Ειρήνη Χασάπη ν. Γιώργου Χασάπη, Συν. Αγωγές: 778/03 779/03, 2 Μαρτίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:A34 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Συν. Αγωγές: 778/03 779/03 Μεταξύ: Ειρήνη Χασάπη, Ενάγουσας, και Γιώργου Χασάπη, Εναγόμενου. ----------------------------------------------------------------- Μεταξύ: Χριστάκη Χασάπη, Ενάγοντα, και Γιώργου Χασάπη, Εναγόμενου. ----------------------------------------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 2 Μαρτίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα στην 778/03 και τον Ενάγοντα στην 779/03: κ. Μ. Κυριακίδης. Για τον Εναγόμενο: κ. Τ. Κουκούνης. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αγωγή 778/03 η Ενάγουσα αξιώνει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για τον τραυματισμό, τον πόνο, την ταλαιπωρία, τις μόνιμες βλάβες και την ανικανότητα που υπέστη συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος που έγινε την 1.10.2001 στην Λεωφόρο Αρτέμιδος. Η Ενάγουσα ήταν επιβάτης στο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΚΧ800 το οποίο συγκρούστηκε με άλλο αυτοκίνητο. Είναι η θέση της, όπως αυτή καταγράφηκε στην Έκθεση Απαίτησής της, ότι ο Εναγόμενος την 1.10.01 οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΚΧ800, στο οποίο επέβαινε ως επιβάτης, αμελώς και κατά παράβαση των εκ του Νόμου καθηκόντων του. Απέκοψε την νόμιμη πορεία του οχήματος με αριθμούς εγγραφής ΕΚΥ669 που οδηγούσε ο Χριστόδουλος Χριστοδούλου από την αντίθετη κατεύθυνση στην προσπάθειά του να στρίψει από την Λεωφόρο Αρτέμιδος δεξιά στην οδό Νίκου Δημητρίου. Ως λεπτομέρειες αμέλειας η Ενάγουσα καταγράφει σε συντομία τα ακόλουθα: ότι ο Ενάγοντας παράνομα απέκοψε την νόμιμη πορεία του οχήματος ΕΚΥ669, ότι παράνομα επιχείρησε να στρίψει δεξιά σε πάροδο χωρίς να ελέγξει την τροχαία κίνηση της κύριας οδού ή να βεβαιωθεί ότι η ενέργειά του ήταν ασφαλής για τον ίδιον και για τους τρίτους, ότι παρέλειψε να σταματήσει στην πορεία του ή και να περιμένει μέχρι που ήταν ασφαλή για εκείνον και για τους άλλους οδηγούς που χρησιμοποιούσαν το δρόμο να στρίψει, ότι επιχείρησε να στρίψει από τον κύριο δρόμο σε δεξιά πάροδο χωρίς να περιμένει να του δοθεί προτεραιότητα, ότι ενώ είδε την πορεία του οχήματος ΕΚΥ669 έστριψε δεξιά χωρίς να σταματήσει αποκόπτοντας απότομα την πορεία του οχήματος ΕΚΥ669 και ότι γενικώς οδηγούσε αμελώς και χωρίς την δέουσα προσοχή και παρατηρητικότητα με αποτέλεσμα να προκαλέσει τη σύγκρουση των δύο οχημάτων. Ο Εναγόμενος στην Έκθεση Υπεράσπισής του παραδέχεται ότι επεσυνέβη τροχαίο δυστύχημα στην ένωση της Λεωφόρου Αρτέμιδος με την οδό Νίκου Δημητρίου, πλην όμως αρνείται οποιαδήποτε ευθύνη και ισχυρίζεται ότι το δυστύχημα οφείλεται αποκλειστικά στην αμέλεια του οδηγού του αυτοκινήτου ΕΚΥ669, Χριστόδουλου Χριστοδούλου. Ήταν η θέση του, όπως αυτή καταγράφηκε, ότι ο ίδιος έστριψε δεξιά σε σχέση με την πορεία του αφού προηγουμένως έλεγξε και διαπίστωσε ότι είχε τον απαιτούμενο χρόνο και τον χώρο για να διασταυρώσει τον δρόμο και να εισέλθει στην οδό Νίκου Δημητρίου. Είναι ο ισχυρισμός του ότι ο ίδιος έστριψε κανονικά και το αυτοκίνητό του εισήλθε εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας της οδού Αρτέμιδος με κατεύθυνση από Αεροδρόμιο προς Λάρνακα και ότι ο Α. Χριστοδούλου, που οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΕΚΥ669, από την αντίθετη κατεύθυνση, ήταν αμελής και/ή παρέλειψε να αντιληφθεί έγκαιρα τον Εναγόμενο ή και οδηγούσε με ιλιγγιώδη και υπερβολική ταχύτητα και χωρίς να του δώσει προτεραιότητα γι΄ αυτό και συγκρούστηκε με το όχημα του Εναγόμενου στο οποίο επέβαιναν τόσο η Ενάγουσα στην Αγ. Αρ. 778/03 όσο και ο Εναγόμενος στην Αγ. Αρ. 779/
- Επικαλείται 27 λεπτομέρειες αμέλειας οι οποίες συνοπτικά επικεντρώνονται στο γεγονός ότι λόγω υπερβολικής ταχύτητας και έλλειψης προσοχής και επιμέλειας του οδηγού του οχήματος ΕΚΥ669 ο οδηγός του δεν πρόσεξε τον Εναγόμενο, ο οποίος έστριβε στην οδό Νίκου Δημητρίου, δεν του έδωσε προτεραιότητα με αποτέλεσμα να επέλθη η σύγκρουση. Επιπρόσθετα, εισηγείται ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου ΕΚΥ669 παρέλειψε να κάνει οποιοδήποτε ελιγμό για ν΄ αποφύγει το δυστύχημα και ότι παρέλειψε να λάβει οποιαδήποτε μέτρα προστασίας για τον ίδιο και τους Ενάγοντες. Η αγωγή 779/03 αφορά ουσιαστικά το ίδιο δυστύχημα, όμως αφορά σε δεύτερο συνεπιβάτη στο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΚΧ800 που οδηγείτο από τον Εναγόμενο. Οι λεπτομέρειες αμέλειας που επικαλείται ο Ενάγοντας είναι ακριβώς οι ίδιες με αυτές της αγωγής 778/
