← Κύπρος

Χαμπής Μιχαήλ ν. Παναγιώτας Σταύρου, Αρ. Αγωγής: 153/06, 3 Απριλίου, 2007

Χαμπής Μιχαήλ ν. Παναγιώτας Σταύρου, Αρ. Αγωγής: 153/06, 3 Απριλίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:A58 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου,Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 153/06 Μεταξύ: Χαμπής Μιχαήλ, από την Ορμήδεια, Ενάγοντα, και Παναγιώτας Σταύρου, από την Ξυλοφάγου Εναγόμενης. ------------------------- Αίτηση ημερ. 16.11.06 για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 3 Απριλίου,

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Εναγόμενη-Αιτήτρια: κ. Ν. Νικολάου. Για τον Ενάγοντα-Καθ΄ ου η Αίτηση: κ. Γ. Γεωργίου για κ. Κ. Ανδρέου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 19.4.2006 το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των £4.070 λόγω του ότι της είχε επιδοθεί το Κλητήριο Ένταλμα, στις 7.2.06, πλην όμως μέχρι και τις 9.3.06 που καταχωρίστηκε η αίτηση για την έκδοση της απόφασης είχε παραλείψει να καταχωρίσει εμφάνιση, όπως προβλέπεται και από την Δ.17 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Με την υπό κρίση αίτηση η Εναγόμενη επιδιώκει τώρα τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης, αίτημα στο οποίο ενίσταται ο Ενάγοντας. Στην Ένορκη Δήλωση, η οποία συνοδεύει την αίτησή της, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι τον Οκτώβριο 2006 την επισκέφθηκε δικαστικός επιδότης για να της επιδόσει ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας λόγω του ότι είχε εκδοθεί εναντίον της η υπό συζήτηση δικαστική απόφαση. Πλην όμως, είναι η θέση της, ότι το Κλητήριο Ένταλμα ουδέποτε της επεδόθη αφού η υπογραφή στο Κλητήριο Ένταλμα δεν είναι δική της. Ισχυρίζεται ότι δεν είναι ο δικός της γραφικός χαρακτήρας. Οπόταν, υποστηρίζει ότι δεν έλαβε γνώση του Κλητηρίου Εντάλματος και για πρώτη φορά έλαβε γνώση της διαδικασίας τον Οκτώβριο του
  2. Παραδέχεται, ότι γνωρίζει τον Ενάγοντα πλην όμως αρνείται ότι δανείστηκε από αυτόν οποιονδήποτε ποσό και ισχυρίζεται ότι έχει πολύ καλή υπεράσπιση λόγω του ότι πρόκειται για ανύπαρκτη, φανταστική και ανυπόστατη αξίωση εκ μέρους του Ενάγοντα αφού ουδέποτε είχε οποιεσδήποτε δοσοληψίες μαζί του. Καταλήγει, ότι δεν ήταν πρόθεσή της ν΄ επιδείξει ασέβεια ή ν΄ αγνοήσει το Δικαστήριο και αξιώνει τον παραμερισμό της απόφασης. Με την Ένστασή του ο Ενάγοντας καταγράφει έξι

(6)λόγους ένστασης οι οποίοι σε συντομία είναι οι ακόλουθοι: (α) δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για παραμερισμό της απόφασης (β) δεν έχει δικαιολογηθεί η καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης (γ) δεν διατυπώνεται η θέση της ενάγουσας ή/και δεν αποδεικνύει την υπεράσπισή της (δ) δεν κατάγγειλε την πλαστογραφία της υπογραφής της στην Αστυνομία (ε) δεν αναφέρει αν η αγωγή επεδόθη στην διεύθυνσή της ή αν διαμένει αλλού και (ζ) δεν έχει προσκομίσει το ένταλμα για κατάσχεση της κινητής περιουσίας της τ΄ οποίο ισχυρίζεται ότι της επεδόθη τον Οκτώβριο
  1. Η Ένσταση συνοδεύεται και από τις Ένορκες Δηλώσεις του Ενάγοντα και του επιδότη Παναγιώτη Παναγιώτου. Ο Ενάγοντας, ισχυρίζεται ότι το Κλητήριο Ένταλμα επεδόθη στην ίδια την Εναγόμενη προσωπικά στην ίδια στην διεύθυνση στην οποία διαμένει η Εναγόμενη σύμφωνα με την ειδοποίηση του επιδότη στις 7.2.
  2. Μετά την επίδοση της αγωγής άλλα πρόσωπα, συγγενικά της Εναγόμενης, τον προσέγγισαν και του ανέφεραν ότι η Εναγόμενη είχε παραλάβει την αγωγή. Είναι η θέση του ότι αν αμφισβητεί την υπογραφή της όφειλε να καταγγείλει το γεγονός της πλαστογραφίας στην Αστυνομία και εισηγείται ότι ενώ η ίδια γνωρίζει τα γεγονότα προβαίνει σε ψευδή ένορκη δήλωση. Εμμένει στη θέση του, ότι ο ίδιος της δάνεισε τις Λ.Κ. 4.070 με την υπόσχεση να του τα επιστρέψει πλην όμως, όποτε της τα ζητούσε την επιστροφή των λεφτών αυτή επικαλείτο προβλήματα υγείας ή οικονομικά προβλήματα για ν΄ αποφύγει την αποπληρωμή τους. Καταλήγει, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης αφού δεν έχει δικαιολογηθεί η καθυστέρηση, από την έκδοση της απόφασης, μέχρι την καταχώριση της παρούσας αίτησης. Ο επιδότης Παναγιώτης Παναγιώτου στην δική του Ένορκη Δήλωση καταγράφει ότι στις 7.2.06 επισκέφθηκε την διεύθυνση που είναι γραμμένη στο Κλητήριο Ένταλμα, Παλαιολόγου 4 Ξυλοφάγου, όπου συνάντησε προσωπικά την Παναγιώτα Σταύρου. Όταν την ενημέρωσε για τον σκοπό της επίσκεψής του εκείνη άρχισε να κλαίει και να φωνάζει και του ζήτησε να περιμένουν το σύζυγό της. Όταν ήρθε ο σύζυγός της, της επέδωσε το Κλητήριο Ένταλμα στην παρουσία του. Καταλήγει ότι σκοπός της ψευδούς ένορκης δήλωσης που κατέθεσε η Εναγόμενη είναι η αποφυγή της αποπληρωμής της δικαστικής απόφασης. Αγορεύοντας προς υποστήριξη της αίτησης της Εναγόμενης, ο κος Νικολάου ισχυρίστηκε ότι στις 29.9.06 επεδόθηκε στην Εναγόμενη το ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας και αμέσως στις 16.11.06 καταχωρίστηκε η υπό κρίση αίτηση. Ήταν η θέση του ότι έλαβε γνώση η Εναγόμενη για την διαδικασία τον Οκτώβριο του 2006 και έλαβε μέτρα ευθύς μόλις ενημερώθηκε. Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι το Δικαστήριο βασίστηκε στην προφορική μαρτυρία του Ενάγοντα για ν΄ εκδώσει την απόφαση οπόταν οφείλει ν΄ ακούσει την πλευρά της Εναγόμενης με την κατάλληλη διαταγή για έξοδα υπέρ του Ενάγοντα. Κατέληξε ότι η Εναγόμενη-Αιτήτρια δεν επέδειξε περιφρόνηση στο Δικαστήριο και παρέπεμψε στην απόφαση Λαϊκή Τράπεζα Χρηματοδοτήσεις ν. Έλενας Ιακώβου, Πολ. Έφ. 10562, ημερ. 11.4.
  3. Ο δικηγόρος του Ενάγοντα, ο κος Γεωργίου, στην δική του αγόρευση με αναφορά στην νομολογία παρέπεμψε στις αρχές που η νομολογία κατέγραψε αναφορικά με τέτοιου είδους αίτησης. Περαιτέρω, εισηγήθηκε ότι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση, εκ μέρους της Εναγόμενης, στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης, από τον Σεπτέμβριο μέχρι τον Νοέμβριο ενώ δεν υποβλήθηκε οποιαδήποτε γνήσια εκ πρώτης όψεως Υπεράσπιση αφού η απλή άρνηση ισχυρισμών δεν συνιστά υπεράσπιση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η νομική πτυχή της αίτησης διέπεται από τις πρόνοιες της Δ.26 θ.14 και Δ.17 θ.10, σύμφωνα με τις οποίες το Δικαστήριο διατηρεί την εξουσία να παραμερίσει, στην κατάλληλη περίπτωση, απόφαση η οποία εκδόθηκε ερήμην, με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλους, όπως το ίδιο κρίνει ορθό. Οι δύο αυτές διαταγές των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών έχουν επεξηγηθεί και αναλυθεί με την δέουσα σαφήνεια και λεπτομέρεια σε σειρά αποφάσεων του Εφετείου βλ. Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Milouca v. Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 1994, Alpha Bank Ltd v. Στεφάνου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1101. Υπάρχουν επίσης και πιο πρόσφατες αποφάσεις όπως η Αργυρού ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 229, Τεγκεράκης ν. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. 289 και Siberia Air v. Πούλλικα
(2005)1(Β) Α.Α.Δ.
  1. Το σκεπτικό όλων των πιο πάνω αποφάσεων μπορεί να συνοψιστεί ως ακολούθως: ο αιτητής που ζητά τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης θα πρέπει ν΄ ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση και μια καλή δικαιολογία για την μη εμφάνισή του στην διαδικασία. Όταν η συμπεριφορά του αιτητή είναι τέτοια που να είναι ασυγχώρητη και ισοδυναμεί με περιφρονητική παραγνώριση της δικαστικής διαδικασίας, το Δικαστήριο δεν θα ικανοποιήσει το αίτημά του. Ίδια θα είναι η κατάληξη στην περίπτωση που ο αιτητής επιδεικνύει υπέρμετρη καθυστέρηση στην λήψη οποιονδήποτε μέτρων μετά που πληροφορήθηκε για την εκδοθείσα απόφαση. Το Δικαστήριο θα λάβει σοβαρά υπόψη, από τη μια την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου ν΄ ακουστεί και από την άλλη, την επιταγή για ταχεία και εύρυθμη διεκπεραίωση των δικαστικών διαδικασιών. Στην υπόθεση Siberia Air v. Πούλλικα (ανωτέρω) ο Δικαστής Κραμβής ανέφερε τ΄ ακόλουθα στην σελίδα 897: «Είναι γεγονός ότι το πιο σημαντικό στοιχείο σε αιτήσεις αυτής της μορφής είναι η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Όταν ένας διάδικος επιτύχει να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, καλύπτει ό,τι σχεδόν απαιτείται για τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στη απουσία του. Ωστόσο, η απόδειξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης δεν είναι στοιχείο απόλυτα καθοριστικό για την επιτυχία της αίτησης και τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Το δικαστήριο, διατηρεί την ευχέρεια να αρνηθεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης όταν διαπιστώσει ότι η διαγωγή του διάδικου που εξαιτείται τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που πλήττει το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης. Αν διαπιστωθεί ότι η συμπεριφορά του αιτητή είναι ασυγχώρητα περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντίδικου του ή αδικαιολόγητα καθυστερεί ή ανεξήγητα παραλείπει να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία στην προώθηση αίτησης για παραμερισμό της απόφασης, αυτή η συμπεριφορά, που με άλλα λόγια συνιστά αδιαφορία, μπορεί να προβεί παράγων αποτυχίας της αίτησης για παραμερισμό.» Ερχόμενη τώρα στα στοιχεία τα οποία υποστηρίζουν το αίτημα της Εναγόμενης-Αιτήτριας. Είναι η θέση της ότι δεν της επεδόθη το Κλητήριο Ένταλμα και ότι κάποιος άλλος υπέγραψε γι΄ αυτήν. Όμως, ο επιδότης που της το επέδωσε καταχώρισε ένορκη δήλωση στην οποία δηλώνει απερίφραστα ότι το επέδωσε στην ίδια παρουσία του συζύγου τη, στο σπίτι της τ΄ οποίο μπορεί να περιγράψει. Παρόλο που είχε ζητηθεί η αντεξέτασή του, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης το αίτημα απεσύρθη και παρέμεινε αναντίλεκτη η θέση του ότι επέδωσε στην ίδια την Εναγόμενη, το Κλητήριο Ένταλμα στις 7.2.
  2. Ενώ η θέση της, ότι η υπογραφή επί του Κλητηρίου Εντάλματος δεν ήταν δική της δεν προωθήθηκε. Ούτε και ο ισχυρισμός της, ότι έλαβε γνώση της δικαστικής απόφασης τον Οκτώβριο 2006, δεν υποστηρίζεται μ΄ οποιονδήποτε στοιχείο. Στον φάκελο του Δικαστηρίου δεν υπάρχει οποιοδήποτε στοιχείο για την έκδοση εντάλματος ειδοποίησης κατάσχεσης κινητής περιουσίας ή την επίδοση τέτοιου εντάλματος στην Εναγόμενη. Οπόταν, δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία που να υποστηρίζει τον ισχυρισμό της Εναγόμενης, ότι έλαβε γνώση της δικαστικής διαδικασίας τον Οκτώβριο 2006 και όχι τον Φεβρουάριο
  3. Η Εναγόμενη-Αιτήτρια όφειλε η ίδια ν΄ αποδείξει τον συγκεκριμένο ισχυρισμό της πράγμα που δεν έκανε. Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι η επίδοση της αγωγής έγινε νομότυπα, σύμφωνα με τους Θεσμούς, στην ίδια την Εναγόμενη και ότι η εκδοθείσα ερήμην απόφαση δεν πρέπει να παραμεριστεί ex debito justitiae λόγω αντικανονικότητας στην διαδικασία. Όμως, πρωταρχικό μου καθήκον είναι επίσης να διαπιστώσω κατά πόσο η Εναγόμενη έχει καταδείξει την ύπαρξη υπεράσπισης. Σύμφωνα με την απόφαση Λευκίδου ν. Κανναουρίδης
(1999)1 Α.Α.Δ.528 το Δικαστήριο ερευνά κατά πόσο τα ενώπιόν του στοιχεία αποκαλύπτουν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή οποιοδήποτε συζητήσιμο σημείο. Σ΄ αυτό το στάδιο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης. Όμως, ο αιτητής πρέπει να προσκομίσει στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία που ν΄ υποστηρίζουν την εκδοχή του βλ. Τεγκεράκης ν. Δήμου Λευκωσίας (ανωτέρω). Το μόνο στοιχείο που η Εναγόμενη-Αιτήτρια κατέγραψε στην Ένορκη Δήλωσή της ήταν ότι έχει πάρα πού καλή υπεράσπιση γιατί πρόκειται για ανύπαρκτη, ανυπόστατη και φανταστική απαίτηση του Ενάγοντα. Αυτοί της ισχυρισμοί όμως δεν τεκμηριώθηκαν αλλά παρέμειναν τόσο γενικοί που δεν μπορούν να με οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι έχει αποκαλυφθεί εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Δεν πρέπει να λησμονείται το γεγονός ότι είναι η Εναγόμενη-Αιτήτρια που φέρει το βάρος απόδειξης να τεκμηριώσει την εκ πρώτης όψεως υπεράσπισή της. Η Εναγόμενη-Αιτήτρια δεν τεκμηρίωσε, στο βαθμό που απαιτείται για την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, με συγκεκριμένα στοιχεία και γεγονότα που να την υποστηρίζουν. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω και με δεδομένη την άποψη ότι η Ενάγουσα ενώ γνώριζε από τον Φεβρουάριο 2006 για την αγωγή δεν ενήργησε μ΄ οποιονδήποτε τρόπο μέχρι και τον Νοέμβριο 2006, δηλαδή 9 μήνες μετά, καθυστέρηση την οποία δεν δικαιολόγησε, καταλήγω ότι η αίτηση θα πρέπει ν΄ απορριφθεί. Συνεπακόλουθα, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Ενάγοντα-Καθ΄ ου η Αίτηση και εναντίον της Εναγόμενης-Αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.