← Κύπρος

Νικόλα Ζαχαρούδη ν. Savvas Savvides Oilworks Ltd, Αρ. Αγωγής: 4178/02, 16 Φεβρουαρίου, 2007

Νικόλα Ζαχαρούδη ν. Savvas Savvides Oilworks Ltd, Αρ. Αγωγής: 4178/02, 16 Φεβρουαρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:A27 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Τ. Θ. Οικονόμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4178/02 Μεταξύ: Νικόλα Ζαχαρούδη Ενάγοντα -και- Savvas Savvides Oilworks Ltd Εναγομένων Ημερομηνία: 16 Φεβρουαρίου,

  1. Εμφανίσεις: Για ενάγοντα: Η κα Σ. Γεωργίου για ν΄ ακούσει απόφαση εκ μέρους του κ. Αν. Μυλωνά. Για εναγόμενους: Ο κ. Μ. Μιχαήλ. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η εναγόμενη εταιρεία (εν τοις εφεξής «η εταιρεία») διατηρούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο εργοστάσιο επεξεργασίας ελαιούχων καταλοίπων για την παραγωγή πυρηνέλαιου. Ο ενάγοντας εργοδοτείτο από την εναγόμενη ως τεχνικός διευθυντής και υπεύθυνος παραγωγής. Είναι η θέση του ενάγοντα στην έκθεση απαίτησης, πως στα πλαίσια της εργοδότησης του, μεταξύ των μηνών Οκτωβρίου 1998 - Μαϊου 2000 είχε εκτεθεί «για μακρύ χρονικό διάστημα στην τοξική ουσία εξάνιο . με αποτέλεσμα να υποστεί σωματικές βλάβες». Ο ενάγων απαιτεί τώρα αποζημίωση για επηρεασμό της υγείας του, απώλεια εισοδημάτων και για άλλες ζημίες. Ενόσω τελούσε σε ιατρική άδεια, η εναγόμενη εταιρεία του απέστειλε ειδοποίηση τερματισμού της απασχόλησης του, ημερ. 27.11.00 με τρεις βδομάδες προειδοποίηση (Τεκμήριο 24). Ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι επρόκειτο για αντισυμβατικό τερματισμό (παράνομη απόλυση), οπότε ζητά περαιτέρω, μετά την απόλυση, αποζημιώσεις και επιπρόσθετα, γενικές αποζημιώσεις για απώλεια καριέρας. Αποτέλεσε κοινό τόπο ότι στην παραγωγή χρησιμοποιούνταν εξάνιο. Με τη μαρτυρία του έχει περιορίσει το χρόνο έκθεσης στο εξάνιο σε περίοδο πέντε μηνών (Δεκέμβριο 1999 - Απρίλιος 2000). Αυτό ήταν και το ιστορικό που ο ίδιος είχε δώσει, όπως δέχθηκε αντεξεταζόμενος, στους ιατρούς που τον εξέτασαν σχετικά και στο οποίο αυτοί αναφέρονται [Πιστοποιητικό δρος Βυρίδου (Τεκμήριο 25), Πιστοποιητικό δρος Πέτσα-Κουμίδου (Τεκμήριο 5) και προφορική της μαρτυρία (Μ.Ε.3), Ιατρική Έκθεση δρος Κωνσταντινίδη (Τεκμήριο 23)]. Ο ενάγοντας στη μαρτυρία του ισχυρίστηκε ότι ασθένησε με ζαλάδες, ίλιγγο κτλ από 25.5.2000 (στην αρχή είχε πει 24-25/4/200 και 26-27/4/00). Έκτοτε σταμάτησε να εργάζεται και επισκέφθηκε γιατρό. Κατατέθηκε ως τεκμήριο 19 πιστοποιητικό του ωτορινολαρυγγολόγου Δρα Παπαμιχαλόπουλου ημερ. 29.5.2000, που αναφέρεται σε επεισόδιο ιλίγγου και ανικανότητα για εργασία μέχρι 5.6.
  2. Στη συνέχεια αποτάθηκε στο νευροχειρουργό Δρα Κωνσταντινίδη ο οποίος τον εξέτασε στις 28.6.00 και έκτοτε του έδιδε άδεια ασθενείας μέχρι 30.12.00 αναφερόμενος σε διάχυτους πονοκεφάλους, διαταραχή ισορροπίας, ζάλη και ίλιγγο (Τεκμήρια 17,
  3. 21, 22). Παράλληλα ο ενάγοντας αποτάθηκε στην αιματολόγο Δρα Βυρίδη. Η τελευταία αναφέρει σε δικό της πιστοποιητικό ημερ. 26.2.01 (Τεκμήριο 25) ότι διαπίστωσε νευρολογικά σημεία και ελαφρά λευκοκυττάρωση που πιθανό, αναφέρει, να οφείλετο σε δράση εξανίου. Αναφέρει ότι η χορήγηση κορτιζόνης και η απομάκρυνση από την τοξική ουσία οδήγησαν σε εμφανή βελτίωση της κατάστασής του. Αργότερα, στις 29.3.06, εξέτασε τον ενάγοντα η νευρολόγος Δρ Πέτσα (Μ.Ε.3), όχι ως ασθενή εφόσον πλέον είναι υγιής, αλλά επειδή της είχε ζητηθεί γνωμοδότηση από δικηγορικό γραφείο. Ήταν η θέση της ότι η τότε κατάσταση του ενάγοντα είχε εκ των πραγμάτων σχέση με το εξάνιο εφόσον μετά την απομάκρυνση του από το εξάνιο βελτιώθηκε η κατάστασή του. Κατά τα άλλα όμως δεν είχε άμεσα δεδομένα η ίδια. Ό,τι είχε ενώπιον της ήταν οι πληροφορίες από τους γιατρούς Κωνσταντινίδη και Βυρίδη και οι ισχυρισμοί του ενάγοντα. Γενικά μιλώντας είναι που αναφέρθηκε στην τοξική επίδραση του εξανίου παραπέμποντας σε «μελέτες και βιβλιογραφίες», όπως τις ονόμασε. Πρόκειται για στοιχεία που εντόπισε στο διαδίκτυο (Τεκμήρια 6, 7, 8). Κατά την αντεξέταση της παρουσιάστηκε (Τεκμήριο 9) ένα άρθρο σε σχέση με την επιβλαβή επίδραση του εξανίου του οργανισμού U.S. Environmental Protection Agency (U.S.E.P.A.). Ο Δρ Σάββας Παπακώστας νευρολόγος, μάρτυρας των εναγομένων, ανέφερε ότι πρόκειται για οργάνωση που ιδρύθηκε το 1970 στις Η.Π.Α. με σκοπό, μεταξύ άλλων, τις έρευνες σχετικά με τη δράση ορισμένων ουσιών και αποτελεί το πλέον, ίσως, αξιόπιστο παγκόσμιο κέντρο αναφοράς. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγομένων αναφερόμενος στο Τεκμήριο 9 υπέβαλε προς την δρα Πέτσα ότι οι διάφορες επιμέρους έρευνες θεωρούνται ακατάλληλες λόγω ανεπαρκών στοιχείων σε σχέση με τη διάρκεια έκθεσης και το βαθμό συγκέντρωσης του εξανίου και επειδή το εξάνιο συνυπάρχει με άλλους διαλύτες που μπορούν να καθιστούν δυνατή τη νευροτοξικότητα του εξανίου. Η δρ Πέτσα προβάλλοντας τη θέση ότι το εξάνιο είναι από μόνο του τοξικό, απάντησε ότι «δεν μπορεί να είμαστε κάθετοι και να απορρίπτουμε όλες τις εκθέσεις που έχουν γίνει από μία παράγραφο». Δήλωσε δε άγνοια για τον εν λόγω Οργανισμό. Σε μεταγενέστερο χρόνο, 9.5.2006, εξέτασε τον ενάγοντα και ο δρ Παπακώστας (Μ.