- Όμως, οι λεπτομέρειες που αφορούν τις σωματικές βλάβες διαφοροποιούνται. Με βάση τη συμφωνία των διαδίκων, η οποία έγινε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 12.10.2005, οι δύο αγωγές συνεκδικάστηκαν αναφορικά με το θέμα της ευθύνης μόνο και γι΄ αυτό δεν θα γίνει περαιτέρω αναφορά στις λεπτομέρειες που αφορούν τις σωματικές βλάβες. Αναφορικά με την επιδίκαση αποζημιώσεων για τις σωματικές βλάβες ήταν η συμφωνία των μερών ότι οι δύο αγωγές θ΄ αποσυνενωθούν. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν προς υποστήριξη της πλευράς των Εναγόντων και στις δύο αγωγές τέσσερις μάρτυρες. Πρώτος, έδωσε μαρτυρία ο Αστ. 785 κ. Δειλινός (Μ.Ε.1) ο οποίος τον Οκτώβριο του 2001 υπηρετούσε στην Τροχαία Λάρνακας και μαζί με ακόμα ένα άλλο αστυνομικό τον Αστ. 2577 Τζιρζιπή, εξέτασαν το δυστύχημα. Ουσιαστικός εξεταστής του δυστυχήματος ήταν ο άλλος αστυνομικός ο κ. Τζιρτζιπής ενώ σε μεταγενέστερο στάδιο του ανατέθηκε η ολοκλήρωση της εξέτασης. Κατέθεσε στο Δικαστήριο, ως Τεκμήριο 1, την γραπτή κατάθεση του κ. Τζιρτζιπή, την γραπτή κατάθεση του οδηγού του αυτοκινήτου ΕΚΥ669 ως Τεκμήριο 2, την κατάθεση του Ενάγοντα στην αγωγή 779/03 ως Τεκμήριο 3, την κατάθεση της Ενάγουσας στην αγωγή 778/03 ως Τεκμήριο 4, την κατάθεση του Εναγόμενου ως Τεκμήριο 5 και την απάντησή του στην γραπτή κατηγορία ως Τεκμήριο
- Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ο ίδιος ήταν παρών στη σκηνή του δυστυχήματος και σχεδίασε το σχετικό σχεδιάγραμμα το οποίο κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Τις μετρήσεις τις πήρε μαζί με τον άλλο αστυνομικό. Αναφερόμενος στο Τεκμήριο 7 είπε ότι ο Εναγόμενος είχε πρόθεση να στρίψει δεξιά στην οδό Νίκου Δημητρίου ενώ βρισκόταν στην τρίτη δεξιά λωρίδα της Λεωφόρου Αρτέμιδος με κατεύθυνση το αεροδρόμιο και εισήλθε εντός του κυρίου δρόμου στην εξ αντιθέτου πορεία και απέκοψε την ελεύθερη πορεία του οδηγού που χρησιμοποιούσε τον κύριο δρόμο με κατεύθυνση τη Λάρνακα. Ισχυρίστηκε, ότι προτεραιότητα στον αυτοκινητόδρομο είχε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΚΥ669 που σημειώνεται ως Β στο Τεκμήριο 7 το οποίο κινείτο εντός της λεωφόρου. Στο συγκεκριμένο σημείο του δρόμου δεν υπάρχουν οποιαδήποτε φώτα τροχαίας αλλά υπάρχει οδικός φωτισμός στον συγκεκριμένο δρόμο. Την νύχτα του δυστυχήματος ο καιρός ήταν αίθριος. Γνώριζε ότι ο Εναγόμενος κατηγορήθηκε για το δυστύχημα και ότι παραδέχθηκε την κατηγορία και του επιβλήθηκε ποινή £100 καθώς και δύο βαθμοί ποινής. Αντεξετασθείς, ανέφερε ότι εργαζόταν για τρία χρόνια στην τροχαία και ότι εξέταζε περί τα 20 δυστυχήματα την ημέρα. Ερωτηθείς, υποστήριξε την άποψη ότι αυτός που βρίσκεται στον κύριο δρόμο έχει προτεραιότητα, σύμφωνα με το Νόμο. Καθόρισε το όριο ταχύτητας στην Λεωφόρο Αρτέμιδος στα 50 χιλιόμετρα ανά ώρα και τοποθέτησε τα φώτα τροχαίας 500 μέτρα πριν το σημείο σύγκρουσης. Από την κατάσταση στην οποία βρήκε τα δύο εμπλεκόμενα οχήματα ήταν η θέση του ότι η σύγκρουση ήταν αρκετά σφοδρή όμως στην προκειμένη περίπτωση δεν έγιναν οποιεσδήποτε εξετάσεις με τα ειδικά όργανα, που είναι απαραίτητα, για να βρεθεί η ταχύτητα των εμπλεκομένων οχημάτων. Όμως μπορούσε, με βάση την εμπειρία του, να καθορίσει βασιζόμενος στα ίχνη τροχοπέδησης του αυτοκινήτου ΕΚΥ669, τα οποία ήταν 15.20 m πάνω και 15 m κάτω, το μέσο όρο της ταχύτητάς του στα 60 χιλιόμετρα. Ερωτηθείς, ανέφερε ότι δικαιολογείται η σφοδρότητα της σύγκρουσης με ταχύτητα 60 χλμ αφού με τέτοια ίχνη τροχοπέδησης η ταχύτητα κυμαίνεται μεταξύ 50-70 χλμ. Ήταν η θέση του ότι υπήρχε ορατότητα και φωτισμός και δεν υπήρχε οποιοδήποτε εμπόδιο στην πορεία του οχήματος Β και έπρεπε να δει το όχημα ΗΚΧ
- Όμως, ισχυρίστηκε ότι η αποφυγή του δυστυχήματος ήταν θέμα αντίδρασης. Ερωτηθείς για την αντίδραση του οδηγού του οχήματος ΕΚΥ669, ήταν η θέση του ότι ο τρόπος αντίδρασης του κάθε οδηγού εναπόκειται στον ίδιον. Ένας οδηγός θα μπορούσε να τραβήξει χειρόφρενο, άλλος να στρίψει δεξιά ή αριστερά και κάποιος τρίτος να ενεργήσει όπως ο συγκεκριμένος οδηγός, αφού η αντίδραση του καθενός εναπόκειται στην ιδιοσυγκρασία του. Εξαρτάται και από το πόσο απότομα συμβαίνει το γεγονός μπροστά στον οδηγό. Κατά την επανεξέταση ήταν η θέση του ότι οποιοσδήποτε οδηγός θα μπορούσε να αντιδράσει με οποιονδήποτε τρόπο, ο συγκεκριμένος αντέδρασε με αυτόν τον τρόπο. Ισχυρίστηκε, ότι αυτός που στρίβει οφείλει να περιμένει αυτόν που βρίσκεται στον κύριο δρόμο όμως, το Δικαστήριο είναι που θα κρίνει κατά πόσο αυτός που χρησιμοποιεί τον κύριο δρόμο έχει προτεραιότητα. Όσον αφορά τον υπολογισμό της ταχύτητας ανέφερε ότι έκαμε ειδική εκπαίδευση στην Αστυνομική Ακαδημία για να μπορεί να την υπολογίζει. Ο δεύτερος μάρτυρας ήταν ο Κωνσταντίνος Τζιρζιπής (Μ.Ε.2), ο οποίος σύμφωνα με την μαρτυρία του, τον Οκτώβριο του 2001 υπηρετούσε στην Τροχαία Λάρνακος. Σήμερα έχει αποχωρήσει από το σώμα της Αστυνομίας. Υιοθέτησε το Τεκμήριο 1, το οποίο και σύνταξε ο ίδιος, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Ανέφερε επίσης ότι ο ίδιος πήρε τις καταθέσεις οι οποίες έγιναν Τεκμήρια 5 και
- Ισχυρίστηκε, ότι πήγε στη σκηνή του δυστυχήματος μετά το δυστύχημα και διεξήγαγε την εξέτασή του μέχρι ενός σημείου μετά παρέδωσε τον φάκελο στον Λοχία Μαυρή. Όσον αφορά το σχεδιάγραμμα, Τεκμήριο 7, αυτό ετοιμάστηκε από τον Αστυφύλακα Δειλινό. Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι προτεραιότητα είχε το όχημα ΕΚΥ669 το οποίο βρισκόταν στην Λεωφόρο Αρτέμιδος με κατεύθυνση την Λάρνακα και ότι το άλλο όχημα του ανέκοψε την πορεία του. Κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι από τα 5 χρόνια που εργάστηκε στην Αστυνομία, τα δύο από αυτά υπηρέτησε στο Τμήμα Δυστυχημάτων και εξέτασε πέραν των 100 δυστυχημάτων. Ερωτηθείς ανέφερε ότι έχει πείρα στον καθορισμό της ταχύτητας των οχημάτων. Καθόρισε το όριο ταχύτητας στην οδό Αρτέμιδος στα 50 χιλιόμετρα. Σύμφωνα με τα ίχνη τροχοπέδησης υπάρχει μέθοδος καθορισμού της ταχύτητας, όμως, ήταν η θέση του, ότι για να καθοριστεί η ακριβής ταχύτητα θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν συγκεκριμένα μηχανήματα και το άτομο που τα χειρίζεται να έχει τύχει ειδικής εκπαίδευσης. Όσον αφορά τις ζημιές ανέφερε ότι είχε κτυπήσει το μπροστινό μέρος του ενός αυτοκινήτου στο πισινό αριστερό μέρος του άλλου, όμως, ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να καθορίσει πόσο δυνατή ήταν η σύγκρουση. Ούτε και μπορούσε να καθορίσει κατά πόσο θα μπορούσε να γίνει άλλος ελιγμός, απ΄ αυτόν που έγινε από τον οδηγό του αυτοκινήτου ΕΚΥ669, αφού δεν γνώριζε αν ακολουθούσαν, τ΄ αυτοκίνητο ΕΚΥ669, άλλα αυτοκίνητα. Ο επόμενος μάρτυρας ήταν η κα Φ. Λάρκου, (Μ.Ε.3), Πρωτοκολλητής στο Ποινικό Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Σε συντομία ανέφερε ότι είχε στην κατοχή της στον φάκελο της ποινικής υπόθεσης με αριθμό 321/02 στην οποία ήταν κατηγορούμενος ο Γεώργιος Χασάπης, ο Εναγόμενος. Η συγκεκριμένη υπόθεση αφορούσε το αδίκημα της αμελούς οδήγησης, το οποίο ο Κατηγορούμενος-Εναγόμενος παραδέχθηκε και καταδικάστηκε σε £100 πρόστιμο και δύο βαθμούς ποινής. Κατέθεσε τον ποινικό φάκελο της συγκεκριμένης υπόθεσης ως Τεκμήριο
- Κατά την αντεξέτασή της υπέδειξε την παραδοχή του Εναγόμενου στα πρακτικά του Δικαστηρίου με ημερομηνία 13.11.
- Τελευταίος κατάθεσε ο Χριστόδουλος Χριστοδούλου, (Μ.Ε.4), ο οποίος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΚΥ
- Αναγνώρισε στο Τεκμήριο 2 την κατάθεση που είχε δώσει και την υιοθέτησε ως μέρος της μαρτυρίας του ενώπιον του Δικαστηρίου. Παράλληλα, παραδέχθηκε ότι είχε εμπλακεί στο συγκεκριμένο δυστύχημα. Αντεξετάσθηκε εκτεταμένα από το συνήγορο του Εναγόμενου και κατά την αντεξέταση ανέφερε τα ακόλουθα: Ο ίδιος ερχόταν από το αεροδρόμιο με πρόθεση να πάει στο νοσοκομείο. Σταμάτησε στα φώτα, λόγω του ότι ήταν κόκκινο. Διατηρούσε κανονική ταχύτητα, περίπου 60 χιλιόμετρα, γιατί μόλις είχε ξεκινήσει από τα φώτα. Ο Εναγόμενος μπήκε μπροστά του, στα 15 μέτρα και του έκοψε την πορεία του. Από το δυστύχημα τραυματίστηκε και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, όπου και τον επισκέφθηκε ο Εναγόμενος. Στο νοσοκομείο βρισκόντουσαν η μητέρα και ο πατέρας του Εναγόμενου. Όταν τον επισκέφθηκε ο Εναγόμενος 2-3 μέρες μετά, ήταν η θέση του μάρτυρα, ότι είχε παραδεχθεί ότι ο ίδιος έφταιγε για το δυστύχημα. Όσον αφορά τις ζημιές, ήταν η θέση του ότι τα μούτρα του αυτοκινήτου του χτύπησαν στο αριστερό πλευρό του αυτοκινήτου του Εναγόμενου και καταστράφηκαν τελείως. Δεν το επιδιόρθωσε γιατί όλο το μπροστινό του αυτοκινήτου καταστράφηκε. Εξήγησε, ότι το χτύπημα έμοιαζε με χτύπημα πάνω σε τοίχο με μια ταχύτητα 60 χλμ. Όταν ξαναρωτήθηκε για τις συνθήκες του δυστυχήματος ανέφερε ότι οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα στην πορεία του όταν ξαφνικά είδε το όχημα του Εναγόμενου στα 15 μέτρα μπροστά του, τον έπιασε υπερένταση, πάτησε φρένο, το αυτοκίνητο σύρθηκε και σταμάτησε πάνω στο άλλο το οποίο ήταν μέσα στη μέση του δρόμου. Ήταν η θέση του ότι δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει το χειρόφρενο γιατί αν το έκανε θα έμπαινε ή στο σταθμό βενζίνης ή στο ζαχαροπλαστείο Belle Elene. Στην επιμονή του δικηγόρου ότι ο δρόμος ήταν αρκετά πλατύς, 7m 60cm και αν μπορούσε ν΄ αποφύγει το δυστύχημα πηγαίνοντας δεξιά, ο Μ.Ε.4 ισχυρίστηκε ότι ο Εναγόμενος μπήκε στην λωρίδα του και του έκοψε το δρόμο οπόταν δεν υπήρχαν 7m 60cm για να πάει δεξιά. Όταν του υποδείχθηκε στο Τεκμήριο 7 η νησίδα τροχαίας ισχυρίστηκε ότι το αυτοκίνητο του Εναγόμενου ήταν μεγάλο σε μέγεθος και αν ο ίδιος εισερχόταν στην άλλη λωρίδα, αφού βρισκόταν στην αριστερή λωρίδα, υπήρχε κίνδυνος να σκοτώσει κόσμο και εν πάση περιπτώσει η νησίδα ήταν στα δεξιά στην μεριά του Εναγόμενου. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι δεν είχε το χρόνο να σκεφτεί αφού το αυτοκίνητο του Εναγόμενου ήρθε ακριβώς μπροστά του έφραξε τη λωρίδα του και του έκοψε την πορεία του. Ο Εναγόμενος έστριψε δεξιά και ήταν ακριβώς μπροστά του. Ισχυρίστηκε, ότι δεν μπορούσε να πάει δεξιά γιατί δεν ήξερε αν υπήρχε άλλο αυτοκίνητο στην άλλη λωρίδα και αν έφευγε τριφτό το αυτοκίνητο θα έμπαινε στην αντίθετη πορεία ή θ΄ αναποδογυριζόταν. Γι΄ αυτό και πάτησε τα φρένα και προσπάθησε να το αποφύγει αλλά δεν τα κατάφερε. Επέμενε στη θέση ότι δεν έτρεχε περισσότερο από 60 χλμ αφού το αυτοκίνητο που κρατούσε ήταν 15 άλογα, αυτόματο και είχε σταματήσει στα φώτα τα οποία ήταν 100 με 200 μέτρα πριν το σημείο σύγκρουσης. Ήταν η θέση του ότι αν έτρεχε θα ήταν νεκρός αφού, σύμφωνα με τα όσα ανέφερε, «είναι σαν να διάς πάνω σε ένα τοίχο». Τελειώνοντας, ανέφερε ότι δεν μπορούσε να αποφύγει το όχημα του Εναγόμενου, ούτε και μπορούσε να κάνει οποιονδήποτε ελιγμό και να ρισκάρει τόσο την ζωή του καθώς και τη ζωή των άλλων που χρησιμοποιούσαν τον δρόμο. Ο Εναγόμενος επέλεξε να μην προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία και οι δύο συνήγοροι προχώρησαν με αγορεύσεις ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο κ. Κυριακίδης, δικηγόρος των Εναγόντων και στις δύο αγωγές, στην αγόρευσή του εισηγήθηκε ότι και οι τέσσερις
(4)μάρτυρες που κατέθεσαν για τους Ενάγοντες και στις δύο αγωγές ήταν μάρτυρες της αλήθειας. Ο κ. Χριστοδούλου (Μ.Ε.4) επίσης ήταν μάρτυρας της αλήθειας αφού δεν έχει οποιονδήποτε συμφέρον στην εξέλιξη της υπόθεσης λόγω του ότι δεν είναι διάδικος. Εισηγήθηκε, ότι θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η απάντηση του Εναγόμενου στην ποινική υπόθεση που ασκήθηκε εναντίον του. Όσον αφορά την προτεραιότητα των οχημάτων που χρησιμοποιούν τον δρόμο παρέπεμψε στη μαρτυρία των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 οι οποίοι είχαν την άποψη ότι προτεραιότητα έχουν τα οχήματα που βρίσκονται επί του κύριου δρόμου. Παρέπεμψε σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου που αφορούν το θέμα της αποκοπής πορείας άλλου οχήματος. Εισηγήθηκε, ότι δεν τίθεται θέμα επιμερισμού της ευθύνης αφού ο οδηγός ενός εκ των εμπλεκομένων οχημάτων δεν είναι διάδικος αλλά το μόνο θέμα που θα πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο είναι κατά πόσο ο Εναγόμενος ήταν αμελής ή όχι. Ο κ. Κουκούνης, δικηγόρος του Εναγόμενου, εισηγήθηκε ότι θα πρέπει να γίνει επιμερισμός ευθύνης παρά το γεγονός ότι ο οδηγός ενός εκ των εμπλεκομένων οχημάτων δεν είναι διάδικος στην υπό εξέταση διαδικασία. Κατέληξε, ότι το δυστύχημα οφείλεται στην αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια του κ. Χριστοδούλου (Μ.Ε.4). Υποστήριξε τη θέση του αυτή αναφερόμενος στην ταχύτητα του κ. Χριστοδούλου, στο γεγονός ότι θα μπορούσε να προβεί σε ελιγμό εάν δεν υπήρχαν άλλα αυτοκίνητα μπροστά του, στο μέγεθος του δρόμου καθώς και στο γεγονός ότι μπροστά του δεν υπήρχε άλλο αυτοκίνητο. Το Δικαστήριο θα εξετάσει την υπόθεση στηριζόμενο στους ισχυρισμούς που προβάλλονται στα δικόγραφα σε συνδυασμό με την μαρτυρία που έχει προσφερθεί από τους Ενάγοντες. Θα στηριχθεί επίσης στην πραγματική μαρτυρία, το Τεκμήριο 7, που συνιστά τον καλύτερο μηχανισμό για τον έλεγχο της εκδοχής που προβλήθηκε και το μέτρο για την αξιοπιστία της μαρτυρίας βλ. Γεωργία Κυριακίδου ν. Σωφρονίου Νικολάου
(1993)1 Α.Α.Δ.
