ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΠΥΡΟΣ ΤΣΑΠΠΗΣ ΛΤΔ ν. Παναγιώτη Πολυβίου, Αρ. Αγωγής: 2695/04, 27 Μαρτίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:A51 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2695/04 Μεταξύ: ΓΕΩΡΓΙΟΣ & ΣΠΥΡΟΣ ΤΣΑΠΠΗΣ ΛΤΔ, Ενάγουσας, και Παναγιώτη Πολυβίου, Εναγόμενου. ------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 27 Μαρτίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα: κα Μ. Σουρουλλά. Για Εναγόμενο: κ. Α. Δειλινός. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα με την παρούσα αγωγή αξιώνει την καταβολή του ποσού των £2.422 ως το υπόλοιπο τιμολογίων που εκδόθηκαν τον Ιανουάριο 2003 - Σεπτέμβριο 2003, για αγορές ζωοτροφών, στις οποίες προέβη ο Εναγόμενος από αυτήν. Είναι η θέση της Ενάγουσας εταιρείας, η οποία ασχολείται μεταξύ άλλων με την παραγωγή και πώληση ζωοτροφών, ότι μεταξύ των μηνών Ιανουαρίου 2003 και Σεπτεμβρίου 2003 πώλησε και παρέδωσε στον Εναγόμενο διάφορα είδη ζωοτροφών και εξέδωσε τιμολόγια για την αξία τους, η οποία ανέρχετο στις £2.607,
- Ο Εναγόμενος πλήρωσε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, έναντι των τιμολογίων το ποσό των £185,91 και παρέμεινε προς πληρωμή το ποσό των £2.422, το οποίο αξιώνει με τόκο από 10.9.
- Ο Εναγόμενος, στην Υπεράσπισή του, παραδέχεται ότι αγόραζε ζωοτροφές από την Ενάγουσα επί πιστώσει πλην όμως, είναι η θέση του, ότι δεν εκδόθηκαν οποιαδήποτε τιμολόγια αναφορικά με τις αγορές αυτές. Επιπλέον, ισχυρίζεται ότι ακόμη και τις λίγες φορές που του δόθηκαν κάποια τιμολόγια από τον Σπύρο Τσαππή, αυτά αφορούσαν αγορές ζωοτροφών σε προηγούμενες ημερομηνίες και κατέγραφαν ποσότητες και είδη ζωοτροφών που δεν είχε αγοράσει ο Εναγόμενος. Πρόβαλε τον ισχυρισμό, ότι σε διάφορες ημερομηνίες ο ίδιος είχε καταβάλει το ποσό £2.138,40 και ότι έχει εξοφλήσει πλήρως την Ενάγουσα και δεν της οφείλει το αξιούμενο ποσό. Στην απάντησή της η Ενάγουσα εταιρεία επικαλείται ότι υπήρχε ανοικτός λογαριασμός «δούνε και λαβείν» μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγόμενου αφού η συνεργασία τους άρχισε τον Μάϊο του
- Από τον Μάϊο του 2002 μέχρι τις 10 Σεπτεμβρίου, 2003 ο Εναγόμενος είχε αγοράσει ζωοτροφές συνολικής αξίας £5.
- Ένταντι του ποσού αυτού κατέβαλε σταδιακά το ποσό των £2.
- Παρέμεινε δε υπόλοιπο £2.422, το οποίο και αξιώνεται με την παρούσα αγωγή. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσε μόνο ένας μάρτυρας, ο Διευθυντής της Ενάγουσας εταιρείας, κ. Σπύρος Τσαππής. Ήταν η θέση του ότι εκτός από Γενικός Διευθυντής είναι και συνιδιοκτήτης στην Ενάγουσα εταιρεία και έχει εξουσιοδότηση να εμφανίζεται γι΄ αυτήν. Κατέθεσε προς υποστήριξη του ισχυρισμού του αυτού τα Τεκμήρια 3(Α) και 3(Β). Το Τεκμήριο 3(Α) είναι το πιστοποιητικό σύστασης της Ενάγουσας εταιρείας και το Τεκμήριο 3(β) είναι το πιστοποιητικό των Διοικητικών Σύμβουλων της Ενάγουσας εταιρείας. Ισχυρίστηκε, ότι τον Εναγόμενο τον γνωρίζει αφού από τον Μάϊο του 2002 προέβαινε σε αγορές ζωοτροφών από την Ενάγουσα εταιρεία συνήθως με πίστωση και κάποτε της μετρητοίς. Πλήρωνε έναντι του λογαριασμού του. Για τις αγορές αυτές εκδίδονταν τιμολόγια. Πληρωμές γινόντουσαν, μερικές φορές, τις μετρητοίς αλλά τα τιμολόγια δεν εξοφλούντο, έδινε έναντι. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 1, σελίδα από βιβλίο που τηρείτο στην οποία φαίνονται τα τιμολόγια τα οποία εκδόθηκαν επί πιστώσει και οι πληρωμές τις οποίες έκανε ο Εναγόμενος. Με βάση τον λογαριασμό αυτό «δούναι και λαβείν» ήταν η θέση του μάρτυρα ότι ο Εναγόμενος χρωστά Λ.Κ.2.
- Ως Τεκμήριο 2 κατέθεσε δέσμη τιμολογίων, 35 στο σύνολό τους, τα οποία αφορούσαν τις αγορές του Εναγόμενου και εκδίδοντο από τον ίδιον ή από κάποιο υπάλληλο, τα οποία φαίνονται και στο Τεκμήριο
- Περιλαμβάνουν τι παραλάμβανε ο Εναγόμενος και τις τιμές. Ήταν η θέση του μάρτυρα, ότι ο Εναγόμενος λάμβανε αντίγραφα των τιμολογίων αλλά μερικές φορές προφασιζόταν ότι βιαζόταν και δεν τα έπαιρνε ενώ υπήρχαν και περιπτώσεις που δόθηκαν τα τιμολόγια στον Εναγόμενο στην επόμενή του επίσκεψη χωρίς οποιαδήποτε διαμαρτυρία εκ μέρους του γι΄ αυτό. Όμως, όταν πλήρωνε έναντι πάντοτε έπαιρνε απόδειξη. Ενώ, το συγκεκριμένο ποσό σημειωνόταν στον λογαριασμό. Η μεταξύ τους συνεργασία τελείωσε τον Σεπτέμβριο του
- Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 4, αντίγραφα των αποδείξεων εισπράξεως για τα ποσά που είχαν καταβληθεί από τον Εναγόμενο και δήλωσε ότι ο Εναγόμενος συνεχίζει να οφείλει το ποσό των £2.422, ποσό το οποίο αρνήθηκε να πληρώσει χωρίς να προφασιστεί ότι τα ποσά των τιμολογίων δεν ήταν σωστά. Κατά την αντεξέταση ο μάρτυρας υποστήριξε ότι η μεταξύ των μερών συνεργασία ξεκίνησε το Μάϊο του 2002 και ο Εναγόμενος αγόραζε σχεδόν κάθε βδομάδα επί πιστώσει κριθάρι, πάλλετ, ηλίανθο και τροφή για τα αρνιά. Όταν πλήρωνε τις μετρητοίς δεν εκδίδετο τιμολόγιο. Ήταν η θέση του ότι το πόσες φορές αγόρασε ζωοτροφές ο Εναγόμενος επί πιστώσει είναι γραμμένα στο φύλλο του βιβλίου, σελίδα του οποίου κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Υποστήριξε επίσης ότι το συγκεκριμένο τετράδιο, στο οποίο καταγράφονταν οι επί πιστώσει συναλλαγές, ο Εναγόμενος το είδε πολλές φορές και ουδέποτε το αμφισβήτησε. Όταν του υποβλήθηκε η θέση του Εναγόμενου ότι τον πλήρωνε της μετρητοίς κάθε φορά που αγόραζε ζωοτροφές, ο μάρτυρας αρνήθηκε και υποστήριξε ότι η πληρωμή γινόταν πάντοτε έναντι τιμολογίων. Όταν ο Εναγόμενος πλήρωνε της μετρητοίς αυτό δεν καταγραφόταν στην σελίδα του βιβλίου. Αρνήθηκε ότι ο Εναγόμενος του έδωσε τις Λ.Κ.185,91 που καταγράφονται στην παράγραφο 5 της Έκθεσης Απαίτησης. Ήταν περαιτέρω η θέση του μάρτυρα ότι όχλησε τον Εναγόμενο 3-4 φορές για την καταβολή του υπολοίπου πλην όμως αυτός αρνήθηκε να προβεί σε οποιαδήποτε πληρωμή. Όταν του υποβλήθηκαν ερωτήσεις αναφορικά με το Τεκμήριο 1, ισχυρίστηκε ότι υπήρχε κι άλλη σελίδα στο συγκεκριμένο βιβλίο που αφορούσε τον Εναγόμενο, η οποία όμως καταστράφηκε λόγω του ότι καταγραφόταν τ΄ όνομα παλιού πελάτη, ο οποίος είχε φύγει εδώ και 10 χρόνια. Παραδέχθηκε τα υπόλοιπα που καταγράφονταν στις αποδείξεις εισπράξεως ως οφειλόμενα υπόλοιπα καθώς και ότι ο Εναγόμενος είχε αμφισβητήσει μερικά τιμολόγια. Ενώ αρνήθηκε ότι ο Εναγόμενος τον είχε καταγγείλει στην Αστυνομία λόγω του ότι τον εξύβρισε όταν αμφισβήτησε το υπόλοιπο. Η πλευρά του Εναγόμενου επέλεξε να μην προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία και οι δύο πλευρές προχώρησαν με τις αγορεύσεις τους. Η κα Σουρουλλά υποστήριξε ότι στην απαντητική γραπτή αγόρευσή της η Ενάγουσα υποστήριξε ότι υπήρχε συνεργασία μεταξύ των μερών του τύπου «δούναι και λαβείν» και ο Ενάγοντας αν ήθελε θα μπορούσε να ζητήσει περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες. Λόγω του ότι δεν τις ζήτησε δεν μπορεί ν΄ αποκλεισθεί η πλευρά της Ενάγουσας από του να εισαγάγει μαρτυρία προς υποστήριξη κάποιου γενικού ισχυρισμού. Παρέπεμψε στην απόφαση Κουρσουμά ν. Κοσμά
(1991)1 Α.Α.Δ. 973 προς υποστήριξη του ισχυρισμού της. Ο κος Δειλινός υποστήριξε ότι σε υποθέσεις όπως την παρούσα το Δικαστήριο πρέπει να περιορίζεται στα αμφισβητούμενα θέματα, τα οποία προκύπτουν κατά την συμπλήρωση των γραπτών προτάσεων και ότι δεν είναι επιτρεπτή η εξέταση θεμάτων που δεν εγείρονται στα δικόγραφα έστω και αν υποστηρίζονται από σχετική μαρτυρία. Κατέληξε, ότι η μαρτυρία της Ενάγουσας κάλυψε πλήρως την Υπεράσπιση του Εναγόμενου ότι είχε εξοφλήσει πλήρως το υπόλοιπο αφού από το Τεκμήριο 4 προκύπτει ότι κατέβαλε στην Ενάγουσα πέραν από το ποσό της αξίωσης. Παρέπεμψε σε νομολογία που υποστήριζε τους ισχυρισμούς του. Έχοντας ολοκληρώσει με την προσαχθείσα μαρτυρία και τις θέσεις των μερών προχωρώ στο έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας και στην εξαγωγή συμπερασμάτων σ΄ ότι αφορά τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης. Ο Διευθυντής της Ενάγουσας εταιρείας δεν μου άφησε καλή εντύπωση. Η όλη παρουσία του από το εδώλιο του μάρτυρα μου έδωσε την εντύπωση ατόμου που διακατέχετο από εχθρικά αισθήματα για τον Εναγόμενο και προσπαθούσε ακριβώς γι΄ αυτό το λόγο να μην αποκαλύψει την αλήθεια προς εξυπηρέτηση της υπόθεσής του. Και ενώ στο Κλητήριο Ένταλμα καταγράφηκε ότι ο Εναγόμενος πλήρωσε £185.91 στην συνέχεια ο ίδιος στην αντεξέτασή του το αρνήθηκε. Δήλωνε άγνοια. Επιπρόσθετα, υποστήριξε τις θέσεις του με τα Τεκμήρια 1 και 2 τα οποία σύμφωνα με την μαρτυρία του καταρτίστηκαν όχι μόνο από τον ίδιο αλλά και τον γραμματικό του χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω εξήγηση επί του περιεχομένου τους ή διαχωρισμό του μέρους που ο ίδιος κατέγραψε σ΄ αυτά. Η απαίτηση της Ενάγουσας βασιζόταν σε συγκεκριμένα τιμολόγια, τα οποία κατέγραψε στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Απαίτησής της και όχι σε υπόλοιπο ανοιχτού λογαριασμού «δούναι και λαβείν». Αναφορά στο υπόλοιπο λογαριασμού έγινε στην Απάντησή της οπόταν η πλευρά του Εναγόμενου βρέθηκε εξ΄ απροόπτου. Από την στιγμή που η καταχώρηση απάντησης στην Υπεράσπιση δεν θεωρείται υποχρεωτικό διάβημα από τους θεσμούς συνάγεται ότι δεν συνιστά δικόγραφο τ΄ οποίο να προσθέτει άλλη βάση αγωγής. Σύμφωνα με την Δ.21 θ.14 εναπόκειται στον διάδικο κατά πόσο θα καταχωρήσει απάντηση. Εκεί όμως που καταχωρεί απάντηση δεν μπορεί σ΄ αυτή την απάντηση να συμπεριλάβει νέα αιτία αγωγής. Ο παλαιός αγγλικός θεσμός , Ο.23 r. 1 είναι πανομοιότυπος με τον δικό μας και στην επεξήγηση που δίδεται στην Αγγλική Πρακτική 1956 - The Annual Practice 1956 - αναφέρονται τ΄ ακόλουθα: «Where Reply Necessary: ... He must not, however, put forward in his reply a new cause of action which is not raised either on the writ or in the S of C (O.19 r. 16; Williamson v. L. & N. W. Ry, 12 Ch. D. p.794; that would be what is called "departure"». Συνεπακόλουθα, ο νέος ισχυρισμός για την ύπαρξη του λογαριασμού «δούναι και λαβείν» από το 2002 θα πρέπει ν΄ αγνοηθεί. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω θα πρέπει ν΄ αναφερθεί ότι τα τιμολόγια, πάνω στα οποία βασίστηκε η αξίωση της Ενάγουσας, συνιστούν με βάση την παραδοχή του μόνου μάρτυρα, ότι δεν τα ετοίμασε όλα ο ίδιος, εξ ακοής μαρτυρία. Δεν έγινε οποιαδήποτε αναφορά στην μαρτυρία που δόθηκε ως προς το πώς περιήλθαν στην κατοχή του μάρτυρα τα συγκεκριμένα τιμολόγια τα οποία είναι ανυπόγραφα. Είπε μόνο ότι μερικά τα έκδωσε ο ίδιος και άλλα εκδόθηκαν από υπάλληλο της εταιρείας. Δεν έγινε διαχωρισμός ως προς τα ποιά εξεδώθηκαν από τον ίδιον. Να παρατηρήσω εδώ ότι μόνο 3 από τα 35 τιμολόγια - Τεκμήριο 2 - είναι υπογεγραμμένα ενώ στην Υπεράσπιση αμφισβητείται το περιεχόμενο των τιμολογίων. Το ίδιο ισχύει και για την κατάσταση λογαριασμού, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1. Γι΄ αυτήν δεν δόθηκε καμιά εξήγηση για το πως γίνονταν σ΄ αυτήν οι καταχωρήσεις. Αναφέρθηκε μόνο ότι ετοιμάζετο από τον μάρτυρα και τον γραμματικό του χωρίς περαιτέρω εξήγηση. Το Δικαστήριο οπόταν δεν γνωρίζει σε ποια έκταση συντάχθηκε από τον ίδιο το μάρτυρα. Οπόταν, δεν παρέχεται άλλη επιλογή παρά να θεωρήσει και ως εξ ακοής μαρτυρία την κατάσταση λογαριασμού αφού δεν δόθηκε μαρτυρία αναφορικά με την αλήθεια του περιεχομένου της ή και δεν κλήθηκε ως μάρτυρας ο γραμματέας, ο οποίος μερικώς την συνέταξε. Σύμφωνα με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση D.J.G. Products Ltd v. Premixco Asphalting Company Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 263: «... η γενική αναφορά σε υπόλοιπο αναγόμενο στο παρελθόν δεν αποδείκνυε το αντίστοιχο μέρος της αξίωσης ακόμα και στην απουσία μαρτυρίας από την άλλη πλευρά.» Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω το σύνολο της μαρτυρίας που προσκομίστηκε από την πλευρά της Ενάγουσας, ενώπιον του Δικαστηρίου, προς θεμελίωση της αξίωσής της αποτελεί εξ΄ ακοής μαρτυρία και ως τέτοια θα πρέπει ν΄ αξιολογηθεί και να της αποδοθεί η όποια βαρύτητα σύμφωνα και με το άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου (όπως έχει τροποποιηθεί από το Ν.32(Ι)/04). Για να συναχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα για την αποδεικτική αξία της προσκομισθείσας εξ ακοής μαρτυρίας λαμβάνονται υπόψη το σύνολο των περιστάσεων και οι προϋποθέσεις που καταγράφονται στο εδάφιο
(2)του άρθρου 27 του Κεφ.
- Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των περιστάσεων της υπό εξέταση υπόθεσης και ειδικότερα ότι δεν επεξηγήθηκε πρώτον, ποια τιμολόγια εκδόθηκαν από τον ίδιο τον μάρτυρα δεύτερον, γιατί μερικά είναι υπογραμμένα ενώ άλλα είναι ανυπόγραφα και τρίτο, δεν δόθηκε επεξήγηση αναφορικά με το ποιές καταχωρήσεις έγιναν, στην σελίδα Τεκμήριο 1, από τον ίδιο θεωρώ ότι δεν πρέπει ν΄ αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στην προσκομησθείσα εξ ακοής μαρτυρία. Η Ενάγουσα εταιρεία έφερε το βάρος ν΄ αποδείξει την αξίωσή της με αξιόπιστη μαρτυρία και ν΄ επεξηγήσει το υπόλοιπο ιδιαίτερα ενόψει των ισχυρισμών του Εναγόμενου ότι χρεώνονταν, στα τιμολόγια που δόθηκαν σ΄ αυτόν, διαφορετικά προϊόντα από αυτά που αγόραζε και ότι, εν πάση περιπτώσει, είχε εξοφλήσει το αξιούμενο υπόλοιπο. Όμως, επέλεξε να μην συνδέσει τα τιμολόγια με την κατάσταση λογαριασμού και ούτε επεξήγησε το περιεχόμενό τους ενώ συνάμα κατέθεσε το Τεκμήριο 4 που αποκαλύπτει ότι καταβλήθηκε στην Ενάγουσα το ποσό των £2.
- Καταλήγω λοιπόν ότι με το αποδεικτικό υλικό που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, η Ενάγουσα δεν απόσεισε το βάρος απόδειξης της αξίωσής της βλ. Χαραλάμπους κ.ά ν. Ηλιάδης & Υιοί Λτδ
(1993)1 Α.Α.Δ. 529. Η πιο πάνω κατάληξή μου βασίζεται και στο σκεπτικό της πρόσφατης απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Παναγιώτης Μαστρής Λτδ ν. Επιπλώσεις Λάσκο Λτδ, Πολ. Έφ. 11507, ημερ. 27.7.06 στην οποία έγινε αναφορά στο σκεπτικό της απόφασης A.L. Mantovani & Sons Ltd v. Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 156 στην οποία αναφέρθηκαν τ΄ ακόλουθα: «Οι λογαριασμοί εμπορευομένου δεν αποτελούν αφεαυτών απόδειξη των γεγονότων που καταγράφουν. Τα γεγονότα που απεικονίζουν πρέπει να αποδειχθούν....................... απουσία παραδεκτής μαρτυρία που να στοιχειοθετεί γεγονότα που θα μπορούσαν να προσμετρήσουν ως αποδεικτικά της υπόθεσης, δεν εγείρεται ζήτημα βάρους απόδειξης. Τέτοιο θέμα μπορεί να εγερθεί μόνο όπου αποδεικνύονται γεγονότα που τείνουν να υποστηρίξουν την απαίτηση. » Έχοντας καταλήξει ότι δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε αποδεκτή μαρτυρία εκ μέρους της Ενάγουσας που ν΄ αφορά την αξίωσή της οφείλω να κάνω αναφορά στην θέση του Εναγόμενου, ήτοι στην παραδοχή του Εναγόμενου στην Υπεράσπισή του, ότι αγόραζε ζωοτροφές από την Ενάγουσα επί πιστώσει τις οποίες όμως εξόφλησε. Η θέση του Εναγόμενου, ότι κατέβαλε το ποσό των Λ.Κ.2.138,40 υποστηρίχθηκε πλήρως από την μαρτυρία που προσκόμισε η Ενάγουσα, το Τεκμήριο 4 και όσα αναφέρει στην παράγραφο 5 της Έκθεσης Απαίτησης. Ενώ ο ισχυρισμός του, ότι τ΄ αντίγραφα των τιμολογίων που του δόθηκαν κατά καιρούς κατέγραφαν ποσότητες και είδη ζωοτροφών που δεν αγόρασε ο ίδιος, δεν καταρρίφθηκε από την προσαχθείσα μαρτυρία. Οπόταν, η θέση του παρέμεινε ισχυρή. Με βάση όλα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω η Ενάγουσα εταιρεία δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης με το οποίο είναι επιφορτισμένη για να πετύχει στην αξίωσή της αφού απέτυχε όχι μόνο να προσκομίσει την απαιτούμενη μαρτυρία αλλά ούτε καν προσπάθησε να καταρρίψει τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης και άφησε κενά τ΄ οποία δεν μπορούν να ξεπεραστούν. Καταλήγω λοιπόν ότι η αγωγή της Ενάγουσας θα πρέπει ν΄ απορριφθεί και απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος της και προς όφελος του Εναγόμενου όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........................... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο