← Κύπρος

A L PROCHOICE FINANCIAL SERVICES LTD ν. Βύρωνα Αργυρίδη, Αρ. Αγωγής: 803/01, 23 Φεβρουαρίου 2007

A L PROCHOICE FINANCIAL SERVICES LTD ν. Βύρωνα Αργυρίδη, Αρ. Αγωγής: 803/01, 23 Φεβρουαρίου 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:A30 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κληρίδη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 803/01 Μεταξύ: A. L. PROCHOICE FINANCIAL SERVICES LTD Ενάγοντος και Βύρωνα Αργυρίδη Εναγομένου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 23 Φεβρουαρίου 2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: κ. Μ. Ιωάννου για κκ. Παπαχαραλάμπους και Αγγελίδη Για τον Εναγόμενο: κ. Α. Μαθηκολώνης Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ΄Εκθεση Απαίτησης στην παρούσα αγωγή είναι λιτή. Σύμφωνα με τα κύρια γεγονότα που εγείρονται στο πλαίσιο της, η ενάγουσα, η οποία είναι χρηματιστηριακή εταιρεία, κατόπιν εντολής από τον εναγόμενο, κατά την περίοδο μεταξύ 17.12.96-5.1.99, διεξήγαγε εκ μέρους του υπηρεσίες αγοραπωλησίας μετοχών. Στο πλαίσιο εκτέλεσης των χρηματιστηριακών αυτών συναλλαγών, η ενάγουσα πλήρωσε για λογαριασμό του εναγομένου διάφορα ποσά και εδικαιούτο σε προμήθειες και αμοιβή, το υπόλοιπο των οποίων ανέρχεται σε £6.954.

  1. Αυτό είναι το ποσό το οποίο η ενάγουσα διεκδικεί με την αγωγή της λόγω της άρνησης του εναγομένου να το καταβάλει σ΄ αυτήν, μαζί με τόκο προς 9% ετήσια. Στην Υπεράσπιση του, ο εναγόμενος, παραδέχεται ότι σε κάποιες συγκεκριμένες ημερομηνίες τις οποίες και παραθέτει, εντός της προαναφερθείσας περιόδου, πράγματι είχε δώσει εντολή προς την ενάγουσα για διεκπεραίωση συγκεκριμένων χρηματιστηριακών πράξεων, τις οποίες αυτοί εκτέλεσαν και κράτησαν την προμήθεια την οποία εδικαιούτο. Ο εναγόμενος είχε επισκεφθεί στις 16.12.96 τον διευθυντή της ενάγουσας κ. Α. Λεωνίδου στα γραφεία της ενάγουσας για να αγοράσει μετοχές της Τράπεζας Κύπρου. ΄Ομως ο δεύτερος τον προέτρεψε και τον έπεισε, να αγοράσει αντί τούτων, 100.000 μετοχές στην Επενδυτική Εταιρεία Δωδώνη καταβάλλοντας ποσό £30.000, καθότι όπως τον συμβούλευσε, εκείνη η εταιρεία επρόκειτο να εισέλθει σύντομα στο ΧΑΚ και συνιστούσε μια πολύ καλύτερη επένδυση. Τελικά, η Δωδώνη εισήχθη στο ΧΑΚ τον Αύγουστο του 1997, πλην όμως αντίθετα με τις διαβεβαιώσεις της ενάγουσας, εισήλθε σε τιμή διαπραγμάτευσης χαμηλότερη από την τιμή κτήσης της που κατέβαλε ο εναγόμενος. Κατόπιν πολλών και έντονων διαμαρτυριών του εναγομένου, ο προαναφερθείς διευθυντής της ενάγουσας, αποδέκτηκε όπως αγοράσει ο ίδιος τις μετοχές που είχε αγοράσει ο εναγόμενος στη Δωδώνη μαζί με 20.000 Δ.Α.Μ. που του είχαν δοθεί δωρεάν, επιστρέφοντας σ΄ αυτόν το ποσό που είχε δαπανήσει, πλέον τόκους. Πράγματι, η ενάγουσα και/ή ο διευθυντής τους κατάβαλαν στον εναγόμενο συνολικό ποσό £33.000 σε δύο δόσεις, με εξόφληση στις 21.5.
  2. Αργότερα όμως, σύμφωνα πάντα με τον εναγόμενο, όταν ο ίδιος ζήτησε και πήρε με άλλη ευκαιρία, κατάσταση των συναλλαγών του, μετ΄ εκπλήξεως διαπίστωσε να εμφανίζονται σ΄ αυτήν συναλλαγές που είχαν γίνει για λογαριασμό του για τις οποίες δεν είχε ιδέα και να παρουσιάζεται και το χρεωστικό υπόλοιπο των £6.954.97 εναντίον του. Παρά και τις νέες έντονες διαμαρτυρίες του όμως προς την ενάγουσα και σχετική διαβεβαίωση του διευθυντή της, το υπόλοιπο αυτό δεν διαγράφηκε. Πέραν τούτων, στις 4.4.2000, ο εναγόμενος επισκέφθηκε άλλο χρηματιστηριακό γραφείο στο οποίο ανέθεσε την πώληση 45.000 μετοχών της Τράπεζας Κύπρου και 17.000 της F.W.Woolworth τις οποίες κατείχε. Τότε όμως διαπίστωσε ότι κατόπιν καταγγελίας την οποία είχε υποβάλει προς το ΧΑΚ η ενάγουσα, ο εναγόμενος θεωρήθηκε σαν πρόσωπο στο οποίο απαγορευόταν η διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών. Παρά τις διαμαρτυρίες του προς την ενάγουσα, αυτή η απαγόρευση διατηρήθηκε μέχρι το 2003 οπότε με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η απαγόρευση σε τέτοιες περιπτώσεις κρίθηκε σαν παράνομη και/ή αντισυνταγματική οπότε ήρθη και για την περίπτωση του εναγομένου. Ισχυρίζεται λοιπόν ο εναγόμενος ότι λόγω της μακράς απαγόρευσης η οποία του επιβλήθηκε με υπαιτιότητα της ενάγουσας, εμποδίστηκε από του να πωλούσε στις 4.4.2000 τις προαναφερθείσες μετοχές του στις ψηλές τιμές που επικρατούσαν τότε και έτσι υπέστη ζημιά. Αυτή την ζημιά, ο εναγόμενος την υπολόγισε σε £398.000 σε σχέση με τη μείωση της τιμής πώλησης των μετοχών της Τράπεζας Κύπρου και £59.500 σε σχέση με τη μείωση της αξίας των μετοχών της F.W.Woolworth. Επικαλούμενος αυτή τη ζημιά που ισχυρίζεται ότι υπέστη, ο εναγόμενος πρόβαλε Ανταπαίτηση με την οποία διεκδικεί την καταβολή σ΄ αυτόν από την ενάγουσα, του συνολικού ποσού των £475.500 σαν αποζημιώσεις (αντί για ποσό £457.500 στο οποίο ανέρχεται με σωστή αριθμητική η προαναφερθείσα ζημιά που εκθέτει). Για να προωθήσει τις θέσεις της ενάγουσας έδωσε προφορική μαρτυρία ο διευθύνων σύμβουλος της, ΜΕ1 Α. Λεωνίδου και κατέθεσε και γραπτή δήλωση σαν μέρος της κύριας εξέτασης του (τεκμήριο 6). ΄Οπως προκύπτει από τα κύρια σημεία της μαρτυρίας του μάρτυρα τούτου, κατά την ουσιώδη χρονική περίοδο η ενάγουσα προέβηκε σε ευάριθμες χρηματιστηριακές συναλλαγές, δηλαδή αγορές-πωλήσεις μετοχών και/ή Δικαιωμάτων Αγοράς Μετοχών, λεπτομερής ανάλυση των οποίων εμφαίνεται στην Αναλυτική Κατάσταση που τηρήθηκε από την ενάγουσα και σημειώθηκε σαν Τεκμήριο