- Αξιολογώντας την δοθείσα μαρτυρία θα πρέπει ν΄ αναφέρω ευθύς εξ αρχής ότι τόσο ο αστυνομικός 785 Δειλινός (Μ.Ε.1) καθώς και ο κος Τζιρζιπής (Μ.Ε.2) μου έκαναν πολύ καλή εντύπωση. Οι μάρτυρες ήταν ειλικρινής στις απαντήσεις τους, σαφής και σύντομοι χωρίς υπερβολές. Από την όλη εικόνα τους και τις επί μέρους απαντήσεις τους μου έδωσαν την εντύπωση μαρτύρων της αλήθειας των οποίων η μαρτυρία δεν κλονίστηκε μ΄ οποιονδήποτε τρόπο κατά την αντεξέταση. Εξέτασαν και οι δύο μαζί το δυστύχημα αντικειμενικά και έδωσαν στο Δικαστήριο τα ευρήματά τους χωρίς οποιαδήποτε προσπάθεια εύνοιας της μιας ή της άλλης πλευράς. Ευρήματα τα οποία υποστηρίζονται από το Τεκμήριο
- Η μαρτυρία τους καθίσταται ανεπιφύλακτα αποδεκτή. Η άποψή τους συνέπιπτε και στο ότι προτεραιότητα έχει ο οδηγός που χρησιμοποιεί τον κύριο δρόμο και όχι αυτός που προσπαθεί να στρίψει. Η κα Λάρκου (Μ.Ε.3) ήταν τυπική μάρτυρας και αναφέρθηκε σε γεγονότα που προκύπτουν από το περιεχόμενο του δικαστικού φακέλου τον οποίο κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Η μαρτυρία της γίνεται στην ολότητά της αποδεκτή αφού δεν αμφισβητήθηκε. Τελευταίος, κατέθεσε ο οδηγός του αυτοκινήτου ΕΚΥ669, ο κος Χριστόδουλος Χριστοδούλου (Μ.Ε.4). Διαπίστωσα την επιθυμία του να βοηθήσει το Δικαστήριο. Ήταν ευθύς και απαντούσε χωρίς περιστροφές σ΄ ότι ερωτάτο από όποια πλευρά και αν προερχόταν η ερώτηση μ΄ ένα αυθόρμητο απλό και φυσικό τρόπο. Κατέθεσε το τι ακριβώς έγινε και το τι έζησε την συγκεκριμένη στιγμή του δυστυχήματος. Δεν έχει, εν πάση περιπτώσει, οποιονδήποτε συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης οπόταν είπε με απόλυτη ειλικρίνεια την αλήθεια. Η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε από την εκτεταμένη αντεξέτασή του. Κρίνεται, στην ολότητά της αποδεκτή. Ευρήματα - Νομική Πτυχή Ενόψει της μαρτυρίας, όπως την έχω αποδεχθεί, προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα τα οποία βασίζονται τόσο επί αυτής τούτης της μαρτυρίας καθώς και στα αντικειμενικά δεδομένα τα οποία προκύπτουν από το σχέδιο - Τεκμήριο
- Ο Εναγόμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΚΧ800 στην Λεωφόρο Αρτέμιδος με πορεία από τη Λάρνακα προς το αεροδρόμιο με συνοδηγό τον πατέρα του, Ενάγοντα στην Αγ. Αρ. 779/03 και συνεπιβάτιδα την μητέρα του, Ενάγουσα στην Αγ. Αρ. 778/
- Ήθελε να στρίψει στην οδό Νίκου Δημητρίου, που είναι πάροδος επί της Λεωφόρου Αρτέμιδος και γι΄ αυτό το σκοπό πήρε την τρίτη λωρίδα της συγκεκριμένης Λεωφόρου. Δεν υπολόγισε την απόσταση που τον χώριζε από το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΕΚΥ669, το οποίο οδηγούσε ο Χριστόδουλος Χριστοδούλου Μ.Ε.4, που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση, από το Αεροδρόμιο προς την Λάρνακα και εισήλθε εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας αποκόπτοντας την ελεύθερη πορεία του οχήματος ΕΚΥ669 παρόλο που το είχε δει. Ο Μ.Ε.4 που οδηγούσε τ΄ αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΚΥ669 με ταχύτητα γύρω στα 60 χλμ είδε τ΄ αυτοκίνητο στα 15 m, πάτησε φρένο αλλά δεν κατάφερε ν΄ αποφύγει την σύγκρουση αφού το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Εναγόμενος βρέθηκε ακριβώς μπροστά του μπλοκάροντας την αριστερή λωρίδα στην πορεία του αφού ο ίδιος ο Μ.Ε.4 οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα. Εξ΄ ου και υπάρχουν ίχνη τροχοπέδησης 15m και το σημείο σύγκρουσης είναι εντός της πορείας του Μ.Ε.
- Δεν πήγε δεξιότερα γιατί λόγω της αγωνίας της στιγμής θεώρησε ότι αν το έκανε πιθανόν να σκότωνε άλλους που έρχονταν από πίσω του ή από την αντίθετη κατεύθυνση ή θα σκοτωνόταν ο ίδιος. Αποτέλεσμα της σύγκρουσης ήταν ο τραυματισμός του οδηγού του αυτοκινήτου ΕΚΥ669 (Μ.Ε.4) καθώς και των Εναγόντων και στις δύο αγωγές. Η εκδοχή του Εναγόμενου, όπως προκύπτει από την γραπτή κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία - Τεκμήριο 5 - καθώς και από την γραπτή κατηγορία - Τεκμήριο 6- τα οποία τεκμήρια κατατέθηκαν χωρίς οποιαδήποτε ένσταση, ήταν ότι είδε τ΄ αυτοκίνητο EKY669 που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση αλλά είχε την εντύπωση ότι θα προλάβαινε να στρίψει. Το Δικαστήριο δεν έχει άλλη εκδοχή από αυτή. Αντίθετα, έχει ενώπιόν του και την παραδοχή του στην ποινική υπόθεση που ασκήθηκε εναντίον του. Η αμέλεια έχει καθοριστεί και περιγραφεί, σε σειρά αποφάσεων τόσο των Αγγλικών όσο και των Κυπριακών Δικαστηρίων, ότι αποτελεί την παράλειψη εκδήλωσης ενέργειας την οποία ένας συνηθισμένος άνθρωπος θα εκδήλωνε ή την εκδήλωση ενέργειας την οποία ένας συνηθισμένος άνθρωπος θ΄ απέφευγε. Βλ. Φοινικαρίδης κ.ά ν. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 465, Αναστάση ν. Γεωργίου
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 96 και Κουμής ν. Χίννη
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 383. Η αμέλεια θα πρέπει να κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός σωστού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί το δρόμο με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που επίσης τον χρησιμοποιούν. Συνεπώς, η ίδια η αμέλεια ως αστικό αδίκημα δεν μπορεί ν΄ εξετάζεται αφηρημένα αλλά πάντοτε σε συνάρτηση με το συγκεκριμένο πρόσωπο που την επικαλείται και με αναφορά στην παράλειψη που προκάλεσε τη ζημιά. Βλ. Λάππας ν. Παφίτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 832 και Συκοπετρίτης ν. Χριστοδούλου
(2004)1(Α) Α.Α.Δ.
