← Κύπρος

Σάββα Καρπασίτη κ.α. ν. Βασίλη Πατσιά κ.α., Αρ. Αγωγής: 4373/05, 28 Μαρτίου, 2007

Σάββα Καρπασίτη κ.α. ν. Βασίλη Πατσιά κ.α., Αρ. Αγωγής: 4373/05, 28 Μαρτίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:A52 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4373/05 Μεταξύ:

  1. Σάββα Καρπασίτη,
  2. Μανώλη Καρπασίτη, Εναγόντων, και
  3. Βασίλη Πατσιά,
  4. Ανδρέα Μιχαήλ,
  5. Αντώνη Μιχαήλ, Εναγομένων. ------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 28 Μαρτίου,
  6. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Εναγόμενο 1- Αιτητή: κα Λ. Τσεριώτη για Α. Δημητρίου. Για Ενάγοντες-Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Μ. Σουρουλλά. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες σύμφωνα με το Κλητήριο Ένταλμα που καταχώρησαν φαίνεται να είναι κάτοικοι Αυστραλίας. Με την αγωγή τους αξιώνουν Γενικές και Ειδικές Αποζημιώσεις εναντίον των Εναγομένων για το δυστύχημα που έγινε στις 21.1.05 στην διασταύρωση των φώτων τροχαίας της Λεωφόρου Γρίβα Διγενή, Ν. Δ. Παττίχη με Γιάννου Κρανιδιώτη. Ο Εναγόμενος 1 στην Υπεράσπισή του αρνείται ότι φέρει οποιαδήποτε ευθύνη για το δυστύχημα και ισχυρίζεται ότι αυτό οφείλεται στην αποκλειστική αμέλεια ή και στην παράλειψη του Εναγόμενου 3 να ελέγχει ορθά και με σύνεση το μοτοποδήλατό του με αριθμούς εγγραφής ΚJZ
  7. Προηγήθηκε της παρούσας αίτησης μονομερής αίτηση από τον Εναγόμενο 1 με την οποία ζητούσε την ένορκη αποκάλυψη των εγγράφων που οι Ενάγοντες είχαν στην κατοχή τους εντός 10 ημερών από την έκδοση του διατάγματος. Το διάταγμα εκδόθηκε στις 15.11.06 και παραχωρήθηκε ο χρόνος 10 ημερών, μετά την επίδοση του διατάγματος για συμμόρφωση με αυτό. Στις 22.12.06 καταχωρίστηκε η Ένορκη Δήλωση της κας Ανδρόνικας Πέτρου, υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο της δικηγόρου του Εναγόντων, στην οποία αποκαλύφθηκε το τιμολόγιο που αφορούσε την επισκευή του αυτοκινήτου των Εναγόντων, η αστυνομική έκθεση και 3 επιστολές που στάλησαν τόσο στις ενδιαφερόμενες ασφαλιστικές εταιρείες καθώς και στην δικηγόρο του Εναγόμενου
  8. Ακολούθησε η παρούσα αίτηση με την οποία ο Εναγόμενος 1-Αιτητής ζητά: (α) την έκδοση δήλωσης του Δικαστηρίου ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν συμμορφωθεί με το διάταγμα ημερομηνίας 15.11.2006 για την αποκάλυψη εγγράφων (β) διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει ότι η υπό εξέταση αγωγή έχει εκπέσει με έξοδα εναντίον των Εναγόντων (γ) διάταγμα του Δικαστηρίου που να απορρίπτει και/ή παραμερίζει και/ή διαγράφει την αγωγή και (δ) διάταγμα του Δικαστηρίου που να διαγράφει και/ή παραμερίζει και/ή ακυρώνει την Ένορκη Δήλωση της κας Ανδρόνικας Πέτρου, υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο της δικηγόρου των Εναγόντων, η οποία καταχωρίστηκε στις 22.12.06 σε συμμόρφωση με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 15.11.