  3. Ο μάρτυρας παρουσίασε επίσης και σημειώθηκαν σαν τεκμήρια όλα τα έγγραφα μεταβίβασης εισηγμένων αξιών, οι τίτλοι και τα πιστοποιητικά μεταβίβασης και εκεί όπου απαιτείτο αυτά φέρουν την υπογραφή του εναγομένου (τεκμήρια 2-5). Σύμφωνα πάντα με το μάρτυρα, ο εναγόμενος επισκεπτόταν τακτικότατα τα γραφεία της ενάγουσας εταιρείας επειδή όπως είχε αναφέρει, διέθετε κάποιο σημαντικό ποσό που είχε λάβει σαν εφάπαξ πληρωμή με την αφυπηρέτηση του από την Αστυνομική Δύναμη, το οποίο προτίθετο να επενδύσει στο χρηματιστήριο. Οι εντολές για τις συγκεκριμένες συναλλαγές, δίδονταν πάντα από τον ίδιο τον εναγόμενο προφορικά, αφού δεν υπήρχαν σε ισχύ οποιοιδήποτε κανονισμοί για γραπτές εντολές. ΄Ολες οι συναλλαγές γίνονταν κατόπιν συζητήσεων που ο εναγόμενος είχε με τον ίδιο και ο μάρτυρας του έδινε την συμβουλή και άποψη του. Δεν είναι όμως κατόπιν προτροπών ή συμβουλών του που ο εναγόμενος αντί να αγοράσει μετοχές της Τράπεζας Κύπρου, αγόρασε μετοχές της Δωδώνης. Ο μάρτυρας δέχθηκε ότι ενήργησε σαν Σύμβουλος Επενδύσεων και Διευθυντής της ΄Εκδοσης των μετοχών της Δωδώνης Επενδυτικής πλην όμως ουδέποτε ανάφερε στον εναγόμενο οτιδήποτε περί εγγυημένης επένδυσης ή παρόμοια. ΄Οπως χαρακτηριστικά κατάθεσε ο μάρτυρας, ασκεί το επάγγελμα για 16 χρόνια στην Κύπρο και για άλλα 3 στην Ελλάδα και γνωρίζει καλά τι σημαίνει να λέγεις σε κάποιο επενδυτή ότι θα κερδίσει σίγουρα και πόσα. Ως προς τους ισχυρισμούς του εναγομένου ότι κατόπιν διαμαρτυριών του ο μάρτυρας ή η ενάγουσα αγόρασε πίσω τις μετοχές της Δωδώνης που είχε αγοράσει, ο μάρτυρας αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι είχε συμβεί, ή ότι μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο. Δέχθηκε μόνο ότι όντως ο εναγόμενος με την εισαγωγή της μετοχής της Δωδώνης παραπονείτο για τη χαμηλή της τιμή και ζητούσε εξήγηση για τούτο, και τότε ο ίδιος ο μάρτυρας τον ενημέρωσε ότι αυτό αποδιδόταν στις γενικότερες συνθήκες που επικρατούσαν. Η απόδοση δηλαδή της μετοχής εξαρτάτο από την όλη πορεία του ΧΑΚ και σαν επένδυση χαρτοφυλακίου, η αγορά εκείνης της μετοχής ήταν καλή μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα. Λόγω όμως της επιμονής του εναγομένου και με εντολή του, η ενάγουσα πώλησε τις μετοχές και Δικαιώματα Αγοράς Μετοχών που αυτός κατείχε στη Δωδώνη, και εισπράχθηκε το ποσό των £28.829.
  4. Αυτό το ποσό καταβλήθηκε στον εναγόμενο, κατόπιν δικής του παράκλησης με δύο επιταγές, μια για £23.382.50 για την πώληση των μετοχών και μια για £4,701.12 για την πώληση των Δικαιωμάτων Αγοράς Μετοχών, αφαιρουμένων των προμηθειών της ενάγουσας. ΄Ενα άλλο ποσό ύψους £10.000 είχε δοθεί στον εναγόμενο έναντι του λογαριασμού του στις 29.5.98 (όπως φαίνεται και στην Κατάσταση-Τεκμήριο 1) επειδή αυτός το ζητούσε επειγόντως για να πληρώσει για ένα χωράφι στα Λεύκαρα και είχε ασκήσει για να γίνει αυτή η πληρωμή έναντι, μεγάλη συναισθηματική πίεση στον ίδιο τον ΜΕ
  5. Εκ μέρους του εναγομένου, πέραν της δική του μαρτυρίας, στα κύρια σημεία της οποίας θα αναφερθώ αργότερα, έδωσαν μαρτυρία και οι ακόλουθοι: Ο ΜΥ1 Αβραάμ Πεπίτσιος, υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου Λτδ παρουσίασε σαν τεκμήριο επιταγή που εκδόθηκε από τον εναγόμενο για ποσό £51.420.92 η οποία και κατατέθηκε σε λογαριασμό της ενάγουσας στην Alpha Bank ημερ. 5.1.1999 και η οποία, σύμφωνα με Παραδεκτό Γεγονός το οποίο δηλώθηκε στο Δικαστήριο, πληρώθηκε κανονικά. Ο ΜΥ2 Λοχ. 4734 Χ. Ευδοκίμου του ΤΑΕ, κατάθεσε ότι στις 6.11.00 επισκέφθηκε το Τμήμα ο εναγόμενος, ο οποίος και προέβηκε σε καταγγελία ότι κατά τα τρία προηγούμενα χρόνια ο κ. Α. Λεωνίδου έκανε για λογαριασμό του συναλλαγές με μετοχές χωρίς τη γνώση, εντολή και συγκατάθεση του. Δεν λήφθηκε όμως κανένα περαιτέρω μέτρο από την Αστυνομία καθότι ο κ. Λεωνίδου τον οποίο ο μάρτυρας επισκέφθηκε σχετικά, του είπε ότι ενεργούσε εκ μέρους του εναγομένου δυνάμει πληρεξουσίου το οποίο και του επέδειξε. Η ΜΥ3 Γιόλα Χρήστου η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στην χρηματιστηριακή εταιρεία Σεβέρης & Αθηαινίτης, παρουσίασε