Υ.1). Ετοίμασε ιατρική έκθεση (Τεκμήριο 26). Η κατάσταση του ενάγοντα ήταν φυσιολογική και δεν παρατηρήθηκε η συμπτωματολογία που αναφέρθηκε. Αφού αναφέρεται στο ιστορικό που του δόθηκε, καταλήγει ως εξής στην έκθεση του: «Παρ΄ όλον που η ακριβής σχέση του εξανίου με τα συμπτώματα του δεν έχει διακριβωθεί, η πιθανότητα μιας αιτιολογικής σχέσης παραμένει. Ευτυχώς ο ασθενής φαίνεται να έχει ανακάμψει πλήρως. Η ιατρική βιβλιογραφία αναφέρει κυρίως επιδράσεις του εξανίου στα περιφερικά νεύρα, και συνήθως σε συνδυασμό με άλλες τοξικές ουσίες. Η περιφερική νευροπάθεια που προκύπτει μπορεί να εντοπιστεί με τη δοκιμασία του ηλεκτρομυογραφήματος στην οποία, εξ όσων γνωρίζω, δεν είχε υποβληθεί ο ασθενής κατά τη διάρκεια της ασθένειάς του. Η πρόγνωση σε τέτοιες περιπτώσεις παραμένει άριστη για τελική αποθεραπεία. Επί πλέον, και λόγω της εστιακής φύσης των συμπτωμάτων (ενώ σε περιπτώσεις τοξικότητας από το εξάνιο η νευροπάθεια που προκύπτει είναι συμμετρική και αμφωτερόπλευρη), παραμένει η πιθανότητα ο ασθενής να είχε κάποια άλλη πάθηση όπως για παράδειγμα συγχυτικού τύπου ημιπληγική ημικρανία μεταξύ άλλων. Τέλος, και λόγω της τρέχουσας συμπτωματολογίας του, δέον όπως ο ασθενής εξεταστεί από παθολόγο για αποκλεισμό υπερθυρεοειδισμού ή άλλης παθολογικής κατάστασης.». Για το Τεκμήριο 9, ο δρ Παπακώστας, συμπλήρωσε ότι πρόκειται για μετα-ανάλυση, αναθεώρηση άλλων μελετών ώστε να εξάγονται γενικότερα συμπεράσματα, κάτι που αποκλείει τα σφάλματα μιας μεμονωμένης μελέτης. Τα συμπεράσματα του Οργανισμού για το εξάνιο, εξήγησε ο δρ Παπακώστας, με αναφορά στο Τεκμήριο 9, είναι ότι δεν υπάρχει αρκετή τεκμηρίωση για το τι θεωρείται τοξική δράση του εξανίου, ενώ η τοξική του δράση μπορεί να οφείλεται σε ταυτόχρονη έκθεση σε κάποιες άλλες ουσίες. Εξήγησε, παρά ταύτα, ότι αναφέρεται στην έκθεση του σε πιθανότητα σε σχέση με το εξάνιο διότι «το ότι (ο ενάγοντας) έχει αναπτύξει κάποια συμπτώματα τα οποία παρήλθαν μετά που έφυγε από αυτή την ουσία υποχρεώνει ένα γιατρό να υποψιαστεί αιτιολογική σχέση». Εξήγησε όμως περαιτέρω τα εξής για τα οποία ήδη κάμνει αναφορά στην έκθεση του. Ότι δηλαδή η ιατρική βιβλιογραφία αναφέρεται κυρίως σε περιφερική νευροπάθεια. Οι τοξικές ουσίες μεταφέρονται, εξήγησε, με το αίμα που ρέει παντού σε όλο τον οργανισμό. Άρα η νευροπάθεια που προκύπτει από έκθεση σε τοξικές ουσίες προκαλεί συμμετρικά συμπτώματα στα άκρα, δηλαδή και στα δύο χέρια και στα δύο πόδια. Ενώ ο ενάγοντας του είχε πει ότι είχε επηρεαστεί η αριστερή πλευρά. Αυτό είπε ο ενάγοντας και ως μάρτυρας. Αναφέρθηκε σε μούδιασμα στο αριστερό πόδι και χέρι. Τέτοιος εστιακός επηρεασμός ανάγεται, είπε ο δρ Παπακώστας, όχι στα περιφερικά νεύρα, αλλά στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Γι΄ αυτό, εξήγησε, αναφέρθηκε στην έκθεση του σε πιθανότητα, μεταξύ άλλων, συγχυτικού τύπου ημιπληγικής ημικρανίας με παροδικά συμπτώματα. Αντεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι από την εν λόγω μετα-ανάλυση προκύπτει ότι το εξάνιο προκαλεί τοξικότητα, πλην όμως ενισχύεται ή εμφανίζεται πιο συχνά όταν το άτομο εκτίθεται στο εξάνιο σε συνδιασμό με άλλες τοξικές ουσίες. Περιπλέον, ότι δεν έχει διευκρινιστεί ο βαθμός που το εξάνιο προκαλεί προβλήματα. Επανέλαβε δε, ότι όλες οι αναφορές αφορούν συμπτώματα περιφερικής νευροπάθειας. Αν και θεωρητικώς δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο το εξάνιο να προκαλέσει πρόβλημα στο κεντρικό νευρικό σύστημα, εφόσον οι τοξικές ουσίες συχνά επηρεάζουν τις μεταβολικές ουσίες του οργανισμού και άρα τον εγκέφαλο. Επιπρόσθετα, του υπεδείχθησαν αναφορές της δρος Βυρίδου στο Τεκμήριο 25 και του Δρος Κωνσταντινίδη στο Τεκμήριο 23 για νευρολογικά σημεία αμφοτερόπλευρα. Δέχθηκε ότι αυτές οι αναφορές υποδηλούν περιφερική νευροπάθεια. Μπορεί, είπε, ο ασθενής να αναφέρεται σε συμπτώματα στο ένα πόδι, αλλά ο γιατρός να βρει σημεία νευροπάθειας και στο άλλο πόδι. Στη συνέχεια αντεξετάστηκε επί μιας άλλης δημοσίευσης του U.S.E.P.A. (Τεκμήριο 27) που κατατέθηκε για σκοπούς αντεξέτασης του. Σ΄ αυτό αναφέρεται πως οξεία βραχεία έκθεση σε υψηλά επίπεδα εξανίου έχει ελαφρά συμπτώματα στο κεντρικό νευρικό σύστημα, περιλαμβανομένης ζαλάδας, αστάθειας, ελαφράς ναυτίας και πονοκεφάλου. Ενώ χρόνια έκθεση, σχετίζεται με πολυνευροπάθεια. Παρατηρήθηκε μούδιασμα στα άκρα, μυϊκή αδυναμία, θολή όραση, πονοκέφαλος και κόπωση. Ο μάρτυρας συμφώνησε ότι η έκθεση στο εξάνιο μπορεί να έχει αυτές τις συνέπειες. Τελικά προκύπτει ότι ο Δρ Παπακώστας αποδέχεται την πιθανότητα ένα ιστορικό όπως του ενάγοντα να σχετίζεται αιτιωδώς με την έκθεση σε εξάνιο. H δρ Πέτσα έχει μεν αναφερθεί στην ειδικότητα της ως νευρολόγος, αλλά δεν έχει αναφερθεί σε συγκεκριμένη εμπειρογνωμοσύνη σε σχέση με το ζήτημα της τοξικής επίδρασης του εξανίου στον άνθρωπο, είτε με ακαδημαϊκή κατάρτιση, είτε με ερευνητική εργασία, είτε με εμπειρική γνώση. Η μόνη εμπειρία της δρος Πέτσα, που ήταν μάρτυρας για το διάδικο ο οποίος είχε το βάρος να αποδείξει την τοξική επίδραση του εξανίου όπως την ισχυρίζεται ο ενάγοντας, ήταν η περίπτωση «ενός ασθενούς με εξάνιο», όπως είπε γενικά, όταν έκαμνε ειδικότητα. Ό,τι κατ΄ ουσία έκαμε ήταν να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία που εντόπισε στο διαδίκτυο. Χωρίς, μάλιστα, να εξηγήσει οτιδήποτε για τις αναφερόμενες ως πηγές των πληροφοριών. Δεν έχει στοιχειοθετηθεί ότι πρόκειται για «βιβλιογραφία», όπως τη χαρακτήρισε, δηλαδή για έγκυρη επιστημονική καταγραφή. Αλλά ακόμα και βιβλιογραφία κύρους, ακόμα και συγγράμματα διακεκριμένων ειδικών, δεν έχουν από μόνα τους αποδεικτική αξία. Μπορεί να αποκτήσουν τέτοια αξία στο βαθμό που υιοθετούνται από τον εμπειρογνώμονα μάρτυρα ως αντιπροσωπευτικά της δικής του γνώμης ή στο βαθμό που τους γίνεται χρήση από τον εμπειρογνώμονα στα πλαίσια της δική του εμπειρογνωμοσύνης. [Davie v. The Magistrates of Edinburgh

(1953)S.C. 34, Gerrand & Ors v. The Royal Infirmary of Edinburgh NHS Trust [2005] ScotCS CSIH 10 (10.1.2005)]. Πέραν τούτου, ένας εμπειρογνώμονας έχει καθήκον να εφοδιάσει το δικαστή με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια [Davie, ανωτ., Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1, Dingley v. Chief Constable of Strathclyde Police [2000] UKHL 14 (9.3.2000)]. Στα πλαίσια αυτού του καθήκοντος του, δεν αναμένεται να παρουσιάζει στοιχεία ανεπιβεβαίωτων πηγών από το διαδίκτυο, ως «βιβλιογραφία». [Αυτή μου η αναφορά δεν αφορά το Τεκμήριο 27 επί του οποίου αντεξετάστηκε ο Δρ Παπακώστας χωρίς να εγείρει θέμα σε σχέση με την εγκυρότητά του.]. Τέλος, η θέση του Δρα Παπακώστα για την εγκυρότητα του U.S.P.E.A. ως του πλέον ενδεχομένως αξιοπίστου κέντρου αναφοράς, όχι μόνο δεν έχει αμφισβητηθεί, αλλά έχει χρησιμοποιηθεί το Τεκμήριο 27 για σκοπούς αντεξέτασης. Παρά ταύτα, η Δρ Πέτσα δήλωσε άγνοια για τον εν λόγω οργανισμό παραπέμποντας η ίδια σε αδιευκρίνιστες, ως άνω, πηγές. Όπως όμως εξελίχθηκε, ως άνω, η μαρτυρία του δρα Παπακώστα που ασφαλώς αντικατοπτρίζει τις θέσεις των εναγομένων που τον έχουν καλέσει ως μάρτυρα, θεωρώ ότι η πιθανότητα συσχετισμού ενός ιστορικού όπως του ενάγοντα με το εξάνιο αποτέλεσε κατ' ουσία κοινό τόπο και είναι με αυτή την έννοια που γίνεται δεκτή. Όχι όμως τώρα κατά τρόπο οριστικό, εφόσον τέτοια πιθανολόγηση έγινε με γενικούς όρους επί τη βάσει του ιστορικού που αναφέρθηκε στο δρα Παπακώστα και συναρτάται με ζητήματα που πρέπει να αξιολογηθούν περαιτέρω. Το θέμα πρέπει να εξεταστεί κατ΄ αρχήν υπό το φως των ακολούθων δεδομένων: Ο ενάγοντας μπορούσε τότε να είχε υποβληθεί σε εξετάσεις που θα μπορούσαν, κατά τη δρα Πέτσα, να καταδείξουν επηρεασμό από τοξική ουσία. «Κανονικά έπρεπε να γίνουν» είπε η δρ Πέτσα. Δεν έγιναν. Δεν γνωρίζουμε το γιατί. Ο ενάγοντας δεν έχει καλέσει ως μάρτυρες του ιατρούς Βυρίδη και Κωνσταντινίδη. Η εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται απλώς και μόνο επειδή είναι εξ ακοής (άρθρο 24
(1)του Περί Αποδείξεως Νόμου). Ο αντίδικος του διαδίκου που προσφέρει εξ ακοής μαρτυρία, δύναται να κλητεύσει το μάρτυρα για να τον αντεξετάσει (άρθρο 25), όμως, η βαρύτητα μιας εξ ακοής μαρτυρίας αξιολογείται επί τη βάσει των κριτηρίων που παραθέτει ο νόμος (άρθρο 27). Είναι κατ΄ αρχήν το εύλογο συμπέρασμα που μπορεί να συναχθεί, υπό το σύνολο των περιστάσεων, αναφορικά με την αξία της εξ ακοής μαρτυρίας. Χωρίς επηρεασμό της γενικής αυτής ευχέρειας του, το Δικαστήριο λαμβάνει, μεταξύ άλλων, υπόψη το πόσο εύλογο και εφικτό ήταν να κλητευθεί το πρόσωπο που έκαμε τη δήλωση και το κατά πόσο φαίνεται ότι δεν διευκολύνεται η ορθή αξιολόγηση της βαρύτητας της μαρτυρίας. Το θέμα στο οποίο αναφέρεται η δρ Βυρίδη είναι το κατ΄ εξοχήν επίμαχο θέμα. Η αναφορά της δε, συνίσταται σε έκφραση επιστημονικής γνώμης. Όταν τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου η γνώμη ενός επιστήμονα ως εμπειρογνώμονα, επιβάλλεται να παρατίθενται παράλληλα τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια που υποστηρίζουν και εξηγούν τη γνώμη αυτή. Θα έπρεπε να δοθεί εξήγηση για το συσχετισμό των αιματολογικών ευρημάτων με το εξάνιο. Όπως και για το κατά πόσο και πώς τα αιματολογικά ευρήματα συσχετίζονται με την κατάσταση της υγείας που κατ΄ ισχυρισμόν είχε τότε ο ενάγοντας. Εξήγηση, ακόμα, για την αναφορά στην έκθεση ενός αιματολόγου σε ευρήματα από νευρολογικό έλεγχο. Πρόκειται άραγε για ιστορικό που έλαβε από τον δρα Κωνσταντινίδη; Ο οποίος στο Τεκμήριο 23 κάμνει τέτοια αναφορά. Αλλ΄ ούτε ο δρ Κωνσταντινίδης έχει κλητευθεί. Ας σημειωθεί δε ότι ο δρ Κωνσταντινίδης, νευροχειρουργός και όχι νευρολόγος, δεν προβαίνει σε ευθεία τοποθέτηση για την αιτία, αλλά «τονίζει» ότι «ο ασθενής ήταν επαγγελματικά απασχολημένος για μεγάλο χρονικό διάστημα στην παρασκευή πυρηνελαίου, στην οποία χρησιμοποιείτο η τοξική ουσία εξάνιο.» Για το δρα Κωνσταντινίδη ο ενάγοντας είπε ότι δεν τον κλήτευσε γιατί ήταν πολυάσχολος. Τέτοια εξήγηση δεν είναι βάσιμη. Για τη δρα Βυρίδη, δεν έχει δοθεί εξήγηση, έτσι ώστε να μπορούσε να κριθεί το εύλογο και το εφικτό του πράγματος. Η απουσία δε, άμεσης μαρτυρίας υπό την παραπάνω έννοια ασφαλώς δεν διευκολύνει την ορθή αξιολόγηση της βαρύτητας της μαρτυρίας για το κατ΄ εξοχήν επίμαχο θέμα. Υπό τις περιστάσεις δεν μπορεί να δοθεί βαρύτητα στην εξ ακοής μαρτυρία Κωνσταντινίδη και Βυρίδη για το κατ΄ εξοχήν επίμαχο και επιστημονικής φύσεως ζήτημα. Άλλωστε η πιθανολόγηση της δρος Βυρίδη και γενικότερα η όποια πιθανολόγηση για συσχετισμό των αιματολογικών και νευρολογικών ευρημάτων με εξάνιο, συναρτάται τελικά προς τους ισχυρισμούς του ενάγοντα ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο εκτίθετο σε εξάνιο. Για τα θέματα αυτά σημειώνονται τα ακόλουθα: Μάρτυρας του ενάγοντα, Μ.Ε.1, ήταν ο κ. Στέλιος Στυλιανίδης, Επιθεωρητής Εργασίας στο αρμόδιο Τμήμα του Υπουργείου Εργασίας. Είχε, είπε, επισκεφθεί το εργοστάσιο τον Μάρτιο 1999 μετά από παράπονα για οχληρία από αναθυμιάσεις (όχι σε σχέση με εξάνιο). Παρόλο που δεν ήταν ο κύριος λόγος της επίσκεψης του, είχε διαπιστώσει την παρουσία του «επικίνδυνου αερίου, εξανίου». Θα προέβαινε σε λεπτομερή μελέτη, όμως τον πρόλαβε ένα θανατηφόρο ατύχημα που έγινε το Μάϊο 1999, στο οποίο έχασε τη ζωή του ο τότε διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας Σάββας Σαββίδης. Στις 7.7.1999, το Τμήμα Εργασίας απέστειλε επιστολή προς την εταιρεία με την οποία εζητείτο η λήψη μέτρων σε σχέση, μεταξύ άλλων, με το εξάνιο (Τεκμήριο 1). Στα ίδια πλαίσια ήταν και άλλη επιστολή που ακολούθησε, ημερ. 24.11.99 (Τεκμήριο 2). Δύο μέρες αργότερα, στις 26.11.99, ο κ. Στυλιανίδης εξέδωσε Ειδοποίηση Απαγόρευσης (Άρθρο 46, Ν.89(Ι)/96)προς την εταιρεία (Τεκμήριο 3). Επρόκειτο κατ΄ ουσία για απαγόρευση να λειτουργήσει το εργοστάσιο το οποίο δεν είχε λειτουργήσει από το ατύχημα και μετά. Ο αναφερόμενος λόγος ήταν ότι «η εγκατάσταση αποθήκευσης και χρήσης εξανίου . και οι δραστηριότητες παραγωγής πυρηνελαίου με τη χρήση εξανίου . δημιουργούν ή αναμένεται να προκαλέσουν κίνδυνο σοβαρής σωματικής βλάβης». Ο κ. Στυλιανίδης επεκτάθηκε στη μαρτυρία του αναφέροντας συγκεκριμένους λόγους. Είπε ότι το κύκλωμα του εξανίου ήταν σε πολλά σημεία ανοικτό με διαρροή στην ατμόσφαιρα, ότι δεν υπήρχε σύστημα εξαερισμού, ότι δεν γινόταν χρήση ατομικής προστασίας και ειδικών μασκών, ότι δεν υπήρχε επαρκής πληροφόρηση προς τους εργαζόμενους ή σήμανση για τους κινδύνους από εξάνιο, ότι δεν υπήρχαν καταγεγραμμένες ασφαλείς μέθοδοι εργασίας και τέλος, ότι δεν υπήρχαν συστήματα ανίχνευσης εξανίου. Μετά την Απαγόρευση, είπε, γίνονταν συνεχώς βελτιώσεις και οι περισσότερες αλλαγές είχαν ήδη γίνει μέχρι το τέλος του
  1. Αλλά ο ίδιος σταμάτησε να επιθεωρεί το εργοστάσιο από το Δεκέμβριο του 1999, λόγω μετάθεσης του στη Λεμεσό. Η τελευταία του επίσκεψη έγινε στις 14.12.
  2. Ενημερώθηκε όμως ότι το εργοστάσιο κατέστη λειτουργήσιμο, δόθηκε έγκριση να λειτουργήσει και λειτούργησε. Γνώριζε, επίσης, ότι οι επιθεωρήσεις από το Τμήμα Εργασίας συνεχίζονταν κατά την περίοδο Ιανουαρίου - Μαϊου
  3. Αυτό ανέφερε κι ο ενάγοντας ο οποίος όμως επέλεξε, όπως είπε, να μην καλέσει ως μάρτυρα το μετέπειτα επιθεωρητή. Παρατηρούμε ότι, ενώ ως άνω ο κ. Στυλιανίδης, παρά τα όσα είχε προηγουμένως διαπιστώσει, αναφέρθηκε σε συνεχείς βελτιώσεις που άπτονται μάλιστα του ουσιώδους χρόνου και στην άρση της απαγόρευσης λειτουργίας κι ενώ οι επιθεωρήσεις συνεχίστηκαν, ο ενάγοντας δεν προσέφερε τέτοια μαρτυρία για την κρίσιμη, όπως ο ίδιος την περιόρισε, περίοδο, εκτός από τη δική του μαρτυρία και τη μαρτυρία του κου Ν. Κασούρη, Μ.Υ.
  4. Ο τελευταίος είναι μηχανικός ειδικευόμενος σε κατασκευές για εργοστάσια πυρηνελαιουργίας. Του είχε ανατεθεί το 1998 να κατασκευάσει το εκχυληστήριο του εργοστασίου. Η μαρτυρία του ήταν ασαφής και αόριστη χωρίς να συνδέεται με τον κρίσιμο χρόνο. Στο βαθμό δε, που θα μπορούσε, μέσα από την ασάφεια, να διευκρινιστεί διατύπωση γνώμης για την ασφάλεια σε σχέση με το εξάνιο, δεν έχει καταδειχθεί ότι είναι εμπειρογνώμονας. Με αυτές τις γενικές παρατηρήσεις παραπέμπω στις θέσεις του ευπαίδευτου δικηγόρου των εναγομένων για τη μαρτυρία Κασούρη, τις οποίες υιοθετώ. Σε προγενέστερο χρόνο αφορούσε και η μαρτυρία του επόμενου μάρτυρα για τον ενάγοντα, κου Γιάννη Φεσά, χημικού μηχανικού (Μ.Ε.2). Αυτός είχε ετοιμάσει το Μάρτιο του 1997 μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων του (τότε) προτεινόμενου εργοστασίου (Τεκμήριο 4). Επειδή δε, είπε, όταν λειτούργησε το εργοστάσιο υπήρχαν προβλήματα με οσμές, όχι από εξάνιο, το επισκέφθηκε αρκετές φορές, πριν από το ατύχημα. Προέβη σε υποδείξεις για μέτρα ασφαλείας που δεν εισακούστηκαν. Η μελέτη του αφορούσε περιβαλλοντικά ζητήματα και όχι ζητήματα ασφάλειας και υγείας. Εξ ου και η αναφορά του στη μελέτη σε εξάνιο, περιλαμβανομένου του θέματος τοξικότητας, είναι, είπε, γενική και προέρχεται από τη βιβλιογραφία. Αναφέρθηκε στην επικινδυνότητα του εξανίου για την ανθρώπινη υγεία, όμως, είπε, δεν προέβη ο ίδιος σε έρευνα και δεν έχει μελετήσει, συγκεκριμένα, πληροφορίες. Ούτε έκαμε μετρήσεις. Είναι φανερό ότι ο κ. Φεσάς δεν αναφέρεται στον κρίσιμο χρόνο, ούτε στο συγκεκριμένο κατ' ισχυρισμό πρόβλημα. Ο ίδιος ο ενάγοντας ως μάρτυρας είχε αναφέρει ότι ενώ εργαζόταν από το 1997 στο εργοστάσιο, δεν ερχόταν προηγουμένως σε επαφή με το εξάνιο. Το Δεκέμβριο του 1999, είπε, είχε αρχίσει η επεξεργασία πυρήνα. Ο ίδιος ανέλαβε ως ελαιουργός υπεύθυνος για την εκχύλιση της πυρήνας, διαδικασία στην οποία χρησιμοποιείται εξάνιο. Με το εξάνιο όμως υπήρχαν προβλήματα, όπως είπε. Το σύστημα ήταν ανοιχτού κυκλώματος και υπήρχαν αναθυμιάσεις εξανίου. Εξήγησε το όλο σύστημα. Δεν υπήρχε ικανοποιητικός εξαερισμός και έτσι, όπως είπε χαρακτηριστικά, υπήρχε συνεχώς η μυρωδιά εξανίου στη μύτη του. Ήταν υγιής, χωρίς συμπτώματα μέχρι τις 25.5.00 που απώλεσε τις αισθήσεις του και είχε ζαλάδες, ίλιγγο κλπ και κατέστη ανίκανος για εργασία. Αντίθετα η εκδοχή της εναγόμενης εταιρείας ήταν ότι το εξάνιο δεν ερχόταν σε επαφή με την ατμόσφαιρα σε κανένα στάδιο της παραγωγής. Αναφέροντας αυτά ο κ. Μάριος Φωτιάδης, μάρτυρας εναγομένων αρ. 2, διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, παρέπεμψε για τα τεχνικά θέματα στον τελευταίο, εφόσον το εργοστάσιο δεν λειτουργεί πλέον, τεχνικό διευθυντή της εταιρείας κ. Νίκο Μαυροκορδάτο. Ο κ. Μαυροκορδάτος, Μ.Υ.3, είχε αναλάβει ως γενικός διευθυντής στο εργοστάσιο από 1.1.2000 μέχρι το τέλος του 2005 που οι εργασίες του εργοστασίου ανεστάλησαν. Εξήγησε τη διαδικασία εκχύλισης. Σκοπός είναι η αφαίρεση του λαδιού από τους πυρήνες με τη χρήση εξανίου που λειτουργεί ως διαλύτης. Ήταν η θέση του ότι το όλο κύκλωμα ήταν κλειστό και σε κανένα σημείο το εξάνιο δεν ερχόταν σε επαφή με το περιβάλλον. Εξήγησε με λεπτομέρειες την όλη διαδικασία και με λεπτομέρειες υποστήριξε αυτή τη βασική του θέση. Το εξάνιο, είπε, είναι αρκετά πτητικό και αρκετά ακριβό. Οπότε ό,τι γίνεται είναι συνεχής ανακύκλωση του ιδίου αερίου. Υπενθυμίζω ότι ο ενάγοντας θέτει ως αφετηρία του κρίσιμου χρόνου τον Δεκέμβριο του
  5. Η υποβληθείσα θέση των εναγομένων ήταν πως ο ενάγοντας κατ΄ εκείνο το χρόνο είχε προστριβές με την εταιρεία. Ειδικότερα ρωτήθηκε στην αντεξέταση του, κατά πόσο στις 23.12.99 είχε συμβεί οτιδήποτε που να τον είχε ενοχλήσει. Στην αρχή ο ενάγοντας απάντησε αρνητικά. Είπε ότι δεν έγινε τίποτε και ότι απλώς ήταν μια εκδήλωση για τα Χριστούγεννα. Του υπεδείχθη όμως, ότι σε επιστολή του ημερ. 27.12.99 που ο ίδιος κατέθεσε ως Τεκμήριο 15, αναφέρει ότι στις 23.12.99 «ορισμένοι του έδωσαν τη χαριστική βολή και τον μείωσαν μπροστά στην οικογένειά του και τους συναδέλφους του». Ρωτήθηκε τι εννοούσε ειδικά με τη φράση «χαριστική βολή» και είπε ότι ήταν «θέματα ασφαλείας». Με τον προηγούμενο διευθυντή, Πάρη Χριστοδουλίδη, είπε ότι είχε άψογη συνεργασία. Του υποδείχθηκε ότι στο Τεκμήριο 15 αναφέρεται σε προστριβές και με τον κ. Χριστοδουλίδη και με τον κ. Μάριο Φωτιάδη. Σ΄ εκείνο μάλιστα το σημείο αναφέρει ότι «άρχισαν ορισμένοι να μυρίζονται ψόφιο και να εκμεταλλεύονται τις καταστάσεις.» Ρωτήθηκε τι εννοούσε και με αυτή τη φράση. Απάντησε ότι αναφερόταν σε λανθασμένες κατασκευές που είχαν γίνει και σε τεχνικά θέματα. Δεν είναι βέβαια καθόλου πειστικό ότι τόσο έντονα φορτισμένες φράσεις και μάλιστα γραμμένες σε σχέση με προστριβές, αφορούσαν σε «λανθασμένες κατασκευές», σε «τεχνικά θέματα» και «θέματα ασφάλειας». Γενικά είναι που ο ενάγοντας, ευρισκόμενος αντιμέτωπος με επιστολές εκείνης της εποχής (Τεκμήρια 13, 14, 15) δεν κατόρθωσε να υποστηρίξει τον αρχικό του ισχυρισμό ότι δεν υπήρχαν καθόλου προστριβές. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο Τεκμήριο 15 κάμνοντας λόγο για υπόσκαψη και αχαριστία δήλωνε ότι «θα σταθεί μέχρι το τέλος της σαιζόν». Ρωτήθηκε αν τούτο σήμαινε ότι είχε τόσο ενοχληθεί που θα έφευγε και απάντησε καταφατικά. Μάλιστα, στις 4.4.2000 με επιστολή του προς τον κ. Μαυροκορδάτο υπέβαλε παραίτηση (Τεκμήριο 12). Τελικά παρέμεινε κατόπιν παρέμβασης του προέδρου της Εταιρείας κ. Τάκη Φωτιάδη που του ζήτησε να παραμείνει (Σχετικό το Τεκμήριο 14). Προσπάθησε να εξηγήσει ότι τον πολεμούσαν ορισμένα άτομα, όχι όμως από την εταιρεία. Στα άτομα όμως τα οποία ο ίδιος αναφέρει πως είχε προστριβές περιλαμβάνεται και ο διευθυντής του εργοστασίου και ο κ. Μάριος Φωτιάδης, διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας. Εν πάση περιπτώσει σημειώνεται ότι στο εργασιακό του περιβάλλον είχε τέτοιες προστριβές, που στην αρχή τις αρνήθηκε, ώστε να ήταν αποφασισμένος από το Δεκέμβριο του 1999 να αποχωρήσει, αν δεν ήταν η παρέμβαση του προέδρου της Εταιρείας. Το χρόνο δηλαδή που επικαλείται ως το χρόνο έναρξης της κρίσιμης περιόδου. Στην επιστολή του, τεκμήριο 12, αναφέρεται μεν, σε διάφορα θέματα ασφάλειας και λειτουργίας του εργοστασίου, αλλά είναι φανερή η έντονη προσωπική διάσταση, την οποία αρχικά προσπάθησε να αποκρύψει. Η προσπάθεια αυτή έχει σημασία, ενόψει της θέσης που υπέβαλαν οι εναγόμενοι ότι η απαίτηση του ενάγοντα δεν έχει πραγματικό υπόβαθρο, αλλά προβλήθηκε για σκοπούς εκδίκησης. Υπενθυμίζεται εδώ ότι, ως άνω, οι εναγόμενοι τελικά τερμάτισαν την εργοδότηση του ενάγοντα. Σημειώνεται, επίσης, η κατ΄ ισχυρισμόν συγκυρία να ασθενήσει μερικές μόνο εβδομάδες μετά την κορύφωση των προβλημάτων, την παραίτηση του και την ανάκληση της, ενώ εργαζόταν για χρόνια στο εργοστάσιο. Κι ενώ είχαν πλέον μεσολαβήσει συνεχείς βελτιώσεις και το εργοστάσιο κρίθηκε αρμοδίως λειτουργήσιμο, όπως είναι η μαρτυρία που ο ίδιος προσέφερε. Η εξήγηση που επεχείρησε να δώσει ήταν ότι προηγουμένως δεν ασχολείτο με την εκχύλιση, όπου χρησιμοποιείται εξάνιο, αλλά ασχολείτο ο Σάββας Σαββίδης. Όμως παρουσίασε το πρόβλημα με το εξάνιο με τέτοια ένταση, ώστε δεν είναι πειστική η θέση ότι εργαζόμενος στο ίδιο εργοστάσιο και όντας το «δεξί χέρι» του Σ. Σαββίδη, όπως δέχθηκε, ήταν προηγουμένως πλήρως απομακρυσμένος από τη λειτουργία του εργοστασίου που σχετιζόταν με το εξάνιο. Ο εναγόμενος επικαλέστηκε τις εν λόγω επιστολές και σημειώσεις του (Τεκμήρια 12, 14, 15, 11) για να καταδείξει ότι όντως υπήρχε ζήτημα εξανίου στο περιβάλλον. Υπάρχουν εκεί διάφορες αναφορές στο εξάνιο αλλά σε ένα ασαφές πλαίσιο όπου κυριαρχούν προσωπικά αισθήματα πικρίας. Άλλωστε, πρόκειται για δικές του καταγραφές που ενέχουν το στοιχείο της αυτοενίσχυσης. Πέραν τούτου, ακόμα και αν θα επρόκειτο για υλικό με αυτοτελή αποδεικτική αξία, το ζήτημα θα εξαρτάτο από τη συνολική αξιοπιστία του ενάγοντα ως μάρτυρα. Κατέθεσε επίσης ως τεκ.16 τα πρακτικά μιας συζήτησης που είχε μαζί με τον εν λόγω Πάρη Χριστοδουλίδη και κάποιο Σ. Παπακώστα για να καταδείξει ότι οι εναγόμενοι γνώριζαν τα προβλήματα με το εξάνιο. Εκτός του ότι τότε δεν είχε θέσει το πρόβλημα όπως τώρα το παρουσιάζει, εν πάση περιπτώσει η συζήτηση φέρεται να έγινε στις 20.8.99 που δεν σχετίζεται με τον κρίσιμο χρόνο. Πρόκειται μάλιστα για χρόνο που προηγείται της διαπίστωσης Στυλιανίδη περί συνεχών βελτιώσεων κ.τ.λ. Επανερχόμενος στο ζήτημα αξιοπιστίας του ενάγοντα, σημειώνεται ότι υπάρχουν και άλλα σημεία που δημιουργούν πρόβλημα σε σχέση με την αξιοπιστία του. Απαιτεί απώλεια απολαβών μέχρι την καταχώριση της έκθεσης απαίτησης στις 18.12.2003, αλλά και γενικές αποζημιώσεις για απώλεια μελλοντικών απολαβών και/ή μείωση ικανότητας για εργασία. Στη μαρτυρία του είπε ότι η διάρκεια των προβλημάτων ήταν περίπου μέχρι το 2003 και ότι από το 2003 άρχισε να εργάζεται, ενώ αισθάνθηκε ότι πράγματι βρήκε τον εαυτό του μετά το
  6. Σε άλλο σημείο είπε ότι δεν είχε εισοδήματα μέχρι και το Δεκέμβριο του
  7. Πρόκειται για περίοδο 2½ ετών από το κατ΄ ισχυρισμό επεισόδιο. Αντεξεταζόμενος όμως είπε ότι τα συμπτώματα διήρκησαν 1-2 χρόνια. Όταν του υπεδείχθη ότι στην κυρίως εξέταση είχε αναφέρει για προβλήματα μέχρι το 2003 απάντησε διερωτώμενος αρχικά και αμήχανα στη συνέχεια «Ε; τρία χρόνια». Τελικά απάντησε πως δεν θυμόταν να πει ακριβώς μέχρι πότε ήταν ανίκανος για εργασία. Πρόκειται για προσπάθεια απόδειξης ειδικής ζημίας. Δεν είναι επιτρεπτό ένας ενάγοντας να θέτει ένα πλαίσιο από 1 μέχρι 2½ ή και 3 χρόνια. Τέτοια δε, γενικόλογη τοποθέτηση, εγείρει θέμα αξιοπιστίας ευρύτερα. Πέραν τούτου, οι γενικόλογες αυτές αναφορές του ενάγοντα, όχι μόνο δεν υποστηρίζονται από ιατρική μαρτυρία, αλλά το αντίθετο, με αναφορά στα στοιχεία που ο ίδιος παρουσίασε. Η γνωμάτευση Βυρίδη φέρει ημερομηνία 26.2.
  8. Εκεί ήδη γίνεται αναφορά για εμφανή βελτίωση της κατάστασής του χωρίς να αναφέρεται σε ανικανότητα για εργασία. Στην κυρίως εξέταση του ισχυρίστηκε ακόμα, ότι για 2 χρόνια δεν μπορούσε να έχει στύση. Τότε ο ενάγοντας ήταν 45 περίπου ετών και έγγαμος. Σεξουαλική ανικανότητα για 2 χρόνια θα ήταν ασφαλώς σοβαρό πρόβλημα. Όμως οι γιατροί που τον εξέτασαν δεν κάμνουν τέτοια αναφορά όπως ευλόγως θα αναμένετο, εφόσον μάλιστα ο ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι τους είχε αναφέρει το πρόβλημα. Πέραν τούτου, αντεξεταζόμενος είπε ότι αυτά τα προβλήματα διήρκησαν 6 μήνες. Όταν του υπεδείχθη η αντίφαση με όσα είχε αναφέρει στην κυρίως εξέταση απάντησε ότι η αναφορά του σε 2 χρόνια αφορούσε την ικανότητα του για εργασία και όχι τα σεξουαλικά προβλήματα. Όμως η τοποθέτηση του στην κυρίως εξέταση ήταν σαφής. Πρόκειται για αντιφάσεις τελικά ανεξήγητες επί ενός θέματος τόσης σημασίας για έναν άνθρωπο, ώστε να αναμενόταν από εκείνον που πράγματι βίωσε τέτοια κατάσταση να είναι σαφής. Αντεξεταζόμενος ο ενάγοντας ρωτήθηκε κατά πόσο μετά την αγωγή είχε αναλάβει πρωτοβουλία για επίλυση της διαφοράς. Αρνήθηκε. Ειδικότερα αρνήθηκε ότι είχε τηλεφωνήσει, για συνδιαλλαγή και επαναπρόσληψή του, στην κα Λία Φωτιάδου, σύζυγο του αποβιώσαντα Σάββα Σαββίδη, θυγατέρα του Τάκη Φωτιάδη και αδελφή των Ιάκωβου και Μάριου Φωτιάδη, που ανέλαβαν στη συνέχεια την εταιρεία. Η κα Φωτιάδου ανέφερε ως Μ.Υ.4 ότι δεν ασχολείτο με το εργοστάσιο, όμως περί τα τέλη Οκτωβρίου, αρχές Νοεμβρίου, έλαβε τηλεφώνημα από τον ενάγοντα για να μεσολαβήσει ώστε να επαναπροσληφθεί. Ενώ ήταν η θέση του ενάγοντα ότι δεν ανέλαβε προς την κα Φωτιάδου πρωτοβουλία για συνδιαλλαγή, στην κα Φωτιάδου υπεβλήθη ότι υπήρξε τηλεφωνική επικοινωνία με τον ενάγοντα, αλλά ήταν για να επιστρέψει στο εργοστάσιο αν θα επρόκειτο πλέον για εργοστάσιο επεξεργασίας μηχανελαίων και όχι επεξεργασίας πυρήνα. Πρόκειται για θέση αντιφατική προς την αρχική θέση ότι ο ενάγοντας δεν ανέλαβε πρωτοβουλία που σαφώς εμπεριέχει όψιμη σκέψη του ενάγοντα, μεταγενέστερη ακόμα και της μαρτυρίας του, όταν βρέθηκε πλέον αντιμέτωπος με την κα Φωτιάδου ότι ναι μεν έγινε η επαφή αλλά όχι για εργοστάσιο που να έχει εξάνιο. Άλλο σημείο που συζητήθηκε ήταν το εξής : Ο κ. Μαυροκορδάτος ανέφερε ότι είχε παραλάβει 28 αισθητήρες, συσκευές ανίχνευσης εξανίου, στις 5.1.2000 (τιμολόγιο, τεκμ. 28΄Γ΄) και ότι εγκαταστά-θηκαν λίγες μέρες μετά. Είπε, ακόμα ότι είχαν εισάξει «κλέφτες» εξανίου, δηλαδή δυνατούς εξαεριστήρες που θα μπορούσαν να διοχετεύσουν εκτός του εργοστασίου τυχόν διαρρεύσαν εξάνιο. Τα έγγραφα εισαγωγής (Τεκμ. 30) έχουν ημερομηνία 11.2.
  9. Εγκαταστάθηκαν, είπε, λίγες μέρες μετά και ενώθηκαν με τους αισθητήρες ώστε να τίθενται σε λειτουργία αυτόματα. Ο ενάγοντας επιβεβαίωσε ότι είχαν παραληφθεί αισθητήρες και «κλέφτες». Στην αρχή είπε ότι οι αισθητήρες τοποθετήθηκαν στις 23.2.2000, ενώ αντεξεταζόμενος δεν ήταν σε θέση να καθορίσει χρόνο. Οι «κλέφτες», είπε, τοποθετήθηκαν περίπου τον Ιανουάριο του
  10. Αυτό βέβαια δεν είναι ορθό, εφόσον είχαν, ως άνω, εισαχθεί το Φεβρουάριο. Εκείνο που έχει σημασία είναι πως προκύπτει ότι από το Φεβρουάριο και εν πάση περιπτώσει κατά τον κρίσιμο χρόνο υπήρχαν τοποθετημένοι αισθητήρες και «κλέφτες». Ο κ. Μαυροκορδάτος εξήγησε περαιτέρω ότι σκοπός των ανιχνευτών είναι η ηχητική προειδοποίηση σε περίπτωση ανίχνευσης ποσότητας εξανίου που βρίσκεται πολύ πιο κάτω από το όριο επικινδυνότητας για ανάφλεξη. Στη συγκεκριμένη περίπτωση είχαν ρυθμίσει τους ανιχνευτές ούτως ώστε να έδιδαν σήμα σε περίπτωση που υπήρχε εξάνιο στο 30% της κατώτερης ποσότητας που χρειάζεται για να γίνει ανάφλεξη του εξανίου, που είναι 1.100 μέρη ανά εκατομμύριο (μ.α.ε.). Δηλαδή ήταν ρυθμισμένοι ώστε να δίδουν σήμα σε περίπτωση ύπαρξης στην ατμόσφαιρα περίπου 350 μ.α.ε.. Εκτός του ορίου αναφλεξιμότητας όμως, είπε ο κ. Μαυροκορδάτος, έχει καθοριστεί και το ελάχιστο όριο εξανίου που θεωρείται ασφαλές για τους εργαζομένους υπό την έννοια ότι δεν προβλέπονται επιπτώσεις στην υγεία τους. Το όριο αυτό έχει καθοριστεί από τον Διεθνή Οργανισμό O.S.H.A. (Occupational Safety Hazard Health Association) και είναι τα 500 μ.α.ε.. Πρόκειται δηλαδή για ποσότητα που βρίσκεται πάνω από τα όρια για τα οποία θα ηχούσε ο συναγερμός. Βέβαια, ο κ. Γιάννης Φεσάς, Μ.Ε.2, αναφέρει στην περιβαλλοντική του μελέτη (Τεκμ. 4) ότι υπάρχουν διάφοροι οργανισμοί σε διάφορες χώρες που καθορίζουν διαφορετικά όρια. Αρκετά από τα όρια που ανέφερε ο κ. Φεσάς είναι κάτω από τα όρια που ανέφερε ο κ. Μαυροκορδάτος. Έτσι δεν μπορεί ευθέως να λεχθεί ότι επειδή δεν ήχησαν οι σειρήνες των αισθητήρων, όπως είναι η χωρίς αντίκρουση μαρτυρία του κ. Μαυροκορδάτου, αυτό σημαίνει από μόνο του ότι δεν υπήρχε εξάνιο στο περιβάλλον σε ποσότητα που θα μπορούσε να είναι βλαβερή για τον άνθρωπο. Από την άλλη όμως, το γεγονός ότι δεν ήχησαν οι αισθητήρες κατά τον κρίσιμο χρόνο συνάδει περισσότερο με τη θέση του κ. Μαυροκορδάτου ότι δεν υπήρχε οσμή εξανίου στον αέρα, σε αντίθεση με τη θέση του ενάγοντα ότι υπήρχε συνεχώς και για ώρες οσμή εξανίου στη μύτη του. Σε σχέση με αυτά δε τα ζητήματα ανακύπτει ένα περαιτέρω κενό στην εκδοχή του ενάγοντα. Ήταν, ως άνω, κοινός τόπος ότι υπάρχουν όρια πέραν των οποίων θα μπορούσε το εξάνιο να θεωρηθεί επιβλαβές. Αυτή είναι και η γενικότερη και κοινή αντίληψη για επικίνδυνες ουσίες, όπως φαίνεται και από τους κανονισμούς στους οποίους έχει παραπέμψει ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγομένων Περί Ελέγχου της Ατμόσφαιρας και Επικίνδυνων Ουσιών στα Εργοστάσια. Σε περίπτωση συγκέντρωσης επικίνδυνης ουσίας στο χώρο εργασίας απαιτείται λήψη και ανάλυση δείγματος του αέρα. Εν προκειμένω δεν έχει προσφερθεί οποιαδήποτε μαρτυρία ότι έγινε οποιαδήποτε μέτρηση για να διαπιστωθεί, πρώτον η ύπαρξη εξανίου στο χώρο, και δεύτερον, ο βαθμός συγκέντρωσης σε συνάρτηση με οποιαδήποτε καθορισθέντα όρια. Τέτοιος έλεγχος δεν φαίνεται να προκλήθηκε από τον ενάγοντα ούτε μετά που κατ΄ ισχυρισμόν του αρρώστησε. Το ευλόγως αναμενόμενο θα ήταν κάποιος εργαζόμενος που ασθενεί στο βαθμό που περιγράφει ο ενάγοντας να έθετε το ζήτημα στο Υπουργείο Εργασίας, τόσο για δικούς του σκοπούς, όσο και για προστασία των συναδέλφων του. Ειδικά δε ο ενάγοντας, ο οποίος από τη μαρτυρία προκύπτει πως έθετε συνεχώς ζητήματα στους εργοδότες του για θέματα ήσσονος σημασίας σε σχέση με το πρόβλημα που επικαλείται. Έχοντας υπόψη μου τη μαρτυρία και τις εξηγήσεις της κάθε πλευράς για το σύστημα λειτουργίας του εργοστασίου και τη μαρτυρία στο σύνολό της κρίνω ότι η μαρτυρία του ενάγοντα είναι ασαφής, αντιφατική και με φανερή προσπάθεια υπεκφυγών, ενώ η μαρτυρία των προσώπων που κάλεσε, για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω δεν τον βοηθά. Σε αυτά πρέπει να προστεθεί η ανεξήγητη επιλογή του να μην καλέσει μαρτυρία για τον κρίσιμο, όπως τον καθόρισε, χρόνο. Θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη η χωρίς βάσιμη εξήγηση επιλογή του να μην προσφέρει άμεση μαρτυρία των ιατρών. Αντίθετα, η μαρτυρία που προσέφεραν οι εναγόμενοι, και ειδικά η μαρτυρία του κ. Μαυροκορδάτου, ήταν συγκροτημένη, σαφής και πειστική. Ως εκ των άνω η εκδοχή του ενάγοντα απορρίπτεται στο σύνολό της. Είναι η πρακτική να καθορίζονται οι αποζημιώσεις εν πάση περιπτώσει. Όμως αυτό δεν μπορεί να γίνει εν προκειμένω εφόσον ακριβώς απορρίπτεται ως άνω η εκδοχή του ενάγοντα στο σύνολό της και δεν υπάρχει έτσι οποιαδήποτε μαρτυρία επί της οποίας θα μπορούσε να γίνει υπολογισμός αποζημιώσεων. Ειδικότερα σε ό,τι αφορά την απαίτηση για παράνομη απόλυση σημειώνονται τα ακόλουθα: Οι εναγόμενοι έχουν θέσει με την υπεράσπιση ζήτημα έλλειψης δικαιοδοσίας και ότι αρμόδιο Δικαστήριο είναι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Δεν έχουν προωθήσει το θέμα αυτό, ούτε προδικαστικά, μήτε μέχρι τέλους. Όμως εφόσον ετέθη και πρόκειται για ζήτημα διαδικασίας θα εξεταστεί. Σύμφωνα με το άρθρο 30 και τον Πρώτο Πίνακα του περί Τερματισμού της Απασχολήσεως Νόμου , Ν.24/67, το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών έχει δικαιοδοσία να επιδικάζει αποζημιώσεις για απόλυση μέχρι ποσού που δεν υπερβαίνει τα ημερομίσθια δύο ετών. Εν προκειμένω έγινε δεκτό με την Υπεράσπιση ότι ο ενάγοντας ελάμβανε μηνιαίο εισόδημα £1.000,- πλέον 13ο μισθό. Η απόλυση έλαβε ισχύ 3 εβδομάδες από 27.11.00, ήτοι από το τέλος Δεκεμβρίου
  11. Ο ενάγοντας απαιτεί απώλεια απολαβών μέχρι την ημερομηνία καταχώρισης της έκθεσης απαίτησης, ήτοι μέχρι 8.2.2003 και γενικές αποζημιώσεις, ως άνω, για απώλεια καριέρας. Οι σχετικές απαιτήσεις συνεπώς, υπερβαίνουν το όριο του νόμου. Σε τέτοια περίπτωση, δυνάμει του άρθρου 30
(2)του Νόμου, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να προσφύγει στο επαρχιακό δικαστήριο, που αντιστοίχως έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί. (Interamerican Insurance Co. Ltd v. ΄Αντρη Μακρίδου
(200)1 Α.Α.Δ. 1529, Παναγιώτου ν. Δ. Σ. ΑΡΤΟΚΟΥΛΟΥΡΟΠΟΙΕΙΟΝ ΛΤΔ
(2002)Α.Α.Δ. 1381). Βρίσκοντας ότι το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία, προχωρώ στην εξέταση της σχετικής απαίτησης,, σε συνάρτηση βέβαια με τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Η διαπίστωση είναι πως ο ενάγοντας επέλεξε για δικούς του λόγους να απουσιάζει από την εργασία του. Εν πάση περιπτώσει, δεν έχει αποδείξει ότι απουσίαζε λόγω ανικανότητας. Η δική του μαρτυρία έχει απορριφθεί. Η εξ ακοής μαρτυρία του δρα Κωνσταντινίδη δεν έχει γίνει δεκτή. Εν πάση περιπτώσει, ακόμα και επί του ισχυρισμού του ότι ήταν ανίκανος για εργασία, οι εναγόμενοι απέλυσαν τον ενάγοντα (Τεκμ. 24) θεωρώντας ότι απουσίαζε για περίοδο που δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως προσωρινή. Εξ αυτού προκύπτει ότι θεώρησαν πλέον ότι η συνέχιση της σύμβασης εργασίας, στα πλαίσια της οποίας ο ενάγοντας είχε υποχρέωση να παρέχει εργασία έναντι αμοιβής (Muscat v. Cable and Wireless plc, The Times, 10.4.2006), κατέστη αδύνατη. Στην Υπεράσπιση δεν τίθεται ρητά ζήτημα αδυναμίας ή ματαίωσης της σύμβασης (frustration) όμως με την άρνηση ότι επρόκειτο για παράνομη απόλυση το ζήτημα κατέστη επίδικο και ετέθη στην ακρόαση με το Τεκμ. 24 και τις θέσεις των εναγομένων. Το ζήτημα διέπεται από τις πρόνοιες του άρθρου 56
(2)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, (βλ. Xenophontos v. Tyrimou
(1984)1 C.L.R. 23, Maison Jenny Limited v. Krashia Footwear Industry Limited
(2002)1 Α.Α.Δ. 1156]. Σχετικό είναι το παρακάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Pollock and Mulla Indian Contract and Specific Relief Acts, 9η έκδοση, σελ. 402, που υιοθετήθηκε στην KIER (CYPRUS) Ltd v. TRENCO CONSTRUCTIONS LTD
(1981)1 C.L.R. 30. "The doctrine of frustration comes into play when a contract becomes impossible of performance, after it is made, on account of circumstances beyond the control or parties or the change in circumstances makes the performance of the contract impossible." Υπό το φως της παρατεταμένης απουσίας του ενάγοντα εύλογα οι εναγόμενοι θεώρησαν στις 27.11.2000 πλέον ότι η συνέχιση της σύμβασης είχε πρακτικά και εξ αντικειμένου καταστεί αδύνατη. Επί των θέσεων, επαναλαμβάνω, του ενάγοντα. Ο οποίος όχι μόνο απουσίαζε από τον Μάϊο, αλλά και υπέβαλε αίτηση για επίδομα από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις στις 21.11.2000 με τη θέση ότι θα παραμείνει μόνιμα ανίκανος για εργασία για χρόνο «άγνωστο στο εγγύς μέλλον» (Τεκμ. 23). Σύμφωνα με το Κυρωτικό Νόμο της Σύμβασης περί Τερματισμού της Απασχολήσεως του 1982 (Ν.45/85)ό,τι δεν αποτελεί βάσιμο λόγο τερματισμού είναι η πρόσκαιρη απουσία από την εργασία που οφείλεται σε ασθένεια (άρθρο 6.1). Εν προκειμένω δεν επρόκειτο για πρόσκαιρη πλέον απουσία. Άρα, ακόμα και επί των ισχυρισμών του ενάγοντα, οι εναγόμενοι είχαν δικαίωμα να τερματίσουν την εργοδότηση. Δικαιωματικός κρίνεται ο τερματισμός έτι περαιτέρω τώρα που έχει αφαιρεθεί το υπόβαθρο περί ανικανότητας και ό,τι απομένει είναι, ως άνω, η διαπίστωση περί απουσίας για άλλους, δικούς του λόγους. Υπό το φως των ανωτέρω, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα στην κλίμακα της αγωγής υπέρ των εναγομένων τα οποία καλούνται οι διάδικοι να συμφωνήσουν και να καταθέσουν σχετική δήλωση στον Πρωτοκολλητή εντός 15 ημερών. Άλλως, οι ενάγοντες να ζητήσουν από τον Πρωτοκολλητή να υπολογίσει τα έξοδα, καταθέτοντας κατάλογο εξόδων, τα οποία να εγκριθούν στο τέλος από το Δικαστήριο. (Υπ.)................ Τ. Θ. Οικονόμου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.