωνία που είχε μαζί του παρουσιάστηκε σαν διευθυντής της ενάγουσας (ενώ δεν ήταν) και σαν συνιδιοκτήτης των εμπορευμάτων. Ως προς το δεύτερο, δεν νομίζω ότι και αν αυτός ο ισχυρισμός είναι ψευδής, συνέτεινε με οποιονδήποτε τρόπο στη σύναψη συμφωνίας από τους ενάγοντες για την αγορά ολόκληρης της ποσότητας από την εναγομένη 1 μόνο, ή στην πληρωμή μέσω πιστωτικών επιστολών. Ως προς το πρώτο υπενθυμίζεται ότι όπως ο ίδιος ο ΜΕ1 κατάθεσε, η Βουλγαρική εταιρεία παρέπεμψε τους ενάγοντες στο γραφείο απ΄ όπου ασκούσαν επιχειρήσεις στην Κύπρο για τη διεκπεραίωση της συναλλαγής και όπως αποδείκτηκε, ο εναγόμενος 2 ήταν διευθυντής της εταιρείας που ενεργούσε στην Κύπρο για λογαριασμό της εναγομένης
  9. Αυτές οι λεπτές νομικές γραμμές μεταξύ της μιας και της άλλης ιδιότητας του εναγομένου 2 όσο και αν δεν απέδωσαν την επακριβή εικόνα της σχέσης του, δεν νομίζω να μπορούν να θεωρηθούν σαν ευσυνείδητη άσκηση δόλου, απάτης ή ψευδών παραστάσεων. Από την άλλη, το γεγονός ότι ήταν ο εναγόμενος 2 που παρουσίαζε τα έγγραφα των οποίων το περιεχόμενο έχει αποδειχθεί ψευδές, είναι ένα γεγονός που και ο ίδιος έχει δεχθεί. ΄Ομως από την δοθείσα μαρτυρία και τα ευρήματα μου, δεν είναι δυνατό να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι πέραν τούτο, ο εναγόμενος 2 ήταν επιπρόσθετα και γνώστης της ανακρίβειας ή της αναλήθειας του περιεχομένου τους και/ή ότι εκείνος ήταν που τα κατασκεύασε ή συνήργησε στην κατασκευή τους. Ούτε βέβαια το ότι φέρουν την υπογραφή του κάποια από τα έγγραφα στην σφραγίδα της εναγομένης 1 εταιρείας μπορεί να του αποδώσει τέτοια γνώση ή συμπεριφορά. Για τους πιο πάνω λόγους, η αγωγή μπορεί να επιτύχει εναντίον της εναγομένης 1 αλλ΄ όχι εναντίον του εναγομένου
  10. δ. Η καταλογιζόμενη ευθύνη στους εναγομένους 3 - Κ.Ε.Β.Ε. Η ευθύνη η οποία καταλογίζεται από τους ενάγοντες στους εναγομένους 3 - Κ.Ε.Β.Ε., εκπηγάζει από την νομοθεσία η οποία περιέβαλε το Επιμελητήριο με κάποιες εξουσίες, δηλαδή τον Περί Εμπορικών και Βιομηχανικών Επιμελητηρίων Νόμο αρ. 56/
  11. Στο Μέρος ΙΙ του Νόμου και ιδιαίτερα στο ΄Αρθρο 6 παρατίθενται οι Εξουσίες και Υποχρεώσεις των ιδρυομένων στην Κύπρο Εμπορικών και Βιομηχανικών Επιμελητηρίων και η Δικαιοδοσία τους, σύμφωνα με το εδάφιο 8δ) του άρθρου 6, περιλαμβάνει και την άσκηση της ακόλουθης λειτουργίας: «6(δ). βεβαιούσι τας υπογραφάς των εμπόρων και βιομηχάνων μελών του Επιμελητηρίου, εκδίδουσι πιστοποιητικά προελεύσεως, θεωρούσι τιμολόγια και προβαίνουσιν εις δειγματοληψίαν και εις την έκδοσιν οιουδήποτε άλλου πιστοποιητικού αφορώντος εις την εξαγωγήν εις την αλλοδαπήν˙» Μέσα στο πλαίσιο της άσκησης των ανωτέρω εξουσιών και/ή καθηκόντων του, το Κ.Ε.Β.Ε. στα γραφεία του οποίου ο εναγόμενος 2 παρουσίασε τα δύο εμπορικά τιμολόγια της εναγομένης 1 (τεκμήρια 6 και 7) έθεσε τη σφραγίδα του και υπογραφή λειτουργού του, καθώς επίσης και τυποποιημένη σφραγίδα με το ακόλουθο κείμενο: «CYPRUS CHAMBER OF COMMERCE AND INDUSTRY This is to certify that to the best of our knowledge and belief the present invoice is in all particulars true and correct and that the signature(s) on it is (are) the signature(s) Mr S. Popovic Larnaca 23rd Dec.
