← Κύπρος

Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ. ν. Μ. PAPAGEORGIOY TRADERS IMPORTERS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 647/03., 16 Φεβρουαρίου, 2007

Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ. ν. Μ. PAPAGEORGIOY TRADERS IMPORTERS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 647/03., 16 Φεβρουαρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:A28 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ-ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ. Ενώπιον: Ι.Ιωαννίδη, Α.Ε.Δ., Αρ. Αγωγής: 647/

  1. Μεταξύ: Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ., Εναγόντων, και
  2. Μ. PAPAGEORGIOY TRADERS & IMPORTERS LTD.,
  3. Μάριου Παπαγεωργίου,
  4. Ντανιέλλας Μ.Παπαγεωργίου,
  5. Κυριάκου Γ. Παπαγεωργίου, πτωχεύσαντα, διά του Επίσημου Παραλήπτη,
  6. Δέσπως Κ. Παπαγεωργίου, Εναγομένων. 16 Φεβρουαρίου,
  7. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες: κα Μ.Χ"Κωνσταντή για κ. Γ.Πιττάτζη. Για Εναγόμενους 2, 3, 5: κ. Μουγής για κ. Α.Μαθηκολώνη. Α Π Ο Φ Α Σ Η Oι Ενάγοντες με αγωγή που κατέθεσαν στις 5/9/03 αξιώνουν εναντίον των Εναγόμενων 1-5 αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως το ποσό των £67,563.20 με τόκο προς 11.5% από 13/5/03, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Η παρούσα απόφαση αφορά στους Εναγόμενους 2, 3 και 5 αφού εναντίον των Εναγομένων 1 και 4 εξεδόθη στις 21/4/04 απόφαση λόγω παράλειψης τους να εμφανιστούν. Η αξίωση των Εναγόντων ουσιαστικά βασίζεται πάνω σε δύο γραπτές συμφωνίες ημερ. 7/4/98, οι οποίες φέρονται να έχουν υπογραφεί από τους Εναγομένους. Πρόκειται για τη συμφωνία υπό τον τίτλο «Σύμβασις Πιστώσεως» δυνάμει της οποίας οι Ενάγοντες άνοιξαν προς όφελος των Εναγόμενων 1 τρεχούμενο λογαριασμό (πίστεως) ύψους £75,000.-, και τη συμφωνία δανείου ύψους £15,000.-. Σύμφωνα πάντα με τις λεπτομέρειες της Εκθεσης Απαίτησης, οι Εναγόμενοι 1 δυνάμει του πιο πάνω τρεχούμενου λογαριασμού είχαν δικαίωμα ανάληψης χρημάτων και έκδοσης επιταγών με πληρωτές τους Ενάγοντες. Στην Εκθεση Απαίτησης γίνεται επίσης αναφορά στους όρους των πιο πάνω συμφωνιών. Οι Εναγόμενοι 2, 3, 4 και 5 υπέγραψαν ως εγγυητές των υποχρεώσεων των Εναγόμενων 1, όπως αυτές πηγάζουν από τις πιο πάνω συμφωνίες. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος 2 ως πρόσθετη εξασφάλιση κατέθεσε προς όφελος και για λογαριασμό των Εναγόντων το ποσό των £62,890.65σ. Πρόκειται για το λογαριασμό εγγυήσεως (αρ. 531/518263 - 08) κάθε οφειλής των Εναγόμενων 1, που στην Εκθεση Απαίτησης αναφέρεται ως «Δεσμευμένη Κατάθεση». Στις παραγράφους 10 και 11 της Εκθεσης Απαίτησης παρατίθενται οι πρόνοιες της «Δεσμευμένης Κατάθεσης» στις οποίες θα αναφερθώ στη συνέχεια. Τέλος, στην παράγραφο 13 της Εκθεσης Απαίτησης αναφέρονται τα ακόλουθα: «
  8. Οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερ. 13/5/2003 προς τους εναγόμενους 1 την οποία απέστειλαν προς όλους τους λοιπούς εναγομένους ενημέρωναν όλους τους εναγομένους ότι κατ' εφαρμογή των δικαιωμάτων τους που απορρέουν από τις μεταξύ τους συμβάσεις ανακάλεσαν τις πιστώσεις και έκλεισαν τους αντίστοιχους λογαριασμούς μεταφέροντας τους στις καθυστερήσεις με νέο αριθμό 531396031 - 3 με υπόλοιπο £67.563,20 πλέον τόκους προς 11,5% από 13/5/03 και κάλεσαν αυτούς όπως εντός επτά ημερών εξοφλήσουν τα πιο πάνω υπόλοιπα. Οι ενάγοντες με την ίδια επιστολή τους προς όλους τους εναγομένους γνωστοποίησαν σε αυτούς ότι κατ' εφαρμογή των δικαιωμάτων τους που απορρέουν από τις μεταξύ τους συμβάσεις προέβηκαν σε συμψηφισμό των υποχρεώσεων των εναγομένων 1 προς τους ενάγοντες με ποσά που αντλήθηκαν από το Λογαριασμό της Δεσμευμένης Κατάθεσης του εναγομένου 2 με αρ. 531518289 - 5 που εκχωρήθηκαν από τον εναγόμενο 2 ή και τους άλλους εναγομένους προς όφελος των εναγόντων και ότι το εν λόγω υπόλοιπο προέκυψε ύστερα από συμψηφισμό. Επίσης, με την ίδια επιστολή ημερ. 13/5/03 οι ενάγοντες ενημέρωναν τους εναγόμενους για την αύξηση του επιτοκίου σε 11,5%.» Οι Ενάγοντες επικαλούνται το Νόμο 160

(1)/1999 σε σχέση με την αύξηση του επιτοκίου για το οποίο γίνεται αναφορά στην παράγραφο 13 της Εκθεσης Απαίτησης. Είναι η θέση τους ότι παρά την πιο πάνω επιστολή οι Εναγόμενοι δεν κατέβαλαν οποιοδήποτε ποσό με αποτέλεσμα να κατατεθεί η παρούσα αγωγή. Οι Εναγόμενοι 2 και 5 καταχώρισαν στις 25/5/04 κοινό δικόγραφο υπεράσπισης ενώ η Εναγόμενη 3 καταχώρισε στις 29/10/04 το δικό της δικόγραφο υπεράσπισης. Με τα δικόγραφα τους παραδέχονται ότι υπέγραψαν ως εγγυητές επί των γραπτών συμφωνιών ημερ. 7/4/
  1. Παραδέχονται επίσης ότι οι Ενάγοντες παραχώρησαν στους Εναγόμενους 1 δάνειο ύψους £15,000.- με τους όρους που εκτίθενται στην Εκθεση Απαίτησης. Παραδέχονται επίσης και τις πρόνοιες της Δεσμευμένης Κατάθεσης για την οποία έγινε αναφορά πιο πάνω. Ισχυρίζονται ότι η συμφωνία υπό τον τίτλο «Σύμβασις Πιστώσεως» είναι άκυρη και παράνομη εφόσον η Εναγόμενη 1 Εταιρεία ουδέποτε αποφάσισε «.. νομότυπα ή και άλλως πως την υπογραφή της αναφερομένης συμφωνίας ή και εν πάση περιπτώσει η αναφερόμενη συμφωνία υπογράφηκε καθ' υπέρβαση της απόφασης της εναγόμενης εταιρείας η οποία ουδέποτε απεφάσισε ή εξουσιοδότησε οποιονδήποτε πρόσωπο να υπογράψει σύμβαση ως οι ενάγοντες ισχυρίζονται.» Αρνούνται την παράγραφο 13 της Εκθεσης Απαίτησης και ισχυρίζονται ότι δεν οφείλουν στους Ενάγοντες το αξιούμενο ποσό. ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ. Πρώτος μάρτυρας εκ μέρους των Εναγόντων κατέθεσε ο κ. Α.Μαύρος, υπάλληλος των Εναγόντων, στο υποκατάστημα τους στο Παραλίμνι. Ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε ως τεκμήριο 1 γραπτή δήλωση του, το περιεχόμενο της οποίας έχω θέσει ενώπιον μου. Ουσιαστικά με αυτή επαναλαμβάνει τα όσα εκτίθενται στην Εκθεση Απαίτησης. Κατέθεσε, χωρίς ένσταση, ως τεκμήρια και τα ακόλουθα έγγραφα: (α) Σύμβαση Πίστωσης (τεκ.2) (β) Σύμβαση Δανείου (τεκ.3) (γ) Δεσμευμένη Κατάθεση (τεκ.4) (δ) Επιστολή τερματισμού (τεκ.5) (ε) Καταστάσεις λογαριασμού της συναφθείσας σύμβασης δανείου (τεκ.6) (στ) Κατάσταση λογαριασμού της «Δεσμευμένης Κατάθεσης» (τεκ.7) (ζ) Κατάσταση τρεχούμενου λογαριασμού που ανοίχθηκε δυνάμει της Σύμβασης Πιστώσεως (τεκ.8 και τεκ.9 (α) και (β)). (η) Επιστολή ημερ. 19/2/01 προς τους Εναγόμενους 1 σε σχέση με επιτόκια, προμήθειες, επιβαρύνσεις και τραπεζικά δικαιώματα (τεκ.10) το περιεχόμενο της οποίας έγινε αποδεκτό από αυτούς. Ο πιο πάνω μάρτυρας έκανε αναφορά στο περιεχόμενο των πιο πάνω εγγράφων, εξηγώντας για το πώς οι Εναγόμενοι εξακολουθούν να οφείλουν το ποσό των £67,563.20σ. πλέον τόκους. Εχω θέσει ενώπιον μου τα όσα ανέφερε και θα σταθώ σε αυτά όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. Να σημειώσω πως η μαρτυρία του ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε, ενώ έγινε παραδεκτό γεγονός από τους Εναγομένους η κίνηση του λογαριασμού όπως αυτή φαίνεται στα τεκμήρια 8, 9(α) και (β). Αμφισβητήθηκε κυρίως κατά πόσο οι Ενάγοντες εδικαιούντο να χρεώνουν £6.- για κάθε επιταγή των Εναγόμενων 1 που επέστρεφαν σε αυτούς ως ακάλυπτη, ενώ αμφισβήτηση υπήρξε και σε σχέση με την ημερομηνία που έπρεπε να αρχίζει να πιστώνεται ή να χρεώνεται τόκος. Δεύτερος μάρτυρας εκ μέρους των Εναγόντων κατέθεσε ο κ. Αν. Καλημέρας ο οποίος το 2003 ήταν, και συνεχίζει να είναι, υπάλληλος των Εναγόντων. Ανάμεσα στα καθήκοντα του ήταν και η αποστολή μέσω ταχυδρομείου της αλληλογραφίας των Εναγόντων. Σε σχέση με την παρούσα υπόθεση ανέφερε ότι απέστειλε ταχυδρομικώς πέντε ασφαλισμένες επιστολές, μια σε κάθε Εναγόμενο. Πρόκειται για την επιστολή, τεκ.
  2. Κατέθεσε ως τεκ.11 σχετικό έντυπο που επιβεβαιώνει τον πιο πάνω ισχυρισμό του. Η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση. Οι Εναγόμενοι δεν κατέθεσαν ούτε κάλεσαν μάρτυρες. Αυτή ήταν σε γενικές γραμμές η προσαχθείσα μαρτυρία, το σύνολο της οποίας έχω θέσει ενώπιον μου. Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή και τους δύο μάρτυρες ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλοντο, το καλό ή κακό μνημονικό τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. (βλ. C & A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273, 1280-1281). ΄Εχω θέσει ενώπιον μου και το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Αποδέχομαι χωρίς ενδοιασμό τη μαρτυρία και των δύο μαρτύρων αφού μου έκαναν καλή εντύπωση. Αλλωστε, ως ελέχθη και πιο πάνω, η μαρτυρία τους ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση, ενώ ούτε το περιεχόμενο των εγγράφων που κατέθεσαν, χωρίς ένσταση, αμφισβητήθηκε. ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΕΡΜΑΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΞΙΩΣΗΣ ΤΟΥ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΟΥ ΠΟΣΟΥ. Είναι παραδεκτό γεγονός ότι η επιστολή τερματισμού (τεκ.5) στάληκε στις διευθύνσεις των Εναγομένων 2, 3 και 5, όπως αυτές εμφαίνονται σε αυτή. Μαρτυρία ότι η εν λόγω επιστολή δεν παραλήφθηκε από τους Εναγομένους δεν προσάχθηκε. Τουναντίον από την αξιόπιστη μαρτυρία του κ. Μαύρου και του κ. Καλημέρα, το Δικαστήριο βρίσκει ότι οι αποσταλείσες επιστολές δεν επεστράφηκαν από το ταχυδρομείο ως μη παραδοθείσες. Ας σημειωθεί ότι οι Εναγόμενοι με την Υπεράσπιση τους δεν ισχυρίζονται ότι ουδέποτε παρέλαβαν την επιστολή ημερ. 13/5/03, για την οποία οι Ενάγοντες κάνουν αναφορά στην Εκθεση Απαίτησης. Εκείνο λοιπόν που απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο η επιστολή στάληκε στις σωστές διευθύνσεις. Tα έγγραφα εγγυήσεως και αποζημιώσεως επί των τεκ.2 και 3 που υπέγραψαν οι Εναγόμενοι στις 7/4/98, προνοούν τα ακόλουθα σε σχέση με το υπό εξέταση θέμα: «
(9)Η υποχρέωσις μου προς πληρωμήν θα άρχηται αφ' ης στιγμής, ειδοποιηθώ προς τούτο υπό «της Τραπέζης» δι επιστολής ταχυδρομουμένης εις την διεύθυνσίν μου ή παραδιδομένης προσωπικώς εις εμέ εις τον συνήθη τόπον εργασίας μου ή εις την συνήθη κατοικία μου ΓΙΩΡΚΗ ΠΑΠΑΔΟΥΠΟΥΛΟΥ 73, 5290 ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ (για τον 1ον & 2ον) ΣΑΛΑΜΙΝΟΣ 45, 5282 ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ (για τον 3ον & 4ον)» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο.) Η αξιόπιστη και αποδεκτή μαρτυρία κατέδειξε πως κατά τον χρόνο αποστολής των επιστολών ημερομηνίας 13/5/03, τεκ.5, οι Εναγόμενοι είχαν άλλες διευθύνσεις από αυτές που έδωσαν το 1998 κατά τη σύναψη των συμφωνιών. Συγκεκριμένα, ο μάρτυρας των Εναγόντων κ. Ανδρέας Μαύρος ανέφερε πως οι νέες διευθύνσεις στις οποίες στάληκε η επιστολή δόθηκαν από τους ίδιους τους Εναγομένους. Να σημειωθεί εδώ πως η πιο πάνω μαρτυρία του σε καμιά περίπτωση δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του. Μάλιστα ανέφερε πως επειδή επιθυμούν οπωσδήποτε η επιστολή τερματισμού να περιέρχεται σε γνώση των προσώπων προς τα οποία απευθύνεται, προσπαθούν πάντα με διάφορους τρόπους να πληροφορηθούν και επιβεβαιώσουν τις τελευταίες διευθύνσεις αυτών. Μελετώντας προσεκτικά τις υπογραφείσες συμφωνίες και κυρίως τον όρο
(9)αυτών, καταλήγω πως οι Ενάγοντες δεν είχαν υποχρέωση να αποστείλουν την επιστολή σε διευθύνσεις οι οποίες έπαυσαν να συνιστούν τις διευθύνσεις των Εναγομένων ή τον συνήθη τόπο εργασίας ή κατοικίας αυτών. Τουναντίον υποχρέωση είχαν να αποστείλουν την επιστολή στις νέες διευθύνσεις τους, αφού σκοπός της αποστολής της επιστολής, όπως συνάγεται από τον πιο πάνω όρο, είναι η λήψη αυτής από τους ενδιαφερόμενους και όχι η αποστολή για χάριν της αποστολής. Διαφορετικά ίσως θα ήταν τα γεγονότα αν οι Ενάγοντες υποχρεούντο δυνάμει ρητού όρου της συμφωνίας να αποστείλουν την επιστολή ή την γραπτή απαίτηση πληρωμής σε συγκεκριμένη δοθείσα διεύθυνση των Εναγομένων έστω και αν αυτή (δυνάμει και πάλι ρητού όρου) είχε αλλάξει κατά το χρόνο της αποστολής και η αλλαγή αυτή είχε κοινοποιηθεί στους Ενάγοντες. (Για το θέμα αυτό παραπέμπω στην απόφαση που εξέδωσε στις 25/9/06 ο Πρόεδρος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας κ. Κληρίδης, στην αγωγή 293/03 μεταξύ Universal Bank Ltd. v. A.