στο Δικαστήριο αντίγραφο επιταγής για ποσό £8.787.33 που εξέδοσε η εταιρεία της προς την ενάγουσα, το οποίο ήταν προϊόν πώλησης μετοχών από την μερίδα του εναγομένου, στις εταιρείες Cyprus Airways Ltd, Cytrustees και CTC. Η ενάγουσα, σαν χρηματιστής του εναγομένου προέβηκε σ΄ εκείνες τις πωλήσεις μέσω της Σεβέρης & Αθηαινίτης. Σύμφωνα περαιτέρω με τη μαρτυρία του ΜΥ4 Μ. Ελευθεριάδη ο οποίος κατά τον Απρίλιο του 2000 εργαζόταν σαν αντιπρόσωπος της χρηματιστηριακής εταιρείας CLR, οι πελάτες-επενδυτές έδιδαν εντολές για αγοραπωλησίες μετοχών, συνήθως γραπτές κάποτε όμως και τηλεφωνικά. Στις 4.4.2000 ο εναγόμενος του έδωσε εντολή για πώληση 45.000 μετοχών της Τράπεζας Κύπρου και 17.000 Δικαιωμάτων Αγοράς Μετοχών της F.W.Woolworth (τεκμήριο 12). ΄Ομως η CLR στην οποία, ο μάρτυρας διαβίβασε την εντολή, δεν μπόρεσε να την εκτελέσει, επειδή όπως τον πληροφόρησαν, το όνομα του εναγομένου ήταν στον κατάλογο των προσώπων στα οποία απαγορευόταν η διενέργεια συναλλαγών λόγω οφειλής της προς άλλο μέλος του ΧΑΚ ("black-list"). Δύο περαιτέρω μάρτυρες οι ΜΥ5 και ΜΥ7 (τρεις δηλαδή συνολικά) ασχολήθηκαν με την προαναφερθείσα επιταγή για £8.787.33 της Σεβέρης & Αθηαινίτης στην οποία είχε αναφερθεί η ΜΥ3 Γ. Χρήστου. Από τη μαρτυρία τους, από την ίδια την επιταγή και από το δελτίο κατάθεσης της, καταδεικνύεται ότι κατατέθηκε η επιταγή με το πιο πάνω ποσό, και εισπράχθηκε, αφού χρεώθηκε ανάλογα ο λογαριασμός του πελάτη της, Τράπεζας Κύπρου. Με τη δική του μαρτυρία και τα έγγραφα που παρουσίασε, ο λειτουργός του ΧΑΚ ΜΥ6 Μάρκελλος Χατζημάρκου κατέδειξε την διακύμανση των τιμών της μετοχής της Τράπεζας Κύπρου από 4.1.00-20.9.06, της μετοχής της Δωδώνης Επενδυτικής καθώς και το ενημερωτικό δελτίο το οποίο είχε εκδώσει. Επίσης, παρουσίασε σαν τεκμήριο 15 επιστολή ημερ. 16.3.00 της ενάγουσας προς όλα τα μέλη του ΧΑΚ με κοινοποίηση προς το ΧΑΚ με την οποία ισχυριζόταν ότι ο εναγόμενος είχε οικονομικές υποχρεώσεις σ΄ αυτήν και αρνείτο να τις εκπληρώσει. ΄Οπως εξήγησε ο μάρτυρας, το ΧΑΚ δεν τηρούσε κανένα κατάλογο προσώπων στα οποία απαγορευόταν η διενέργεια συναλλαγών. Απλώς κοινοποιούνταν σ΄ αυτά επιστολές που απέστελλε ένα χρηματιστηριακό γραφείο στα άλλα, χωρίς να είχε το ΧΑΚ καμμιά εξουσία να επέμβει. Είναι γεγονός ότι στον Κανονισμό 20

(2)των περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Κανονισμών, προβλεπόταν πως δεν επιτρεπόταν στα μέλη του ΧΑΚ, χωρίς ρητή έγκριση του Συμβουλίου να αποδέχονται εντολές από ένα εντολέα, υπό τέτοιες συνθήκες. ΄Ομως το Ανώτατο Δικαστήριο σε προσφυγή την οποία εξεδίκασε, κήρυξε τον Κανονισμό εκείνο σαν αντισυνταγματικό, εκτός δηλαδή των πλαισίων των άρθρων 23, 25 και 26 του Συντάγματος. Για τούτο, το ΧΑΚ εξέδωσε σχετική ανακοίνωση του ημερ. 26.6.02 καλώντας τα μέλη του να μή κάνουν χρήση του κανονισμού (τεκμήριο 16). ΄Οπως περαιτέρω εξήγησε ο μάρτυρας, θεωρητικά κανένας δεν μπορούσε να απαγορεύσει σε ένα γραφείο να εκτελέσει εντολές ενός τέτοιου επενδυτή, πλην όμως τα μέλη του ΧΑΚ θεωρούσαν σαν υποχρέωση τους να μην το πράττουν. Στη δική του μαρτυρία, η οποία δόθηκε υπό μορφή γραπτής δήλωσης αλλά και προφορικής μαρτυρίας, ο εναγόμενος, εξέθεσε και ανέπτυξε περαιτέρω, τα κύρια γεγονότα που εγείρονται στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση του. Ως προς την πρώτη επαγγελματική συνάντηση που είχε στα γραφεία της ενάγουσας, ο εναγόμενος κατάθεσε ότι αυτή μέσω του διευθύνοντα συμβούλου της κ. Λεωνίδου τον προέτρεψε ή και τον συμβούλευσε, αντί να αγόραζε μετοχές της Τράπεζας Κύπρου, όπως ήταν η πρόθεση του, να αγόραζε μετοχές της Δωδώνης, αφού, σύμφωνα με τις επίμονες συμβουλές του, η δεύτερη εκείνη επένδυση θα ήταν πολύ καλύτερη. Ο εναγόμενος πείσθηκε και διέθεσε προς τούτο ποσό £30.
  1. Αργότερα, ο εναγόμενος προέβηκε σε δύο άλλες συναλλαγές μέσω των εναγόντων, στις 19.12.1996 και στις 8.2.
  2. ΄Οταν αργότερα η μετοχή της Δωδώνης, εισήχθη στο ΧΑΚ στις 6.8.1997 και έτυχε διαπραγμάτευσης σε τιμή χαμηλότερη της αξίας κτήσης της από τον εναγόμενο, αυτός διαμαρτυρήθηκε έντονα στον κ. Λεωνίδου και απαίτησε την επιστροφή των χρημάτων πλέον τόκους. Ο δεύτερος όμως κωλυσιεργούσε στο να ανταποκριθεί και τελικά κατόπιν έντονων πιέσεων του εναγομένου, περί τις αρχές Μαρτίου 1998, αποδέκτηκε να αγοράσει ο ίδιος τις μετοχές και Δικαιώματα Αγοράς Μετοχών του εναγομένου στην Δωδώνη, επιστρέφοντας στον εναγόμενο το ποσό που είχε καταβάλει πλέον τόκους. Στις 17.3.1998 ο κ. Λεωνίδου είπε στον εναγόμενο ότι μπορούσε να του πληρώσει ποσό £10.000 έναντι και του παρέδωσε επιταγή των εναγόντων για ισόποσο. Αργότερα, περί την 29.5.98 του παρέδωσε ακόμα δύο επιταγές, δηλαδή μια για ποσό £10.000 και άλλη για ποσό £13.382.