- Σύμφωνα με τον Καν. 58 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών (Κ.Δ.Π. 66/84), όπως τροποποιήθηκε και συγκεκριμένα την παράγραφο (ιστ) επιβάλλεται καθήκον, στον οδηγό που εισέρχεται σε κύρια οδό ή εξέρχεται από χωρητική οδό, να παρέχει το δικαίωμα προτεραιότητας στην τροχαία κίνηση που βρίσκεται στην κύρια οδό ενώ η παράγραφος (ιη) υποχρεώνει τον οδηγό, σε διασταύρωση, εφόσον προτίθεται να κάνει στροφή προς τα δεξιά να δίδει προτεραιότητα σε οχήματα με ευθεία πορεία, τα οποία κινούνται από την αντίθετη κατεύθυνση. Παρόλο που οι πιο πάνω κανονισμοί δεν αφορούν ακριβώς την υπό κρίση περίπτωση συνάγεται από το λεκτικό τους ότι προτεραιότητα δίδεται στα οχήματα που χρησιμοποιούν τον κύριο δρόμο στην περίπτωση που ένας οδηγός προτίθεται να στρίψει δεξιά. Οπόταν, ο Εναγόμενος που έστριβε δεξιά θα έπρεπε να δώσει προτεραιότητα στα οχήματα που κινούντο επί της Λεωφόρου Αρτέμιδος στην αντίθετη πορεία. Από τα γεγονότα όπως τα έχω αποδεχθεί είναι προφανές ότι ο Εναγόμενος υπέχει ευθύνη για το δυστύχημα. Οδηγούσε το όχημά του ΗΚΧ800 επί της Λεωφόρου Αρτέμιδος με σκοπό να στρίψει δεξιά στην οδό Ν. Δημητρίου, είδε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΚΥ669, το οποίο ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση, αλλά επέλεξε να μην του δώσει προτεραιότητα και αποφάσισε να στρίψει. Αυτή του η ενέργεια βρήκε τον οδηγό του αυτοκινήτου ΕΚΥ669 (Μ.Ε.4) εξ απροόπτου, αφού τον είδε μπροστά του στα 15 μέτρα και μη μπορώντας να τον αποφύγει επισυμβεί η σύγκρουση και τραυματίστηκαν τόσο οι Ενάγοντες στις υπό εκδίκαση αγωγές καθώς και ο Μ.Ε.
- Βρίσκω λοιπόν ότι γενεσιουργός αιτία του δυστυχήματος ήταν η παράλειψη του Εναγόμενου να δώσει προτεραιότητα στο αυτοκίνητο που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση, επί της Λεωφόρου Αρτέμιδος, αφού παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες του Καν. 58 της Κ.Δ.Π 66/
- Η λανθασμένη αντίληψή του ότι είχε τον απαιτούμενο χρόνο για να ολοκληρώσει την πράξη του επέφερε το δυστύχημα και τον κατέστησε υπόλογο για τις όποιες ζημιές αυτό επέφερε. Στην απόφαση Ξυπτερά ν. Κυπριανού
(1997)1 Α.Α.Δ. 1696 το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι αποκλειστικά υπεύθυνος για το δυστύχημα ήταν ο οδηγός που απέφραξε το δρόμο του άλλου οδηγού και ότι δεν είναι εύλογα προβλεπτό ότι ένας οδηγός θα βρεθεί αντιμέτωπος με την απόφραξη του δρόμου του. Το σκεπτικό αυτής της απόφασης υιοθετήθηκε και στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χρίστος Χ" Παύλου ν. Άννας Κυριάκου και Ανδρέα Χ" Νικολάου, Πολ. Έφ. 11835, ημερ. 24.3.
- Στην υπό κρίση υπόθεση παρά το γεγονός ότι υπήρχε ορατότητα και δεν υπήρχε οποιοδήποτε εμπόδιο στην πορεία του Μ.Ε.4 ο Εναγόμενος, ενώ είδε το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΕΚΥ669 προχώρησε και έστριψε δεξιά αποκόπτοντας την ελεύθερη πορεία του οχήματος, του Μ.Ε.4, ΕΚΥ
- Το πλάτος του αυτοκινήτου ΗΚΧ800 ήταν 4.80cm ενώ η λωρίδα του δρόμου που οδηγείτο το όχημα ΕΚΥ669 ήταν μόνο 3.40 cm, ουσιαστικά του έφραξε την πορεία του. Βλ. Γεωργίου ν. Αντωνίου
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 967. Σ΄ αυτό το σημείο θα πρέπει να εκτιμηθεί η παραδοχή του Εναγόμενου στην κατηγορία που του προσάφθηκε για το συγκεκριμένο δυστύχημα και αφορούσε την αμελή οδήγησή του. Βλ. Κλεάνθους ν. Βανέλλη
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1672, Γεωργίου ν. Γιασουμή
(2005)1(Α) Α.Α.Δ.
