← Κύπρος

TC Advertising Ltd. κ.α. ν. CV on Net NV κ.α., Αρ. Υπόθεσης 34/07, 30.4.2007

TC Advertising Ltd. κ.α. ν. CV on Net NV κ.α., Αρ. Υπόθεσης 34/07, 30.4.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:A69 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ. Ενώπιον:- Π. Παναγή, Π.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 34/07 Μεταξύ:

  1. T.C. Advertising Ltd., εκ Λεμεσού,
  2. T.C. ADS LIMITED, εκ Λεμεσού, Εναγόντων -και-
  3. CV on Net NV, εκ Λάρνακος,
  4. Casiopea Group Limited, εκ Λάρνακος, Εναγόμενων ΤΙΤΛΟΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙΣ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 9.1.2007 Μεταξύ:
  5. T.C. Advertising Ltd., εκ Βρεττανικών Παρθένων Νήσων
  6. T.C. ADS LIMITED, εκ Λεμεσού, Εναγόντων -και-
  7. CV on Net NV, εκ Netherlands ANTILESS,
  8. Casiopea Group Limited, εκ Λάρνακος, Εναγομένων Ημερομηνία: 30.4.2007 Αίτηση ημερομηνίας 8/1/2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές-Ενάγοντες 1: Ο κ. Κ. Ευσταθίου. Για Καθ΄ ων η αίτηση-Εναγόμενους: Ο κ. Χρ. Μιτσίδης. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή οι ενάγοντες αξιώνουν γενικές αποζημιώσεις για παράβαση προφορικής συμφωνίας που έγινε τον Απρίλιο 2003, ειδικές αποζημιώσεις εκ ποσού $734.089,23 δολαρίων Αμερικής ως οφειλομένου δυνάμει παραδεδεγμένου λογαριασμού και/ή ως η συμφωνηθείσα και/ή εύλογος αμοιβή των εναγόντων για συμφωνηθείσες και παρασχεθείσες υπηρεσίες, και άλλη συναφή θεραπεία. Στις 9/1/2007 οι ενάγοντες

(1), στα πλαίσια αίτησής τους, εξασφάλισαν προσωρινά διατάγματα με τα οποία δεσμεύτηκαν τραπεζικοί λογαριασμοί των εναγομένων. Τα διατάγματα τροποποιήθηκαν κατά την ημερομηνία που αυτά ορίστηκαν επιστρεπτέα ώστε να επιτρέπεται στους εναγόμενους
(1)να αποσύρουν από συγκεκριμένο λογαριασμό ποσό ύψους δολαρίων Αμερικής 95.000 μηνιαίως μέχρι τελικής εκδίκασης της παρούσας αίτησης ή νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Η αίτηση στηρίζεται στην ένορκη δήλωση και συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Κρις Παναγιώτου ο οποίος, όπως δηλώνει, είναι στην υπηρεσία των εναγόντων
(1). Συνοψίζω τα κύρια τους σημεία. Οι ενάγοντες
(1)είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους και ενεργούν στην Κύπρο μέσω των εναγόντων
(2), οι οποίοι είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο. Οι εναγόμενοι
(1)είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στις Ολλανδικές Αντίλες και ενεργούν στην Κύπρο μέσω της πλήρους εξαρτημένης τους εταιρείας, εναγόμενους
(2), η οποία επίσης είναι εγγεγραμμένη στην Κύπρο. Κατά ή περί τον Απρίλιο του 2003 οι ενάγοντες
(1)συμφώνησαν προφορικώς με τους εναγόμενους
(1)όπως οι πρώτοι αναλάβουν τη διαφήμιση και ή προώθηση της ιστοσελίδας και ή των υπηρεσιών που οι εναγόμενοι
(1)προσέφεραν και ή διαφήμιζαν στην ιστοσελίδα τους με στόχο την προσέλκυση πελατών προς τους τελευταίους. Η εργασία των εναγόμενων
(1)θα συνίστατο στην πνευματική δημιουργία και στη διάθεση και προώθηση της μέσω εικονιδίων και «banners» στο διαδίκτυο. Εις αντάλλαγμα της προσφοράς των υπηρεσιών των εναγόντων
(1)οι εναγόμενοι
(1)ανέλαβαν όπως καταβάλλουν σε τακτά χρονικά διαστήματα αμοιβή προς τους ενάγοντες «επί ποσοστού επί των καταθέσεων και ή συνδρομητικών καταθέσεων και ή εισπράξεων που θα επετύγχαναν οι καθ΄ ων η αίτηση λόγω της χρήσης από το κοινό της πιο πάνω αναφερομένης ιστοσελίδας στο διαδίκτυο». Η συμφωνία επιβεβαιώθηκε και ή ίσχυε δια πρακτικής μεταξύ των μερών και προέβλεπε περαιτέρω για το ποσοστό που θα δικαιούνταν οι ενάγοντες
(1)καθώς και για τη μέθοδο πληρωμής των. Περαιτέρω, είχε συμφωνηθεί ότι οι ενάγοντες
(1)θα υπολόγιζαν το κέρδος ή τις εισπράξεις που θα είχαν οι εναγόμενοι από τις συγκεκριμένες υπηρεσίες προς τους χρήστες του διαδικτύου και επί τη βάση του υπολογισμού αυτού οι εναγόμενοι θα κατέβαλλαν στους ενάγοντες
(1)το ποσό που αντιστοιχούσε προς το συμφωνηθέν ποσοστό. Οι ενάγοντες
(1), κατ' εφαρμογή των συμφωνηθέντων, προσέφεραν υπηρεσίες διαφήμισης και προώθησης των προϊόντων και υπηρεσιών των εναγομένων
(1)μέσω του διαδικτύου και οι εναγόμενοι
(1)πέτυχαν από την εργασία των εναγόντων τον πολλαπλασιασμό των εισπράξεων και κερδών τους. Από τον Απρίλιο 2003 οι ενάγοντες απέστελλαν τιμολόγια στους εναγόμενους στα οποία αναγραφόταν το συνολικό ποσό των κερδών ή εισπράξεων που είχαν αποκομίσει οι εναγόμενοι καθώς και η αμοιβή των εναγόντων επί του συμφωνηθέντος ποσοστού. Οι εναγόμενοι αποδέχονταν τα τιμολόγια και συμφωνήθηκε όπως έναντι των τιμολογίων που θα εξέδιδαν οι ενάγοντες προς αυτούς διατηρείται λογαριασμός. Μέχρι την 6.9.2005 οι εναγόμενοι κατέβαλαν περιοδικώς διάφορα ποσά έναντι των τιμολογίων, το τελευταίο εκ των οποίων εκδόθηκε την 1/10/2006. Στις 6.9.2005 ο λογαριασμός των εναγόμενων
(1)έδειχνε υπόλοιπο $140,006.73 δολαρίων Αμερικής. Έκτοτε οι εναγόμενοι δεν έχουν καταβάλει κανένα ποσό. Με επιστολή τους ημερομηνίας 4.9.2006 (Τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση του Κρις Παναγιώτου) οι εναγόμενοι επιβεβαίωσαν ότι η μέχρι την 31.12.2005 οφειλή τους, σύμφωνα πάντα με τους ιδίους, ανερχόταν στο ποσό των $416.105 δολαρίων Αμερικής. Βασιζόμενοι στις παραστάσεις και δηλώσεις των εναγομένων, ότι θα τους καταβαλλόταν παν οφειλόμενο ποσό, οι ενάγοντες συνέχισαν την παροχή των υπηρεσιών τους προς τους εναγόμενους μέχρι και την 2/10/2006, ημερομηνία κατά την οποία οι ενάγοντες απέστειλαν επιστολή στους εναγόμενους
(1), (Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση του Κρις Παναγιώτου), με την οποία κατήγγειλαν τη συμφωνία και τους κάλεσαν να εξοφλήσουν την οφειλή τους. Κατά το χρόνο καταγγελίας της συμφωνίας το οφειλόμενο προς τους ενάγοντες
(1)ποσό ήταν $734.089,23 δολάρια Αμερικής. Η αίτηση αντιμετώπισε την ένσταση των εναγομένων στην οποία προβάλλονται οι ακόλουθοι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης: «
  1. Το δικαστήριο τούτο δεν κέκτηται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση
  2. Οι ενάγοντες-αιτητές δεν αποκαλύπτουν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Εναγομένων Καθ΄ ων η Αίτηση και/ή το αγώγιμο δικαίωμα που επικαλούνται δεν υφίσταται.
  3. Δεν εκπλήρωσαν τις προϋποθέσεις για την έκδοση προσωρινού διατάγματος». Για την πραγματική της βάση η αίτηση στηρίζεται στην ένορκη δήλωση της Μυριάννας Πηλίδου, γενικής διευθύντριας των εναγομένων
(2). Συνοψίζω τα κύρια της σημεία. Διατείνεται ότι η προφορική συμφωνία μεταξύ των εναγόντων
(1)και εναγομένων
(1)είχε αντικατασταθεί από γραπτή συμφωνία (στο εξής «η γραπτή συμφωνία») ημερομηνίας 4.2.2004 (τεκμήριο MP1) και η οποία είναι η μόνη συμφωνία που υφίστατο μεταξύ των μερών κατά τους ουσιώδεις χρόνους, γεγονός που είναι εμφανές από το περιεχόμενο του όρου 13 της συμφωνίας. Επισημαίνεται ότι ο όρος αυτός προβλέπει τα ακόλουθα: « This Agreement sets forth and constitutes the entire agreement and understanding between the parties with respect to the subject matter hereof, and supersedes any and all prior agreements, understandings, promises and representation, whether written or oral, between the parties with respect to the subject matter hereof». Η ενόρκως δηλούσα απορρίπτει τους ισχυρισμούς των εναγόντων ότι η γραπτή συμφωνία ουδέποτε τέθηκε σε ισχύ ή παρέμεινε αδρανής. Επιπλέον διατείνεται ότι οι ενάγοντες ουδέποτε κοινοποίησαν στους εναγόμενους
(1)οποιαδήποτε γνωμοδότηση των δικηγόρων τους αναφορικά με ενδεχόμενη σύγκρουση με πρόνοιες του περί Τόκου Νόμου ή οποιουδήποτε άλλου Νόμου και ουδέποτε είχε συναφθεί οποιαδήποτε συμφωνία η οποία να αναστέλλει τη λειτουργία ή την αποτελεσματικότητα της γραπτής συμφωνίας. Είναι δε η θέση των εναγομένων ότι αυτοί ουδέποτε προέβησαν σε παραστάσεις ως ισχυρίζονται οι ενάγοντες και ότι τα ποσά που αναφέρονται στις παραγράφους 11 και 12 της ένορκης δήλωσης του Κρις Παναγιώτου αποτελούν αντικείμενο φιλονικίας και διαπραγματεύσεων μεταξύ των εκατέρωθεν δικηγόρων των μερών στο Τελ Αβίβ - παρουσιάζεται προς τούτο σχετική αλληλογραφία. Το Σεπτέμβρη δε του 2006 έγινε συνάντηση μεταξύ του Κρις Παναγιώτου και του Allan Randall, προκατόχου της ενόρκως δηλούσας. Κατά το τέλος Νοεμβρίου 2006, όταν θα αναλάμβανε η ίδια τη θέση του Randall, ο τελευταίος είχε προγραμματίσει συνάντηση με τον Παναγιώτου και της ιδίας με σκοπό να εξασφαλιστεί η συνοχή των διαπραγματεύσεων. Ο Παναγιώτου όμως ακύρωσε τη συνάντηση χωρίς να της δοθεί οποιοσδήποτε λόγος. Είναι η θέση της ενόρκως δηλούσας, με βάση συμβουλή των δικηγόρων των εναγομένων
(1), ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση διότι το άρθρο 17 της συμφωνίας προβλέπει ότι: «Any dispute arising under or in respect to this Agreement shall be resolved exclusively in the appropriate court in London U.K. to whose jurisdiction each party submits..» Αναφέρει επιπλέον ότι η παράλειψη των εναγόντων να αποκαλύψουν το περιεχόμενο της γραπτής συμφωνίας και η προσπάθεια να παραπλανήσουν το Δικαστήριο ότι αυτή δεν βρίσκεται σε ισχύ «είναι καθοριστικό για την απόρριψη της αγωγής των». Σε ό, τι αφορά δε τους εναγόμενους
(2), διατείνεται ότι η Έκθεση Απαίτησης δεν αποκαλύπτει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους, ούτε οι ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση των εναγόντων αποκαλύπτουν οποιοδήποτε λόγο που να συνηγορεί υπέρ της έκδοσης του επίδικου διατάγματος εναντίον τους. Η κα Πηλίδου υποβλήθηκε και σε αντεξέταση. Σε σχετική ερώτηση ανέφερε ότι οι εναγόμενοι
(1)δεν ελέγχονται από τους εναγόμενους
(2), οι οποίοι προσφέρουν υπηρεσίες στους εναγόμενους
(1). Της είχε δοθεί κάποια συμφωνία μεταξύ των εναγόντων
(1)και των εναγομένων
(1)υπό την προηγούμενη ιδιότητα της ως κυρίως λογιστή των εναγομένων
(2)η οποία, απ' ότι αντιλαμβανόταν, καθόριζε το πότε άρχισε η συνεργασία μεταξύ των δύο εταιρειών. Δεν γνώριζε αν υπήρχαν άλλες συμφωνίες για άλλα θέματα πριν αυτή αρχίσει να εργάζεται με τους εναγόμενους
(2)αρχές του 2004. Με τις αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Το Δικαστήριο έχει θέσει ενώπιόν του τις εισηγήσεις τους και θα σταθεί σ΄αυτές όπου κρίνει αναγκαίο κατά την εξέταση επί μέρους πτυχών της αίτησης και της ένστασης. Θεωρώ σκόπιμο να εξετάσω σ΄ αυτό το προκαταρκτικό στάδιο συγκεκριμένες εισηγήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγομένων. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων έχει εισηγηθεί ότι οι ενάγοντες έχουν παραβεί το καθήκον της πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης καθότι δεν αποκάλυψαν την πραγματική βάση της αγωγής και το πλήρες κείμενο της γραπτής συμφωνίας και ειδικότερα τη ρήτρα δικαιοδοσίας η οποία έχει παρατεθεί πιο πάνω. Προς υποστήριξη της θέσης του αναφέρθηκε σε όρους της συμφωνίας επισημαίνοντας ότι σύμφωνα με τον όρο 14 οποιαδήποτε τροποποίηση, απαλλαγή ή απελευθέρωση από τους όρους της συμφωνίας θα έπρεπε να είχε γίνει εγγράφως. Αν πράγματι υπήρχε η συμφωνία που διατείνεται ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της αίτησης, αυτή θα έπρεπε να είχε αποκαλυφθεί στο Δικαστήριο. Ωστόσο, καμιά μαρτυρία δεν υπάρχει προς υποστήριξη της θέσης των εναγόντων
(1)περί ακύρωσης της γραπτής συμφωνίας ενώ οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η συμφωνία αυτή ουδέποτε ακυρώθηκε ή τροποποιήθηκε. Στην υπόθεση Σοφοκλέους ν. Ταβελλούδη κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 92 επισημαίνεται ο επιτακτικός χαρακτήρας της Δ.48 θ.4 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών ως προς το ότι οι λόγοι ένστασης πρέπει να καταγράφονται και να εξειδικεύονται στο σώμα της ένστασης. Προφανώς, η αναγκαιότητα αυτή πηγάζει από το γεγονός ότι ο αιτητής παρουσιάζει πρώτος την υπόθεσή του και αγορεύει πρώτος. Ως εκ τούτου, πρέπει να γνωρίζει εκ των προτέρων τι θα αντιμετωπίσει στην ακρόαση της αίτησης και να προετοιμαστεί ανάλογα. Στην προκείμενη περίπτωση οι εναγόμενοι στο σώμα της ένστασης τους δεν διατυπώνουν οποιοδήποτε λόγο ένστασης αναφορικά με τη μη αποκάλυψη γεγονότων και ειδικότερα τη μη αποκάλυψη του περιεχομένου της γραπτής συμφωνίας. Υπό το φως των πιο πάνω, το Δικαστήριο δεν μπορεί να ασχοληθεί με το ζήτημα της μη αποκάλυψης των γεγονότων που οι εναγόμενοι διατείνονται. Ανεξάρτητα από την πιο πάνω κατάληξη μου θα ήθελα να παρατηρήσω τα ακόλουθα. Η μη αποκάλυψη κάποιου γεγονότος δεν οδηγεί αυτόματα και χωρίς άλλο στην ακύρωση του διατάγματος.[1] Eπισημαίνεται στην υπόθεση AK International UK Limited v. πλοίου "Naime S" (Αρ. 2)
(2004)1 Α.Α.Δ. 1456 ότι, όπως συνάγεται από αγγλικές αποφάσεις, εκεί που το Δικαστήριο καταλήγει να ακυρώσει ένα προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων δεν στερείται δικαιοδοσίας να το συνεχίσει ή ακόμη και να εκδώσει δεύτερο όταν τα γεγονότα, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που δεν είχαν αποκαλυφθεί, τεθούν ενώπιόν του και νοουμένου ότι καταλήγει για το αθώο της μη αποκάλυψης και την ύπαρξη δυνατότητας έκδοσής του εάν αποκαλύπτονταν τα σχετικά γεγονότα. Στην προκείμενη περίπτωση οι ενάγοντες
(1)αποκαλύπτουν ότι υπεγράφη συμφωνία στις 4.2.2004 η οποία όμως, όπως διατείνεται ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της αίτησης, ουδέποτε τέθηκε σε ισχύ ή παρέμεινε αδρανής μετά από σχετική συμφωνία μεταξύ των μερών, με αποτέλεσμα να εφαρμόζεται η προφορική συμφωνία ως είχε από τον Απρίλη
  1. Υπό τις περιστάσεις, δεν θεωρώ ότι η μη αποκάλυψη του περιεχομένου της έγγραφης συμφωνίας και δη της ρήτρας δικαιοδοσίας συνιστά παράλειψη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Στην περίπτωση δε που ήθελε θεωρηθεί ότι το περιεχόμενο της γραπτής συμφωνίας έπρεπε να είχε αποκαλυφθεί, κρίνω, και δεν έχει προβληθεί οτιδήποτε περί του αντιθέτου, ότι η μη αποκάλυψη ήταν αθώα και το Δικαστήριο θα είχε τη δυνατότητα ακόμη και μετά την αποκάλυψη των σχετικών γεγονότων να μην ακυρώσει τα εκδοθέντα διατάγματα. Άλλο ζήτημα που ήγειρε ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων είναι το κατεπείγον της αίτησης. Παρατηρώ ότι ούτε αυτό το ζήτημα συγκαταλέγεται ανάμεσα στους λόγους ένστασης. Τέθηκε για πρώτη φορά με την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγομένων. Ως εκ τούτου και με βάση τα όσα παρατηρήθηκαν στην υπόθεση Ταβελλούδη (πιο πάνω) κρίνω ότι ούτε το θέμα αυτό μπορεί να απασχολήσει το Δικαστήριο. Στρέφομαι τώρα στην ουσία της αίτησης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόντων, αφού επεσήμανε ότι η ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία αποκαλύπτει την ύπαρξη τιμολογίων για προσφερθείσες προς τους εναγόμενους υπηρεσίες πριν από την υπογραφή της συμφωνίας ημερομηνίας 4.2.2004, καθώς και σχετικού λογαριασμού, εισηγήθηκε ότι τίθεται προς εξέταση σοβαρό θέμα αναφορικά με το ποιος ο χρόνος έναρξης της συνεργασίας των διαδίκων και η «γενεσιουργός αιτία των προσφερομένων υπηρεσιών» των εναγόντων προς τους εναγόμενους. Από την άλλη, ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία που ευρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου οδηγεί σε συμπέρασμα ότι η σχέση των μερών διέπεται από τη συμφωνία ημερομηνίας 4.2.
  2. Υποστήριξε περαιτέρω ότι λόγω της ρήτρας παραπομπής σε άλλη δικαιοδοσία για επίλυση των διαφορών, η οποία προβλέπεται στον όρο 17 της εν λόγω συμφωνίας[2], το Δικαστήριο αυτό στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση. Οι αρχές βάσει των οποίων το Δικαστήριο αποφασίζει για την έκδοση ή μη απαγορευτικού διατάγματος ερμηνεύθηκαν σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι καλά γνωστές και δεν θεωρώ σκόπιμο να τις επαναλάβω. Αρκεί να αναφέρω ότι το Δικαστήριο κρίνει και αποφασίζει πάνω στην ολότητα του ενώπιον του υλικού χωρίς να διαφεύγει της προσοχής ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως την παρούσα, δεν είναι επιθυμητό να προσπαθήσει να αποφασίσει με βάση τη μαρτυρία που έχει ενώπιον του τα διαφιλονικούμενα θέματα πάνω στα οποία θα κριθεί τελικά η απαίτηση του ενάγοντα, έργο το οποίο εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (βλ. Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 623 και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802, υποδεικνύεται ότι σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Βάση της απαίτησης των εναγόντων για γενικές αποζημιώσεις είναι η παράβαση προφορικής συμφωνίας η οποία, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς των εναγόντων
(1), συνάφθηκε μεταξύ των εναγόντων
(1)και εναγομένων
(1)τον Απρίλιο 2003. Η βάση αυτή, όπως έχει ήδη επισημανθεί πιο πάνω, αμφισβητείται από τους εναγόμενους αφού διατείνονται ότι η μεταξύ των μερών συνεργασία διέπετο από τη γραπτή συμφωνία Τεκμήριο ΜP.1 στην ένορκη δήλωση της κας Πηλίδου η οποία προβλέπει, μεταξύ άλλων, και για τον τρόπο ακύρωσης ή τροποποίησης της. Υπενθυμίζεται ότι το γεγονός της σύναψης γραπτής συμφωνίας μεταξύ των εναγόντων
(1)και των εναγομένων
(1)είναι παραδεκτή και από τα δύο μέρη, αλλά οι ενάγοντες
(1)διατείνονται ότι αυτή ουδέποτε τέθηκε σε ισχύ ή παρέμεινε αδρανής για τους λόγους που αυτοί ισχυρίζονται. Οι ενάγοντες
(1)αξιώνουν επίσης ειδικές αποζημιώσεις ύψους $734.089,23 δυνάμει παραδεδεγμένου λογαριασμού και/ή τιμολογίων, που οι ενάγοντες
(1)εξέδωσαν μεταξύ Απριλίου 2003 και Οκτωβρίου 2006, και/ή ως η συμφωνηθείσα και/ή εύλογος αμοιβή για συμφωνηθείσες και παρασχεθείσες προς τους εναγόμενους
(1)υπηρεσίες. Στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης παρουσιάζεται επιστολή των εναγόμενων
(1)(Τεκμήριο 5) στην οποία οι τελευταίοι αναφέρουν ότι η οφειλή τους προς τους ενάγοντες
(1)στις 31.12.2005 ανερχόταν στο ποσό των ΗΠΑ$416.
  1. Παρότι δεν αμφισβητείται ο ισχυρισμός αυτός η ενόρκως δηλούσα προς υποστήριξη της ένστασης, όπως έχει ήδη επισημανθεί πιο πάνω, διατείνεται σχετικά με κάποια άλλα ποσά που αναφέρονται στις παραγράφους 11 και 12 της ένορκης δήλωσης του Κρις Παναγιώτου ότι αυτά αποτελούν αντικείμενο φιλονικίας. Θεωρώ σκόπιμο σε αυτό το στάδιο να επισημάνω, πέραν από τον όρο 13 στον οποίο γίνεται αναφορά πιο πάνω, και τους ακόλουθους όρους της γραπτής συμφωνίας. Κατ' αρχάς, όπως αναφέρεται στην ίδια τη συμφωνία, αυτή τέθηκε σε ισχύ με την υπογραφή της, ήτοι στις 4.2.
  2. Περαιτέρω, ο όρος 14 προβλέπει τα εξής: « This Agreement may not be amended, modified, released, or discharged in any manner except by an instrument in writing, referring to this Agreement and signed by both parties». Έχω με μεγάλη προσοχή μελετήσει και εξετάσει το όλο πλέγμα της υπόθεσης. Χωρίς καμιά δυσκολία συμπεραίνω ότι έχει ικανοποιηθεί το πρώτο κριτήριο του άρθρου 32 του Ν.14/
  3. Γίνεται φανερό ότι εγείρονται σοβαρά πραγματικά και νομικά θέματα προς εκδίκαση. Εγείρεται, για παράδειγμα, το ερώτημα κατά πόσο υπήρχε ή όχι συμφωνία μεταξύ των εναγόντων
(1)και εναγομένων
(1)για αδρανοποίηση της γραπτής συμφωνίας, όπως διατείνονται οι ενάγοντες
(1). Σε περίπτωση που η απάντηση είναι καταφατική εγείρεται θέμα αναφορικά με τις συνέπειες της αδρανοποίησης, κατά πόσο, για παράδειγμα, η αδρανοποίηση στην εξέλιξη των πραγμάτων ισοδυναμούσε ουσιαστικά με τροποποίηση, απαλλαγή (release) ή ακύρωση της γραπτής συμφωνίας, ζητήματα για τα οποία προβλέπει ο όρος 14 της γραπτής συμφωνίας, ώστε να τίθεται θέμα εφαρμογής του. Παρατηρώ σχετικά ότι ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της αίτησης δεν κάνει λόγο για τροποποίηση, απαλλαγή ή ακύρωση της γραπτής συμφωνίας παρά μόνο ότι αυτή δεν τέθηκε σε ισχύ ή παρέμεινε αδρανής. Άλλο ζήτημα αφορά στο ποια η συμφωνία ή η βάση της συνεργασίας των μερών, μετά την ισχυριζόμενη αδρανοποίηση της γραπτής συμφωνίας, και ποια η σημασία σχετικά με το ζήτημα αυτό του όρου 13 της γραπτής συμφωνίας, ο οποίος έχει παρατεθεί πιο πάνω. Εάν και εφόσον το Δικαστήριο αποφανθεί ότι η συνεργασία των εναγόντων
(1)και εναγομένων
(1)διέπετο από τη γραπτή συμφωνία τότε μόνο εγείρεται το θέμα δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να εκδικάσει την επίδικη διαφορά για το οποίο οι εναγόμενοι κάνουν λόγο. Πρόκειται δε για ζητήματα που θα κριθούν όταν τα γεγονότα θα έχουν αποκρυσταλλωθεί και θα ευρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου στο σύνολό τους. Κρίνω, με βάση το υλικό που οι ενάγοντες
(1)έχουν θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου προς υποστήριξη των θέσεων τους, ότι έχουν ικανοποιήσει και το δεύτερο κριτήριο που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60. Ένας θα μπορούσε ίσως να ισχυριστεί ότι οι ενάγοντες
(1)θα έπρεπε να απαντήσουν στις θέσεις των εναγομένων
(1)γύρω από τον ισχυρισμό των πρώτων για αδρανοποίηση της γραπτής συμφωνίας, καταχωρώντας προς τούτο ένορκη δήλωση. Θεωρώ όμως ότι η παράλειψη των εναγόντων
(1)να απαντήσουν στις σχετικές θέσεις των εναγομένων
(1)είναι τελικά αδιάφορη αφού δεν τίθεται θέμα απόδειξης ισχυρισμών που θα μπορούσαν να επιλυθούν μέσα στα στενά πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Εν κατακλείδι, απαντώντας στο ερώτημα κατά πόσο υπό το φως των νομολογιακών αρχών που διέπουν το υπό συζήτηση θέμα και του ενώπιον του Δικαστηρίου υλικού μπορεί να λεχθεί πως στην περίπτωση των εναγομένων
(1)ικανοποιούνται τα πρώτα δύο κριτήρια του άρθρου 32 του Ν.14/60, έχω καταλήξει πως η απόληξη είναι καταφατική. Στρέφομαι τώρα να εξετάσω κατά πόσο ικανοποιείται και το τρίτο κριτήριο που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60. Προκύπτει από τη νομολογία ότι το κατά πόσο ο κίνδυνος αποξένωσης ή μη ικανοποίησης ενός ενάγοντα μπορεί να κριθεί υπαρκτός συνάγεται από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία (βλ. μεταξύ άλλων, Ninemia Maritime Corporation v. Trave Schiffartsgesellschaft m.b.h.
(1983)1 W.L.R. 1412). Δεν αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πραγματική πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση (βλ. C. Phasarias (Aut. Centre) Ltd. v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785). Ο Κρις Παναγιώτου διατείνεται στην αρχική ένορκη δήλωση του ότι οι ενάγοντες
(1)απλώς στεγάζονται επί του παρόντος στην Κύπρο, γεγονός που καθιστά εύλογα αναμενόμενη την αναχώρηση τους από την Κύπρο ή την αποξένωση των μοναδικών περιουσιακών τους στοιχείων ώστε να μη μπορούν οι ενάγοντες
(1)να λάβουν τα οφειλόμενα. Στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ισχυρίζεται επιπλέον ότι μόλις πρόσφατα είχε γίνει γνωστή η πρόθεση των εναγομένων να αποξενώσουν όλα τα περιουσιακά τους στοιχεία και να τα μεταφέρουν εκτός δικαιοδοσίας. Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αμφισβητούνται από τους εναγόμενους και στην ακρόαση δεν αναπτύχθηκε οποιαδήποτε σχετική επιχειρηματολογία εκ μέρους των εναγομένων. Υπό το φως των πιο πάνω, θεωρώ ότι ο κίνδυνος αποξένωσης ή διάθεσης όλης της κινητής περιουσίας των εναγόμενων
(1)είναι υπαρκτός. Κρίνω επομένως ότι συντρέχει και το τρίτο κριτήριο του άρθρου 32 του Ν.14/60. Παραμένει λοιπόν να εξετάσω κατά πόσο είναι δίκαιο ή εύλογο να διατηρηθεί το διάταγμα που έχει εκδοθεί εναντίον των εναγομένων
(1)σε ισχύ. Για το ζήτημα αυτό δεν διατυπώνεται οποιαδήποτε θέση από την ενόρκως δηλούσα προς υποστήριξη της ένστασης. Έχοντας μελετήσει το ενώπιον του Δικαστηρίου υλικό, κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας είναι σαφώς υπέρ των εναγόντων
(1). Στρέφομαι τώρα να εξετάσω τη θέση των εναγομένων ότι η έκθεση απαίτησης και η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης δεν αποκαλύπτουν καλό αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εναγομένων
(2). Οι ενάγοντες
(1)δεν ισχυρίζονται ότι συμβλήθηκαν με τους εναγόμενους
(2)για την παροχή υπηρεσιών ούτε ότι τους παρείχαν οποιεσδήποτε υπηρεσίες, παρά μόνο ότι συμβλήθηκαν με τους εναγόμενους
(1)προς τους οποίους απέστελλαν και τα σχετικά τιμολόγια. Παρουσιάζεται περαιτέρω ότι οι επίδικες υπηρεσίες προσφέρθηκαν προς τους εναγόμενους
(1)οι οποίοι και ανέλαβαν να καταβάλλουν στους ενάγοντες
(1)αμοιβή. Αποτελεί όμως θέση των εναγόντων
(1)ότι οι ενέργειες των εναγομένων
(1)και
(2)πίσω από το εταιρικό πέπλο ήταν ενιαίες και ότι αυτοί στην ουσία αποτελούν ένα και το αυτό πρόσωπο ώστε να δικαιολογείται η έκδοση των επίδικων διαταγμάτων και εναντίον των εναγόμενων
(2). Η έννοια της αυτοτέλειας της εταιρείας ως αυθύπαρκτης νομικής οντότητας ξεχωριστής από τους μετόχους της είναι βαθειά εμπεδωμένη στο εταιρικό δίκαιο (Salomon ν. Salomon [1897] A.C. 22). Στην αγγλική υπόθεση Adams v Cape Industries plc [1991] 1 All ER 929, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με την άρση του εταιρικού πέπλου στην περίπτωση εταιρειών που ανήκουν στον ίδιο όμιλο εταιρειών: «[Counsel for Adams] described the theme of all these cases as being that where legal technicalities would produce injustice in cases involving members of a group of companies, such technicalities should not be allowed to prevail. We do not think that the cases relied on go nearly so far as this. As [counsel for Cape] submitted, save in cases which turn on the wording of particular statutes or contracts, the court is not free to disregard the principle of Salomon v A Salomon & Co Ltd [1897] AC 22, [1895-9] All ER Rep 33 merely because it considers that justice so requires. Our law, for better or worse, recognizes the creation of subsidiary companies, which though in one sense the creatures of their parent companies, will nevertheless under the general law fall to be treated as separate legal entities with all the rights and liabilities which would normally attach to separate legal entities.» Η νομολογία, τόσο η αγγλική όσο και η κυπριακή αναγνωρίζει ωστόσο ότι υπάρχει η δυνατότητα άρσης του εταιρικού πέπλου σε ορισμένες περιπτώσεις και κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις. Για παράδειγμα, όπου η σύσταση της εταιρείας χρησιμοποιήθηκε σαν μέσο παρανομίας ή καταδολίευσης. Υποδεικνύεται δε από το δικαστή Νικήτα στην υπόθεση Ρούσος ν. Δημοκρατίας
(1991)4 Α.Α.Δ. 2208, 2216: «Μόνο για να αποτραπεί η κατίσχυση της παρανομίας ή η καταδολίευση του δημοσίου, και τούτο υπό αυστηρές προϋποθέσεις, υπάρχει δυνατότητα απόκλισης από την αρχή της Salomon ν. Salomon & Co
(1817)A.C. 22, που καθιέρωσε την αυτοτέλεια και ανεξάρτητη υπόσταση της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης από τα πρόσωπα που τη συγκροτούν.» Στην υπόθεση Smith Stone Knight Ltd v. Lord Mayor [1939] 4 All E. R. 116, η οποία ακολουθήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γεωργίου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας,
(1994)4 Α.Α.Δ. 770, υιοθετήθηκαν έξι παράγοντες ως σχετικοί αναφορικά με το ερώτημα ως προς την αυτοτέλεια θυγατρικής εταιρείας, ως εξής:
(1)Τα κέρδη της τύγχαναν χειρισμού ως κέρδη της μητρικής εταιρείας;
(2)Τα πρόσωπα που διηύθυναν τις εργασίες της διορίζονταν από τη μητρική εταιρεία;
(3)Η μητρική εταιρεία ήταν η κεφαλή και ο νους της εμπορικής δραστηριότητας;
(4)Η μητρική εταιρεία διηύθυνε την επιχείρηση και αποφάσιζε τι θα έπρεπε να γίνει και ποιο κεφάλαιο θα έπρεπε να διατεθεί γι' αυτή;
(5)Τα κέρδη της εταιρείας πραγματοποιούνταν με την επιδεξιότητα και την καθοδήγησή της;
(6)Είχε η μητρική εταιρεία αποτελεσματικό και συνεχή έλεγχο; Στην παρούσα υπόθεση οι ενάγοντες
(1)δεν ισχυρίζονται οτιδήποτε το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει λόγο για την άρση του εταιρικού πέπλου αλλά ούτε και αποκαλύπτονται στοιχεία τέτοια που θα μπορούσαν ενδεχομένως να είναι σχετικά. Υπό το φως των πιο πάνω και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι στην περίπτωση των εναγομένων
(2)δεν έχουν ικανοποιηθεί τα πρώτα δύο κριτήρια του άρθρου 32 του Ν.14/
  1. Ενόψει της κατάληξης μου είναι περιττό να εξετάσω κατά πόσο στοιχειοθετείται και το τρίτο κριτήριο του άρθρου
  2. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω τα διατάγματα που εκδόθηκαν εναντίον των εναγομένων
(1)οριστικοποιούνται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων
(1)και εναντίον των εναγομένων
(1)όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της αγωγής. Η αίτηση, στο βαθμό και έκταση που αφορά στους εναγόμενους
(2), αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα εκδοθέντα εναντίον των εναγομένων
(2)διατάγματα ακυρώνονται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων
(2)και εναντίον των εναγόντων
(1)όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή, επίσης στο τέλος της αγωγής. (Υπ.)........... Π. Παναγή, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητή [1] Brink´s Mat Ltd. V. Elcombe
(1988)1 W.L.R. 1350 [2] Βλ. σελ. 5 (πιο πάνω) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.