  3. Την δεύτερη αυτή επιταγή την εξαργύρωσε κρατώντας τις £382.50 και καταθέτοντας το υπόλοιπο εκ £13.000 μαζί με την άλλη επιταγή των £10.000 στο λογαριασμό του. Σύμφωνα πάντα με τον εναγόμενο, όλες οι αγοραπωλησίες μετοχών που εμφανίζονται στη σχετική κατάσταση λογαριασμού που κατάθεσαν οι ενάγοντες και που έγιναν μετά τις 11.3.1998, έγιναν χωρίς την γνώση και οδηγίες του με εξαίρεση πώληση στις 7.9.1998, 1,875 Δικαιωμάτων Αγοράς Μετοχών της εταιρείας F.W.Woolworth. Σε μεταγενέστερο στάδιο, όταν ο εναγόμενος έλαβε γνώση των κατ΄ ισχυρισμό πράξεων που έγιναν εκ μέρους και κατ΄ εντολή του και του χρεωστικού υπολοίπου των £6.954.97, διαμαρτυρήθηκε και ο κ. Λεωνίδου του είπε ότι ο λόγος για τον οποίο διενεργούσε τις συναλλαγές εκείνες, ήταν σε μια προσπάθεια να πραγματοποιήσει κέρδος για να εξισορροπήσει τη ζημιά που υπέστη από την αποπληρωμή σ΄ αυτόν των μετοχών της Δωδώνης. Μετά απ΄ αυτό, ο εναγόμενος διέκοψε σχέσεις με τους ενάγοντες και στις 4.4.2000 απευθύνθηκε στη χρηματιστηριακή εταιρεία C.L.R. για να πωλήσουν 45.000 μετοχές του της Τράπεζας Κύπρου και 17.000 της F.W. Woolworth. Διαπίστωσε τότε με έκπληξη ότι οι ενάγοντες περιέλαβαν το όνομα του στον κατάλογο των προσώπων στα οποία απαγορευόταν να διενεργούν χρηματιστηριακές συναλλαγές. Μετά την απαγόρευση αυτή, η αξία των μετοχών του άρχισε να μειώνεται από τις £10 περίπου που ήταν τότε της Τράπεζας Κύπρου και £3-£4 της F.W.Woolworth στις £2 και £0.5 αντίστοιχα κατά το 2003, οπότε με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου κηρύχθηκε αντισυνταγματική η προαναφερθείσα απαγόρευση. Σαν συνέπεια των πιο πάνω ενεργειών των εναγόντων, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι υπέστηκε ζημιά ύψους £398.000 σ΄ ότι αφορά τη μείωση της αξίας των μετοχών της Τράπεζας Κύπρου και £59.500 περίπου της F.W.Woolworth. Τελευταίος μάρτυρας του εναγομένου ήταν η ΜΥ9 Φ. Κωνσταντίνου της Τράπεζας Κύπρου, η οποία παρουσίασε στο Δικαστήριο δύο επιταγές τις οποίες είχε εκδόσει η εταιρεία Α. L. Prochoice Stockbrokers Ltd στο όνομα του εναγομένου (τεκμήρια 26 και 27). Η πρώτη ήταν για το ποσό των £10.000 και είχε εκδοθεί στις 17.3.1998 και η δεύτερη επίσης για ποσό £10.000 που είχε εκδοθεί στις 29.5.
  4. Αυτές οι επιταγές κατατέθηκαν στον λογαριασμό του εναγομένου, ενώ στον ίδιο λογαριασμό κατατέθηκε στις 29.5.1998 το ποσό των £13.000 σε μετρητά χωρίς βέβαια να φαίνεται ποιός είχε πληρώσει εκείνο το ποσό στον εναγόμενο. Αυτά ήσαν συνοπτικά, τα κύρια σημεία της προσαχθείσας μαρτυρίας. Αγορεύοντας, ο συνήγορος του εναγομένου εισηγήθηκε ότι εφ΄ όσον η αξίωση των εναγόντων στηρίζεται σε κατ΄ ισχυρισμό υπόλοιπο λογαριασμού από εκτέλεση χρηματιστηριακών συναλλαγών, είναι φανερό ότι δεν μπορεί να επιτύχει, δεδομένου ότι, κατά την μαρτυρία του ΜΕ1, μέσα στην Κατάσταση Λογαριασμού περιλήφθηκε ποσό £10.000 που δόθηκε στον εναγόμενο σαν δάνειο/διευκόλυνση. Περαιτέρω ο κατατεθείς από τους ενάγοντες λογαριασμός είναι παντελώς ανακριβής και αναξιόπιστος, καθ΄ ότι σαν αυτόν δεν περιλαμβάνονται καταχωρήσεις σε σχέση με αγοραπωλησίες αξιών που προέκυψαν από τη μαρτυρία του ΜΕ1, ή περιλαμβάνει άλλες, πλην όμως με ανακριβή στοιχεία. Ο συνήγορος του εναγομένου παρέπεμψε επίσης σε συγκεκριμένα σημεία της κατάστασης λογαριασμού εντοπίζοντας ότι ενώ σε διάφορα στάδια της κίνησης του λογαριασμού το υπόλοιπο ήταν χρεωστικό, εν τούτοις οι ενάγοντες πλήρωναν στον εναγόμενο διάφορα ποσά χωρίς να αποκόπτουν ή να ζητούν πληρωμή, κατ΄ ισχυρισμό χρεωστικών υπολοίπων. Ως προς την Ανταπαίτηση, ο συνήγορος του εναγομένου εισηγήθηκε ότι εάν δεν αποδειχθεί η ύπαρξη χρεωστικού υπολοίπου, τότε παράνομα και αδικαιολόγητα είχε τοποθετηθεί το όνομα του στον κατάλογο απαγορευμένων προσώπων. Συνακόλουθα, ο εναγόμενος δικαιούται να αποζημιωθεί για την ζημιά που υπέστη αφού σύμφωνα με τα παρασχεθέντα στοιχεία θα μπορούσε να είχε πωλήσει τις μετοχές που κατείχε σε τιμές πολύ ψηλότερες, αν δεν αποτρεπόταν από τις ενέργειες των εναγόντων. Στη δική του αγόρευση, ο συνήγορος των εναγόντων υπέβαλε ότι έχει αποδειχθεί πλήρως η αξίωση τους με τη δοθείσα μαρτυρία. ΄Οπως συνάγεται απ΄ αυτήν, οι ενάγοντες παρουσίασαν για κάθε μεμονωμένη πράξη το έγγραφο μεταβίβασης αξιών, τον τίτλο των μετοχών και το πιστοποιητικό μεταβίβασης, όπου δε ήταν απαραίτητο, υπήρχε η υπογραφή του εναγομένου. Ως προς τους ισχυρισμούς του εναγομένου, εισηγήθηκε ότι ο ΜΕ1 ουδέποτε ανάφερε στον εναγόμενο οτιδήποτε για εγγυημένες αποδόσεις μετοχών ή αξιών και του είχε εξηγήσει τους κινδύνους που εμπεριέχονταν, χωρίς να ασκήσει οποιανδήποτε ψυχολογική βία. Ως προς την Ανταπαίτηση, ο εναγόμενος καθαρά δήλωσε ότι γνώριζε πως μπορούσε να εξασφαλίσει την αφαίρεση του ονόματος του από τον κατάλογο απαγορευμένων προσώπων εξοφλώντας τους ενάγοντες. ΄Ομως, δεν το έπραξε αυτό ώστε να αποφύγει την πρόκληση σ΄ αυτόν της επικαλούμενης ζημιάς, επειδή, όπως κατάθεσε, δεν ήθελε «να επιστρέψει έρποντας» στους ενάγοντες, ενώ αργότερα δήλωσε πως δεν πωλούσε τις μετοχές του διότι θα ανέβαιναν οι τιμές τους. Αυτά ήσαν, σε συνοπτική παράθεση, τα κύρια σημεία των εκατέρωθεν ισχυρισμών των διαδίκων, της δοθείσας προφορικής και έγγραφης μαρτυρίας και των αγορεύσεων των δικηγόρων των διαδίκων. Η Απαίτηση ΄Οπως έχω προαναφέρει, τόσο στο κυρίως σώμα της ΄Εκθεσης Απαίτησης, όσο και στο αιτητικό της μέρος, η ενάγουσα εταιρεία διεκδικεί το ποσό των £6.954.97 σαν υπόλοιπο λογαριασμού από χρηματιστηριακές συναλλαγές. Σε σχέση με τούτο, θα σταθώ ιδιαίτερα στη θέση που έχει προβάλει ο συνήγορος του εναγομένου αναφορικά με ένα ποσό £10.000, με το οποίο φαίνεται να είχε χρεωθεί ο εναγόμενος στον λογαριασμό που τηρούσε η ενάγουσα (τεκμήριο 1). ΄Οπως διαπιστώνεται, στην Κατάσταση Λογαριασμού -τεκμήριο 1 (σελ. 2) εμφανίζονται τρεις χρεώσεις με το δικαιολογητικό "payments B.O.C." ενώ όλες οι άλλες εγγραφές είχαν περιγραφή είτε σαν "SOLD CLIENT" είτε σαν "BOUGHT CLIENT" και μετά δίδεται στις άλλες εγγραφές και κωδικός π.χ. "CYA" για "Cyprus Airways", "DOD" για "Δωδώνη" κλπ, αλλ΄ όχι στις συγκεκριμένες τρεις εγγραφές. Αυτές οι τρεις εγγραφές, παρουσιάζουν τις ακόλουθες χρεώσεις του λογαριασμού του εναγομένου: 17.3.98 .................................... £13.382.50 17.3.98 ..................................... £10.000.00 ..................................................................... ..................................................................... 29.5.98 .....................................£10.000.00 Το τρίτο ποσό (των £10.000) με το οποίο χρεώθηκε ο λογαριασμός του εναγομένου, ανέβασε το χρεωστικό του υπόλοιπο απο΄£10.780.88 σε £24.780.
  5. Αντεξεταζόμενος ως προς το ποσό των £10.000 με το οποίο χρεώθηκε ο εναγόμενος ο ΜΕ1 έδωσε την εξήγηση, ότι αυτό δεν ήταν προϊόν χρηματιστηριακής συναλλαγής η οποία διενεργήθηκε εκ μέρους του εναγομένου, ΄Οπως, είπε, ο εναγόμενος ήθελε επειγόντως ένα ποσό χρημάτων για να εξασφαλίσει κάποιο κτήμα στα Λεύκαρα που σχετιζόταν με τη σύζυγο του και άσκησε μεγάλη συναισθηματική πίεση πάνω του (του ΜΕ1) για να του δώσει χρήματα γι΄ αυτό το σκοπό, χωρίς να προέρχονταν από πωλήσεις μετοχών του. Υπό κανονικές συνθήκες, σύμφωνα πάντα με τον ΜΕ1, νοουμένου ότι ο εναγόμενος είχε να παίρνει λεφτά από πωλήσεις, έπαιρνε, ενώ αν είχε να πληρώσει, πλήρωνε. Η μοναδική περίπτωση κατά την οποία είχαν δοθεί χρήματα στον εναγόμενο, περισσότερα αν και δεν είχε να παίρνει ήταν εκείνη, επειδή ήθελε επειγόντως χρήματα, ενώ αν πωλούνταν μετοχές θα χρειάζονταν μέρες. Ερωτηθείς ο ΜΕ1 στην αντεξέταση κατά πόσο ο εναγόμενος επέστεψε αυτά τα χρήματα, απάντησε αρνητικά, για να προσθέσει ότι, λίγες μέρες μετά, πώλησε ο εναγόμενος μετοχές όπως είχε υποσχεθεί και τελικά κατέληξαν στο ποσό που οφείλει. Σε σχέση με αυτούς τους ισχυρισμούς του διευθυντή της ενάγουσας, θα πρέπει να παρατηρήσω τα εξής: Οι ισχυρισμοί αυτοί, είναι γεγονός ότι εκβαίνουν τελείως από τα δικόγραφα και ειδικότερα από την βάση αγωγής και την φύση της αξίωσης όπως αυτή παρατίθεται στην ΄Εκθεση Απαίτησης. Η Αξίωση, όπως αυτή παρατίθεται στην ΄Εκθεση Απαίτησης, έχει ως εξής: «... Λ.Κ.6.954.97, ποσό οφειλόμενο ως χρεωστικό υπόλοιπο λογαριασμού και/ή αποζημιώσεις, για χρήματα πληρωθέντα από την ενάγουσα για λογαριασμό του εναγομένου κατ΄ εντολήν του για την αγορά μετοχών και/ή αξιών......». ΄Οπως και αν έχει προσπαθήσει να παρουσιάσει την πληρωμή του ποσού των £10.000 ο ΜΕ1, το γεγονός παραμένει ότι, ενώ το ποσό εκείνο παρουσιάζεται σαν χρέωση στον λογαριασμό του εναγομένου, σίγουρα δεν πρόκειται για χρέωση «....για χρήματα πληρωθέντα... για την αγορά μετοχών....», όπως είναι η αξίωση. ΄Εχει επιχειρήσει ο ΜΕ1 εκ μέρους της ενάγουσας να παρουσιάσει εκείνη την χρέωση σαν ποσό που κατόπιν πίεσης από τον εναγόμενο, του δόθηκε ενώ δεν το εδικαιούτο από τις πωλήσεις μετοχών του, για να αγοράσει ένα κτήμα. Και επίσης παρουσιάστηκε ουσιαστικά σαν μια πληρωμή έναντι των όσων θα εισπράττονταν αργότερα από πωλήσεις μετοχών του εναγομένου από τις οποίες και θα αφαιρείτο εκείνο το ποσό, όπως και αφαιρέθηκε. Όμως, ένας τέτοιος ισχυρισμός δεν συνάδει καθόλου με το περιεχόμενο της ΄Εκθεσης Απαίτησης, στην οποία ρητά αναφέρεται ότι η όλη λειτουργία και κίνηση του λογαριασμού, όλες οι χρεοπιστώσεις και τελικά το κατ΄ ισχυρισμό υπόλοιπο, προερχόταν από αγοραπωλησίες μετοχών. Σίγουρα η συμπερίληψη στον λογαριασμό εκείνο ενός ποσού £10.000 που χρεώθηκε για άλλο σκοπό και δεν προέρχεται από πώληση μετοχών, εκβαίνει της δικογραφημένης θέσης των εναγόντων. Και πρόκειται βέβαια για ποσό η χρέωση του οποίου επηρεάζει σοβαρά και καίρια τη διακίνηση του λογαριασμού, αφού είναι της τάξης των £10.000 ενώ το διεκδικούμενο υπόλοιπο από αγοραπωλησίες μετοχών περιλαμβανομένης της χρέωσης των £10.000 είναι μόλις £6.954.
  6. Ο ισχυρισμός τον οποίο πρόβαλε ο ΜΕ1 κ. Λεωνίδου σύμφωνα με τον οποίο η πληρωμή εκείνου του ποσού και η χρέωση του λογαριασμού του εναγομένου δεν συνιστούσε δάνειο και θα αφαιρείτο από το προϊόν πώλησης μετοχών του, όπως και έγινε, καθόλου δεν διαφοροποιεί την κατάσταση πραγμάτων. Αντίθετα, θα έλεγα ότι την περιπλέκει, όσον αφορά πάντα την ορθή εικόνα των δικογράφων. Δεν μπορεί δηλαδή ένας διάδικος να ισχυρίζεται στο δικόγραφο του την ύπαρξη ενός υπολοίπου λογαριασμού που προέρχεται αποκλειστικά από αγορές-πωλήσεις μετοχών, ο αντίδικος του να αρνείται ότι έγιναν εκ μέρους και με τη συγκατάθεση του οι συναλλαγές εκείνες και αφ΄ ετέρου κατά την ακρόαση ο πρώτος να εγείρει για πρώτη φορά θέμα ότι κατά τη διαχείριση του λογαριασμού που οδήγησε στο υπόλοιπο, παρεισέφρυσε ένα ποσό £10.000 που δεν προερχόταν από πώληση μετοχών και δεν πληρώθηκε σαν προϊόν πώλησης τους αλλά για να διευκολύνει τον αντίδικο να αγοράσει κάποιο ακίνητο. Και ούτε μπορεί κατά τη δίκη ο ενάγων να επιζητεί τη συμπερίληψη του ποσού εκείνου και να τη δικαιολογεί λέγοντας ότι αφαιρέθηκε μετά από εισπράξεις πώλησης μετοχών του εναγομένου. ΄Ενας τέτοιος ισχυρισμός δημιουργεί και μια δεύτερη μή δικογραφημένη θέση, ότι δηλαδή, όχι μόνο μια χρέωση στο λογαριασμό δεν προέρχεται από την εγειρόμενη βάση της αγωγής αλλά και μια πίστωση που ακολούθησε δεν προέρχεται ούτε εκείνη από συναλλαγή - βάση της αγωγής. ΄Οπως επανειλημμένα έχει τονισθεί στη νομολογία, οι αρχές της δικονομίας περιορίζουν αυστηρά τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται στις έγγραφες προτάσεις. Η δίκη δρομολογείται κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και διατρέχει την ίδια πορεία, όπως και το τραίνο, κατά μήκος των προτοποθετημένων σιδηρογραμμών της χαραχθείσας διαδρομής και χωρίς τη δυνατότητα εκτροπής απ΄ αυτές (βλ. μεταξύ άλλων Courtis v. Iasonides
(1979)1 C.L.R. 180, Βραχίμη ν. Κουλουμπρή
(1992)1 Α.Α.Δ. 836). Ανεξάρτητα όμως από οποιοδήποτε δικονομικό πρόβλημα, ως προς τον ισχυρισμό του ΜΕ1 ότι καταβλήθηκε προς τον εναγόμενο ποσό £10.000 χωρίς σχέση με οποιανδήποτε συναλλαγή και ότι αργότερα εκείνο το ποσό αφαιρέθηκε σε λίγες μέρες από ποσά που είχε να παίρνει ο εναγόμενος από πωλήσεις μετοχών, παρατηρώ τα εξής: ΄Εστω και μή δικογραφημένο, ο εναγόμενος αρνήθηκε κάτι τέτοιο και έδωσε τη δική του εξήγηση γιατί του δόθηκε εκείνο το ποσό των £10.000, μαζί με άλλο, συσχετίζοντας το με επιστροφή χρημάτων που είχε δώσει για αγορά μετοχών της Δωδώνης. Ο πιο πάνω ισχυρισμός του ΜΕ1 δεν μπορεί να γίνει πιστευτός και απορρίπτεται, αφού καταρρίπτεται από την ίδια την κατάσταση λογαριασμού την οποία οι ίδιοι οι ενάγοντες κατάρτισαν και επικαλούνται. Σύμφωνα δηλαδή με τον ΜΕ1, το ποσό των £10.000 που δόθηκε στον εναγόμενο για να αγοράσει ένα κτήμα στα Λεύκαρα, εμφανίζεται στη σελίδα 2 της Κατάστασης Λογαριασμού - τεκμήριο 1 σαν απλή πληρωμή ("payment") η οποία έγινε στις 29.5.98. Επομένως, αν είχε βάση η εξήγηση του λογαριασμού που έδωσε ο ΜΕ1 ότι ουσιαστικά αυτή η εγγραφή εξουδετερώθηκε από κατακράτηση αντίστοιχου ποσού σε λίγες μέρες, θα έπρεπε μια τέτοια πράξη ή εγγραφή να εμφανίζεται τις επόμενες ημέρες στην Κατάσταση. ΄Ομως, ούτε τέτοια πράξη, εγγραφή, ή περικοπή εμφανίζεται στην Κατάσταση, αλλ΄ ούτε εμφανίζεται να έγινε οποιαδήποτε χρηματιστηριακή συναλλαγή εκ μέρους του εναγομένου μεταγενέστερα. ΄Οπως φαίνεται από το τεκμήριο 1 μετά από την πληρωμή στον εναγόμενο του ποσού των £10.000 στις 29.5.98, οι μόνες άλλες χρηματιστηριακές πράξεις που έγιναν για λογαριασμό του ήσαν έξι συνολικά πωλήσεις μετοχών ή αξιών του, οι οποίες όμως όλες είχαν γίνει την ίδια μέρα με την πληρωμή, δηλαδή στις 29.5.98, για ένα συνολικό ποσό £8.292. Αυτές οι πράξεις δεν μπορεί να ήσαν εκείνες που ισχυρίστηκε ο ΜΕ1 για τρεις λόγους: (
  1. i)Επειδή είναι την ίδια ημέρα με την πληρωμή των £10.000 που έγιναν και όχι μετά από ημέρες. (
  2. ii)Επειδή το συνολικό ποσό τους δεν φθάνει καν το ποσό των £10.000. (iii) Επειδή και οι πέντε αυτές πράξεις πωλήσεων παρουσιάζονται λογιστικά να απέφεραν ένα ποσό από μια πώληση περιγραφόμενης μετοχής και ολόκληρο το προϊόν είσπραξης καταλογίζεται πιστωτικά στην Κατάσταση Λογαριασμού, χωρίς αφαίρεση ή κατακράτηση οποιουδήποτε ποσού που, κατά τον ισχυρισμό, δόθηκε στον εναγόμενο χωρίς να το δικαιούται. Αυτές οι πέντε πωλήσεις μετοχών οδήγησαν σε ένα χρεωστικό υπόλοιπο ύψους £15.742.30. Ακολούθησε στις 15.6.98 μια πιστωτική εγγραφή για ποσό £8.787.33 για εισπράξεις από χρεώστες-Τράπεζα Κύπρου, και αυτή η πίστωση υποβίβασε το χρεωστικό υπόλοιπο στο διεκδικούμενο ποσό των £6.954.97. Επομένως ούτε αυτή η εγγραφή μπορεί να υποστηρίζει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο την εκδοχή του ΜΕ1 αφού όπως αυτή αναφέρει εισπράχθηκε ποσό £8.787.33 και ατόφιο πιστώθηκε στον εναγόμενο. Το συμπέρασμα που εξάγεται από τα πιο πάνω στοιχεία, είναι ότι οτιδήποτε ακολούθησε την πληρωμή στον εναγόμενο του ποσού των £10.000 δεν υποστηρίζει καθόλου την εκδοχή ότι ένα τέτοιο ποσό αποδόθηκε και επανεισπράχθηκε είτε τις επόμενες μέρες, ή καθόλου. Με τα πιο πάνω δεδομένα, μια είναι η διαπίστωση: ΄Οτι στη διακίνηση του λογαριασμού και στο τελικό κατ΄ ισχυρισμό υπόλοιπο του εκ £6.954.97, υπάρχει ένα ποσό £10.000 η συμπερίληψη του οποίου εκβαίνει της δικογραφημένης θέσης και βάσης αγωγής των εναγόντων, αλλά και αν μπορούσε να ληφθεί υπόψη, η μαρτυρία που δόθηκε για δικαιολόγηση αυτού του ποσού και συνακόλουθα της ύπαρξης υπολοίπου μετά την συμπερίληψη του, είναι απορριπτέα. Αυτή η γενική διαπίστωση, μοιραία οδηγεί στην απόρριψη της Απαίτησης σαν μή αποδειχθείσας. Η Ανταπαίτηση Με τη διαπίστωση ότι η Απαίτηση και ιδιαίτερα η αξίωση για ύπαρξη υπολοίπου λογαριασμού δεν αποδεικνύεται, προβάλλει τώρα για εξέταση η Ανταπαίτηση του εναγομένου. Με δεδομένο δηλαδή ότι δεν απέδειξαν οι ενάγοντες ότι τους χρωστούσε ο εναγόμενος το διεκδικούμενο ποσό των £6.954.97 από χρηματιστηριακές συναλλαγές ή οποιοδήποτε άλλο συγκεκριμένο ποσό, αναπόδραστο είναι το εύρημα ότι κακώς τέθηκε το όνομα του στον κατάλογο των προσώπων στους οποίους απαγορεύονταν οι συναλλαγές στο ΧΑΚ. Το θέμα που εγείρεται εδώ προς διερεύνηση και απόφανση είναι το κατά πόσο ο εναγόμενος υπέστη ζημιά λόγω αυτής της πράξης των εναγόντων που οδήγησε στον αποκλεισμό του και αν ναι, πως αποτιμάται και πόσο υπολογίζεται αυτή η ζημιά. ΄Οσον αφορά στα πραγματικά γεγονότα επί των οποίων θα πρέπει να βασιστεί το Δικαστήριο, παρατηρώ τα εξής: Αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία του ΜΥ 6, λειτουργού του ΧΑΚ Μ. Χατζημάρκου ως προς τις διακυμάνσεις της τιμής διαπραγμάτευσης της μετοχής της Τράπεζας Κύπρου και της F.W.Woolworth όπως αυτές εμφαίνονται στις σχετικές καταστάσεις τις οποίες και παρουσίασε στο Δικαστήριο. Αποδέχομαι επίσης τη μαρτυρία του ίδιου του εναγόμενου ως προς το γεγονός ότι ανύποπτος επεχείρησε στις 4.4.00 να πωλήσει τις μετοχές που περιέγραψε, μέσω της χρηματιστηριακής εταιρείας C.L.R. όπως επίσης και την επί τούτου μαρτυρία του αντιπροσώπου της C.L.R. ΜΥ4 Μ. Ελευθεριάδη, η οποία μαρτυρία άλλωστε δεν αμφισβητήθηκε. Εξάγεται λοιπόν το εύρημα ότι ο εναγόμενος στις 4.4.00 έδωσε εντολή για πώληση 45.000 μετοχών του της Τράπεζας Κύπρου και 17.000 μετοχών της F.W.Woolworth, η οποία όμως εντολή δεν εκτελέστηκε επειδή με πρωτοβουλία και καταγγελία των εναγόντων, το όνομα του εναγομένου μαυροπινακίστηκε. Επίσης είναι το εύρημα μου ότι η απαγόρευση εκείνη όσον αφορά τον εναγόμενο αλλά και άλλους επενδυτές ήρθη με την Ανακοίνωση του ΧΑΚ ημερ. 26.6.02 (τεκμήριο 16) κατόπιν απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου που κήρυξε σαν αντισυνταγματική σχετική πρόνοια των Κανονισμών του Χ.Α.Κ. Περαιτέρω, αποδεικνύεται από τις καταστάσεις διακυμάνσεων αξιών που κατέθεσε ο προαναφερθείς μάρτυρας-λειτουργός του ΧΑΚ (ΜΥ4) ότι στις πιο πάνω ημερομηνίες οι τιμές των μετοχών της Τράπεζας Κύπρου και της F.W.Woolworth, τύγχαναν διαπραγμάτευσης ως ακολούθως: 4.4.00 26.6.02 Τράπεζα Κύπρου ................. £7.72 £1.55 F.W.Woolworth .................... £2.40 £0.22 Ο εναγόμενος, λόγω της αδικαιολόγητης ενέργειας του εναγόντων που προκάλεσε τον αποκλεισμό του από χρηματιστηριακές συναλλαγές, απετράπη από του να πωλήσει τις προαναφερθείσες μετοχές που επιθυμούσε στις 4.4.00 και μέχρι τις 26.6.02 που επανέκτησε αυτή τη δυνατότητα. Το επιχείρημα ότι μπορούσε, κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ο εναγόμενος να πληρώσει στους ενάγοντες το ποσό των £6,954.97 για να αρθεί η επιβληθείσα απαγόρευση δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Δεν είχε καμμιά υποχρέωση ο εναγόμενος να καταβάλει εξ΄ ολοκλήρου το διεκδικούμενο ποσό που αμφισβητούσε έντονα για να ανακτήσει την ελευθερία του συναλλάσσεσθαι η οποία αντισυνταγματικά του είχε επιβληθεί με διαβήματα των εναγόντων. Το ζήτημα που εγείρεται εδώ, είναι κατά πόσο αυτή η παρεμπόδιση του εναγομένου που είναι απότοκο ενεργειών των εναγόντων, προκάλεσε στον εναγόμενο ζημιά και αν ναι, πόση; Σύμφωνα με τις εισηγήσεις του συνηγόρου του εναγομένου και το περιεχόμενο της Ανταπαίτησης: α. Ναι, ο εναγόμενος υπέστη οικονομική ζημιά, λόγο της απώλειας της δυνατότητας να πωλήσει τις μετοχές του σε ψηλότερες τιμές και, β. Η ζημιά που υπέστη αποτιμάται υπολογίζοντας τη διαφορά μεταξύ του ποσού που θα εισέπραττε αν δεν εμποδιζόταν να πωλήσει στις 4.4.00 και του ποσού που θα εισέπραττε αν πωλούσε, στις 26.6.02, λόγω της εν τω μεταξύ κάθετης πτώσης στις αξίες των μετοχών. Αν και ο πιο πάνω συλλογισμός παρουσιάζεται εκ πρώτης όψεως να είναι ελκυστικός και λογικός, εν τούτοις κατά την άποψη μου, το θέμα δεν είναι τόσο απλό, ούτε από νομικής σκοπιάς, ούτε από οικονομικής. Ως προς τον τρόπο υπολογισμού των αποζημιώσεων σε τέτοιες περιπτώσεις, ας υπενθυμιστεί κατ΄ αρχήν ότι δεν είναι εδώ η περίπτωση παράβασης σύμβασης αγοραπωλησίας μετοχών. Εδώ, ο εναγόμενος εγείρει αξίωση για ζημιά που ισχυρίζεται ότι υπέστη από την επιλήψιμη/παράνομη ενέργεια των εναγόντων, η οποία τον απέτρεψε από του να πωλήσει τις δικές του μετοχές σε ψηλή τιμή. ΄Οπως είχε λεχθεί και στην υπόθεση Livingstone v. Raywards Coal Ltd
(1880)5 App. Cas. 25 at 39 ως προς τον τρόπο υπολογισμού αποζημιώσεων: "...you should as nearly as possible get at that sum of money which will put the party who has been injured or who has suffered, in the same position as he would have been in if he had not sustained the wrong for which his is now getting his compensation....". Ειδικότερα δε ως προς τον τρόπο υπολογισμού αποζημιώσεων για απώλεια καθαρά οικονομικής φύσεως, χρήσιμα είναι τα ακόλουθα που είχαν λεχθεί στην υπόθεση Hodgson v. Trapp
(1988)3 All E.R. 870 στη σελ. 873: ".... Where the damages claimed are essentially financial in character, being the measure on the one hand of the injured plaintiff's consequential loss of earnings, profits or other gains which he would have made if not injured, or on the other hand, of consequential expenses to which he has been and will be put which, if not injured, he would not have needed to incur, the basic rule is that it is the net consequential loss and expense which the court must measure....." (Βλπ. επίσης Needler Financial Services Ltd v. Taber
(2002)3 All ER 500 και Johnson v. Agnew
(1979)1 All ER 833). Επανερχόμενος στα ιδιαίτερα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης παρατηρώ τα εξής: Ας υπενθυμιστεί κατ΄ αρχήν ότι ο εναγόμενος δεν πώλησε τις προαναφερθείσες μετοχές του μέχρι και την ημερομηνία της δίκης σύμφωνα με τη δική του μαρτυρία λόγω της πτώσης της αξίας τους. Το γεγονός ότι ο εναγόμενος μεταγενέστερα δεν προέβηκε σε πώληση των μετοχών που είχε επιχειρήσει να πωλήσει στις 4.4.00, δημιουργεί ένα ανυπέρβλητο πρόβλημα στον υπολογισμό αποζημιώσεων. Πέραν του ότι η μή πώληση των μετοχών σε μια μεταγενέστερη ημερομηνία ισοδυναμεί με μή αποκρυστάλλωση οποιασδήποτε ζημιάς, θα πρέπει να αναφερθεί και το καθήκον του εναγομένου που είχε και έχει να προσπαθούσε να απαλύνει την όποια ζημιά υπέστη. Είναι καλά γνωστή η αρχή απονομής αποζημιώσεων, σύμφωνα με την οποία οι αποζημιώσεις στις οποίες δικαιούται ένας διάδικος μειώνονται εάν αυτός παραλείψει να λάβει λογικά μέτρα μείωση της ζημιάς του (βλπ. π.χ. Treitel on The Law of Contract, 8th Edn. pg. 745). Εδώ, το Δικαστήριο καλείται να χρησιμοποιήσει σαν τη δεύτερη παράμετρο στον υπολογισμό των αποζημιώσεων, την ημερομηνία κατά την οποία ήρθη η απαγόρευση πώλησης μετοχών από τον εναγόμενο, δηλαδή την 26.6.
  1. ΄Ομως εκείνη η ημερομηνία δεν προσφέρεται για ένα τέτοιο σκοπό αφού ήταν και παρέμεινε μια τελείως θεωρητική-υποθετική παράμετρος. Είναι δε τόσο θεωρητική-υποθετική, όσο και η ημερομηνία της επομένης ημέρας 27.6.02, της 28.6.02 και όσο θεωρητική είναι και η σημερινή ημερομηνία που δίδεται η απόφαση. Εφ΄ όσον δηλαδή σε καμμιά συγκεκριμένη ημερομηνία δεν πώλησε τις μετοχές του ο εναγόμενος, αυτό σημαίνει ότι σε καμμιά ημερομηνία δεν αποκρυσταλλώθηκε η ζημιά του και καμμιά ημερομηνία δεν προσφέρεται για να καταδείξει τη διαφορά στις αξίες των μετοχών μεταξύ αυτής και της 26.6.
  2. Κατ΄ ακρίβεια, με δεδομένο ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ότι ο εναγόμενος πώλησε τις μετοχές του και συνέχισε να τις κατέχει, αυτό σημαίνει ότι δεν απέδειξε κατά πόσο υπέστη οποιαδήποτε ζημιά. Υπενθυμίζεται ότι οι μετοχές και τα Δικαιώματα Αγοράς Μετοχών είναι περιουσιακά στοιχεία κυμαινόμενης διαπραγματεύσιμης αξίας. Η αξία των επίδικων εδώ μετοχών της Τράπεζας Κύπρου ήταν £7.72 στις 4.4.00 και μειώθηκε στις £1.55 την 26.6.
  3. Αυτό όμως δεν σημαίνει τίποτε αφού δεν πωλήθηκαν στις 26.6.02, όπως και δεν σημαίνει τίποτε αν σήμερα που δεν έχουν πωληθεί, η αξία τους μπορεί να είναι π.χ. £5 και σε ένα χρόνο μπορεί να είναι £8 οπότε, αν πωληθούν τότε, καμμιά ζημιά δεν θα αποδείξει ότι υπέστη ο εναγόμενος, ο οποίος θα προσπορισθεί και κάποιο κέρδος. Σε μια πολύ πρόσφατη απόφαση του το Κυπριακό Εφετείο ασχολήθηκε με παρόμοιο θέμα αποζημιώσεων και επιβεβαίωσε τις πιο πάνω αρχές. Πρόκειται για την απόφαση στην Πολ. ΄Εφεση αρ. 250/05 Metaxas Loizides Syrimis & Co κ.ά. ν. L. K. Globalsoft Com. Ltd που εκδόθηκε στις 19.1.
  4. Σ΄ εκείνη την υπόθεση οι ενάγοντες ζητούσαν αποζημιώσεις επειδή οι εναγόμενοι παρέβηκαν κάποιους όρους παραχώρησης συμφωνηθεισών μετοχών. Οι ενάγοντες είχαν όμως κρατήσει τις μετοχές που πήραν, και δεν προχώρησαν να τις πωλήσουν, διεκδικώντας μόνο αποζημιώσεις λόγω διαφοράς στην αξία τους. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αν και διάγνωσε ότι υπήρξε παράβαση της συμφωνίας, απέρριψε την αξίωση για αποζημιώσεις επειδή, όπως είπε, κάτι τέτοιο θα ήταν έξω από κάθε αρχή δικαίου αφού ένας διάδικος δεν μπορούσε να αξιώνει αποζημιώσεις και ταυτόχρονα να κατέχει το συγκεκριμένο αγαθό. Απόδοση σ΄ αυτούς του διεκδικούμενου ποσού αποζημιώσεων, θα σήμαινε ότι οι ενάγοντες θα λάμβαναν την αποζημίωση ενώ ταυτόχρονα θα κατακρατούσαν τις μετοχές τις οποίες και θα μπορούν οποτεδήποτε στο μέλλον, ανάλογα με τις αυξομειώσεις της τιμής στο Χ.Α.Κ., να τις πωλήσουν πραγματοποιώντας ακόμα περισσότερο κέρδος, επιπρόσθετα των αποζημιώσεων. Το Εφετείο συμφώνησε πλήρως με αυτή την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου και απέρριψε την έφεση. Περαιτέρω, το ενδεχόμενο να απονέμονταν στον εναγόμενο αποζημιώσεις και να αφαιρείτο απ΄ αυτές ποσό που αντιστοιχεί προς την αξία των μετοχών που συνεχίζει να κατέχει, είναι επίσης εγχείρημα αδύνατο λόγω ανυπαρξίας ουσιώδους ημερομηνίας υπολογισμού της αξίας τους και προφανώς λόγω έλλειψης τέτοιας μαρτυρίας. Ούτε βέβαια ο επιδικασμός ονομαστικών αποζημιώσεων (nominal damages) δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις, αφού δεν έχει αποδειχθεί πρακτικά η ύπαρξη οποιασδήποτε ζημιάς. Υπό αυτές τις συνθήκες, το εγχείρημα υπολογισμού οποιαδήποτε συγκεκριμένης ζημιάς, αλλά και της διαπίστωσης αν υπήρξε ζημιά, καθίσταται αδύνατο. Γι΄ αυτό, η Ανταπαίτηση θα πρέπει να αποτύχει. Για τους πιο πάνω λόγους τόσο η Απαίτηση όσο και η Ανταπαίτηση απορρίπτονται με έξοδα εναντίον των εναγόντων και του εναγομένου αντίστοιχα, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................................ Κ. Κληρίδης, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΓΙ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.