- Τα γεγονότα που παραδέχθηκε ο Εναγόμενος στην Ποιν. Υπ. 321/02, όπως τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τόσο από την μάρτυρα Μ.Ε.3 καθώς και από τον εξεταστή της υπόθεσης Μ.Ε.1, δεν μπορούν ν΄ αγνοηθούν αφού ήταν όμοια με τις περιστάσεις του δυστυχήματος όπως αυτές αποδείχθηκαν ενώπιόν μου. Γι΄ αυτό και την λαμβάνω υπόψη. Η είσοδος του αυτοκινήτου του Εναγόμενου στην λωρίδα που οδηγούσε ο Μ.Ε.4 ήταν ξαφνική. Η απόσταση από την οποία ο Μ.Ε.4 είδε τον Εναγόμενο, στα 15m δεν του παρείχε χρόνο να προβεί σ΄ οποιαδήποτε ενέργεια εκτός από το να πατήσει φρένο για ν΄ αποφύγει το δυστύχημα. Αντίθετα, ο Εναγόμενος είδε τον Μ.Ε.4 που ερχόταν αλλά προέβη σε λανθασμένη εκτίμηση χρόνου και απόστασης. Με δεδομένα τα πιο πάνω συμπεράσματα του Δικαστηρίου υπεύθυνος για την σύγκρουση ήταν ο Εναγόμενος. Έρχομαι τώρα να εξετάσω το θέμα κατά πόσο υπάρχει συντρέχουσα αμέλεια από τον Μ.Ε.
- Στην περίπτωση της αμέλειας η ευθύνη συναρτάται από την τυχόν παράλειψη της εκπλήρωσης καθήκοντος ενός οδηγού προς άλλους. Στην συντρέχουσα αμέλεια η ευθύνη υλοποιείται στην παράλειψη του άλλου οδηγού να λάβει τέτοιες προβλεπτές προφυλάξεις για την δική του ασφάλεια και την ασφάλεια της περιουσίας του. Είναι νομολογημένο ότι οι οδηγοί πρέπει να τηρούν την ουσιώδη παρατηρητικότητα κάτω υπό τις περιστάσεις και αδιάλειπτα: βλ. Κατσούρης ν. Κωνσταντίνου
(1975)1 C.L.R. 188 σελ. 192, Παύλου ν. Παπακυπριανού
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 974, σελ. 984, Συκοπετρίτης ν. Χριστοδούλου (ανωτέρω). Είναι επίσης νομολογημένο ότι δύο είναι οι καθοριστικοί παράγοντες: (α) η υπαιτιότητα, που συναρτάται με την εκπλήρωση των καθηκόντων του κάθε οδηγού για την ασφάλεια του άλλου και (β) η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης. Η ευθύνη επιμερίζεται κάτω από το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας και οι εκατέρωθεν παραλείψεις συνεκτιμούνται όχι μικροσκοπικά αλλά από την πλατιά γωνιά του μέσου συνετού πολίτη. Βλ. Χαραλάμπους κ.ά ν. Κασάπης
(1988)1 Α.Α.Δ. 25, Βελάρης ν. Ηροδότου
(1991)1 Α.Α.Δ. 881 και Παύλου ν. Παπακυπριανού (ανωτέρω), Συκοπετρίτης ν. Χριστοδούλου (ανωτέρω), Φιλίππου ν. Παναγή
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1281. Όπως έχει νομολογηθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου η υπερβολική ταχύτητα από μόνη της δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει αμέλεια εκτός αν οι άλλες λεπτομέρειες συνηγορούν στην ύπαρξη αμέλειας βλ. Μιχαήλ ν. Κυριάκου
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1825, Παναγίδου κ.ά ν. Κόκκινου
(2001)1 Α.Α.Δ.
- Η πιο πάνω αρχή επαναδιατυπώθηκε στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Κυριάκος Τσολάκης ν. Κρίστη Ανδρέου κ.ά, Πολ. Έφ. 65/2005, ημερ. 6.2.
- Όμως, προκύπτουν δύο θέματα τα οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να επιλύσει προτού αποφανθεί κατά πόσο προκύπτει θέμα συντρέχουσας αμέλειας. Το πρώτο αφορά το γεγονός ότι δεν προέκυψε από την μαρτυρία που προσκομίστηκε θέμα υπέρβασης του ορίου ταχύτητας, αφού το όριο ταχύτητας στον συγκεκριμένο δρόμο είναι 50 χλμ και δεν υπάρχει μαρτυρία αναφορικά με την ακριβή ταχύτητα του οχήματος μ΄ αριθμούς εγγραφής ΕΚΥ
- Οι μάρτυρες Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 υποστήριξαν την θέση ότι από την εμπειρία τους και από τα ίχνη τροχοπέδησης ο οδηγός του αυτοκινήτου ΕΚΥ669 οδηγούσε με μέσο όρο ταχύτητας 60 χλμ. Όμως, δεν προέβησαν σ΄ οποιεσδήποτε μετρήσεις για να μπορούν ν΄ αποφανθούν, αναφορικά με την ταχύτητα του Μ.Ε.4, με ακρίβεια. Ο ίδιος ο μάρτυρας επίσης ανέφερε ότι διατηρούσε ταχύτητα 60 χλμ και όχι περισσότερα. Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης Κουμής ν. Χίνη
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 383 το Δικαστήριο δεν μπορεί από μόνο του να καθορίσει την ταχύτητα αυτοκινήτου μόνο από τα ίχνη τροχοπέδησης χωρίς την μαρτυρία εμπειρογνώμονα. Στην σελίδα 387 της απόφασης αναφέρθηκαν τ΄ ακόλουθα: «Αναφορικά με την ταχύτητα του εναγόμενου, δεν θα ήταν ορθό χωρίς μαρτυρία εμπειρογνώμονα το δικαστήριο να μεταβληθεί σε εμπειρογνώμονα καθορίζοντας την ταχύτητα αυτοκινήτου μόνο από τα ίχνη τροχοπέδησης (μεταξύ άλλων Siakos v. Nicolaou,
(1980)1 Α.Α.Δ. 333, Philippou v. Odysseos,
(1989)1 Α.Α.Δ. 1). Στην προκειμένη όμως περίπτωση, η μαρτυρία που προέρχεται από τον ίδιο τον εναγόμενο τοποθετεί την ταχύτητα του στα επίπεδα των 80 χ.α.ω. καταρχήν από μόνη της δεν είναι αρκετή για να τεκμηριώσει αμέλεια (βλ. π.χ. Alexandrou v. Gamble,
(1974)1 Α.Α.Δ. 5, Demou v. Constantinou and another,
(1979)1 A.A.Δ. 21). Ούτε ακόμα η υπέρβαση του ορίου ταχύτητας από μόνη της συνιστά αμέλεια (βλ. Panayiotou v. Christofi & another,
(1983)1 Α.Α.Δ. 143). Το κατά πόσο η ταχύτητα με την οποία οδηγούσε ένας οδηγός μπορεί να θεωρηθεί ή όχι σαν «υπερβολική», αυτό το θέμα συναρτάται με τις συνθήκες που επικρατούσαν, την κατάσταση του δρόμου, την περιοχή κ.λ.π. (βλ. Shakolas v. Agathangelou and another,
