← Κύπρος

M CA HOTELS LTD ν. SARTAS LTD, Αρ. Αγωγής: 1662/04, 29 / 03 / 07

M CA HOTELS LTD ν. SARTAS LTD, Αρ. Αγωγής: 1662/04, 29 / 03 / 07 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:A53 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ. Ενώπιον: Ν.Γερολέμου, Ε.Δ., Αρ. Αγωγής: 1662/04 Μεταξύ: M. C.A. HOTELS LTD, από Λάρνακα Εναγόντων και SARTAS LTD, από Λάρνακα Εναγομένων Ημερομηνία: 29 / 03 / 07 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες: κος Χ¨Χριστοδούλου (για να ακούσει απόφαση η κα Κουζαλή) Για τους Εναγομένους: κος Ποιητής (για να ακούσει απόφαση η κα Ιωάννου) Α Π Ο Φ Α Σ Η ΕΚΘΕΣΗ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ (Ε/Α) Οι ενάγοντες κατά τον ουσιώδη χρόνο με την παρούσα αγωγή διαχειρίζοντο τα ξενοδοχεία "FOUR LANTERS" και "LAURANA HOTEL APARTMENTS" στην λεωφόρο Αθηνών παρά την παραλία "Φοινικούδες" στην Λάρνακα και συνάμα είχαν άδεια από το Δήμο Λάρνακας να τοποθετήσουν επί της παραλίας μπροστά από τα δύο αναφερθέντα ξενοδοχεία διακόσια

(200)κρεβατάκια θαλάσσης και εκατό
(100)ομπρέλες. Οι εναγόμενοι κατά τον ίδιο πιο πάνω αναφερθέν χρόνο ασχολούντο με την εκμετάλλευση κρεβατιών και ομπρελών θαλάσσης. Με γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 05.04.00 οι ενάγοντες παραχώρησαν άδεια χρήσεως των ανωτέρω κρεβατιών και ομπρελών θαλάσσης στους εναγομένους από 15.04.00 μέχρι τις 31.10.03 αντί συγκεκριμένου τιμήματος ως ακολούθως: Από 15.04.00 έως 31.12.00 αντί του ποσού των Λ.Κ.13.500 και για κάθε επόμενο έτος αντί του ποσού των Λ.Κ.15.000. Οι εναγομένοι δυνάμει της παραγράφου 6 της συμφωνίας υποχρεούντο να τοποθετήσουν επί της πιο πάνω αναφερθείσας παραλίας εκατό
(100)καινούργιες ομπρέλες, διακόσια
(200)καινούργια κρεβατάκια, εκατό
(100)τραπεζάκια και εκατό
(100)σταχτοδοχεία τα οποία με την λήξη της συμφωνίας θα παρέμεναν περιουσία των εναγόντων ως μέρος του συμφωνηθέντος ανταλλάγματος ήτοι της παραχώρησης άδειας χρήσης. Περαιτέρω τα τέλη αδειών προς τον Δήμο Λάρνακας θα κατέβαλλαν οι εναγόμενοι. Οι εναγόμενοι κατά παράβαση της συμφωνίας αρνήθηκαν να παραδώσουν τα αντικείμενα που αναφέρονται ανωτέρω όλα συνολικής αξίας Λ.Κ.8.600 και επίσης δεν κατέβαλαν τα τέλη αδειών για το έτος 2003 ανερχόμενα σε Λ.Κ.9.
  1. Ως εκ των ανωτέρω οι ενάγοντες αξιώνουν τα αναφερθέντα ανωτέρω ποσά. ΕΚΘΕΣΗ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ ΚΑΙ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗΣ (Ε/Υ ΚΑΙ 1) Οι Εναγόμενοι αρνούνται τις αξιώσεις των εναγόντων και ισχυρίζονται ότι η συμφωνία είναι παράνομη και άκυρη καθ΄ ότι αντίκειται στον Περί της Προστασίας της Παραλίας Νόμο, ΚΕΦ.
  2. Πέραν αυτού οι ενάγοντες δεν τροφοδοτούσαν τα δύο ξενοδοχεία με τουρίστες ως ήταν το πραγματικό νόημα της συμφωνίας. Ακόμη οι εναγόμενοι με επιστολή ημερομηνίας 27.06.03 τερμάτισαν την συμφωνία υπαιτιοτήτι των εναγόντων και παράνομα οι ενάγοντες εισέπραξαν την εγγυητική εκ Λ.Κ.15.
  3. Ανταπαιτητικά ζητούν το ποσό των Λ.Κ.15.000 λόγω του ότι η συμφωνία είναι παράνομη και άκυρη και δήλωση του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία είναι παράνομη και άκυρη ως αντιβαίνουσα στον Περί Προστασίας της Παραλίας Νόμο, KEΦ.
  4. ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΚΑΙ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΣΤΗΝ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ Οι ενάγοντες αρνούνται με την απάντηση στην υπεράσπιση και την υπεράσπιση στην ανταπαίτηση τα όσα τους καταλογίζουν οι εναγόμενοι και αφού επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς της Ε/Α ισχυρίζονται περαιτέρω ότι η συμφωνία είναι νόμιμη. Οι εναγόμενοι κατέβαλλαν τα τέλη στο Δήμο Λάρνακας μέχρι και το 2002 εν γνώσει του Δήμου για την συμφωνία και το ποσό της εγγυητικής εκ Λ.Κ.15.000 εισπράχθηκε δυνάμει της μεταξύ τους συμφωνίας. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Οι Ενάγοντες για να αποδείξουν την υπόθεση τους κάλεσαν δύο μάρτυρες (Μ.Ε). Ο Μ.Ε.1 Χρίστος Ιωάννου με την δήλωση - κατάθεση του, Τεκμήριο 10, που αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του αναφέρει ότι είναι ο οικονομικός διευθυντής του ομίλου εταιρειών CROWN RESAULTS του οποίου οι Ενάγοντες είναι θυγατρική εταιρεία. Αφού αναφέρει όσα κατέγραψα πιο πάνω ως αυτά που καταγράφονται στην Ε/Α στην συνέχεια αναφέρει ότι οι Εναγομένοι που τερμάτισαν μονομερώς την συμφωνία πήραν μαζί τους και όλα τα αντικείμενα που εβρίσκοντο στην παραλία αξίας (Λ.Κ. 8.600) και ανήκαν δυνάμει της συμφωνίας στους Ενάγοντες. Οι Εναγομένοι περαιτέρω δεν κατέβαλαν στο Δήμο Λάρνακας το ποσό των Λ.Κ.9.822,15σεντ ως τέλη. Οι Ενάγοντες λόγω της μη τήρησης της συμφωνίας εισέπραξαν την εγγυητική των Λ.Κ.15.