  12. SECRETARY» ΄Εχω παραθέσει προηγουμένως τα κύρια σημεία της μαρτυρίας του Διευθυντή του Κ.Ε.Β.Ε. Λάρνακας ως προς τις θέσεις του Επιμελητηρίου καθώς επίσης και τις παραστάσεις και επιχειρηματολογίας που πρόβαλαν οι συνήγοροι των εναγόντων και των εναγομένων
  13. Σε σχέση με το θέμα τούτο θα πρέπει να παρατηρήσω τα εξής: Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το προαναφερθέν κείμενο της πιστοποίησης του Κ.Ε.Β.Ε., τόσο στο Τιμολόγιο-τεκμήριο 6 όσο και στο Τιμολόγιο-τεκμήριο 7, έπεται της ακόλουθης πιστοποίησης η οποία αναγράφηκε, προέρχεται και υπογράφεται από την πωλήτρια-εναγόμενη 1: «CERTIFICATION: We certify that this invoice is, in all respects correct and true, both as regards the prices and the description of the goods referred to therein, and that the Country of Origin or manufacture of the goods is Russia, and that the goods have been shipped as per beneficiary proforma invoice No. FMP122-11/02, Dated Nov. 13th,
  14. NS Bulgaria Ltd. (sealed & signed)." Η ένθεση της πιο πάνω πιστοποίησης από την πλευρά της πωλήτριας-εναγομένης 1 δεν ήταν ούτε τυχαία, ούτε αυτόβουλη. Η αναγραφή αυτής της πιστοποίησης ήταν επιτακτικός όρος των δύο πιστωτικών επιστολών - τεκμηρίων 4 και
  15. Συγκεκριμένα στη 5η σελίδα του τεκμηρίου 4 και στην 3η σελίδα του τεκμηρίου τίθεται όρος για την είσπραξη των πιστώσεων η παρουσίαση των ακόλουθων εγγράφων: "LIST OF DOCUMENTS TO BE PRESENTED:
(1)COMMERCIAL INVOICE(S) IN TWO COPIES ONE OF WHICH MUST BE CERTIFIED BY THE CHAMBER OF COMMERCE OR INDUSTRY OR OTHER COMPETENT AUHTHORITY THE INVOICE(S) MUST CONTAIN THE FOLLOWING CERTIFICATION SIGNED BY THE BENEFICIARIES "WE CERTIFY THAT THIS INVOICE IS, IN ALL RESPECTS CORRECT AND TRUE, BOHT AS REGARDS THE PRICES AND THE DESCRIPTION TO THE GOODS REFERRED TO THEREIN, AND THAT THE COUNTRY OF ORIGIN OR MANUFACTURE OF THE GOODS IS RUSSIA AND THAT THE GOODS HAVE BEEN SHIPPED AS PER BENEFICIARY PROFORMA INVOICE NO.FMP123-11/02 DATED NOV.12TH, 2002." ΄Οπως πολύ καθαρά εξάγεται από το κείμενο του πιο πάνω όρου, η πρωτογενής ευθύνη για την πιστοποίηση της ακρίβειας και ορθότητας των στοιχείων που αναγράφονται στο τιμολόγιο, εμπίπτει στους ώμους του πωλητή και όχι του Επιμελητηρίου. Ειδικά δε είναι η απαίτηση όπως οι δικαιούχοι (beneficiaries) δηλ. ο πωλητής πιστοποιήσει την ακρίβεια και ορθότητα τόσο των τιμών και της περιγραφής των εμπορευμάτων, όσο και της χώρας προέλευσης και του γεγονότος της φόρτωσης (... "CORRECT AND TRUE BOTH AS REGARDS THE PRICES AND THE DESCRIPTION OF THE GOODS REFERRED TO THEREIN AND THAT THE COUNTRY OF ORIGIN OF THE GOODS IS RUSSIA AND THAT THE GOODS HAVE BEEN SHIPPED......."). ΄Ολα αυτά, τα εξειδικευμένα στοιχεία θα έπρεπε να τα πιστοποιήσει, παραδίδονται βέβαια τα αντίστοιχα επιβεβαιωτικά έγγραφα η ίδια η εναγομένη 1 - πωλήτρια και ότι το Κ.Ε.Β.Ε. Σύμφωνα πάντα με τον ίδιο όρο των πιστωτικών επιστολών, το εμπορικό τιμολόγιο του πωλητή θα έπρεπε να περιλαμβάνει την πιο πάνω ειδική πιστοποίηση ορθότητας και ακρίβειας στοιχείων από τον πωλητή. Συμφωνώντας πλήρως με τη θέση που έχει προβάλει ο μάρτυρας των εναγομένων 3 και ο συνήγορος τους στην αγόρευση του, είμαι πεπεισμένος ότι ο σκοπός του νομοθέτη όταν εναποθέτει στο Κ.Ε.Β.Ε. την εξουσία ή υποχρέωση να «θεωρεί τιμολόγια», δεν ήταν να εναποθέσει σ΄ αυτόν το βάρος της ευθύνης από την ενδεχομένη αναλήθεια ή ανακρίβεια των στοιχειών που υποχρεούτο να βεβαιώσει ο πωλητής. Ο πωλητής είναι που έχει αυτή την υποχρέωση και αυτός είναι που έχει και την ευθύνη από τυχόν ψευδή ή ανακριβή δήλωση. Θα ήταν αδιανόητο και πρακτικά ανεφάρμοστο αν, μέσα στα πλαίσια της υποχρέωσης του Επιμελητηρίου για θεώρηση κάθε τιμολογίου που αναφέρεται σε εμπορικές δοσοληψίες σε ξένες χώρες, να περιλαμβανόταν και η ευθύνη για την διερεύνηση της ορθότητας καθ΄ ενός στοιχείου που δίδει ο πωλητής που έχει και την ευθύνη να προβαίνει σε ελέγχους αυθεντικότητας εγγράφων, διερεύνηση ενδεχόμενης πλαστότητας ή άσκησης ψευδών παραστάσεων κλπ. Δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω ότι η άσκηση των νομίμων εξουσιών του Κ.Ε.Β.Ε. στο θέμα τούτο, εξικνείται στον έλεγχο, την διαπίστωση και την βεβαίωση κατά πόσο όλα τα απαιτούμενα από τις πιστωτικές επιστολές και τιμολόγια έγγραφα έχουν παρουσιαστεί και φαίνονται εν τάξει. Τίποτε πέραν τούτου, παράλληλα βέβαια με την πιστοποίηση της υπογραφής του προσώπου που παρουσιάζεται εκ μέρους του εμπόρου. Ο ορισμός της λέξης «θεώρηση» ο οποίος δίδεται και στο έγκυρο «Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη καθόλου δεν υφίσταται από την πιο πάνω ερμηνεία και μεταχείριση του όρου. Σύμφωνα με το λεξικό η λέξη σημαίνει (μεταξύ άλλων): «Θεώρηση ..... επίσημη σφραγίδα ή υπογραφή που τίθεται σε έγγραφο για να βεβαιώσεις την εγκυρότητα του ή ότι ελέγχθηκε....». Και αυτό είναι ακριβώς που έπραξε το Κ.Ε.Β.Ε. σφραγίζοντας τα τιμολόγια με την προαναφερθείσα πιστοποίηση. Βεβαίωσε δηλαδή ότι έλεγξε τα τιμολόγια με τα συνοδευτικά έγγραφα και αυτά βρέθηκαν να τηρούν τα απαιτούμενα στοιχεία και η έκθεση της υπογραφής εξουσιοδοτημένου προσώπου από την πλευρά του εμπόρου βεβαίωσε την εγκυρότητα τους. Πέραν τούτου, οποιοσδήποτε άλλος έλεγχος με την έννοια της διερεύνηση και επαλήθευση ενός εκάστου στοιχείου μέσω εμπλεκομένων κρατικών και άλλων αρχών στο εξωτερικό, θα ήταν αδιανόητος. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αγωγή επιτυγχάνει εναντίον μόνο της εναγομένης 1-εταιρείας. Εκδίδεται απόφαση εναντίον της εναγομένης 1-εταιρείας και υπέρ των εναγόντων για το ποσό των $ΗΠΑ 157.370.40 με νόμιμο τόκο. Οι υπόλοιπες θεραπείες απορρίπτονται λόγω μη απόδειξης τους. Επιδικάζονται εναντίον της εναγομένης 1-εταιρείας τα έξοδα της αγωγής όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Αγωγή απορρίπτεται σε σχέση με του εναγόμενους 2 και 3. Ως προς τα έξοδα, επιδικάζονται τα έξοδα της αγωγής υπέρ των εναγομένων 3 και εναντίον των εναγόντων όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Σε σχέση με τον εναγόμενο 2 αφού έλαβα υπόψη το γεγονός ότι η υπεράσπιση του τόσο από απόψεως δικογράφων όσο και διεξαγωγής της δίκης μέχρι προχωρημένου σταδίου ήταν κοινή με την εναγομένη 1, δεν εκδίδω καμμιά διαταγή εξόδων. (Υπ.) ................................ Κ. Κληρίδης, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΓΙ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.