Κόμπου κ.α.) Διαφορετικά ήταν και τα γεγονότα στην υπόθεση Σταύρος Βαβατσινιώτης ν. White Knight Holdings Ltd., Πολιτική Εφεση 12104, απόφαση ημερ. 26/9/06, αφού εκεί ήταν παραδεκτό γεγονός ότι η επιστολή απευθύνθηκε σε λάθος διεύθυνση και σε λάθος ταχυδρομική θυρίδα. Βρίσκω πως εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση έχουν τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Σιάτη ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1598. Στην εν λόγω υπόθεση οι Εναγόμενοι αρκετά μετά την υπογραφή των συμφωνιών, έδωσαν νέα διεύθυνση, στην οποία οι Ενάγοντες απέστειλαν την επιστολή με την οποία αξίωναν την καταβολή του οφειλόμενου ποσού. Το Εφετείο σε συμφωνία με το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε ως αδικαιολόγητο το παράπονο της Υπεράσπισης ότι «οι Ενάγοντες ανέγραψαν λανθασμένα τη διεύθυνση της Εναγόμενης 2», θεωρώντας ότι ορθά οι Ενάγοντες απέστειλαν την επιστολή στη νέα δοθείσα διεύθυνση. Να σημειωθεί εδώ πως οι Ενάγοντες με την πιο πάνω επιστολή τερμάτισαν νόμιμα και τον τρεχούμενο λογαριασμό των Εναγόμενων 1 που ανοίχθηκε δυνάμει της συμφωνίας (τεκ.2), αφού βάσει του όρου 5 της εν λόγω συμφωνίας είχαν δικαίωμα να ανακαλούν την πίστωση και να προβαίνουν σε κλείσιμο του λογαριασμού «καθ' οιονδήποτε χρόνον και κατά την απόλυτον κρίσιν αυτών». Νόμιμα επίσης κατέστησαν, με την ίδια επιστολή, πληρωτέο και απαιτητό το καταβληθέν δάνειο αφού οι Εναγόμενοι 1 (εναντίον των οποίων ήδη έχει εκδοθεί απόφαση) δεν κατέβαλλαν τις δόσεις τους όπως προέβλεπε η συμφωνία. (Για το θέμα αυτό παραπέμπω στον όρο 9(β) του τεκ.3 και στο τεκ.6.) Συνεπώς δεν εφαρμόζονται στην παρούσα υπόθεση τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Lombard Natwest Ltd. v. Λαζαρίδη
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1465, αφού εκεί δεν υπήρξε τερματισμός του τρεχούμενου λογαριασμού και καθορισμός του οφειλόμενου ποσού. Υπό το φως των πιο πάνω, βρίσκω ότι οι Ενάγοντες εκπλήρωσαν τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από τον όρο
(9)των εγγυήσεων που υπέγραψαν οι Εναγόμενοι. ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ ΟΤΙ Η ΣΥΜΒΑΣΗ ΠΙΣΤΩΣΗΣ ΕΙΝΑΙ ΑΚΥΡΗ. Οι ισχυρισμοί των Εναγόμενων 2, 3, 5 ότι η Σύμβαση Πίστωσης είναι άκυρη επειδή δεν υπεγράφη νομότυπα από τους Εναγόμενους 1, και συνεπώς η εγγύηση που οι ίδιοι έδωσαν είναι άκυρη, δεν αποδείχθηκαν αφού καμιά μαρτυρία δεν προσκομίστηκε. Ως εκ τούτου δεν θα ασχοληθώ με αυτούς τους ισχυρισμούς. ΑΞΙΩΣΗ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ ΓΙΑ ΕΠΙΤΟΚΙΟ 11.5%. Παρόλο που κατά την ακροαματική διαδικασία δεν αμφισβητήθηκε το δικαίωμα των Εναγόντων να αξιώσουν επιτόκιο προς 11.5% πάνω στο καθυστερημένο οφειλόμενο ποσό, θεωρώ σκόπιμο να αναφέρω τα ακόλουθα αφού στα δικόγραφα των Εναγομένων γίνεται κάποια γενική και αόριστη αναφορά γύρω από το πιο πάνω θέμα. Δυνάμει των επίδικων συμφωνιών, (τεκ.2 και 3) οι Ενάγοντες είχαν δικαίωμα κατά την απόλυτη κρίση τους να τροποποιούν το επιτόκιο με έγγραφη ειδοποίηση προς τους οφειλέτες. Με την επιστολή τερματισμού ημερ. 13/5/03 (τεκ.5) οι Ενάγοντες ρητά αναφέρουν ότι το οφειλόμενο υπόλοιπο ύψους £67,563.20 μεταφέρεται στις οριστικές καθυστερήσεις και ότι αυτό θα επιβαρύνεται με επιτόκιο προς 11,5%. Η αύξηση αυτή δεν απαγορεύεται από τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο, Ν.160(Ι)/99ο οποίος τέθηκε σε ισχύ από την 1/1/
  1. Οι Εναγόμενοι ουδέποτε κατέβαλαν το πιο πάνω οφειλόμενο ποσό και συνεπώς ορθά το οφειλόμενο ποσό επιβαρύνεται με το πιο πάνω επιτόκιο. ΑΛΛΕΣ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ Ηταν η θέση του κ. Μουγή ότι κακώς οι Ενάγοντες χρέωναν £6.- για κάθε επιταγή που εξέδιδαν οι Εναγόμενοι 1 και η οποία επιστρεφόταν ως ακάλυπτη. Το Δικαστήριο εν πρώτοις παρατηρεί ότι δεν υπάρχει τέτοια δικογραφημένη θέση στην Υπεράσπιση των Εναγομένων, οι οποίοι απλά αρνούνται γενικά και αόριστα ότι οφείλουν οποιοδήποτε ποσό. Εν πάση περιπτώσει στον όρο 11 της Συμφωνίας Πίστωσης γίνεται αναφορά πως οποιαδήποτε έξοδα τα οποία προκύπτουν «συνεπεία και εις εκτέλεσιν της παρούσης Συμβάσεως» θα βαρύνουν τον «οφειλέτη». Η αξιόπιστη μαρτυρία κατέδειξε ότι η μη πληρωμή των επιταγών που εξέδιδαν οι Εναγόμενοι 1 οφειλόταν στους ίδιους (δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια) και συνεπώς ορθά επιβαρύνονταν με τα έξοδα επιστροφής των ακάλυπτων επιταγών τους. Η ίδια αξιόπιστη μαρτυρία κατέδειξε ότι ήταν σε γνώση των Εναγομένων ότι για κάθε επιστροφή ακάλυπτης επιταγής τους θα εχρεώνοντο προς £6.- και ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν γι' αυτές τις χρεώσεις, οι οποίες τους εγνωστοποιούντο με τις καταστάσεις λογαριασμών που τους αποστέλλοντο μηνιαίως για σειρά ετών. Δεν με βρίσκει σύμφωνο ούτε η θέση του κ. Μουγή, η οποία ας σημειωθεί ούτε και αυτή είναι δικογραφημένη, ότι οι Ενάγοντες δεν χρησιμοποιούσαν τη σωστή τοκοφόρο ημερομηνία (value date). H αξιόπιστη μαρτυρία του κ. Μαύρου κατέδειξε ότι οι καταθέσεις μετρητών είχαν value date την επόμενη εργάσιμη ημέρα ενώ το value date των επιταγών που κατατίθεντο ήταν δύο εργάσιμες ημέρες από την ημερομηνία κατάθεσης τους. Αυτή η τραπεζική τακτική, ως ανέφερε, ελέγχεται από την Κεντρική Τράπεζα. Η εξήγηση που έδωσε ο μάρτυρας για την πιο πάνω τακτική, και η οποία γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο, είναι ότι ο τόκος αρχίζει να υπολογίζεται από την ημέρα που η Τράπεζα μπορεί να χρησιμοποιήσει τα κατατεθέντα χρήματα ή τα ποσά των κατατεθεισών επιταγών. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι οι κατατεθείσες επιταγές παρουσιάζονται στο κέντρο εκκαθάρισης της Κεντρικής Τράπεζας την επόμενη εργάσιμη ημέρα της κατάθεσης τους, και η Κεντρική Τράπεζα τους πιστώνει με την επόμενη εργάσιμη ημέρα, γι' αυτό και οι ίδιοι υπολογίζουν τους τόκους δύο εργάσιμες ημέρες από την κατάθεση των επιταγών. Οσον αφορά στα μετρητά, αυτά, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τους Ενάγοντες ή να κατατεθούν στην Κεντρική Τράπεζα την επόμενη εργάσιμη ημέρα. Το Δικαστήριο δεν βλέπει τίποτε το επιλήψιμο στην πιο πάνω προσέγγιση και δεν συμφωνώ με τη θέση του κ. Μουγή ότι έπρεπε να προσαχθεί περαιτέρω μαρτυρία από την Κεντρική Τράπεζα σε σχέση με τα πιο πάνω. Επαναλαμβάνω και εδώ ότι για τον πιο πάνω υπολογισμό των τόκων οι Εναγόμενοι ενημερώνονταν με τις καταστάσεις λογαριασμών που τους αποστέλλοντο, και ουδέποτε αμφισβήτησαν ή διαμαρτυρήθηκαν για τον τρόπο που υπολογίζονταν οι τόκοι. ΔΕΣΜΕΥΜΕΝΗ ΚΑΤΑΘΕΣΗ. Είναι παραδεκτό γεγονός ότι ο Εναγόμενος 2 υπέγραψε τη Δεσμευμένη Κατάθεση (τεκ.4). Ανάμεσα στους όρους της Δεσμευμένης Κατάθεσης είναι και ο ακόλουθος: (γ) Παρέχεται δια του παρόντος εις «την Τράπεζαν» το δικαίωμα και ή αμετάκλητος πληρεξουσιότης όπως, καθ' οιονδήποτε χρόνον ή χρόνους και από καιρού εις καιρόν κατά την κρίσιν της και άνευ προγενεστέρας προς τον «εγγυητήν» ειδοποιήσεως μεταφέρη εκ του ως άνω κατατεθέντος ή εν τω μέλλοντι κατατεθησομένων ποσών ως ασφάλεια, ενέχυρον ή εγγύησις οιονδήποτε ποσόν ή ποσά προς εξόφλησιν, ή πληρωμήν έναντι οιουδήποτε υφισταμένου ή μελλοντικού χρέους «του οφειλέτου» και/ή «του εγγυητού» προς «την Τράπεζαν» «του εγγυητού» μη δικαιουμένου άνευ της γραπτής συγκαταθέσεως «της Τραπέζης» ν' αποσύρη το ως άνω κατατεθέν ή οιονδήποτε μεταγενεστέρως κατατεθησόμενον επιπρόσθετον ποσόν ή οιονδήποτε μέρος τούτων εφ' όσον θα εξακολουθή να οφείλεται εις «την Τράπεζαν» οιονδήποτε ποσόν είτε υπό του «οφειλέτου» είτε υπό «του εγγυητού».» Από την προσαχθείσα προφορική μαρτυρία και τα κατατεθέντα τεκμήρια 6, 7 και 8 συνάγεται ότι από τη Δεσμευμένη Κατάθεση (τεκ.4) του Εναγόμενου 2 αφαιρέθηκε το ποσό των £11,829.76 το οποίο χρησιμοποιήθηκε για να εξοφληθεί το καταβληθέν δάνειο. Να επαναλάβω εδώ ότι είναι παραδεκτό γεγονός από τους Εναγόμενους 2, 3, 5 ότι καταβλήθηκε στους Εναγόμενους 1 το ποσό των £15,000.- δυνάμει της συμφωνίας δανείου (τεκ.3). Το υπόλοιπο ποσό της Δεσμευμένης Κατάθεσης που ανήρχετο σε £70,773.89 (δες τεκ.7) πιστώθηκε στον τρεχούμενο λογαριασμό των Εναγόμενων 1 που ανοίχθηκε δυνάμει της Σύμβασης Πίστωσης, τεκ.
  2. Συνολικά δηλαδή αφαιρέθηκε ολόκληρο το ποσό της Δεσμευμένης Κατάθεσης. Ο τρεχούμενος λογαριασμός των Εναγόμενων 1 στις 13/5/03, ημερ. κατά την οποία έκλεισε, είχε χρεωστικό υπόλοιπο £138,337.
  3. Συνεπώς, με την πίστωση του ποσού των £70,773.89 παρέμεινε και παραμένει χρεωστικό υπόλοιπο £67,563.20 πλέον τόκοι, το οποίο οι Ενάγοντες αξιώνουν με την παρούσα αγωγή. Υπό το φως των πιο πάνω, εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 2, 3 και 5 αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως για £67,563.20 με τόκο προς 11,5% από 13/5/03 μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Τέλος οι Εναγόμενοι 2, 3 και 5 καταδικάζονται στα έξοδα της αγωγής όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ι.Ιωαννίδης, Α.Ε.Δ., /ΑΚΣ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.