← Κύπρος

Ιάκωβου Χειμωνίδη ν. INVESTYLIA PUBLIC COMPANY LIMITED, Αρ. Αγωγής: 2389/06, 9 Φεβρουαρίου 2007

Ιάκωβου Χειμωνίδη ν. INVESTYLIA PUBLIC COMPANY LIMITED, Αρ. Αγωγής: 2389/06, 9 Φεβρουαρίου 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:A26 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κληρίδη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2389/06 Μεταξύ: Ιάκωβου Χειμωνίδη Ενάγοντα και INVESTYLIA PUBLIC COMPANY LIMITED Εναγομένης ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ : 9 Φεβρουαρίου 2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα: κα Λ. Στυλιανού Για την εναγομένη εταιρεία: καμμιά εμφάνιση Α Π Ο Φ Α Σ Η Λόγω της μη καταχώρησης Σημειώματος Εμφάνισης εκ μέρους της εναγομένης εταιρείας παρά την κανονική επίδοση σ΄ αυτήν αντιγράφου του Ειδικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου, η παρούσα αγωγή προχώρησε σε απόδειξη. ΄Ολα τα ουσιώδη γεγονότα και τεκμήρια τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω εμπεριστατωμένης και μακράς ένορκης δήλωσης του ενάγοντα και ακολούθησε η λήψη εξ ίσου εμπεριστατωμένης και διανθισμένης με αυθεντίες και νομολογία αγόρευσης της συνηγόρου η οποία τον εκπροσωπεί. Η παρούσα αγωγή έχει καταχωρηθεί από τον ενάγοντα προσωπικά αλλά και για λογαριασμό ακόμα 8 προσώπων τα ονόματα των οποίων εμφαίνονται στο Παράρτημα Α που επισυνάπτεται στο Κλητήριο. Μπορεί να χαρακτηρισθεί σαν Αντιπροσωπευτική Αγωγή. Σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.9 κ. 9

(1)εκεί όπου διάφορα πρόσωπα έχουν το ίδιο συμφέρον σε αγώγιμο δικαίωμα, ένα ή περισσότερα από τα πρόσωπα αυτά μπορεί να εξουσιοδοτηθεί να εναγάγει για λογαριασμό και επ΄ ωφελεία όλων όσων ενδιαφέρονται. Γι΄ αυτό το σκοπό είχαν καταχωρηθεί πληρεξούσια έγγραφα μαζί με το εναρκτήριο ένταλμα (Βλπ και Αιμίλιος Θωμά κ.ά ν. Ηλιάδη Πολ. ΄Εφεση 11784 ημ. 24.11.06). Τα αναντίλεκτα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αγωγή, θα τα παραθέσω εδώ σε σύνοψη, όπως αυτά είχαν εκτεθεί κατά την αγόρευση της συνηγόρου του ενάγοντα: "......o ενάγοντας είναι μέτοχος στην εναγόμενη εταιρεία και κατέχει 20,000 συνήθεις μετοχές στο μετοχικό κεφάλαιο της Εναγομένης τις οποίες απέκτησε με μεταβίβαση από άλλο πρόσωπο και όχι με παραχώρηση απευθείας από την Εναγομένη. Την αγωγή την καταχώρησε τόσο υπό την προσωπική του ιδιότητα αλλά εκ μέρους άλλων μετόχων της Εναγομένης οι οποίοι κατέχουν ένα τεράστιο αριθμό μετοχών τις οποίες και αυτοί απέκτησαν με μεταβίβαση από άλλα πρόσωπα και ως εκ τούτου επηρεάζονται δυσμενώς από τις πράξεις της Εναγομένης. Η Εναγομένη όπως επίσης αναφέρεται στην ΄Εκθεση Απαιτήσεως είναι δημόσια εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο με μετοχικό κεφάλαιο ΛΚ 4.765.000 διαιρεμένο σε 30.000 ιδρυτικές και 9.500.000 σύνηθες μετοχές ονομαστικής αξίας ΛΚ0,50 η κάθε μία. Το εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγομένης είναι Λεωφόρος Φανερωμένης 79, Λάρνακα. Η Εναγόμενη μετατράπηκε σε δημόσια εταιρεία κατά/ή περί τον Ιανουάριο 2000 και κατά/ή περί τον Μάρτιο 2000 απεύθυνε προς το κοινό Δημόσια Πρόσκληση για Εγγραφή μέσω του Εφόρου Εταιρειών. Στο Ενημερωτικό Δελτίο της εν λόγω Δημόσιας Πρόσκλησης για Εγγραφή αφού τονιζόταν στη σελίδα 2 ότι αυτό είναι σημαντικό και παρότρυνε τους επενδυτές ότι σε περίπτωση οποιασδήποτε αμφιβολίας θα έπρεπε να συμβουλευτούν ειδικό επαγγελματία, η Εναγόμενη δήλωνε στη σελίδα 10 ότι, α) Δεν τηρούσε μια από τις βασικές προϋποθέσεις εισαγωγής στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ) που είναι το να είχε δραστηρίοτητες, να λειτουργούσε κανονικά και να είχε ετοιμάσει εξελεγμένους λογαριασμούς για τα τρία τουλάχιστο προηγούμενα της αιτήσεως έτη (αφού η Εναγομένη είχε συσταθεί στην Κύπρο την 17/12/1997 αλλά παρέμεινε αδρανής μέχρι την 28/1/2000 που μετατράπηκε σε δημόσια εταιρεία), και β) Πρόθεση της ήταν να υποβάλει αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ σε εύθετο (αόριστο) χρονικό διάστημα με την μέθοδο της δημόσιας εγγραφής και τοποθέτησης αφού πρώτα συμπλήρωνε τις δραστηριότητες της με την εξαγορά εμπορικών εταιρειών που ενέπιπταν μέσα στα στρατηγικά της σχέδια. Κατά την 14.6.2000 αναγκάστηκε να υποβάλει αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ, καθότι ψηφίστηκε ο Νόμος 42(Ι)/2000, ο οποίος ανάγκαζε εταιρείες οι οποίες ήδη είσπραξαν χρήματα από επενδυτές, να καταθέσουν αίτηση για εισαγωγή των τίτλων τους. Η αίτηση της Εναγομένης εγκρίθηκε από το Συμβούλιο του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου την 12/7/2001 αλλά στην συνέχεια απορρίφθηκε από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς την 6/22002 γιατί δεν πληρούσε τον κανονισμό 61(Ι)(ε) του περί Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμο και Κανονισμούς, του να είχε δραστηριότητες, να λειτουργούσε κανονικά και να είχε εξελεγμένους λογαριασμούς για τα τρία τουλάχιστον αμέσως προηγούμενα της αιτήσεως έτη, πράγμα το οποίο, όπως αναφέρω και πιο πάνω, η Εναγομένη προειδοποίησε τους επενδυτές της. Την 5/12/2001 η Εναγόμενη κάλεσε έκτακτη γενική συνέλευση και το Διοικητικό Συμβούλιο ζήτησε εξουσιοδότηση από τους μετόχους να προβεί σε μείωση κεφαλαίου για την επιστροφή κεφαλαίων σε επενδυτές που το ζήτησαν. Η εισήγηση αυτή απορρίφθηκε με ποσοστό 95.65%. Λόγω της μη εισαγωγής των μετοχών στο ΧΑΚ, η Εναγόμενη αντιμετωπίζει σωρεία από αστικές αγωγές από μετόχους οι οποίοι απαιτούν τα χρήματα που έχουν επενδύσει στην Εναγόμενη με τόκο σύμφωνα με τα άρθρα 58 Α