  5. Περαιτέρω αναφέρει ότι ο Δήμος Λάρνακας που ήταν γνώστης της συμφωνίας δέχθηκε σιωπηρά ή με τις πράξεις του την παραχώρηση της άδειας από τους Ενάγοντες στους Εναγομένους με χαρακτηριστικό παράδειγμα την είσπραξη δικαιωμάτων χρήσης της παραλίας από τους Εναγομένους. Απέρριψε δε τη θέση των Εναγομένων ότι οι Ενάγοντες με την συμφωνία αναλάμβαναν να τροφοδοτούν τα ξενοδοχεία με τουρίστες που εν πάσει περιπτώσει η πληρότητα του ξενοδοχείου "FOUR LANTERS" ήταν 54.75% για το 2002 και 62.33% για το έτος 2003 ως φαίνεται στο Τεκμήριο
  6. Εξέφρασε δε τον ισχυρισμό ότι οι Εναγόμενοι δεν δικαιούνται στην αξίωση τους για επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.15.000 της εγγυητικής αφού μέχρι τον Ιούνιο του 2003 είχαν όφελος από την εκμετάλλευση της παραλίας και μονομερώς τερμάτισαν την συμφωνία. Κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι ανέλαβε ως οικονομικός διευθυντής το έτος 2004 και η γνώση του για τα επίδικα θέματα προέρχεται από τα έγγραφα που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Σε σχέση με την αξία των αντικειμένων που περιγράφησαν ανωτέρω και εβρίσκοντο στην παραλία ανέφερε ότι ουδέποτε τα είδε αλλά από την γνώση του των τιμών αυτών των αντικειμένων στην αγορά, η αξία τους ανέρχεται στο ποσό των Λ.Κ.8.
  7. Ο Μ.Ε.2, Λάκης Λάμπρου, υπεύθυνος του τμήματος φόρων που μεταξύ άλλων ασχολείται και με τις άδειες παροχής διευκολύνσεων και υπηρεσιών στην παραλία του Δήμου Λάρνακας, ανέφερε ότι το ξενοδοχείο "FOUR LANTERS" ήταν και είναι δικαιούχο παροχής υπηρεσιών στην παραλία Φοινικούδων μπροστά απ΄ αυτό. Δεν εκδίδετο χρονιαία άδεια αλλά η απόδειξη πληρωμής των τελών στο Δήμο θεωρείτο ως άδεια. Όσοι δε είχαν άδεια από το έτος 1993 και μετά, με βάση την νομοθεσία κατέστησαν αδειούχοι μέχρι και τις 31.12.
  8. Βλέποντας την απόδειξη για δικαιώματα χρήσης παραλίας, για το έτος 2002, Τεκμήριο 8, ανέφερε ότι την εξέδωσε αυτός και πλήρωσε ο Πανίκος Παραλιμνίτης για λογαριασμό του ξενοδοχείου "FOUR LANTERS" το οποίο θεωρείται από τον Δήμο ότι έκανε την πληρωμή. Το Τεκμήριο 9, είναι χρεωστικό δελτίο για δικαιώματα χρήσης της παραλίας και παροχής υπηρεσιών για το έτος 2003 τα οποία όφειλε το ξενοδοχείο "FOUR LANTERS" . Δεν γνώριζαν ως Δήμος ότι οι εναγόμενοι ενοικίαζαν κρεβατάκια και ομπρέλες στην παραλία αλλά γνώριζαν ότι ο Πανίκος Παραλιμνίτης ήταν διαχειριστής των κρεβατιών και ομπρέλων του αναφερθέντος ξενοδοχείου. Κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι μετά το 1993 σταμάτησαν να εκδίδουν άδειες γιατί θεώρησαν, προφανώς ένεκα του νόμου, ότι όσοι είχαν τότε άδεια, μεταξύ αυτών και οι ενάγοντες, ήταν αδειούχοι. Από το έτος 2004 αφού τους αποστάλησαν ειδικά έντυπα για έκδοση αδειών για διάφορες κατηγορίες, εκδίδουν σχετικές άδειες. Κατατέθηκαν εκ συμφώνου ή άλλως πως τα ακόλουθα έγγραφα: Ως Τεκμήριο 1 συμφωνία παραχώρησης άδειας χρήσης ημερ. 05.04.00 Ως Τεκμήριο 2 αντίγραφο επιστολής ημερ. 27.06.03 Ως Τεκμήριο 3 αντίγραφο επιστολής ημερ. 16.07.03 Ως Τεκμήριο 4 αντίγραφο επιστολής ημερ. 15.07.03 Ως Τεκμήριο 5 αντίγραφο επιστολής ημερ. 19.07.03 Ως Τεκμήριο 6 εγγυητική επιστολή ημερ. 11.04.00 Ως Τεκμήριο 7 αντίγραφο επιταγής με α/α 60314471 Ως Τεκμήριο 8 αντίγραφο αποδείξεως με αρ. 44903 ημερ. 29.10.02 Ως Τεκμήριο 9 αντίγραφο χρεωστικού δελτίου με αρ. 02544 ημερ. 8.8.03 Ως Τεκμήριο 10 Δήλωση-κατάθεση Μ.Ε.1 ως μέρος κυρίως εξέτασης του Ως Τεκμήριο 11 Κατάσταση πληρότητας του ξενοδοχείου "FOUR LANTERS" για τα έτη 2002-2003 Ως Τεκμήριο 12 Άδεια ημερ.10.11.91 για τοποθέτηση καρέκλων, τραπεζιών και/ή άλλων αντικειμένων. Οι εναγόμενοι δεν κάλεσαν μάρτυρες υπεράσπισης. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων αφού επισήμανε ότι τα πλείστα γεγονότα είναι κοινά παραδεκτά ανέφερε ότι η διαφορά εντοπίζεται (α) στην διαφορετική αντίκρυση της συμφωνίας εκ μέρους των εναγομένων που προβάλουν ότι είναι παράνομη και άκυρη και κατά τους ενάγοντες έγκυρη, (β) στην είσπραξη της εγγυητικής, που εισηγήθηκε ότι καλώς εισπράχθηκε από τους ενάγοντες και ουσιαστικά αποτελεί το αντάλλαγμα για το έτος 2003 και (γ) ποιος ήταν ο δικαιούχος των αντικειμένων επί της παραλίας και η αξία αυτών, εισηγούμενος ότι ιδιοκτήτες των αντικειμένων με βάση την συμφωνία ήταν οι ενάγοντες και η αξία τους με βάση την μαρτυρία του Μ.Ε.1 ανήρχετο στο ποσό των Λ.Κ.8.
  9. Ζήτησε δε από το Δικαστήριο την έκδοση απόφασης ως οι αξιώσεις των εναγόντων. Από την αντίπερα όχθη ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων εισηγήθηκε ότι η σύμβαση είναι παράνομη και ως εκ τούτου άκυρη. Επομένως, συνέχισε, δεν μπορεί να επιφέρει έννομα αποτελέσματα. Όμως από την παράνομη συμφωνία δεν είναι σε ίση μοίρα αδικίας οι ενάγοντες και οι εναγόμενοι και γι΄ αυτό οι εναγόμενοι δικαιούνται στην επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.15.000 της εγγυητικής. Επίσης εισηγήθηκε ότι οι ενάγοντες στην Ε/Α ισχυρίζονται ότι έδωσαν άδεια χρήσης και όχι να χρησιμοποιείται η παραλία εξ΄ ονόματος τους από τους εναγομένους. Όμως οι ίδιοι από το Δήμο Λάρνακας ως ήταν η μαρτυρία που παρουσίασαν, είχαν εξασφαλίσει άδεια χρήσης την οποία δεν μπορούσαν να μεταβιβάσουν ή να δώσουν σε άλλους. Τέλος όσον αφορά τα αντικείμενα επί της παραλίας και την αξία τους ουδεμία μαρτυρία παρουσιάστηκε περί τούτων. Ζήτησε δε από το Δικαστήριο όπως απορριφθεί η απαίτηση και εκδοθεί απόφαση ως η ανταπαίτηση υπέρ των εναγομένων. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να ακούσω και να παρακολουθήσω τους Μάρτυρες των εναγόντων 1 και 2 κατά την διάρκεια που κατέθεταν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ακροαματική διαδικασία και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων, την ειλικρίνεια τους, την ευθύτητα τους, την σαφήνεια τους, το συμφέρον τους στην υπόθεση και την γνώση τους για τα γεγονότα που περιστοιχίζουν την υπόθεση. Ο Μ.Ε.1 σε γενικές γραμμές μου έκανε καλή εντύπωση. Ήταν ειλικρινής και σαφής. Η μαρτυρία του όμως, όσον αφορά την αξία των αντικειμένων είναι απλά γνώμη που δεν βασίζεται ούτε σε γεγονότα, αφού ουδέποτε τα είδε ούτε σε γνώμη ως ειδικού αφού δεν είναι εμπειρογνώμονας. Επομένως δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Επίσης όπου αναφέρεται σε γεγονότα που δεν έχει ίδια γνώση δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά. Αποδέχομαι την μαρτυρία του με τις πιο πάνω εξαιρέσεις. Ο Μ.Ε.2 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Ήταν ειλικρινής, ευθύς, σαφής και μάρτυρας της αλήθειας. Αποδέχομαι την μαρτυρία του. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες κατά τον ουσιώδη χρόνο με την παρούσα αγωγή ασχολούντο με την διαχείριση των ξενοδοχείων "FOUR LANTERS" και "LAURANA HOTEL APARTMENTS" στην Λάρνακα. Οι ενάγοντες κατείχαν άδεια χρήσης και παροχής υπηρεσιών στην παραλία "ΦΟΙΝΙΚΟΥΔΕΣ" μπροστά από το ξενοδοχείο "FOUR LANTERS" που τους παραχώρησε ο Δήμος Λάρνακας τόσο πριν, ήτοι από το 1991, Τεκμήριο 12, όσο και καθ΄ όλον τον ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο, Τεκμήρια 8 και
  10. Οι ενάγοντες κατόπιν γραπτής συμφωνίας, Τεκμήριο 1, ημερομηνίας 05/04/00 παραχώρησαν την άδεια χρήσεως και παροχής υπηρεσιών στην εν λόγω παραλία στη Λάρνακα στους εναγομένους από 05/04/00 έως 31/12/
  11. Δυνάμει της συμφωνίας αυτής οι εναγόμενοι θα κατέβαλλαν στους ενάγοντες για το έτος 2000 το ποσό των Λ.Κ.13.500 και για τα έτη 2001, 2002 και 2003 το ποσό των Λ.Κ.15.000 για κάθε ένα εξ΄ αυτών. Περαιτέρω οι εναγόμενοι ήταν υποχρεωμένοι να τοποθετήσουν επί της πιο πάνω παραλίας διακόσια
(200)καινούργια κρεβατάκια θαλάσσης, εκατό
(100)καινούργιες ομπρέλες, εκατό
(100)τραπεζάκια και εκατό
(100)σταχτοδοχεία. Όλα δε τα αντικείμενα αυτά με την λήξη ή τον τερματισμό της συμφωνίας θα παρέμεναν περιουσία των εναγόντων ως μέρος του ανταλλάγματος της παραχώρησης της άδειας χρήσης και υπηρεσιών στην παραλία, χωρίς καμία αποζημίωση προς τους εναγομένους από τους ενάγοντες. Επίσης οι εναγομένοι προς πίστη εφαρμογή της συμφωνίας έδωσαν στους ενάγοντες τραπεζική εγγύηση ύψους Λ.Κ.15.