(1983)1 Α.Α.Δ. 1007)» Επίσης, το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξάξει ασφαλές συμπέρασμα, αναφορικά με την ταχύτητα, βασιζόμενο στην σφοδρότητα της σύγκρουσης ή τις ζημιές των εμπλεκομένων οχημάτων. Στην υπόθεση Παναγίδου ν. Κόκκινου κ.ά (ανωτέρω) στη σελίδα 126 αναφέρθηκα τ΄ ακόλουθα: «Το δικαστήριο δεν μπορούσε να στηριχθεί σε τέτοια μαρτυρία για να εξάξει ασφαλές συμπέρασμα για την ταχύτητα του αυτοκινήτου του εφεσίβλητου πριν από τη σύγκρουση. Η εισήγηση επίσης του δικηγόρου της εφεσείουσας ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έπρεπε να αντλήσει συμπέρασμα περί υπερβολικής ταχύτητας από τις ζημιές στα δύο οχήματα κρίνεται ως ανεδαφικό. Χωρίς τη μαρτυρία ειδικού εμπειρογνώμονα το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να εξάξει τέτοιο συμπέρασμα γιατί θα μετατρέπετο σε εμπερογνώμονα (βλέπε: Ηλία Κώστα Αγησιλάου ν. Ανδρέα Χρίστου
(1989)1 Α.Α.Δ. 713, Siakos v. Nicolaou
(1980)1 C.L.R. 333, Σπύρου ν. Χριστοδούλου
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 1193». Στην παρούσα υπόθεση μέσα από την αντεξέταση των μαρτύρων των Εναγόντων επιχειρήθηκε η προώθηση της θέσης ότι ο Μ.Ε.4 έτρεχε και αυτή τούτη η ταχύτητά του αποδεικνύεται και από τη σφοδρότητα της σύγκρουσης. Δεν έχει αποδειχθεί με μαρτυρία ο ισχυρισμός για υπερβολική ταχύτητα αλλά ούτε και αποδείχθηκε αιτιώδης συνάφεια της όποιας ταχύτητας του Μ.Ε.4 με το ατύχημα. Επιπρόσθετα, ο οδηγός του αυτοκινήτου ΕΚΥ669, Μ.Ε.4, δεν είναι διάδικος στην υπό εξέταση αγωγή. Ενώ είχε κληθεί από τον δικηγόρο του Εναγόμενου με την διαδικασία του τριτοδιαδίκου στην συνέχεια στις 19.9.05 η διαδικασία εναντίον του αποσύρθηκε. Για να μπορεί ν΄ αποδοθεί ευθύνη σε κάποιον ο οποίος δεν είναι διάδικος στην αγωγή θα πρέπει να τυγχάνει εφαρμογής στα γεγονότα η «αρχή του δόγματος της αναγνώρισης». Στην υπόθεση Μιλτιάδους ν. Χατζηστεφάνου
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1776 επεξηγήθηκε η αρχή αυτή και αναφέρθηκαν τ΄ ακόλουθα στην σελ. 1782: «Το υπό εξέταση θέμα το πραγματεύεται ως ακολούθως ο Charlesworth & Percy on Negligence, 7η έκδοση, στην παραγ. 3-27: "Doctrine of Identification. In a negligence action the defendant may be in a position to allege, as a partial defence available to him, the contributory negligence of some third party, in respect of whom the plaintiff can effectively be identified in one way or another. In practice the most frequent of these situations to be met are in those cases where a plaintiff is vicariously liable for any causal negligence of his servant or agent. For example, where a master´ s property was entrusted to his servant and was damaged, as a combined result of the negligence of the defendant and such servant, the master´ s claim would now be reduced by apportionment, according to the extent of his servant´s fault........." Σε μετάφραση: "Δόγμα της αναγνώρισης. Σε αγωγή για αμέλεια ο εναγόμενος δυνατό να είναι σε θέση να ισχυρισθεί, υπό τη μορφή μερικής υπεράσπισης που είναι διαθέσιμη στον ίδιο, την συντρέχουσα αμέλεια κάποιου τρίτου προσώπου, σε σχέση με το οποίο ο ενάγων μπορεί αποτελεσματικά να αναγνωρισθεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Στην πρακτική η πιο συχνή από αυτές τις καταστάσεις που συναντούμε ανήκει σε εκείνες τις υποθέσεις όπου ο ενάγων είναι εκ προστήσεως υπεύθυνος για οποιαδήποτε αιτιώδη αμέλεια του υπηρέτη ή του αντιπροσώπου του. Για παράδειγμα όπου η περιουσία του κυρίου ανατέθηκε στον υπηρέτη του και υπέστει ζημιά, λόγω του συνδυασμένου αποτελέσματος της αμέλειας του εναγόμενου και του υπηρέτη, η αξίωση του κυρίου θα μειωθεί δυνάμει καταμερισμού σύμφωνα με την έκταση της ευθύνης του υπηρέτη."» Με βάση τις πιο πάνω αρχές για να μπορεί ο Εναγόμενος ν΄ επικαλεστεί συντρέχουσα αμέλεια τρίτου προσώπου που δεν είναι διάδικος θα πρέπει αυτό το τρίτο πρόσωπο να υπέχει κάποια σχέση με τον Ενάγοντα για να μπορεί ν΄ αναγνωριστεί και να συσχετισθεί με τα γεγονότα. Κάτι τέτοιο δεν προέκυψε από την μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου ούτε και συνδέθηκε μ΄ οποιονδήποτε τρόπο ο Μ.Ε.4 με τους Ενάγοντες στις υπό εκδίκαση αγωγές. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μου δεν προκύπτει θέμα εξέτασης συντρέχουσας αμέλειας του οδηγού ΕΚΥ669 - Μ.Ε.4- αφού αυτός δεν είναι διάδικος. Γι΄ αυτό και θεωρώ ότι αποκλειστική ευθύνη για το δυστύχημα φέρει ο Εναγόμενος. Συνεπακόλουθα, εκδίδεται απόφαση με την οποία κρίνεται αποκλειστικά υπεύθυνος για το δυστύχημα ο Εναγόμενος. Σ΄ αυτό το σημείο εκδίδεται διάταγμα αποσυνένωσης των αγωγών για ν΄ αποφασιστούν οι αποζημιώσεις στην κάθε μια ξεχωριστά. (Υπ.) .................................. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΓΓ/ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο