← Κύπρος

PCXK INVESTMENTS LTD ν. Α. KAVALLARIS JEWELLERS LTD, Αρ. Αγωγής: 3414/04, 6 Μαρτίου, 2007

PCXK INVESTMENTS LTD ν. Α. KAVALLARIS JEWELLERS LTD, Αρ. Αγωγής: 3414/04, 6 Μαρτίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:A35 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Τ. Θ. Οικονόμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3414/04 Μεταξύ: P.C.X.K. INVESTMENTS LTD Εναγόντων -και- Α. KAVALLARIS JEWELLERS LTD Εναγομένων Ημερομηνία: 6 Μαρτίου, 2007. Εμφανίσεις: Για ενάγοντες: Η κα Ε. Ελευθερίου για ν΄ ακούσει απόφαση για κ. Χρ. Θεοδώρου. Για εναγομένους: Η κα Ν. Μαθηκολώνη. Α Π Ο Φ Α Σ Η Σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα η εναγόμενη εταιρεία έλαβε ως δάνειο από την ενάγουσα εταιρεία £50.000,- με σκοπό, εν γνώσει της ενάγουσας, να υποβάλει αίτηση για ένταξη των μετοχών της στο χρηματιστήριο. Η εναγόμενη είναι ιδιωτική εταιρεία που δεν έχει και δεν μπορεί να έχει σκοπό την άντληση κεφαλαίων με δημόσια πρόσκληση, ούτε την εισαγωγή στο χρηματιστήριο. Δεν έχει προβεί ποτέ σε όσες αλλαγές θα ήταν αναγκαίες για να υποβάλει αίτηση. Οι μετοχές της τελικά δεν εισήχθησαν στο χρηματιστήριο. Τελικά η εναγόμενη δεν επέστρεψε το ποσό όταν το δάνειο κατέστη ληξιπρόθεσμο. Έτσι, η ενάγουσα απαιτεί επιστροφή των χρημάτων είτε ως δάνειο, είτε ως χρήματα που δόθηκαν για αντάλλαγμα που απέτυχε πλήρως (total failure of consideration) στα πλαίσια της αρχής του αδικαιολόγητου πλουτισμού (unjust enrichment). Η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι ο σκοπός για τον οποίο, ως άνω, έγινε η συμφωνία δανείου ήταν καθ΄ υπέρβαση των, εκ του ιδρυτικού της εγγράφου, σκοπών (ultra vires). Στην Υπεράσπιση αναφέρεται ότι η συμφωνία ήταν ultra vires και των σκοπών της ενάγουσας. Τέτοια όμως εισήγηση δεν προωθήθηκε αν και στα παραδεκτά γεγονότα αναφέρεται ότι «αντίγραφο του ιδρυτικού και καταστατικού της ενάγουσας εταιρείας κατατίθεται ως Τεκμήριο 3». Στην πραγματικότητα όμως δεν κατατέθηκε μέχρι τέλους, χωρίς ποτέ να εγερθεί ζήτημα. Ούτε δόθηκε συνέχεια με τις αγορεύσεις. Προκύπτει ότι το ζήτημα αυτό εγκαταλείφθηκε ή δεν προωθήθηκε τελικά ως επίδικο. Επίδικη παραμένει η θέση ότι η συμφωνία ήταν, ως άνω, ultra vires σε σχέση με την εναγόμενη εταιρεία. Συμβάσεις ultra vires. Σύμβαση που γίνεται, εν γνώσει του αντισυμβαλλομένου, καθ΄ υπέρβαση των σκοπών της εταιρείας, είναι κατά το κοινοδίκαιο άκυρη. [Σακκόραφος ν. Γ. Παρασκευαϊδη

(1966)Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 673, Σ.Π.Ε. Παλλουριώτισσας ν. Nicosia Palace Hotel Co. Ltd.
(2003)1 A.Α.Δ. 722]. Το τι προέβλεπε το κοινοδίκαιο έχει αλλάξει στην Αγγλία ήδη από το 1972, ενώ στην Κύπρο η αλλαγή επήλθε διά του νόμου 151(Ι)/2000 με τον οποίο τροποποιήθηκε ο Περί Εταιρειών Νόμος, Κεφ.
  1. Κανόνας πλέον δεν είναι η ακυρότητα της ultra vires σύμβασης. (βλ. άρθρο 33Α, Κεφ. 113). Ο νόμος όμως δημοσιεύθηκε στις 17.11.2000 χωρίς μεταβατική πρόνοια για αναδρομική ισχύ σε σχέση με υφιστάμενες συμβάσεις. Ενώ το επίδικο δάνειο έγινε στις 28.6.
  2. Εφαρμόσιμο είναι το κοινοδίκαιο. Η εισήγηση της ενάγουσας είναι πως η συμφωνία δανείου δεν ήταν εκτός του ιδρυτικού, το οποίο προβλέπει περί εξουσίας δανεισμού (Τεκμήριο 2). Τέτοιο επιχείρημα είχε προβληθεί στην Re Introductions Ltd, Introductions Ltd v. National Provisional Bank Ltd [1969] 1 All E.R. 868 (C.A.). Αποφασίστηκε ότι η δυνατότητα δανεισμού δεν συνιστά σκοπό της εταιρείας, αλλά εξουσία προς επίτευξη των σκοπών της. Όταν δε, χρησιμοποιείται για να επιτευχθεί ένας ultra vires σκοπός, τότε ultra vires είναι και ο δανεισμός. Όπως το έχει θέσει ο Harman L.J. (σελ. 889): ". a power or an object conferred on a company to borrow cannot mean something in the air: borrowing is not an end in itself and must be for some purpose of the company; and as this borrowing was for an ultra vires purpose that is an end of the matter." Εν προκειμένω η ενάγουσα γνώριζε το σκοπό του δανείου. Γνώριζε, επίσης, ότι η ενάγουσα ήταν ιδιωτική εταιρεία. Ιδιωτική εταιρεία σημαίνει εταιρεία που με το καταστατικό της, μεταξύ άλλων, απαγορεύει την πρόσκληση στο κοινό για εγγραφή για οποιεσδήποτε μετοχές (βλ. άρθρο 29
(1)(γ) του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113). Η εναγομένη εταιρεία περιγράφεται ως ιδιωτική στο καταστατικό της, όπου περιλαμβάνεται τέτοια απαγόρευση. Σύμφωνα δε με το κοινοδίκαιο, ο συμβαλλόμενος με εταιρεία εθεωρείτο ότι είχε εξυπακουόμενη γνώση (constructive notice) του ιδρυτικού και του καταστατικού της (Royal British Bank ν. Turquand
(1856)6 E. & B. 327, Exch. Ch., Σ.Π.Ε. Παλλουριώτισσας, ανωτ.). (Αντίθετη είναι τώρα η ρύθμιση διά του Ν.151(Ι)/2000). Ως εκ των άνω η συμφωνία δανείου είναι άκυρη. Η ενάγουσα δεν έχει δικαίωμα να ζητά επιστροφή του ποσού ως δανεικά. Η αρχή του αδικαιολόγητου πλουτισμού σε σχέση με συμβάσεις ultra vires. Η άλλη βάση της αγωγής είναι, ως άνω, ο αδικαιολόγητος πλουτισμός. Όπως αποφασίστηκε στην Minerva Finance Investment Ltd v. Γεωργιάδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 2173, ο αδικαιολόγητος πλουτισμός δεν αποτελεί αυτόνομη αιτία αγωγής. Αναγνωρίζεται όμως ως συμπληρωματική θεραπεία του δικαίου της επιείκειας προς αντιμετώπιση των ατελειών του κοινοδικαίου. Εντάσσεται δε στο γενικότερο πλαίσιο της αποκατάστασης (restitution) όταν υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης είναι δίκαιο να διαταχθεί επιστροφή χρημάτων ή άλλης περιουσίας [Κίτση ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 Α.Α.Δ. 1077]. Η αρχή αυτή έχει ενσωματωθεί στις πρόνοιες του άρθρου 70 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 148. Αναφέρονται σχετικά τα ακόλουθα στο σύγγραμμα Pollock & Mulla, Indian Contract and Specific Relief Acts, σελ. 557, στην ανάλυση των προνοιών του άρθρου 70 σε σχέση με συμφωνίες εταιρειών έξω από τους σκοπούς τους: "Where a corporation receives money or property under an agreement which turns out to be ultra vires or illegal, it is not entitled to retain the money and the law will independently of express contract compel restitution or compensation." Στην υπόθεση Re Phoenix Life Assurance Co., Burgess and Stock's Case
(1862)70 E.R. 1131, μια ασφαλιστική εταιρεία εξέδιδε ultra vires ναυτασφάλειες ενώ οι σκοποί της ήταν να εκδίδει ασφάλειες ζωής. Αποφασίστηκε ότι οι ασφαλισμένοι δεν είχαν δικαίωμα να απαιτήσουν αποζημίωση, είχαν όμως το δικαίωμα να απαιτήσουν επιστροφή των ασφαλίστρων που κατέβαλαν έναντι ανταλλάγματος το οποίο απέτυχε πλήρως. (βλ. Pennington's Company Law, Sixth Edition, σελ. 104). Παρόμοια είναι η υπόθεση Flood v. Irish Provident Assurance Co. Ltd [1912] 2 Ch 597n. Το ζήτημα εξετάστηκε πολύ πιο πρόσφατα στο ψηλότερο επίπεδο στην υπόθεση Westdeutsche Landesbank Girozentale v. Islington London Borough Council
(1996)2 All E.R. 961 (H.L.). Αφορούσε συναλλαγές τις οποίες έκαμε τοπική αρχή έξω από τις εξουσίες της (Ultra vires) στα πλαίσια των οποίων ανέλαβε την υποχρέωση να επιστρέψει χρήματα. Η συμβατική της αυτή υποχρέωση, ως ultra vires, ήταν άκυρη. Ο αντισυμβαλλόμενος δεν μπορούσε να απαιτήσει δυνάμει της συμφωνίας. Αποφασίστηκε όμως ότι μπορούσε, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, να απαιτήσει την επιστροφή των χρημάτων ως καταβληθέντων έναντι ανταλλάγματος που πλήρως απέτυχε. Επρόκειτο για «χρήματα πληρωθέντα για λογαριασμό του ενάγοντα» («money had and received"). Η ουσία τέτοιας αξίωσης έγκειται στην υποχρέωση του εναγόμενου, υπό τις περιστάσεις μιας συγκεκριμένης υπόθεσης, να επιστρέψει τα χρήματα, για λόγους φυσικής δικαιοσύνης και επιείκειας. Όπως το έθεσε ο Lord Mansfield στην Moses v. Macferlan [1558-1774] All E.R. Rep. 581, 585: "the defendant, upon the circumstances of the case, is obliged by the ties of natural justice and equity to refund the money." Ο Γ. Μ. Πικής, τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην υπόθεση Καλησπέρας ν. Δάφνου Δρυάδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 867 είχε παραπέμψει, μεταξύ άλλων, και στην Westdeutsche ως δηλωτική της ακόλουθης αρχής δικαίου: «Αδιαμφισβήτητο είναι ότι, βάσει των γενικών αρχών του δικαίου, χρηματικό ποσό, το οποίο καταβάλλεται στον αντισυμβαλλόμενο έναντι ανταλλάγματος το οποίο δεν παρέχεται, είναι ανακτητέο ως χρέος (money had and received)». Εν προκειμένω οι περιστάσεις προσομοιάζουν με τα γεγονότα των υποθέσεων Westdeutsche, Phoenix και Flood. Η ευπαίδευτη δικηγόρος της εναγομένης εταιρείας όμως, εισηγήθηκε ότι δεν μπορεί να πετύχει η αξίωση επί αδικαιολόγητου πλουτισμού για τρεις λόγους. (α) διότι η σύμβαση εκτός από άκυρη ως ultra vires ήταν παράνομη. Τούτο δε, διότι εκ του νόμου δεν είχε εξουσία, δεν ήταν επιτρεπτό ως ιδιωτική εταιρεία (άρθρο 29, Κεφ. 113) να απευθύνει πρόσκληση προς το κοινό για εγγραφή προς απόκτηση μετοχών. Μη συμμόρφωση στις διατάξεις του άρθρου 29 έχει συνέπειες (άρθρο 30, Κεφ. 113). Όμως δεν απαγορεύεται σε μια ιδιωτική εταιρεία, αν τηρήσει τις προϋποθέσεις του νόμου όπως καθορίζονται στο άρθρο 31, με αλλαγή στο καταστατικό της να παύσει να είναι ιδιωτική εταιρεία και αντί για πρόσκληση να παραδώσει στον Έφορο Εταιρειών, Έκθεση προς αυτό το σκοπό. Συνεπώς, η εναγόμενη εταιρεία είχε τη δυνατότητα να παύσει να είναι ιδιωτική προς προώθηση του σκοπού για τον οποίο έκαμε το δάνειο. Ούτε ο σκοπός ως τέτοιος ήταν απαγορευμένος και παράνομος, εφόσον υπήρχε νόμιμη δυνατότητα προώθησης του, μήτε η γνώση του σκοπού αυτού από την ενάγουσα ενείχε το στοιχείο της συμμετοχής σε παράνομη δραστηριότητα. (β) Η δεύτερη εισήγηση ήταν ότι δεν μπορεί να δοθεί διαζευκτική θεραπεία της οποίας το αποτέλεσμα θα ήταν στην ουσία να εφαρμοστεί μια ultra vires σύμβαση και να παρακαμφθεί ο σκοπός του δόγματος ultra vires που είναι η προστασία των επενδυτών και των πιστωτών της εταιρείας μέσα από την ασφάλεια που παρέχει ο περιορισμός των δραστηριοτήτων της στα σαφή πλαίσια που καθορίζονται από το ιδρυτικό της έγγραφο και το καταστατικό. (βλ. Σ.Π.Ε. Παλλουριώτισσας, ανωτ.). Στην υπόθεση Sinclair v. Brougham [1914-15] All E.R. Rep. 622 μια εταιρεία για χρόνια εκτελούσε ultra vires τραπεζικές εργασίες αποδεχόμενη καταθέσεις. Η υποχρέωση της να επιστρέψει τα ποσά στους καταθέτες ήταν άκυρη ως ultra vires. Οι καταθέτες απαίτησαν τα ποσά ως «χρήματα πληρωθέντα για λογαριασμό τους» ("money had and received") στα πλαίσια μιας οιωνεί συμβατικής σχέσης (quasi - contract). Η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων απέρριψε ομόφωνα την αξίωση επί αυτής της βάσης με το σκεπτικό ότι στηριζόταν σε εξυπακουόμενη σύμβαση (implied contract) και ότι εφαρμογή της εξυπακουόμενης αυτής σύμβασης διά της αποπληρωμής των καταθέσεων, θα είχε το ίδιο αποτέλεσμα με την ρητή, πλην άκυρη ως ultra vires, συμφωνία. Με αυτό το σκεπτικό κρίθηκε και η εξυπακουόμενη σύμβαση ως ultra vires και άκυρη. Αυτή όμως η προσέγγιση ευθέως ανετράπη κατά πλειοψηφία ως εσφαλμένη στην υπόθεση Westdeutsche ανωτέρω. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση του Lord Browne - Wilkinson, σελ. 992: "Subsequent developments in the law of restitution demonstrate that this reasoning is no longer sound. The common law restitutionary claim is based not on implied contract but on unjust enrichment: in the circumstances the law imposes an obligation to repay rather than implying an entirely fictitious agreement to repay: see Fibrosa Spolka Akcyjna v Fairbairn Lawson Combe Barbour Ltd [1942] 2 All ER 122 at 136-137, [1943] AC 32 at 63-64 per Lord Wright, Pavey & Matthews Pty Ltd v Paul
(1987)69 ALR 577 at 579, 583, 603, Lipkin Gorman (a firm) v Karpnale Ltd [1992] 4 All ER 512 at 532, [1991] 2 AC 548 at 578 and Woolwich Building Society v IRC (No 2) [1992] 3 All ER 737, [1993] AC 70. In my judgment, your Lordships should now unequivocally and finally reject the concept that the claim for moneys had and received is based on an implied contract. I would overrule Sinclair v Brougham on this point. It follows that in Sinclair v Brougham the depositors should have had a personal claim to recover the moneys at law based on a total failure of consideration. The failure of consideration was not partial: the depositors had paid over their money in consideration of a promise to repay. That promise was ultra vires and void; therefore the consideration for the payment of the money wholly failed. Σε ό,τι αφορά δε, τον ισχυρισμό για καταστρατήγηση του σκοπού του δόγματος ultra vires σημειώνονται ειδικότερα τα ακόλουθα: Η εταιρεία έλαβε τα χρήματα με σκοπό την είσοδο της στο χρηματιστήριο. Αντ΄ αυτού παρέμεινε ιδιωτική εταιρεία και τα κατακρατεί. Πώς επηρεάζονται υπό αυτές τις περιστάσεις οι τυχόν επενδυτές και πιστωτές της αν η εταιρεία επιστρέψει τα χρήματα για τα οποία δεν έδωσε κανένα αντάλλαγμα; Σκοπός του δόγματος ultra vires δεν είναι ο αδικαιολόγητος πλουτισμός της εταιρείας. (γ) Τέλος, προβλήθηκε η θέση ότι η ενάγουσα εμποδίζεται να αξιώνει αποκατάσταση (restitution) επί των αρχών του δικαίου της επιείκειας επειδή δεν βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου με «καθαρά χέρια» ("clean hands") σε σχέση με την επίδικη συναλλαγή. Τούτο δε, διότι έδωσαν τα χρήματα εν γνώσει του μη επιτρεπομένου σκοπού. Όντως ένα από τα αξιώματα του δικαίου της επιείκειας επιβάλλει ότι εκείνος που επικαλείται τις αρχές της οφείλει να καταδείξει ότι η διαγωγή του κατά την επίδικη συναλλαγή δεν ήταν αξιόμεμπτη. ("he who comes into equity must come with clean hands"). Η αρχή όμως αυτή δεν ερμηνεύεται με ευρύτητα. Αναφέρονται τα εξής στο σύγγραμμα Snell´s Equity, 29η έκδοση, σελ. 32: "The maxim must not be taken too widely; "equity does not demand that its suitors shall have led blameless lives". What bars the claim is not a general depravity but one which has "an immediate and necessary relation to the equity sued for," and is not balanced by any mitigating factors." Η γνώση του ultra vires σκοπού από μόνη της δεν υποδηλώνει αξιόμεμπτη διαγωγή με αυτή την έννοια. Αντίθετα, όπως σημειώνεται στο Pennington´s Company Law, ανωτέρω, σελ. 122, η διαζευκτική θεραπεία της αποκατάστασης προσφέρεται ακριβώς στην περίπτωση που ο ενάγοντας εγνώριζε ότι η εταιρεία ενεργούσε ultra vires του σκοπού της. Εφόσον, αν δεν γνώριζε, και δεν είχε λόγους να γνωρίζει, τότε δεν θα βρεθεί αντιμέτωπος με το δόγμα του ultra vires (Re David Payne & Co Ltd [1904] 2 Ch. 608, Pennington´s, ανωτέρω, σελ. 95). Με αποτέλεσμα ο ίδιος να μπορεί να επικαλεστεί τη συμφωνία έναντι της εταιρείας χωρίς την ανάγκη διαζευκτικής θεραπείας. Η πρωτόδικη απόφαση στην υπόθεση Westdeutsche ([1994] 4 All E.R. 890) ανετράπη. Όχι όμως σε σχέση με το ακόλουθο σκεπτικό του δικαστή Hobhouse που υπό το φως των ανωτέρω είναι πειστικό και υιοθετείται εν προκειμένω: "Once the transaction is held to have been void from the outset and the third party has been held to have no rights under the purported contract, the effect of the doctrine of ultra vires is exhausted and it is from that starting point that the question of restitution has to be considered. Ως εκ των άνω βρίσκω ότι η ενάγουσα έχει δικαίωμα στην επιστροφή των χρημάτων που έδωσε στα πλαίσια μιας άκυρης συμφωνίας και για αντάλλαγμα που απέτυχε πλήρως. Ο Τόκος. Επιπρόσθετα η ενάγουσα απαιτεί τόκο προς 9% από το χρόνο που έδωσε τα χρήματα. Το δικαστήριο έχει εξουσία να επιδικάζει τόκο σύμφωνα με τις αρχές του κοινοδικαίου και της επιεικείας (άρθρο 29
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60). Κατά κανόνα ο τόκος δεν αποτελεί προβλεπτή ζημία, εκτός αν προβλέπεται στη σύμβαση ή εξυπακούεται από τη φύση της υποχρέωσης (Θωμά ν. Μέζου κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 2359, Κολακίδης & Συνεταίροι ν. Θεοδοσίου Λτδ
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1671). Επίδικο ερώτημα στην υπόθεση Westdeutsche ήταν το κατά πόσο η ενάγουσα τράπεζα εδικαιούτο να λάβει σύνθετο τόκο, παρά τις πρόνοιες του άρθρου 3
(1)του Law Reform (Miscellaneous Provisions) Act 1934, που απέκλειαν τόκο επί τόκου. Η απάντηση ήταν αρνητική. Κατά τα άλλα, δεν αμφισβητήθηκε το δικαίωμα της σε απλό τόκο. Η απόδοση τόκου θεωρήθηκε ως εφεδρική θεραπεία σε απαιτήσεις επί των αρχών της επιείκειας (βλ. President of India v. La Pintada Cia Navegacion S.A. [1984] 2 All E.R. 773, 778). Η υπόθεση President of India συζητήθηκε στην υπόθεση Κολακίδης & Συνέταιροι, ανωτέρω, η οποία όμως αφορούσε διαφορετικά γεγονότα. Η απαίτηση ήταν για καταβολή τόκων επί οφειλομένης αρχιτεκτονικής οφειλής. Αποφασίστηκε ότι ελλείψει ιδιαίτερης σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών (fiduciary relationship) ή άλλων ιδιαίτερων περιστατικών, δεν υπήρχε δικαίωμα σε τόκο. Όμως η παρούσα υπόθεση πρέπει να κριθεί υπό το φως της Westdeutsche που αποφασίστηκε υπό παρόμοια γεγονότα. Στην Westdeutsche ήταν επίσης η διαπίστωση πως δεν υπήρχε ειδική σχέση εμπιστοσύνης και ειδικότερα πως δεν υπήρχε εξυπακουόμενο καταπίστευμα (resulting trust). Η διαπίστωση αυτή απέκλεισε την απόδοση σύνθετου τόκου. Παρά ταύτα δόθηκε απλός τόκος με την παραπάνω έννοια. Η κατάληξη είναι πως η ενάγουσα δικαιούται σε τόκο. Κατά κανόνα ο υπερήμερος υποχρεούται σε πληρωμή τόκου για την περίοδο που παραλείπει να επιστρέψει τα χρήματα, δηλαδή ο τόκος καθίσταται πληρωτέος από της δημιουργίας του αγωγίμου δικαιώματος (General Tire and Rubber Co v. Firestone Tyre and Rubber Co v. Firestone Tyre and Rubber Co Ltd [1975] 2 All E.R. 173, 188). Εξουσία απόδοσης τόκου από της ημέρας που καθίσταται απαιτητός δίδεται και από τις πρόνοιες του άρθρου 33
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου. Τόκος όμως επί ποίου επιτοκίου; Στην Westdeutsche είχε παρουσιαστεί στο δικαστήριο υπολογισμός του τόκου από λογιστή. Εν προκειμένω η απαίτηση για επιτόκιο 9% δεν έχει υποστηριχτεί με μαρτυρία, ούτε έχει άλλως πως εξηγηθεί. Τα μέρη είχαν συμφωνήσει για τόκο προς 1% ετησίως εξαρχής και χωρίς να προβλέπεται αύξηση σε περίπτωση καθυστέρησης. Ο επιμέρους αυτός όρος συμπαρασύρεται βέβαια από την ακυρότητα εν όλω της συμφωνίας. Αναμένεται όμως, με τη θεραπεία της αποκατάστασης, η ενάγουσα να βρεθεί από οικονομικής πλευράς στη θέση στην οποία θα βρισκόταν αν η συμφωνία ήταν εκτελεστή. Όπως αναμένεται, για να είναι πλήρως αποτελεσματικός ο αποκλεισμός του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ότι η εναγόμενη δεν θα βρεθεί από οικονομικής πλευράς σε ευνοϊκότερη θέση από εκείνη στην οποία θα βρισκόταν αν η συμφωνία ήταν εκτελεστή. Με αυτό το σκεπτικό θα δοθεί τόκος προς 1% μέχρι σήμερα και νόμιμος τόκος στη συνέχεια μέχρι την εξόφληση. Ως εκ των άνω δίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων για £50.000,- με τόκο 1% ετησίως από 28.6.2000 μέχρι σήμερα και νόμιμο τόκο στη συνέχεια μέχρι την εξόφληση, με έξοδα. Καλούνται οι διάδικοι να συμφωνήσουν τα έξοδα τα οποία να δηλωθούν στον Πρωτοκολλητή εντός 15 ημερών. Άλλως τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................ Τ. Θ. Οικονόμου, Α.Ε.Δ. /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.