  1. Οι εναγομένοι κατέβαλαν τις οφειλές τους προς τους ενάγοντες δυνάμει της συμφωνίας μέχρι και το έτος
  2. Οι εναγομένοι με επιστολή του δικηγόρου τους ημερομηνίας 27.06.03, Τεκμήριο 2, τερμάτισαν την συμφωνία προβάλλοντας ως λόγο μη τήρησης όρου της συμφωνίας. Οι ενάγοντες απάντησαν με επιστολή του δικηγόρου τους ημερομηνίας 06.07.03, Τεκμήριο 3, με την οποία απέρριπταν το λόγο τερματισμού της συμφωνίας τους και επιστούσαν την προσοχή τους για τα πιο πάνω αναφερθέντα αντικείμενα ότι είναι περιουσία των εναγόντων. Οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 15.07.03, Τεκμήριο 4, ζήτησαν από την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Παραλιμνίου την άμεση πληρωμή της εγγυητικής ύψους Λ.Κ.15.000 λόγω μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων τους οι εναγόμενοι που απόρρεαν από την μεταξύ τους συμφωνία, Τεκμήριο
  3. Παρόμοια επιστολή στάληκε και από τον δικηγόρο τους με ημερομηνία 19.07.03, Τεκμήριο
  4. Η εγγυητική επιστολή με ημερομηνία λήξης 31.10.03, Τεκμήριο 6, επληρώθηκε στους ενάγοντες με επιταγή ημερομηνίας 21.07.03, Τεκμήριο
  5. Τα δικαιώματα χρήσης της παραλίας προς το Δήμο Λάρνακας για το έτος 2003 ανήρχοντο στο ποσό των Λ.Κ.9.822.15σεντ. Οι εναγόμενοι ουδέν ποσόν κατέβαλαν αντί του ποσού των Λ.Κ.15.000 για το έτος 2003 προς τους εναγομένους. Οι εναγόμενοι με τον τερματισμό της συμφωνίας, Τεκμήριο 1, με την επιστολή τους, Τεκμήριο 2, έλαβαν από το χώρο της παραλίας τα περιουσιακά στοιχεία που υπήρχαν σ΄ αυτόν. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΠΑΡΑΝΟΜΙΑ ΣΤΗ ΣΥΜΒΑΣΗ Είναι εισήγηση της υπεράσπισης ότι η συμφωνία, Τεκμήριο 1, είναι παράνομη και ως εκ τούτου άκυρη ένεκα της αντίθεσης της με τον Περί Προστασίας της Παραλίας Νόμο ΚΕΦ. 59 και μη επιφέρουσα έννομα αποτελέσματα για τους ενάγοντες, σε αντίθεση με τους εναγομένους οι οποίοι δικαιούνται να αξιώνουν ανταπαιτητικά την επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.15.000 που εισέπραξαν οι ενάγοντες δια της εγγυητικής επιστολής καθ΄ ότι δεν είναι σε ίση μοίρα αδικίας αφού η παρανομία προέρχεται από τους ενάγοντες. Ο ΠΕΡΙ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΝΟΜΟΣ ΚΕΦ. 149 Το Άρθρο 23 του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 έχει ως ακολούθως: "Η αντιπαροχή ή ο σκοπός της συμφωνίας είναι νόμιμος εκτός αν: (α) Είναι απαγορευμένος από νόμο ή (β) Είναι τέτοιας φύσης ώστε, αν επιτρεπόταν, θα καταστρατηγούσε τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου ή (γ) Συνιστά απάτη ή (δ) Επιφέρει ή ενέχει βλάβη στο πρόσωπο ή την περιουσία άλλου ή (ε) Το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτός αντίκειται στα χρήστα ήθη ή τη δημόσια πολιτική. Σε καθεμιά από τις περιπτώσεις αυτές η αντιπαροχή ή ο σκοπός της συμφωνίας θεωρείται παράνομος. Κάθε συμφωνία της οποίας ο σκοπός ή αντιπαροχή είναι παράνομος, είναι άκυρη." Μια λεπτομερής ανάλυση του Άρθρου 23 του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 γίνεται από τον Έντιμο Δικαστή κον Ηλιάδη στην υπόθεση Αγαθοκλέους ν. Λάππα,
(1998)1 Α.Α.Δ. 2202 και δη από τις σελίδες 2211 έως 2217 που παραθέτω πιο κάτω: "(i) Το άρθρο 23 του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 Το άρθρο 23 του Κεφ. 149 έχει εξεταστεί σε αρκετές υποθέσεις στις οποίες έχει τονιστεί ότι η διαπίστωση της ύπαρξης παρανομίας σε μια σύμβαση καθιστά ολόκληρη τη σύμβαση άκυρη (ίδε Kanaris n. Tosoun
(1969)1 C.L.R. 637, G. M. Platritis & Co. V. Computer Patent Annuities
(1988)1 C.L.R. 135, Χαραλάμπους v. Daccache
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 269, όπως επίσης και τις αγγλικές αποφάσεις Anderson Ltd v. Daniel
(1924)1 K.B. 138 και St. John Shipping Corporation v. Joseph Bank, Ltd
(1957)1 Q.B. 267). Στις πιο πάνω υποθέσεις τονίστηκε ότι η παρανομία σε μια σύμβαση παρατηρείται στη συνομολόγηση της ή στην εκτέλεση της. Αν η παρανομία επισημαίνεται στη συνομολόγηση της με απώτερο σκοπό τη διάπραξη ενός αδικήματος, η σύμβαση είναι ανεφάρμοστη. Αν η παρανομία προέρχεται και από τους δύο διαδίκους η πρόθεση κατά τη διάρκεια της συνομολόγησης είναι ουσιώδης και τούτο γιατί αν η πρόθεση είναι αμοιβαία η σύμβαση δεν μπορεί να εκτελεστεί. (Ίδε Cope v. Rowlands 2 N & W 149 και Bostel Brothers Ltd v. Hurlock
(1948)2 ΑLL E. R. 312). Αν όμως η παρανομία προέρχεται από ένα συμβαλλόμενο, η σύμβαση δεν μπορεί να εκτελεστεί από το συμβαλλόμενο που είχε την παράνομη πρόθεση. (Anderson Ltd v. Daniel (πιο πάνω)). Όπως έχει λεχθεί από το Λόρδο Devlin στην υπόθεση St. John Shipping Corporation v. Joseph Bank, Ltd (πιο πάνω). "If the intention is mutual the contract is not enforceable at all, end, if unilateral, it is unenforceable at the suit of the party which is proved to have it". Οι προεκτάσεις του άρθρου 23 του Κεφ. 149 εξετάστηκαν πρόσφατα στην υπόθεση Σολωμού v. Vineyard View Τourist Enterprises Ltd όπου το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι, "Υπάρχουν δύο γενικές αρχές. Σύμφωνα με την πρώτη μια σύμβαση που συνάπτεται με σκοπό τη διάπραξη παράνομης πράξης είναι ανεφάρμοστη. Σύμφωνα με τη δεύτερη το δικαστήριο δεν εφαρμόζει μια σύμβαση η οποία ρητά ή εξυπακουόμενα απαγορεύεται από το Νόμο. (βλ. Pollock and Mulla, 10η έκδοση, σ. 227-227)". (ii) Ρητή απαγόρευση Όταν μια σύμβαση απαγορεύεται ρητά από μια συγκεκριμένη νομοθετική πρόνοια, ο παράνομος χαρακτήρας της σύμβασης δεν μπορεί να τεθεί σε αμφισβήτηση. Η σύμβαση είναι εμποτισμένη με την παρανομία και δεν μπορεί να εκτελεσθεί. Στην υπόθεση Kanaris v. Tosoun
(1969)1 C.L.R. 637, ο εφεσείων απαίτησε την είσπραξη μιας συναλλαγματικής που αντιπροσώπευε την αξία ζώων που είχε πωλήσει στον εφεσίβλητο. Ο εφεσίων παρέλειψε να παρουσιάσει τόσο στον εφεσίβλητο όσο και στον Πρόεδρο της Κοινότητας το πιστοποιητικό ιδιοκτησίας των ζώων κατά παράβαση των άρθρων 4 και 5 του Περί Πιστοποιητικών Ζώων Νόμου, Κεφ
  1. Το άρθρο 7 του πιο πάνω Νόμου προνοούσε ότι, "Irrespectively of any proceedings which may be had or taken, a sale of any animal in contravention of the provisions of section 4 or 5 of this Law shall be void and of no effect." To Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι οι λέξεις "άκυρη και χωρίς οποιοδήποτε αποτέλεσμα" (void and of no effect) καθιστούσαν το αντάλλαγμα απαγορευμένο από το νόμο και τέτοιας φύσης που αν επιτρεπόταν θα καταστρατηγούσε τις διατάξεις νόμου κατά παράβαση των προνοιών του άρθρου 23(α) και (β) του Κεφ.
  2. Η ρητή αυτή πρόνοια του άρθρου 7 καθιστούσε τη συναλλαγή άκυρη και χωρίς οποιοδήποτε αποτέλεσμα. Στην υπόθεση Glamor Development Ltd v. Christodoulou
(1984)1 C.L.R. 444, ο εφεσίβλητος, που ήταν Ανώτερος Πολιτικός Μηχανικός στο Τμήμα Ανάπτυξης Υδάτων της Κυβέρνησης, απαίτησε την καταβολή ποσού Λ.Κ.2.450 για αρχιτεκτονικά σχέδια που συμφώνησε να ετοιμάσει προς όφελος των εφεσειόντων. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η συμφωνία ήταν παράνομη αφού (α) ερχόταν σε αντίθεση με τις πρόνοιες του άρθρου 64 του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου (που προνοεί ότι ένας δημόσιος υπάλληλος πρέπει να αφιερώνει όλες τις ώρες του στη Δημοκρατία και δεν μπορεί να απασχοληθεί σε κανένα άλλο επάγγελμα ή επιχείρηση χωρίς τη σχετική άδεια του Υπουργού Οικονομικών και (β) ερχόταν σε αντίθεση με τη δημόσια πολιτική (public policy). Εφόσον δε το αντάλλαγμα ήταν παράνομο, η σύμβαση ήταν παράνομη σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 23 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149. Στην υπόθεση Κοροπούλλη & Δημητρίου ν. Αβραάμ 1 C.L.R. 78 όπου ο εφεσίβλητος ζητούσε αποζημιώσεις ως αδειούχος Τεχνικών Οικοδομών (Building Technician) για επίβλεψη ανέγερσης μιας πολυκατοικίας, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι εφόσον το άρθρο 10 του Νόμου 41/62 δεν επέτρεπε την ανάληψη εργασιών που μπορούσε να αναλάβει ένας αρχιτέκτονας ή ένας πολιτικός μηχανικός και περιόριζε την παροχή παρόμοιων υπηρεσιών σε κτίρια καθορισμένου όγκου και ύψους (υπηρεσίες τις οποίες ο εφεσίβλητος δεν μπορούσε να αναλάβει), το αντάλλαγμα ήταν παράνομο σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 23
(1)και η σχετική σύμβαση άκυρη όπως προνοεί το άρθρο 24 του Κεφ. 149. (iii) Εξυπακουόμενη απαγόρευση Όταν όμως ένα νομοθέτημα δεν περιέχει οποιαδήποτε απαγορευτική διάταξη για πρόσβαση στα Δικαστήρια για διεκδίκηση αποζημιώσεων και υποβάλλεται εισήγηση ότι η απαγόρευση είναι εξυπακουόμενη, η απάντηση βασίζεται πάνω στην ερμηνεία του σχετικού νόμου. Σε μια τέτοια περίπτωση μπορεί να εφαρμοσθούν διαφορετικά κριτήρια. Αν ο μόνος σκοπός του νομοθετήματος είναι η αύξηση των εσωτερικών προσόδων, όπως π.χ. όταν ο Νόμος απαιτεί τη χορήγηση μιας άδειας σε ένα επιχειρηματία για τη διεξαγωγή συγκεκριμένων εργασιών, η σύμβαση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως παράνομη. Στην υπόθεση Smith v. Mawhood
(1845)14 Μ & μ452, αποφασίστηκε ότι ένας καπνοπώλης μπορούσε να διεκδικήσει την αξία καπνού που είχε πωλήσει αν και είχε παραλείψει να πάρει τη σχετική άδεια κα να αναρτήσει έξω από το κατάστημα του το όνομα του, κατά παράβαση νομοθετικής πρόνοιας που προνοούσε την επιβολή προστίμου μέχρι Λ.Κ.200. Όπως έχει πει ο Parke B., "I think the object of the legislation was not to prohibit a contract of sale by dealers who have not taken out a license pursuant to the Act of Parliament. If it was, they certainly could not recover, although the prohibition was merely for the purpose of revenue. But looking to the Act of Parliament, I think its object was not to vitiate the contract itself, but only to impose a penalty upon the party offending for the purposes of the revenue." Όμως τα περισσότερα νομοθετήματα σκοπεύουν στην προστασία του κοινού ή στην υλοποίηση ενός σκοπού γενικής πολιτικής. Στην περίπτωση που ο Νόμος στοχεύει στην προστασία του κοινού, όπως π.χ. με την απαγόρευση εξάσκησης ενός επαγγέλματος από πρόσωπα που δεν είναι προσοντούχα, τότε η σύμβαση που συνάπτει ένα τέτοιο μη προσοντούχο πρόσωπο είναι παράνομη και δεν μπορεί να εφαρμοστεί. Στην υπόθεση Cope v. Rowlands
(1836)2 Μ & W 149 ο Νόμος προνοούσε ότι ένα πρόσωπο, για να ενεργεί ως χρηματιστής έπρεπε να κατέχει σχετική άδεια, διαφορετικά για κάθε πράξη που θα ενεργούσε θα υπέκειτο σε επιβολή προστίμου Λ.Κ.25. Ο ενάγων, που δεν ήταν αδειούχος, κατεχώρισε μια αγωγή εναντίον του εναγομένου απαιτώντας ένα χρηματικό ποσό για υπηρεσίες που προσέφερε στον εναγόμενο ως χρηματιστής αγοράζοντας και πουλώντας μετοχές προς όφελος του εναγομένου. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η σύμβαση ήταν παράνομη και ο ενάγων δεν μπορούσε να καταφύγει στα Δικαστήρια. Όπως είπε ο Δικαστής Parker B., "The legislature had in view, as one object, the benefit and security of the public in those important transactions which are negotiated by brokers. The clause, therefore, which imposes a penalty, must be taken . to imply a prohibition of all unadmitted persons to act as brokers, and consequently to prohibit by necessary inference all contracts which such persons make for compensation to themselves for so acting." Όταν όμως ο Νόμος δεν πλήττει μια σύμβαση μεταφοράς αγαθών, αλλά τη χρήση οχημάτων χωρίς άδεια στο δρόμο σε μια προσπάθεια να ρυθμιστεί η χρήση οχημάτων από διαφορετικά πρόσωπα σε διαφορετικές περιοχές, τότε η σύμβαση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι παράνομη. Στην υπόθεση Archbolds (Freightage), Ltd v. S. Spanglett, Ltd
(1961)1 ALL E. R. 417 ο Νόμος The Road and Rail Traffic Act 1933 προνοούσε ότι κανένα πρόσωπο δεν μπορούσε να χρησιμοποιεί ένα όχημα για τη μεταφορά αγαθών εκτός αν ήταν κάτοχος άδειας Α ή Γ. Η άδεια Α του επέτρεπε να μεταφέρει αγαθά τρίτων προσώπων έναντι αμοιβής και η άδεια Γ να μεταφέρει μόνο δικά του αγαθά. Οι ενάγοντες αποτάθηκαν στους εναγομένους και οι τελευταίοι συμφώνησαν να μεταφέρουν 200 κιβώτια ουίσκυ των εναγόντων από το Λονδίνο στο Λιτς. Οι ενάγοντες δεν γνώριζαν ότι οι εναγομένοι ήταν κάτοχοι μόνο άδειας Γ. Το ουίσκυ κλάπηκε κατά τη διάρκεια της μεταφοράς του και οι ενάγοντες κατεχώρησαν αγωγή για αποζημιώσεις για την απώλεια του. Ένα ερώτημα που ηγέρθηκε ήταν κατά πόσο ο σχετικός Νόμος απαγόρευε τη σύναψη μιας τέτοιας συμφωνίας, είτε ρητά είτε με εξυπακουόμενο τρόπο. Δεν υπήρχε ρητή νομοθετική πρόνοια που απαγόρευε τη μεταφορά αγαθών, αλλά τη χρήση οχημάτων χωρίς την απαραίτητη άδεια. Υποβλήθηκε διαζευκτικά ότι ο Νόμος απαγόρευε με εξυπακουόμενο τρόπο συμβάσεις για τη μεταφορά αγαθών με οχήματα που δεν έχουν απαραίτητες άδειες. Η απάντηση στην εισήγηση αυτή βασιζόταν στην ερμηνεία του Νόμου. Το Εφετείο αποφάνθηκε ότι δεν υπήρχε ένας τέτοιος εξυπακουόμενος τρόπος. Όπως έθεσε το θέμα ο Δικαστής Pearce L.J., "The object of the Road and Rail Traffic Act 1933, was not (in this connection) to interfere with the owner of goods or his facilities for transport, but to control those who provided the transport, with a view to promoting its efficiency. Transport of goods was not made illegal, but the various license holders were prohibited from encroaching on one another´s territory, the intention of the Act being to provide an orderly and comprehensive service". Όταν ένα πρόσωπο κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης μιας σύμβασης ενεργεί με τρόπο που παραβιάζει μια νομοθετική πρόνοια, η συμπεριφορά του αυτή δεν μπορεί να του αποστερήσει ταυτόχρονα και το δικαίωμα να προσφύγει στα Δικαστήρια. Στην υπόθεση St. John Shipping Corporation v. Joseph Bank, Ltd
(1957)1 Q.B. 267, οι ενάγοντες συμφώνησαν να μεταφέρουν σιτηρά από την Αλαμπάμα Αμερικής στην Αγγλία. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού αγκυροβόλησαν και δέχθηκαν ένα επιπρόσθετο φορτίο σε ένα ενδιάμεσο λιμάνι, με αποτέλεσμα να υπερβούν το βάρος που επέτρεπε ο Νόμος The Merchant Shipping Act
  1. Ο πλοίαρχος βρέθηκε ένοχος και καταδικάστηκε στην Αγγλία σε πρόστιμο Λ.Κ.1.
  2. Οι εναγόμενοι, που είχαν καταστεί ιδιοκτήτες μιας ποσότητας σιτηρών, απέκοψαν ένα ποσό από τα ναύλα με τον ισχυρισμό ότι το συμβόλαιο μεταφοράς είχε εκτελεστεί παράνομα. Ο Δικαστής Devlin απέρριψε την εισήγηση, αφού θεωρήθηκε ότι η παράνομη φόρτωση ήταν μια λεπτομέρεια και όχι η ουσία της σύμβασης. Όπως έθεσε το θέμα, "In the statutes to which the principle has been applied, what was prohibited was a contract which had at its centre, indeed often filling the whole space within its circumference - the prohibited act; contracts for the sale of prohibited goods, contracts for the sale of goods without accompanying documents where the statute specifically said there must be accompanying documents; contracts for work and labour done by persons who were prohibited from doing all the work and labour for which they demanded recompense." Η ίδια γραμμή ακολουθήθηκε στην υπόθεση Shaw v. Groom
(1970)1 ALL. E. R. 702, όπου ένας ιδιοκτήτης μιας οικίας κατεχώρησε αγωγή εναντίον ενός ενοικιαστή για καθυστερημένα ενοίκια που ανέρχονται σε Λ.Κ.
  1. Ο ενοικιαστής ισχυρίστηκε ότι η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί γιατί το σχετικό έγγραφο μίσθωσης που παρουσίασε ο ιδιοκτήτης δεν περιείχε όλα εκείνα τα στοιχεία που προνοούσε ο Νόμος The Landlord and Tenant Act
  2. Η παράλειψη αυτή ετιμωρείτο με επιβολή προστίμου μέχρι Λ.Κ.
  3. Το Εφετείο αποφάνθηκε ότι η σύμβαση δεν έπρεπε να στιγματιστεί ως παράνομη. Η πρόθεση του νομοθέτη ήταν η τιμωρία του ιδιοκτήτη με πρόστιμο και όχι η αποστέρηση του δικαιώματος του να προσφύγει στα Δικαστήρια. Όπως έθεσε το θέμα ο Δικαστής Sachs L.J., "It seems to me appropriate, accordingly, to allow this appeal on the broad basis that, even if the provision of a rent book is an essential act as between landlords and weekly tenants, yet the legislature did not by . the Act of 1962 intend to preclude the landlord from recovering any rent due or impose any forfeiture on him beyond the prescribed penalty." Το παράλογο μιας αυστηρής ερμηνείας των νομοθετικών προνοιών που έχει σαν αποτέλεσμα την αποστέρηση καταφυγής στα Δικαστήρια, επισημαίνεται στο σύγγραμμα J. Beatson, "Anson´s Law of Contract", 27η Έκδοση, σελ. 336, όπου αναφέρεται ότι, "For the law to prescribe that the commission of any unlawful act in the course of performing a contract should inevitably deprive the wrongdoer of all contractual remedies might well inflict on the wrongdoer a loss far in excess of the statutory penalty. This would be unreasonable. For example, a road hauler might be unable to claim freight simply of the ground that the driver of the vehicle had exceeded the speed limit or the permitted driving hours. It is therefore necessary, in all cases of statutory illegality to have regard to the statutory language and to its scope and purpose. Was the statute intended to interfere with the contract under consideration, to render it unenforceable at the suit of a party who performs it illegally, or merely to impose a penalty on the offender?" Σχετικές με το ζήτημα της παρανομίας στη σύμβαση είναι οι υποθέσεις Xριστόφορου Αθηνοδώρου κ. άλλης ν. Ανδρέα Κωνσταντίνου,
(2000)1 (Α) Α.Α.Δ. 615, Κώστας Πισιάρας κ.α. ν. Πάμπος Μιχαηλίδης κ.α.,
(2000)1 (Β) Α.Α.Δ. 817, Tsoulloftas Constructions ν. Μυλωνά κ.α.
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1514 και Σκουτέλα ν. Αγαπίου
(2003)1 (Α) Α.Α.Δ. 338. Στην συγκεκριμένη υπό εξέταση περίπτωση ισχύουν τα όσα προβλέπονται στο ΚΕΦ. 59 μέχρι και την ημέρα κατάρτισης και ισχύς της συμφωνίας, Τεκμήριο 1, μεταξύ των διαδίκων. Το άρθρο 7Α
(2)του ΚΕΦ. 59 ως ετροποποιήθηκε προνοεί ότι οποιαδήποτε άδεια εκδίδεται δυνάμει του νόμου αυτού δεν είναι μεταβιβάσιμη. Στο άρθρο 12 του ΚΕΦ. 59 προβλέπεται ότι άδεια που χορηγείται δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 5Β και 5Γ δεν δημιουργεί ή παρέχει στον κάτοχό της οποιοδήποτε δικαίωμα, προνόμιο, συμφέρον ή πλεονέκτημα στο μέρος της παραλίας στο οποίο αναφέρεται. Οι ενάγοντες κατά τον ουσιώδη με την παρούσα αγωγή χρόνο κατείχαν άδεια παροχής υπηρεσιών στην παραλία "ΦΟΙΝΙΚΟΥΔΕΣ" απέναντι από το ξενοδοχείο "FOUR LANTERS" την οποία τους εξέδωσε ο Δήμος Λάρνακας και ένεκα ότι ήταν παλαιοί αδειούχοι ήταν σίγουρο σύμφωνα με το νόμο ότι θα είχαν τέτοια άδεια μέχρι το 2008. Με την συμφωνία, Τεκμήριο 1, οι ενάγοντες παραχωρούσαν στους εναγομένους την άδεια που οι ίδιοι κατείχαν από το Δήμο Λάρνακας ως εξάγεται ευθέως από την τέταρτη παράγραφο και την παράγραφο αρ. 1 της πρώτης σελίδας του Τεκμηρίου 1 έναντι συμφωνημένου τιμήματος ως καταγράφεται πιο πάνω. Σύμφωνα δε με την παράγραφο 8 της δεύτερης σελίδας του Τεκμηρίου 1 τα τέλη θα τα πλήρωναν οι εναγόμενοι ενώ η άδεια θα εκδίδετο στο όνομα των εναγόντων. Όλα δε τα έξοδα διαχείρισης των κρεβατιών και ομπρελών που προβλέπονταν στην άδεια των εναγόντων αναλάμβαναν οι εναγόμενοι. Στην συμφωνία, Τεκμήριο 1, στην παράγραφο ΙΙ στην τρίτη σελίδα οι διάδικοι χαρακτηρίζουν την σχέση που δημιουργείται μεταξύ τους με την συμφωνία ως σχέση ιδιοκτήτη προς αδειούχο. Σύμφωνα με το λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Μπαμπινιώτη, μεταβιβάσιμος σημαίνει "αυτός που μπορεί να μεταβιβαστεί, που μπορεί να τον παραχωρήσει κανείς σε άλλον". Σύμφωνα με το Νέο Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας του Σπύρου Τσιούνη, μεταβίβασης, σημαίνει " η παραχώρηση δικαιωμάτων μου σε άλλον ή άλλα πρόσωπα, ή η ίδια η νομική πράξη με την οποία γίνεται μια παραχώρηση δικαιώματος". Με την συμφωνία οι ενάγοντες ουσιαστικά μεταβίβασαν για τα έτη 2000, 2001, 2002 και 2003 την άδεια που οι ίδιοι θα είχαν σύμφωνα με το νόμο μέχρι το 2008 στους εναγομένους άσχετα με το οποιοδήποτε φραστικό μανδύα θέλησαν να "ενδύσουν" την πράξη τους. Αφού σύμφωνα με το άρθρο 12 του νόμου η άδεια που κατείχαν οι ενάγοντες δεν δημιουργούσε ούτε παρείχε δικαίωμα, προνόμιο, συμφέρον ή πλεονέκτημα στο μέρος της παραλίας που τους δόθηκε από τον Δήμο Λάρνακας και δυνάμει του άρθρου 7Α
(2)του Νόμου, η άδεια δεν ήταν μεταβιβάσιμη, ρητά επομένως απαγορεύετο η συμφωνία που συνήψαν μεταξύ τους οι διάδικοι από τον Νόμο ΚΕΦ. 59 και ως τέτοια καθίσταται άκυρη και χωρίς έννομα αποτελέσματα. Κατά συνέπεια η συμφωνία, Τεκμήριο 1 είναι παράνομη κατά παράβαση των προνοιών του άρθρου 23 του ΚΕΦ.
  1. Ο συνήγορος των εναγομένων στην αγόρευση του εισηγήθηκε ότι οι εναγόμενοι δεν είναι σε ίση μοίρα αδικίας με τους ενάγοντες και ως εκ τούτου το Δικαστήριο θα πρέπει να εκδώσει απόφαση ως η ανταπαίτηση υπέρ των εναγομένων. Δεν θα συμφωνήσω με την θέση αυτή της υπεράσπισης. Οι εναγόμενοι είχαν εξετάσει την άδεια που είχαν οι ενάγοντες ως φαίνεται από την συμφωνία Τεκμήριο
  2. Ο νόμος με την δημοσίευση του καθίσταται γνωστός σ΄ όλους, ήτοι και στους εναγομένους. Για τρία
(3)και πλέον χρόνια, και έξι
(6)μόλις μήνες πριν λήξει η συμφωνία, εκμεταλλεύοντο το συγκεκριμένο μέρος της παραλίας με δυνητικό όφελος, χωρίς ποτέ να εκδηλώσουν την παραμικρή διαφωνία. Θα μπορούσαν να επικαλεστούν τούτο εάν ενεργούσαν διαφορετικά όπως στην περίπτωση αυτού που μετανοεί έγκαιρα (βλ. KATHARINA V. ΕΥΘΥΜΙΟΥ κ.α.
(2000)1 ΑΑΔ 2045). Αντ΄ αυτού αφού εξάντλησαν σχεδόν όλο το χρόνο που τους παρείχε η παράνομη συμφωνία και απεκόμισαν τα όποια οφέλη απ΄ αυτήν τότε μόνο απεφάσισαν να καταγγείλουν αυτή. Ως εκ τούτου δεν δικαιούνται να ζητούν από το Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση ως η ανταπαίτηση τους ως μη ευρισκόμενοι στην ίδια μοίρα με τους ενάγοντες. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω και να αναλύσω κρίνω ότι ούτε η απαίτηση ούτε η ανταπαίτηση μπορούν να επιτύχουν λόγω της παρανομίας στη σύμβαση. Κατά συνέπεια η απαίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων και εναντίον των εναγόντων στην κλίμακα της απαίτησης ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων στην κλίμακα της ανταπαίτησης ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπογρ.). ............. N. Γερολέμου, E.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.