(3)(β) και 3
(3)του νόμου 42(Ι)/2000. ............................................................................................................ Η Εναγόμενη καλείται συνεχώς όπως επιστρέψει χρήματα σε διάφορους επενδυτές της και αναμένεται ότι, βάση της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 68/2005, Anaptixis Group Ltd ν. Νίκου Μιχαηλίδη, όλοι οι μέτοχοι της Εναγομένης που έχουν αποκτήσει μετοχές απευθείας από την Εναγομένη και έχουν καταχωρήσει αγωγή εναντίον της Εναγομένης ή θα καταχωρήσουν αγωγή, θα εκδώσουν απόφαση εναντίον της Εναγομένης αφού (α) το δικαίωμα απαίτησης επιστροφής χρημάτων δημιουργείται αυτόματα με την πάροδο τριών μηνών από την ημερομηνία που η Εναγόμενη υπέβαλε την αίτηση για εισαγωγή των τίτλων στο ΧΑΚ είτε άλλως πως.» Με την αγωγή του ο ενάγοντας επιζητεί τις ακόλουθες θεραπείες: «Α. Απόφαση και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στην Εναγομένη να επιστρέφει οποιαδήποτε ποσά με βάση τα άρθρα 58 Α
(3)(β) και 3
(3)του νόμου 42(Ι)/2000, λόγω του ότι τέτοια επιστροφή είναι παράνομη καθότι διακρίνει (discriminates) μεταξύ των μετόχων της Εναγομένης. Β. Απόφαση και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στην Εναγομένη να επιστρέφει οποιαδήποτε ποσά με βάση τα άρθρα 58Α
(3)(β) και 3
(3)του νόμου 42(Ι)/2000 λόγω του ότι τέτοια επιστροφή είναι παράνομη καθότι παραβιάζει τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, τη Δεύτερη Κοινοτική Οδηγία και τα Συνταγματικά δικαιώματα του Ενάγοντα. Γ. Απόφαση και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στην Εναγομένη να προχωρεί σε τέτοιες πράξεις στο μάλλον και να επιστρέφει χρήματα που έχουν επενδύσει σε αυτήν οι μέτοχοι της. Δ. Απόφαση και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο αναγκάζεται η Εναγομένη να διευθύνει τις υποθέσεις της σύμφωνα με το καταστατικό της, τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, την Δεύτερη Κοινοτική Οδηγία και το Σύνταγμα. Ε. Απόφαση του Δικαστηρίου με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι η Εναγομένη κατέχει οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία, επιχειρήσεις, χρήματα, κέρδη ή οφέλη ως καταπιστευματοδόχος (trustee) και προς όφελος όλων των μετόχων της Εναγομένης και ότι οποιαδήποτε διανομή τέτοιων περιουσιακών στοιχείων, επιχειρήσεων, χρημάτων, κερδών ή οφελών πρέπει να γίνεται ισότιμα ανάμεσα σε όλους τους μετόχους της Εναγομένης, χωρίς οποιαδήποτε διάκριση.» Αγορεύοντας, η συνήγορος του ενάγοντα υπέβαλε ότι: Είναι η θέση του Ενάγοντα ότι η επιστροφή χρημάτων σε οποιονδήποτε μέτοχο που έχει αποκτήσει τις μετοχές του απευθείας από την Εναγομένη και σε όποιον απαιτεί τα χρήματα που έχει επενδύσει στην Εναγομένη με τόκο σύμφωνα με τα άρθρα 58 Α
(3)(β) και 3
(3)του Νόμου 42(Ι)/2000 είναι παράνομη και πρέπει να αποτραπεί καθότι: α) δημιουργεί διάκριση (discrimination) ανάμεσα στους μετόχους της Εναγομένης. (β) αποστερεί στον Ενάγοντα το δικαίωμα να διατηρεί την μετοχική του υπόσταση μαζί με όλα τα δικαιώματα και προνόμια που σχετίζονται με αυτή την υπόσταση. (γ) δεν γίνεται καλή τη πίστη προς όφελος όλων των μετόχων της Εναγομένης. (δ) είναι καταπιεστική για τον Ενάγοντα με απώτερο σκοπό να του αποστερηθούν τα ήδη κεκτημένα του δικαιώματα στην Εναγομένη. (ε) παραβιάζει τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 όπως έχει κατά καιρούς τροποποιηθεί. (στ) παραβιάζει τη Δεύτερη Κοινοτική Οδηγία του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (77/99/ΕΟΚ) ημερομηνίας 13/12/
  1. (ζ) παραβιάζει τα Συνταγματικά δικαιώματα του Ενάγοντα. Για τους πιο πάνω λόγους προβάλλεται η γενική θέση του ενάγοντα ότι η επιστροφή χρημάτων από την εναγομένη στους μετόχους της οι οποίοι τα διεκδικούν με βάση τα προαναφερθέντα άρθρα του νόμου αρ. 41(Ι)/2000 είναι παράνομη και θα πρέπει να αποτραπεί. Προωθώντας την πιο πάνω γενική θέση, η συνήγορος του ενάγοντα επιχειρηματολόγησε ως προς επί μέρους θέματα τα οποία εγείρονται στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής. Θα τα παραθέσω και θα τα εξετάσω ένα προς ένα:
  2. Η ύπαρξη ή μη προοπτικής εισαγωγής των τίτλων της εναγομένης στο Χ.Α.Κ. Σύμφωνα με τη θέση του ενάγοντα, η έκφραση πρόθεσης της εναγομένης να υπέβαλλε αίτηση στο μέλλον για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ δεν μπορεί να θεωρηθεί σαν προοπτική τέτοιας εισαγωγής, αφού όπως η ίδια δήλωσε, δεν ικανοποιούσε βασική προϋπόθεση των Κανονισμών περί Χρηματιστηρίου. Ούτε το γεγονός ότι μια εταιρεία γίνεται δημόσια, είναι στοιχείο άσχετο με την εισαγωγή της στο ΧΑΚ. Σε σχέση δε με αυτό το θέμα, η συνήγορος του ενάγοντα αναφέρθηκε στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην πρόσφατη υπόθεση Anaptixis Group Ltd v. Νίκου Μιχαηλίδη, Πολ. ΄Εφεση 68/2005 ημ. 19.7.
  3. Σε εκείνη την απόφαση, είχαν μεταξύ άλλων αναφερθεί και από το Εφετείο και τα ακόλουθα στη σελ. 9: «... Το πρωτόδικο δικαστήριο, με δεδομένη τη διαπίστωση ότι η πρόθεση της εφεσείουσας ήταν να μετατραπεί σε δημόσια εταιρεία και για το σκοπό αυτό θα υπέβαλλε αίτηση στο Χρηματιστήριο, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η προοπτική εισαγωγής των τίτλων της στο Χρηματιστήριο ουσιωδώς συνέτεινε στην υποβολή της πρότασης για την αγορά των μετοχών από τον εφεσίβλητο. Ορθά κατά τη γνώμη μας έχει κριθεί ότι αυτή ακριβώς η προοπτική συνιστά περίπτωση εμπίπτουσα στις πρόνοιες του άρθρου 58 του Νόμου. Το άρθρο 58 Α
(3)(β) δεν προϋποθέτει την απόδειξη «παραστάσεων εισαγωγής των τίτλων στο ΧΑΚ». Είναι αρκετό να αποδειχθεί ότι έγινε νόμιμη πληρωμή και είσπραξη των χρημάτων, κατ΄ εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 58Α
(1)(α)-(γ) είτε με την προοπτική εισαγωγής των τίτλων στο ΧΑΚ είτε άλλως πως. Ορθή επί του προκειμένου είναι η σκέψη της ευπαίδευτης δικαστού ότι η περίπτωση εμπίπτει στις περιπτώσεις των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που εξακολουθούν να υπάρχουν και μετά την έναρξη της ισχύος του Νόμου 9
(1)/2001 ......». Σχολιάζοντας την πιο πάνω απόφαση, η συνήγορος του ενάγοντα υπέβαλε ότι, κατά την άποψη της: α. Η απλή έκφραση πρόθεσης μιας εταιρείας να υποβάλει αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ δεν μπορεί να θεωρηθεί σαν «προοπτική εισαγωγής των τίτλων της στο ΧΑΚ.». β. Το γεγονός ότι μια εταιρεία γίνεται δημόσια, δεν είναι ουσιώδους σημασίας, αφού μπορεί να είναι δημόσια χωρίς να είναι εισηγμένη στο ΧΑΚ. γ. Η άποψη ότι επιτρέπεται σε ένα επενδυτή να πάρει πίσω τα χρήματα που κατάβαλε ανεξάρτητα του αν έγιναν ή όχι παραστάσεις και ανεξάρτητα της προοπτικής της εταιρείας, είναι άποψη εσφαλμένη. Προς επίρρωση των πιο πάνω θέσεων της, η συνήγορος παρέπεμψε σε πρωτόδικες αποφάσεις Επαρχιακών Δικαστηρίων, σε νομικά συγγράμματα και άλλες αυθεντίες. Σε σχέση με αυτές τις θέσεις, θα πρέπει να παρατηρήσω τα εξής: Τα θέματα που θίγονται από τον ενάγοντα εδώ, έχουν αποφασισθεί στην προαναφερθείσα Πολ. Εφ. 68/2005 και οι προβαλλόμενες θέσεις του, έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τα αποφασισθέντα από το Εφετείο. Αυτό το γεγονός δεν το αποκρύβει άλλωστε η συνήγορος, η οποία και χωρίς περιστροφή, δήλωσε ότι διαφωνεί με τις δοθείσες από το Εφετείο ερμηνείες. Αναπόφευκτα εδώ, θα πρέπει να υπενθυμίσω ότι οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι δεσμευτικές για τα πρωτόδικα, Επαρχιακά Δικαστήρια και δεν παρέχεται η δυνατότητα παρέκκλισης απ΄ αυτές. Πολύ εύστοχα ο πρώην Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ.Γ.Πικής, έθεσε το θέμα του δεσμευτικού δικαστικού προηγούμενου ως εξής στο σύγγραμμα του: «Το Αγγλικό Κοινό Δίκαιο, οι Κανόνες της Επιείκειας και η εφαρμογή τους στην Κύπρο»: «.. Η αρχή του δεσμευτικού των δικαστικών αποφάσεων διατηρήθηκε και μετά την ανεξαρτησία, θεωρείται δε η αρχή αυτή βασικό στοιχείο της λειτουργίας του Κυπριακού δικαιϊκού συστήματος. Δέσμευση δημιουργείται ανάλογα με την ιεράρχηση των δικαστηρίων και την ύπαρξη δικαιώματος εφέσεως από μια βαθμίδα των δικαστηρίων σ΄ άλλη. Δικαστήρια, των οποίων οι αποφάσεις υπόκεινται σε έφεση, δεσμεύονται από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όταν ασκεί δικαιοδοσία εφετείου. Οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην κατ΄ έφεση δικαιοδοσία του, είναι δεσμευτικές για τα πρωτόδικα δικαστήρια, δηλαδή για το Κακουργιοδικείο, τα Επαρχιακά Δικαστήρια και για το Ανώτατο Δικαστήριο στην άσκηση της πρωτοβάθμιας δικαιοδοσίας του ...». (Βλπ. σχετικά και την απόφαση στην υπόθεση Minister of Finance & another v. Demetriades
(1977)3 C.L.R. 213). Λόγω της ανωτέρω καλά θεμελιωμένης αρχής του δικαιϊκού μας συστήματος, θα ήταν αδύνατο για το Δικαστήριο τούτο να εξετάσει την ορθότητα των αποφασισθέντων από το Ανώτατο Δικαστήριο, με την προοπτική να παρεκκλίνει απ΄ αυτά. Πόσο μάλλον καθ΄ όσον πρόκειται και περί απόφασης η οποία αναφέρεται και ερμηνεύει τις ίδιες νομοθετικές διατάξεις με αυτές που απασχολούν εδώ και απόφασης η οποία εκδόθηκε τόσο πρόσφατα όσο τρεις ακριβώς μήνες πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής και λιγότερο από πέντε μήνες πριν από την ακρόαση. 2. Το θέμα κατά πόσο οι επίδικες νομοθετικές διατάξεις δημιουργούν διάκριση ανάμεσα στους μετόχους της εναγομένης. Σύμφωνα περαιτέρω με τη συνήγορο του ενάγοντα, τα Α. 58Α
(3)(β) και 3
(3)του Νόμου 42(Ι)/2000 δημιουργούν διάκριση (discrimination) ανάμεσα στους μετόχους της εναγομένης. Τους χωρίζουν σε «προνομιούχους» και «μή προνομιούχους». Αυτοί οι όροι, τους οποίους είναι η συνήγορος που χρησιμοποίησε και όχι ο νομοθέτης, έχουν την εξής έννοια: «Προνομιούχοι» είναι οι μέτοχοι που αγόρασαν τις μετοχές απ΄ ευθείας από την εναγομένη. «Μη προνομιούχοι» είναι οι μέτοχοι που έχουν αποκτήσει τις μετοχές τους από μεταβίβαση. Ο λόγος για τον οποίο οι δεύτεροι καθίστανται από τον νόμο προνομιούχοι, είναι διότι σ΄ αυτούς δίνεται η δυνατότητα να παραμείνουν μέτοχοι ενόσω η τιμή της μετοχής τους βολεύει και αν είτε η τιμή της μετοχής ή η κερδοφορία της εταιρείας δεν είναι ικανοποιητική, μπορούν να απαιτήσουν την επιστροφή των χρημάτων τους με τόκο. Επιπλέον, η μαζική επιστροφή χρημάτων σε προνομιούχους μετόχους, προκαλεί οικονομική καταστροφή της εταιρείας και δυσμενή επηρεασμό των συμφερόντων των μη προνομιούχων μετόχων οι οποίοι θα έχουν παγιδευθεί σε μια κατεστραμμένη οικονομικά εταιρεία. Στο σημείο τούτο παραθέτω αυτούσιο το κείμενο των πιο πάνω εδαφίων του Νόμου 42(Ι)/2000: «58 Α
(3)(β)׃ Ενδιαφερόμενος αγοραστής που κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό ή αντάλλαγμα σε εκδότη, εταιρεία ή πρόσωπο για την αγορά μετοχών είτε σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)ανωτέρω ή άλλως πως δύναται μετά πάροδο τριών μηνών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για εισαγωγή των σχετικών τίτλων στο Χρηματιστήριο ή νωρίτερα σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης να ζητήσει γραπτώς την επιστροφή του ποσού ή ανταλλάγματος εφόσον δεν του έχουν δοθεί οι σχετικοί τίτλοι ή του έχουν δοθεί οι σχετικοί τίτλοι αλλά δεν έχουν εισαχθεί ακόμη στο Χρηματιστήριο. Σε τέτοια περίπτωση ο εκδότης ή η εταιρεία ή το πρόσωπο που εισέπραξε το ποσό ή το αντάλλαγμα οφείλει να το επιστρέψει στον ενδιαφερόμενο αγοραστή εντός δέκα ημερών από την ημερομηνία που ο ενδιαφερόμενος αγοραστής ήθελε ζητήσει επιστροφή του χρηματικού ποσού ή του ανταλλάγματος που κατέβαλε με τόκο 6% υπολογιζόμενο από την ημερομηνία που υποβλήθηκε η αίτηση για εισαγωγή των σχετικών τίτλων στο Χρηματιστήριο και να επιστρέψει τους σχετικούς τίτλους εφόσον έχουν εκδοθεί και δοθεί στους ενδιαφερόμενους αγοραστές ......». «58Α
(3)
(3)׃ Οποιοσδήποτε εκδότης ή εταιρεία ή μέλος συμβουλίου εταιρείας ή πρόσωπο έχει εισπράξει οποιοδήποτε ποσό ή αντάλλαγμα από πώληση ή προσφορά προς πώληση ή από αποδοχή προσφοράς για αγορά τίτλων για λογαριασμό υφιστάμενης ή υπό ίδρυση εταιρείας πριν από την έναρξη ισχύος του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (Τροποποιητικού) (Αρ. 4) Νόμου του 2000, με την προοπτική ή και με παραστάσεις εισαγωγής των εν λόγω τίτλων στο Χρηματιστήριο, υποχρεούται εάν οι σχετικοί τίτλοι δεν εισαχθούν για οποιοδήποτε λόγο στο Χρηματιστήριο εντός τριών μηνών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για εισαγωγή τους στο Χρηματιστήριο, ή νωρίτερα σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης, και εφόσον το ζητήσει εγγράφως ο ενδιαφερόμενος αγοραστής, να επιστρέψει τα εισπραχθέντα ποσά ή ανταλλάγματα σ΄ αυτούς που τα κατέβαλαν εντός δέκα ημερών από την ημερομηνία που ο ενδιαφερόμενος αγοραστής ήθελε ζητήσει επιστροφή του χρηματικού ποσού ή ανταλλάγματος που κατέβαλε με τόκο 6% υπολογιζόμενο από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης ταυτόχρονα με την επιστροφή των σχετικών τίτλων.....». Σε σχέση με την επικαλούμενη εδώ πρόκληση δυσμενούς διάκρισης θα πρέπει κατ΄ αρχήν να παρατηρήσω πως δεν έχει καθόλου συγκεκριμενοποιηθεί κατά πόσο αυτή η θέση αναφέρεται σε αντισυνταγματικότητα των πιο πάνω διατάξεων και αν ναι, ποιες ρητές πρόνοιες του Συντάγματος παραβιάζονται. ΄Οπως επιβεβαιώθηκε και στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Νικολάου ν. Βασιλείου
(1999)1 ΑΑΔ 1556, κάθε διάδικος θα πρέπει να συμμορφώνεται με τη διαδικασία η οποία έχει καθιερωθεί από τη νομολογία για την έγερση θέματος συνταγματικότητας. Θα πρέπει δηλαδή να εγείρει το θέμα εξειδικευμένα και με πλήρη λεπτομέρεια στο δικόγραφο του ή να το διατυπώνει με λεπτομερές υπόμνημα (Improvement Board of Eylenja v. Contstantinou
(1967)1 CLR 167, Κυριακίδης κ.ά. ν. Εφόρου Φ.Π.Α.
(1999)2 C.L.R. 75). Εδώ, ο ενάγων ούτε καν αναφέρει ποιο άρθρο του Συντάγματος παραβιάζεται, περιοριζόμενος σε μια γενική αναφορά στα διάφορα σημεία της ΄Εκθεσης Απαίτησης του σύμφωνα με την οποία η επιστροφή χρημάτων σε επενδυτές «παραβιάζει τα Συνταγματικά δικαιώματα του». Υπ΄ αυτές τις συνθήκες, το Δικαστήριο δεν πρόκειται να εξετάσει θέματα αντισυνταγματικότητας εικοτολογώντας ως προς τι πιθανόν να έχει υπόψη του ο ενάγων. Εν πάση όμως περιπτώσει και επανερχόμενος στο κείμενο των προαναφερθέντων άρθρων του Ν. 42(Ι)/2000, θα έλεγα ότι δεν συμφωνώ με την εισήγηση ότι το αποτέλεσμα ή η εφαρμογή των διατάξεων εκείνων δημιουργεί δύο τάξεις μετόχων, τους «προνομιούχους» και τους μή «προνομιούχους». Εκείνο το οποίο απλά επιτρέπει ο νόμος είναι την έξοδο κάποιου επενδυτή από μια εταιρεία στην οποία οδηγήθηκε να συμμετάσχει λόγω της προοπτικής την οποία αυτή εκδήλωσε να εισαχθεί στο Χρηματιστήριο, προοπτική η οποία όμως δεν πραγματοποιήθηκε σε χρονικό διάστημα 3 μηνών από της υποβολής αίτησης. Σε καμιά περίπτωση αυτό το δικαίωμα εξόδου που συνοδεύεται από την επιστροφή του τιμήματος αγοράς μετοχών, συναρτάται προς την αξία ψηλή ή χαμηλή της μετοχής. Αν μπορούσε να τεθεί διαφορετικά το θέμα, ο νόμος δίδει το δικαίωμα σε επενδυτές να απεγκλωβιστούν από μια εταιρεία στην οποία επεδίωξαν να συμμετάσχουν επηρεασθέντες από την προοπτική ένταξης της στο Χρηματιστήριο. Εφ΄ όσον το καθαρό δέλεαρ για μια τέτοια επένδυση δεν είναι άλλο παρά η προοπτική εισαγωγής της μετοχής στο Χρηματιστήριο, η κατάρρευση ή μακρά εκκρεμότητα της προοπτικής αυτής ουσιαστικά ισοδυναμεί με ριζική αλλαγή του πεδίου της συναλλαγής. ΄Ομως, ειδικότερα για την περίπτωση του ενάγοντα, θα έλεγα και τα εξής: Κατ΄ αρχήν ο ενάγων δεν ήταν μέτοχος της εναγομένης εταιρείας πριν από την υποβολή της Δημόσιας Πρόσκλησης προς το κοινό για εγγραφή, ούτε και όταν αυτή υπέβαλλε την αίτηση της για εισαγωγή στο ΧΑΚ κατά τον Ιούνιο
  1. Ο ενάγων δεν ήταν ακόμα μέτοχος της εταιρείας ούτε όταν θεσπιζόταν ο περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμος αρ. 42(Ι)/2000 που δημοσιεύτηκε στις 7.4.
  2. Περαιτέρω, ο ενάγων δεν ήταν μέτοχος ούτε όταν η Γενική Συνέλευση των μετόχων της εταιρείας αποφάσιζε τον Δεκέμβριο του 2001 να μη προβεί σε μείωση κεφαλαίου για την επιστροφή χρημάτων σε επενδυτές που τα ζήτησαν, γεγονός που οδήγησε, όπως ο ίδιος αναφέρει στην καταχώρηση σωρείας αγωγών εναντίον της εταιρείας. ΄Οπως διαπιστώνεται από το τεκμήριο 1 που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα, αυτός απέκτησε τις 20.000 μετοχές που κατέχει στην εναγομένη εταιρεία με έγγραφο μεταβίβασης από την προηγούμενη μέτοχο, που υπογράφηκε από την εκχωρήτρια στις 7.11.
  3. Δηλαδή, ο ενάγων κατέστη μέτοχος στην εναγομένη σε χρόνο πέραν των 5 ετών μετά την θέσπιση του Νόμου αρ. 42(Ι) του 2000 (7.4.00) και πέραν των τριών ετών μετά την απόρριψη της αίτησης που είχε υποβάλει η εναγόμενη για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ (6.2.02). Κατέστη δε μέτοχος σχεδόν 4 χρόνια μετά από την Γενική Συνέλευση των μετόχων στην οποία είχε απορριφθεί η εισήγηση για μείωση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας για επιστροφή χρημάτων σε επενδυτές. Υπό αυτές τις συνθήκες διερωτάται κάποιος πως μπορεί να ισχυρίζεται ο ενάγων ότι ο Νόμος 42(Ι)/2000 επηρέασε δυσμενώς οποιαδήποτε δικαιώματα του και/ή τον υποβίβασε σε μή προνομιούχο μέτοχο, αφού δεν ήταν καν μέτοχος όταν συνέβησαν όλες εκείνες οι εξελίξεις. Ο ενάγων με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που προβάλλει, δημιουργεί την εντύπωση ότι τα όποια δικαιώματα του σαν μετόχου στην εταιρεία, σε σχέση πάντα με άλλους επενδυτές, ήταν πρόσφατα που επηρεάστηκαν, σαν αποτέλεσμα της απόφασης του Εφετείου στην προαναφερθείσα Πολ. ΄Εφεση 68/05, Anaptyxis Group Ltd (ανωτέρω). ΄Ομως αυτό δεν είναι ορθό. Εκείνο το οποίο έπραξε η απόφαση εκείνη ήταν να επιβεβαιώσει ποια είναι η ορθή ερμηνεία των επίμαχων νομοθετικών διατάξεων του Νόμου και ούτε δίκαιο δημιούργησε, ούτε νέες υποχρεώσεις ή δικαιώματα συνέστησε. Και η ρητή διάταξη του νόμου για επιστροφή χρημάτων ήταν γνωστή και το ότι η εταιρεία υφίστατο αγωγές το γνώριζε ο ενάγων προτού καταστεί μέτοχος. Και δεν μπορεί να παραπονείται τώρα ότι παραβιάστηκαν δικαιώματα του λόγω ερμηνευτικής φύσεως απόφασης του Εφετείου. Εκτός και αν δείξει ότι η απόφαση του Εφετείου είναι λανθασμένη, μια διέξοδος όμως η οποία δεν του προσφέρεται στο παρόν Δικαστήριο που ασκεί πρωτόδικη δικαιοδοσία και δεν ελέγχει την ορθότητα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
  4. Το θέμα κατά πόσο ο ενάγων αποστερείται του δικαιώματος να διατηρεί την μετοχική του υπόσταση με όλα τα δικαιώματα και προνόμια της Αυτός ο ισχυρισμός του ενάγοντα απορρέει από τη γενικότερη θέση του ότι η επιστροφή χρημάτων σε επενδυτές ισοδυναμεί με μείωση του κεφαλαίου της εταιρείας η οποία μπορούσε μόνο να επιτευχθεί με βάση τα Α.64 και 66 του περί Εταιρειών νόμου Κεφ.
  5. Για τούτο, θα εξετάσω αυτό το θέμα μαζί με το γενικώτερο θέμα της μείωσης κεφαλαίου, αργότερα στην παρούσα Απόφαση.
  6. Εισήγηση ότι η επιστροφή χρημάτων σε μετόχους δεν γίνεται καλή τη πίστη προς όφελος όλων των μετόχων της εταιρείας Σύμφωνα με αυτά το επιχείρημα του ενάγοντα, η απαίτηση από τους «προνομιούχους μετόχους» για επιστροφή των χρημάτων που είχαν επενδύσει στην εναγομένη προκαλεί σύγκρουση των δικών τους συμφερόντων με εκείνων των «μη προνομιούχων μετόχων» των οποίων τα συμφέροντα επηρεάζονται δυσμενώς με την πράξη τους. Σε σχέση με αυτό το επιχείρημα, το μόνο που θα μπορούσε κάποιος να αντιτάξει είναι ότι σε κανένα πολίτη δεν μπορεί να καταλογισθεί έλλειψη καλής πίστης και πρόκληση σε άλλους δυσμενούς επήρειας των δικαιωμάτων τους, όταν το μόνο που κάνει είναι να ζητήσει κάτι το οποίο νόμιμα θεσπισθείς νόμος του αποδίδει.
  7. Εισήγηση ότι επιστροφή χρημάτων σε επενδυτές είναι καταπιεστική για τον ενάγοντα. Ισχύουν και εδώ τα όσα έχω αναφέρει σε σχέση με το προηγούμενο θέμα.
  8. Το θέμα της κατ΄ ισχυρισμό παραβίασης άρθρων του περί Εταιρειών Νόμου Σύμφωνα πάντα με τον ενάγοντα, η υποχρέωση για επιστροφή χρημάτων σε επενδυτές παρακάμπτει τη διαδικασία και τα προαπαιτούμενα από τα Α. 64 και 66 του περί Εταιρειών Νόμου για μείωση του κεφαλαίου εταιρείας. Η διαδικασία με βάση τον περί Εταιρειών νόμο απαιτεί την εξασφάλιση ειδικού ψηφίσματος από Γενική Συνέλευση (που εδώ δεν εξασφαλίστηκε) και επικύρωση από το Δικαστήριο, οπότε εξετάζεται εκεί το κατά πόσο η μείωση δυνατόν να επηρεάσει τα δικαιώματα πιστωτών ή να είναι άδικη για μια τάξη μετόχων. Περαιτέρω, ήταν η εισήγηση του ενάγοντα, ότι η επιστροφή χρημάτων σε επενδυτές, ισοδυναμεί με αγορά από την εναγομένη εταιρεία των ίδιων των μετοχών της, ανεξάρτητα από τις προς τούτο περιοριστικές διατάξεις του περί Εταιρειών Νόμου. Σε σχέση με αυτό το θέμα, θα πρέπει να σημειωθεί ότι και τα δύο αυτά επιχειρήματα είχαν εξετασθεί και απορριφθεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο και η πρωτόδικη επικυρώθηκε από το Εφετείο στην προαναφερθείσα Πολ. ΄Εφεση 68/2005 στις σελίδες 6 και 10 της οποίας αναφέρθηκαν τα εξής: «................Η εφεσείουσα επικαλέστηκε νομικά κωλύματα τα οποία, καθώς εισηγείται, καθιστούσαν ανέφικτη την επιστροφή των χρημάτων στον εφεσίβλητο. Υποστηρίχθηκε συναφώς ότι ο μόνος τρόπος εφαρμογής των χρημάτων ήταν η μείωση του κεφαλαίου της εταιρείας κατ΄ εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 - άρθρα 64-
  9. Ωστόσο, έκτακτη γενική συνέλευση των μετοχών της εφεσείουσας, ενεργώντας στα πλαίσια των πιο πάνω διατάξεων, αρνήθηκε να εγκρίνει τέτοια μείωση του κεφαλαίου με αποτέλεσμα να προκληθεί αδιέξοδο. Αυτή ακριβώς η εξέλιξη, αποτέλεσε έρεισμα εισήγησης ότι ο προαναφερόμενος νόμος για επιστροφή των χρημάτων, αντίκειται στις διατάξεις του περί Εταιρειών Νόμου και συνεπώς δεν μπορεί να εφαρμοστεί. Επί του ίδιου θέματος, έγινε δεύτερη εισήγηση, παράλληλη της προηγούμενης, για να καταδειχθεί η ύπαρξη και άλλου κωλύματος επιστροφής των χρημάτων στον εφεσίβλητο. ΄Οπως αναφέρθηκε, η επιστροφή χρημάτων θα μπορούσε να γίνει μόνο σε περίπτωση που η ίδια η εταιρεία θα αποκτούσε δι΄ αγοράς τις μετοχές που παραχώρησε στον εφεσίβλητο σύμφωνα και κατ΄ εφαρμογή των άρθρων 57Α-57Στ του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.
  10. Για να καταστεί όμως εφικτή μια τέτοια λύση, απαιτείται η ύπαρξη κερδών από τα οποία να γίνει η σχετική μαρτυρία, τα χρέη της εφεσείουσας κατά τον κρίσιμο χρόνο, ανέρχονταν στα δύο εκατομμύρια λίρες και συνεπώς ούτε αυτή η λύση ήταν υπό τις περιστάσεις εφικτή. Το πρωτόδικο δικαστήριο εξέτασε επιμελώς τις προαναφερόμενες εισηγήσεις της εφεσείουσας και εξήγησε τους λόγους για τους οποίους έκρινε ότι αυτές είναι αβάσιμες. ...................................................................................................................................................................................................................... Η υποχρέωση επιστροφής χρημάτων δυνάμει των προνοιών του άρθρου 58 Α
(3)(β) συνιστά αυτοτελή υποχρέωση η οποία δεν επηρεάζεται από τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου. Η γενική συνέλευση των μετόχων της εφεσείουσας καταψηφίζοντας την πρόταση για επιστροφή των χρημάτων στον εφεσίβλητο ουσιαστικά επέλεξε τη μη εκπλήρωση της απορρέουσας από το νόμο υποχρέωσης της εταιρείας. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι η γενική συνέλευση των μετόχων είναι το ανώτατο όργανο της εταιρείας το οποίο αποφασίζει για κάθε θέμα που αφορά στη λειτουργία και τα συμφέροντα της εταιρείας. Η περίπτωση του εφεσίβλητου σε συνάρτηση προς τις πρόνοιες του άρθρου 58Α
(3)(β) του νόμου θα μπορούσε ενδεχομένως να επιλυθεί από τη γενική συνέλευση των μετόχων αν η απόφαση επί της πρότασης που υποβλήθηκε ήταν διαφορετική. ...................................................................................................................................................................................................................... Στα πλαίσια δικαστικής διαδικασίας που αφορά αστικό χρέος το οποίο, δυνάμει αποφάσεως, μετατρέπεται σε εξ αποφάσεως χρέος, το δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα και δεν εξετάζει τρόπους ή μηχανισμούς που αφορούν στη συμμόρφωση του εξ αποφάσεως οφειλέτη με το διατακτικό της απόφασης. Πρόκειται για θέμα που αφορά αποκλειστικά τον εξ αποφάσεως οφειλέτη, εδώ την εφεσείουσα, η οποία είναι υποχρεωμένη να βρει τον κατάλληλο τρόπο συμμόρφωσης προς τη δικαστική απόφαση αφήνοντας κατά μέρος ανυπόστατους ισχυρισμούς για σύγκρουση νόμων και την δήθεν ύπαρξη νομικών κωλυμάτων. ...............................................» Το πιο πάνω απόσπασμα δίδει και την απάντηση στο υπό εξέταση εδώ θέμα.
  1. Εισήγηση ότι οι πρόνοιες του Ν. 42(Ι)/2000 παραβιάζουν τη Δεύτερη Κοινοτική Οδηγία του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (77/91/ΕΟΚ ημ. 13.12.76) Εκτενή επιχειρηματολογία έχει αναπτύξει η συνήγορος του ενάγοντα σύμφωνα με την οποία σε διάφορα σημεία και με διάφορους τρόπους τα επίμαχα άρθρα του Ν. 42(Ι)/2000 παραβιάζουν ρητές πρόνοιες της πιο πάνω Κοινοτικής Οδηγίας. Ας σημειωθεί βέβαια ότι η εν λόγω Κοινοτική Οδηγία είχε μεν εκδοθεί κατά το 1976, πλην όμως οι πρόνοιες της οι οποίες αναφέρονται στη Διανομή μερισμάτων, Κερδών και Στοιχείων Ενεργητικού κατέστησαν μέρος του ημεδαπού δικαίου με την προσθήκη των ΄Αρθρων 169 Α-Ε στον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, προσθήκη η οποία επιτεύχθηκε με το Α. 26 του τροποποιητικού Νόμου αρ. 70(Ι) του
  2. Η συνήγορος του ενάγοντα σε μια πολύ εμπεριστατωμένη επιχειρηματολογία της και με παραπομπή σε αποφάσεις του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και αυθεντίες, εισηγείται ότι λόγω αυτής της σύγκρουσης προνοιών του Ν. 42(Ι)/2000 με πρόνοιες του Ν. 70(Ι) του 2003 αλλά και του προηγουμένως θεσπισθέντος εναρμονιστικού με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο Νόμου αρ. 135(Ι)/2000, η δεύτερη νομοθεσία θα πρέπει να υπερισχύσει και να μην εφαρμόζονται σε πρόνοιες της πρώτης. Σε σχέση με τούτο, θα πρέπει να υπενθυμιστεί κατ΄ αρχήν ότι σύμφωνα και με την προαναφερθείσα απόφαση του Εφετείου στην Πολ. Εφ. 68/05 η νομική υποχρέωση επιστροφή χρημάτων δυνάμει των προνοιών του Α.58 (Α)
(3)(β) συνιστά «αυτοτελή υποχρέωση η οποία δεν επηρεάζεται από τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου». Επομένως, αυτή η υποχρέωση δεν συναρτάται ούτε με τη διαδικασία μείωσης του κεφαλαίου της εταιρείας, ούτε με διαδικασία διαμοιρασμού κεφαλαίου της εταιρείας σε μετόχους, αλλ΄ ούτε και διαδικασία αγοράς από την ίδια την εταιρεία των δικών της μετοχών. Και δεν τίθεται έτσι θέμα παραβίασης των σχετικών προνοιών του περί Εταιρειών Νόμου που είχαν εισαχθεί με βάση την προαναφερθείσα Κοινοτική Οδηγία. 8. Εισήγηση ότι πρόνοιες του Ν. 42(Ι)/2000 παραβιάζουν συνταγματικά δικαιώματα του ενάγοντα. Σύμφωνα πάντα με τις θέσεις του ενάγοντα, οι πρόνοιες των Α.58 Α 3(β) και 3
(3)του Νόμου, παραβιάζουν τις διατάξεις των ΄Αρθρων 6, 21, 23, 25, 28, 35 του Συντάγματος, την αρχή της Διάκρισης Εξουσιών και περιορίζει τα δικαιώματα και ελευθερίες που κατοχυρώνονται από το Μέρος ΙΙ του Συντάγματος. Σε σχέση με αυτή την εισήγηση θα πρέπει να παρατηρήσω και πάλιν τα εξής: Το ίδιο αυτό θέμα έχει εγερθεί κατ΄ επανάληψη και αποφασισθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο σαν Εφετείο και έχει διαγνωσθεί από το κορυφαίο δικαστικό σώμα της Δημοκρατίας ότι οι πιο πάνω πρόνοιες του Νόμου αρ. 42(Ι)/2000 δεν προσκρούουν ή είναι αντίθετες με τις πρόνοιες οποιουδήποτε από τα ανωτέρω άρθρα του Συντάγματος. Αυτό έχει αποφασισθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις δύο μάλιστα από τις οποίες εμπλέκετο η εδώ εναγομένη εταιρεία σαν ενάγουσα και με συνήγορο την συνήγορο η οποία στην παρούσα αγωγή εμφανίζεται για τον ενάγοντα με εναγομένη την εταιρεία. Πρόκειται για τις αποφάσεις στις υποθέσεις: Harvest Capital Management Ltd v. Ταμάσιος [2003] 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1683, Investylia Ltd. v. Livadiotis Bros Investments Ltd. [2005] 1 (A) A.A.Δ. 704, Αnaptyxis Group Ltd. Λτδ. v. N.Mιχαηλίδης Πολ. Εφ. 68/05 ημερ. 19.7.06 και η πλέον πρόσφατη απόφαση στην Πολ. Εφ. 12160 Investylia Ltd. v. Σ.Ταμπούρη ημερ. 15.12.06. Πραγματικά αδυνατώ να δω να εξυπηρετείται οποιαδήποτε σκοπιμότητα με την έγερση των ίδιων ή παρόμοιων θεμάτων ξανά και ξανά πρωτόδικα, ενώ έχουν τελεσίδικα αποφασισθεί κατ΄ έφεση. Ως προς τις γενικές εισηγήσεις περί παραβίασης της αρχής της Διάκρισης των Εξουσιών και του περιορισμού των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται από το Μέρος ΙΙ του Συντάγματος, μπορώ να πω ότι σ΄αυτές και στην επιχειρηματολογία στοιχειοθέτησης τους δεν βρίσκω βάσιμο έρεισμα ώστε να τις εξετάσω εις βάθος. 9. Εισήγηση περί παραβίασης των ΄Αρθρων 11
(2), 14 και 17 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Η επιχειρηματολογία της συνηγόρου του ενάγοντα και επ΄ αυτού του θέματος είναι ιδιαίτερα ενδελεχής και παραπέμπει σε συνταγματικές αυθεντίες. Πρόκειται όμως, κατά την άποψη μου για ακαδημαϊκή συζήτηση επί γενικών ζητημάτων προστασίας συνταγματικών δικαιωμάτων. Δικαιωμάτων των οποίων ούτε την ύπαρξη, ούτε την ανάγκη διασφάλισης τους μπορεί κανένας να αμφισβητήσει, πλην όμως δεν μπορούν να εφαρμοσθούν για την προώθηση των θέσεων του ενάγοντα επί του εξειδικευμένου θέματος - κεντρικού άξονα της παρούσας αγωγής. 10. Εισήγηση περί παραβίασης του Αρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, όπως αυτό κυρώθηκε με το Νόμο 52/89 Ισχύουν και επαναλαμβάνονται για σκοπούς εξέτασης και αυτής της εισήγησης του ενάγοντα, τα όσα προανάφερα για την αμέσως προηγούμενη εισήγηση. Γενικές Παρατηρήσεις - Τελική κατάληξη Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω αδυνατώ να διαπιστώσω την ύπαρξη νομικού, συνταγματικού ή άλλου ερείσματος στα όσα με ιδιαίτερη σχολαστικότητα και εμπεριστατωμένο τρόπο έχει θέσει ενώπιον μου η πλευρά του ενάγοντα. Η αγωγή απορρίπτεται και δεν εκδίδεται καμιά διαταγή εξόδων. (Υπ.)...................... Κ.Κληρίδης Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.