  9. Νομική βάση της αίτησης είναι η Δ.28 θ.1-4, 11 και 12, Δ.48 θ.1-3, οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου (inherent Jurisdiction of the court) καθώς και η διακριτική του ευχέρεια. Υποστηρίζεται δε η αίτηση από την Ένορκη Δήλωση του Εναγόμενου 1-Αιτητή. Ο Εναγόμενος 1-Αιτητής υποστηρίζει, στην Ένορκη Δήλωσή του, ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν συμμορφωθεί με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 15.11.06 διότι το συγκεκριμένο διάταγμα διέτασσε τους Ενάγοντες να αποκαλύψουν ενόρκως όλα τα έγγραφα τα οποία είχαν στην κατοχή τους και όχι την υπάλληλο του δικηγορικού γραφείου της δικηγόρου τους. Ισχυρίζεται ότι η κα Ανδρόνικα Πέτρου δεν μπορούσε να είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί στην συγκεκριμένη ένορκη δήλωση, εκ μέρους των Εναγόντων αφού το Δικαστήριο διέταξε του ίδιους τους Ενάγοντες να προβούν στην αποκάλυψη. Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός του προκύπτει από την νομική συμβουλή που έλαβε από το δικηγόρο του. Καταλήγει ότι το αποτέλεσμα της παράλειψης των Εναγόντων να συμμορφωθούν με το διάταγμα αποκάλυψης οδηγεί μεταξύ άλλων και στην απόρριψη της αγωγής. Η πλευρά των Εναγόντων -Καθ΄ ων η αίτηση καταχώρισε Ένσταση, την οποία βάσισε στην Δ.28 θ.1-4, 11 και 12, Δ.48 θ.1-3 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστήριξε δε την Ένσταση η Ένορκη Δήλωση της κας Χρυστάλλας Θεοκλή, υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο της δικηγόρου των Εναγόντων. Η κα Θεοκλή, στην Ένορκη Δήλωση που καταχώρισε, ισχυρίζεται ότι η αρχική μονομερής αίτηση που καταχωρίστηκε για την έκδοση διατάγματος αποκάλυψης των εγγράφων δεν συνοδευόταν με Ένορκη Δήλωση. Υποστηρίζει ότι η κα Ανδρόνικα Πέτρου ήταν δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην καταχωρησθείσα στις 22.12.06 Ένορκη Δήλωση αφού είχε στην κατοχή της όλα τα έγγραφα που επισυνάφθηκαν ως Τεκμήρια και στα οποία γίνεται αναφορά στην Έκθεση Απαίτησης. Αυτά, είχαν, εν πάση περιπτώσει αποκαλυφθεί στον Εναγόμενο 1-Αιτητή πριν την έγερση της αγωγής με την επιστολή ημερομηνίας 1.9.
  10. Είναι η θέση της, ότι ο Εναγόμενος 1-Αιτητής γνώριζε ότι οι Ενάγοντες είναι κάτοικοι εξωτερικού αφού ο δικηγόρος του επέδωσε το διάταγμα για αποκάλυψη στην δικηγόρο των Εναγομένων και όχι σ΄ αυτούς. Γι΄ αυτό και θεωρεί ότι η υπό εξέταση αίτηση είναι άνευ αντικειμένου λόγω του ότι οι Ενάγοντες έχουν συμμορφωθεί πλήρως με την διαταγή του Δικαστηρίου. Οι δικηγόροι προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις με αγορεύσεις ενώπιον του Δικαστηρίου. Η κα Τσεριώτη, εκ μέρους του Εναγόμενου 1-Αιτητή, υποστήριξε ότι η Ένορκη Δήλωση της κας Πέτρου είναι παράτυπη γιατί δεν καταχωρίστηκε σύμφωνα με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 26.11.
  11. Ήταν η θέση της ότι η Δ.28 όπως διαβάζεται κάνει λόγο για διάδικο και χρησιμοποιεί τις λέξεις Ενάγων ή Εναγόμενος και ότι λαμβανομένης υπόψη της γραμματικής ερμηνείας που πρέπει ν΄ αποδοθεί σ΄ αυτήν δεν μπορεί να συμπεριληφθεί στο όρο «Ενάγων» ή «Εναγόμενος» και η γραμματέας δικηγορικού γραφείου. Η θέση της κας Σουρουλλά ήταν διαφορετική. Υποστήριξε ότι ο Εναγόμενος 1-Αιτητής δεν μπορεί να επικαλείται την Δ.28 θ.12 εφόσον δεν ισχυρίστηκε ενόρκως ότι υπάρχουν έγγραφα που δεν αποκαλύφθηκαν. Ήταν περαιτέρω η θέση της ότι το διάταγμα αποκάλυψης βασίστηκε σε Ένορκη Δήλωση η οποία δεν καταχωρίστηκε από τον Εναγόμενο
  12. Κατέληξε, ότι θα ήταν άδικο να απορριφθεί η αγωγή αφού οι Ενάγοντες είναι κάτοικοι Αυστραλίας και ο χρόνος των 10 ημερών, που το Δικαστήριο είχε παραχωρήσει, ήταν πολύ λίγος για να μπορέσουν οι ίδιοι οι Ενάγοντες να συμμορφωθούν με το διάταγμα. Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί στην υπό κρίση αίτηση είναι κατά πόσο άτομο το οποίο δεν είναι διάδικος μπορεί να αποκαλύψει έγγραφα, με ένορκη δήλωση, για σκοπούς συμμόρφωσης με εκδοθέν διάταγμα του δικαστηρίου για αποκάλυψη. Σ΄ αυτό το στάδιο θα πρέπει να γίνει αναφορά στην θέση της κας Σουρουλλά ότι το Δικαστήριο εξέδωσε το σχετικό διάταγμα βασιζόμενο σε αίτηση η οποία είχε γίνει μονομερώς και χωρίς να λάβουν γνώση οι Ενάγοντες καθώς και στον ισχυρισμό της ότι το εκδοθέν διάταγμα καταγράφει ότι το Δικαστήριο ανέγνωσε την ένορκη δήλωση που παρατέθηκε ενώ η αίτηση δεν συνοδεύτηκε με οποιαδήποτε ένορκη δήλωση. Κρίνω, ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός είναι άσχετος καθότι το Δικαστήριο αυτό στα πλαίσια της αίτησης την οποία εκδικάζει δεν έχει οποιαδήποτε εξουσία να επέμβει με το εκδοθέν διάταγμα. Αν οι Ενάγοντες αμφισβητούσαν την ορθότητα του συγκεκριμένου διατάγματος τότε θα έπρεπε να προβούν σε διαδικαστικά διαβήματα για την ακύρωσή του, σύμφωνα και με την Δ.48 θ.8

(4)κάτι το οποίο δεν έγινε βλ. Έλληνας ν. Χριστοδούλου κ.ά
(1995)1 Α.Α.Δ.
  1. Επίσης, δεν είναι μεμπτή η επίδοση του διατάγματος στην δικηγόρο των Εναγόντων αφού κάτι τέτοιο επιτρέπεται από την Δ.28 θ.
  2. Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι το εκδοθέν διάταγμα γράφει ότι το Δικαστήριο «ανέγνωσε την ένορκη δήλωση», δεν προκύπτει από το χειρόγραφο πρακτικό του Δικαστηρίου ότι έγινε κάτι τέτοιο οπόταν, θεωρώ ότι είναι δακτυλογραφικό λάθος τ΄ οποίο δεν επηρεάζει μ΄ οποιονδήποτε τρόπο την ενώπιόν μου διαδικασία. Έχοντας επιληφθεί τους προκαταρτικούς λόγους που είχε παραθέσει η κα Σουρουλλά έρχομαι τώρα να εξετάσω την ουσία της αίτησης δηλαδή, κατά πόσο η Ένορκη Δήλωση της υπαλλήλου του δικηγορικού γραφείου που εκπροσωπεί τους Ενάγοντες συνιστά συμμόρφωση με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 15.11.
  3. Η Δ.28 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών προβλέπει ότι η οποιαδήποτε ένορκη δήλωση για συμμόρφωση με εκδοθέν διάταγμα θα πρέπει να γίνεται από τον διάδικο εναντίον του οποίου εκδόθηκε η συγκεκριμένη διαταγή του Δικαστηρίου. Αυτολεξεί ο συγκεκριμένος θεσμός προβλέπει: «Any party may, without filing any affidavit, apply to the Court or a Judge for an order directing any other party to any cause or matter to make discovery on oath of the documents which are or have been in his possession or power relating to any matter in question therein. On the hearing of such application the Court or Judge may either refuse or adjourn the same, if satisfied that such discovery is not necessary, or not necessary at the stage of the cause or matter, or make such order, either generally or limited to certain classes of documents, as may, in the Court´ s or Judge´ s discretion, be thought fit: provided that discovery shall not be ordered when and so far as the Court or Judge shall be of opinion that it is not necessary either for disposing fairly of the cause or matter or for saving costs. If an order is made for discovery, such order shall specify the time within which the party directed to make discovery shall file his affidavit.» Ο θεσμός 2 της Δ.28 παραπέμπει σε σχετικό έντυπο - Form 22 - βάση του οποίου θα πρέπει να γίνει η αποκάλυψη. Αυτό το έντυπο παρατίθεται, στην σελίδα 254 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και κάνει αναφορά στον όρο «Defendant» δηλαδή Εναγόμενος και εφαρμόζεται κατ΄ αναλογία και στον Ενάγοντα, «Plaintiff». Η Δ.28 θ.θ. 1-4, οι οποίοι αφορούν το θέμα της αποκάλυψης, κάνουν αναφορά σε «διάδικο». Ενώ, η Δ.28 θ.12 που καταγράφει τις συνέπειες της μη συμμόρφωσης κάνει αναφορά στον Ενάγοντα και Εναγόμενο - Plaintiff and Defendant. Με βάση όλα όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω, τη γραμματική ερμηνεία του ίδιου του θεσμού (Δ.28 θ.1) καθώς και με βάση τον ορισμό που δίδεται στην λέξη «Ενάγοντας», τόσο στην Δ.1 θ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών καθώς και στο άρθρο 2 του περί Δικαστηρίων Νόμου, η κατάληξη του Δικαστηρίου δεν μπορεί να είναι άλλη από το γεγονός ότι δεν μπορεί άλλο πρόσωπο που δεν είναι διάδικος, δηλαδή τρίτο πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένων του δικηγόρου του διαδίκου ή του γραμματέα του, να θεωρείται ότι εμπίπτει στους όρους Ενάγοντας ή Εναγόμενος. Η πιο πάνω κατάληξη υποστηρίζεται και από τα αγγλικά συγγράμματα. Τα συγγράμματα Odger´s Principles of Pleading and Practice 22η Έκδοση, σελ. 234, Annual Practice 1946-1947 σελ. 523-524 και 553, Halsbury´s Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 12, σελ. 2, παρα. 37 και 42, κάνουν αναφορά σε «parties»-διαδίκους. Στο σύγγραμμα Halsbury´ s Laws of England (ανωτέρω) καταγράφεται ότι αυτός που θα πρέπει ν΄ ορκιστεί για σκοπούς αποκάλυψης είναι ο διάδικος. Τα πιο πάνω οδηγούν αβίαστα στο συμπέρασμα ότι το θέμα της αποκάλυψης είναι προσωπική υποχρέωση του διαδίκου που διατάσσεται από το Δικαστήριο ν΄ αποκαλύψει τα έγγραφα που έχει στην κατοχή του. Οπόταν, στην ένορκη δήλωση για αποκάλυψη των εγγράφων θα πρέπει ν΄ ορκίζεται ο ίδιος ο διάδικος και όχι οποιοσδήποτε άλλος. Επομένως, η ένορκη δήλωση της κας Ανδρόνικας Πέτρου δεν μπορεί να θεωρηθεί συμμόρφωση προς το διάταγμα αποκάλυψης και θα παραμεριστεί. Η συνέπεια της μη συμμόρφωσης με το διάταγμα για αποκάλυψη καταγράφεται στην ίδια την Δ.28 θ.12 και συνίσταται στην απόρριψη της αγωγής, στην περίπτωση που η μη συμμόρφωση προέρχεται από τον Ενάγοντα. Όμως, η εξουσία που παρέχεται στο Δικαστήριο από την συγκεκριμένη διάταξη είναι δηνιτική - shall be liable - και όχι επιτακτική. Το θέμα παραμένει πάντα στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία όμως συνήθως επενεργεί εναντίον του διαδίκου που σκόπιμα παραλείπει να συμμορφωθεί μ΄ ένα διάταγμα, εκτός σ΄ εκείνες τις περιπτώσεις που υπάρχει βάσιμος λόγος για την μη συμμόρφωση. Στην υπό κρίση περίπτωση ο διάδικος που ζητούσε αποκάλυψη, δηλαδή ο Εναγόμενος 1, καταχώρησε μονομερή αίτηση για αποκάλυψη και ενώ γνώριζε ότι οι Ενάγοντες είναι κάτοικοι εξωτερικού ζήτησε από το Δικαστήριο αποκάλυψη των εγγράφων εντός 10 ημερών από την ημέρα έκδοσης του διατάγματος χωρίς ν΄ αποκαλύψει στο Δικαστήριο ότι οι Ενάγοντες είναι κάτοικοι εξωτερικού. Οπόταν, ο Δικαστής που εξέδωσε το διάταγμα παραχώρησε μόνο 10 ημέρες για την αποκάλυψη προφανώς με την εντύπωση ότι οι Ενάγοντες ευρίσκονταν στην Κύπρο. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Halsbury´ s Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 13, παρα 16: «Discovery may be ordered against persons residing out of the jurisdiction, a reasonable time being allowed for the list of documents and any affidavit verifying the list.» Στην υπό κρίση υπόθεση δεν παραχωρήθηκε αρκετός χρόνος για αποκάλυψη των εγγράφων από τους ίδιους τους Ενάγοντες δεδομένου του γεγονότος ότι οι Ενάγοντες είναι μόνιμοι κάτοικο Αυστραλίας. Θα ήταν παράλογο ν΄ αναμένει κάποιος ότι θα μπορούσαν να συμμορφωθούν οι Ενάγοντες σε 10 ημέρες από εκεί που ευρίσκονται. Το Δικαστήριο σε τέτοιες περιπτώσεις, όπως η παρούσα, ανατρέχει στο απόθεμα των εξουσιών του - reserve powers - για ν΄ αποδώσει δικαιοσύνη μεταξύ των διαδίκων και να εξασφαλίσει μια δίκαιη δίκη. Αναφορικά μ΄ αυτή την εξουσία του Δικαστηρίου το σύγγραμμα Halsbury´ s Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 37, παρα 14 σελ. 22 αναφέρονται τ΄ ακόλουθα: «Inherent jurisdiction of the court. Unlike all other branches of law, except perhaps criminal procedure, there is a source of law which is peculiar and special to civil procedural law and is commonly called "the inherent jurisdiction of the Court". ....................... The term "inherent jurisdiction" is not used in contradistinction to the jurisdiction of the court exercisable at common law or conferred on it by statute or rules of court, for the court may exercise its inherent jurisdiction even in respect of matters which are regulated by statute or rule of court. The jurisdiction of the court which is comprised within the term "inherent" is that which enables it to fulfil itself, properly and effectively, as a court of law. In sum, it may be said that the inherent jurisdiction of the court is a virile and viable doctrine, and has been defined as being the reserve or fund of powers, a residual source of powers, which the court may draw upon as necessary whenever it is just or equitable to do so, in particular to ensure the observance of the due process of law, to prevent improper vexation or oppression, to do justice between the parties and to secure a fair trial between them.» (η υπογράμμιση είναι δική μου). Αναφορά στην πιο πάνω αρχή έγινε στην υπόθεση Re Evand Promotions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 2123 στην οποία λέχθηκε ότι η επίκληση της σύμφυτης εξουσίας του δικαστηρίου είναι επιτρεπτή, κατ΄ εξαίρεση, μόνο στην περίπτωση όπου η άρνηση εξουσίας ή δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου θα ισοδυναμούσε με αποστέρηση συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος διαδίκου βλ. επίσης Τουβλοποιϊα Γίγας Λτδ ν. Ουστά (Αρ. 1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 109 και Markides Europa v. Vassos Eliades
(1984)1 C.L.R. 189. Τα γεγονότα που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση, όπως η ίδια τα έχω διαπιστώσει από το φάκελο του Δικαστηρίου, δεν αποκαλύπτουν παράληψη αποκάλυψης. Αντίθετα, οι Ενάγοντες προέβησαν σ΄ αποκάλυψη μέσω της δικηγόρου τους, ήτοι της δικηγορικής υπαλλήλου της δικηγόρου τους. Δηλαδή, συμμορφώθηκαν με τρόπο νομικά ανεπαρκή. Είμαι της γνώμης ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του ότι δόθηκαν μόνο 10 ημέρες για αποκάλυψη, ενώ οι διάδικοι ήταν μόνιμοι κάτοικοι εξωτερικού, κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου καταλήγω ότι το Δικαστήριο οφείλει να δώσει μια ευκαιρία στους Ενάγοντες να προβούν σ΄ αποκάλυψη σύμφωνα και με το αρχικό διάταγμα του Δικαστηρίου. Θεωρώ ότι η όποια διαταγή για απόρριψη της αγωγής, η οποία ζητείται με την υπό κρίση αίτηση, θα ισοδυναμούσε με αποστέρηση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος των Εναγόντων να προσφύγουν στο Δικαστήριο. Τέτοια αποστέρηση είναι επιτρεπτή μόνο εκεί όπου ο διάδικος σκόπιμα αρνείται ή παραλείπει να συμμορφωθεί με τις προθεσμίες που καταγράφονται στο οποιοδήποτε διάταγμα του Δικαστηρίου. Στην υπό κρίση αίτηση αυτή τούτη η μη συμμόρφωση των Εναγόντων δεν ήταν σκόπιμη ή ηθελημένη. Αναφορικά με το θέμα των εξόδων κρίνω ότι τα έξοδα της αίτησης θα πρέπει να επιδικασθούν υπέρ του Αιτητή-Εναγόμενου 1 αφού ουσιαστικά η αίτησή του έχει επιτύχει παρόλο που το Δικαστήριο επέλεξε να μην απορρίψει την αγωγή βλ. Κυπριακή Δημοκρατία ν. Milouca Motor Trading Ltd
(2000)1(A) Α.Α.Δ. 630. Ως αποτέλεσμα της κατάληξής μου εκδίδεται διάταγμα με το οποίο οι Ενάγοντες διατάσσονται όπως προβούν σε σχετική αποκάλυψη εγγράφων σε 40 ημέρες από την επίδοση στον δικηγόρο τους του παρόντος διατάγματος. Σε περίπτωση που οι Ενάγοντες παραλείψουν να συμμορφωθούν ως ανωτέρω τότε η αγωγή θα θεωρείται αυτομάτως απορριφθείσα με έξοδα εναντίον των Εναγόντων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Οι Ενάγοντες-Καθ΄ ων η Αίτηση διατάσσονται όπως καταβάλουν τα έξοδα της παρούσας αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........................... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΓΓ/ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.