← Κύπρος

ALPHA BANK LIMITED ν. Γεώργιος Σοφοκλέους κ.α., Αρ. Αγωγής: 3964/01, 4 Μαΐου  2007

ALPHA BANK LIMITED ν. Γεώργιος Σοφοκλέους κ.α., Αρ. Αγωγής: 3964/01, 4 Μαΐου 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:A72 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: K. Κληρίδη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3964/01 Μεταξύ: ALPHA BANK LIMITED Εναγόντων και

  1. Γεώργιος Σοφοκλέους
  2. Χριστάκης Γεωργίου
  3. JONCH ESTATES LTD Εναγομένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 4 Μαΐου 2007 Αίτηση ημ. 15.2.07 για Παράταση Χρόνου Καταχώρησης Αίτησης Παραμερισμού εκδοθείσας Απόφασης ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Εναγομένους -Αιτητές: κ. Α. Παπαντωνίου Για τους Ενάγοντες - Καθ΄ών η αίτηση: κα Γ. Ζαχαρίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 10.11.06 είχε εκδοθεί τελική Απόφαση εναντίον των εναγομένων αλληλέγγυα και/ή προσωπικά, κατόπιν απόδειξης από τους ενάγοντες των διεκδικήσεων τους, στην απουσία οποιασδήποτε εκπροσώπησης των εναγομένων. Ο δικηγόρος ο οποίος τους εκπροσωπούσε, είχε ζητήσει άδεια να αποσυρθεί την προηγούμενη ημέρα, κατά την οποία ήταν ορισμένη η αγωγή για ακρόαση. Η άδεια του δόθηκε και η αγωγή ορίστηκε για απόδειξη την επόμενη ημέρα οπότε και εκδόθηκε απόφαση. Νέος δικηγόρος ο οποίος διορίστηκε για να εκπροσωπήσει τους εναγομένους καταχώρησε στις 15.2.07 την παρούσα αίτηση με την οποία και ζητά κυρίως, την παράταση χρόνου καταχώρησης αίτησης παραμερισμού της εκδοθείσας απόφασης. Οι βασικές θέσεις τις οποίες οι εναγόμενοι προβάλλουν με την ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης τους, συνοψίζονται στις ακόλουθες:
  4. Η μεγάλη καθυστέρηση στην εκδίκαση της παλαιάς αυτής υπόθεσης οφείλεται κατά κύριο λόγο σε αιτήματα αναβολής από μέρους των εναγομένων επειδή ο εναγόμενος 1 είχε μεταβεί και βρισκόταν στην Κίνα για λόγους υγείας.
  5. Κατά την τελευταία ημερομηνία που η υπόθεση ήταν για ακρόαση και προχώρησε σε απόδειξη αφού αποσύρθηκε ο δικηγόρος των εναγομένων, εσφαλμένα αυτός δήλωσε ότι είχε αποστείλει επιστολή στη διεύθυνση των εναγομένων ενημερώνοντας τους για την ακρόαση και για την πρόθεση τους να αποσυρθούν, εφ΄ όσον η επιστολή δεν στάληκε στη νέα διεύθυνση τους την οποία γνώριζαν οι δικηγόροι και έτσι αυτοί δεν παρέλαβαν ποτέ την επιστολή.
  6. Οι εναγόμενοι έλαβαν γνώση για την έκδοση απόφασης εναντίον τους μετά που ερεύνησαν οι ίδιοι το θέμα στο Πρωτοκολλητείο, αφού δεν είχαν οποιαδήποτε ενημέρωση από το δικηγόρο τους και εξασφάλισαν αντίγραφο της Απόφασης στις 29.1.
  7. Οι εναγόμενοι είχαν διάφορους καλούς λόγους υπεράσπισης στην ουσία της αγωγής τους οποίους και επεξηγούν στην ένορκη δήλωση.
  8. Το Δικαστήριο δεν έδωσε και οδηγίες όπως οι εναγόμενοι ειδοποιηθούν μέσω του Πρωτοκολλητή. Με την ΄Ενσταση την οποία καταχώρησαν οι ενάγοντες, προβάλλουν διάφορους λόγους για τους οποίους ζητούν την απόρριψη της αίτησης. Οι λόγοι αυτοί συνοψίζονται ως εξής:
  9. Πέραν του ότι οι εναγόμενοι ειδοποιήθηκαν δεόντως για την ημερομηνία ακρόασης από τους δικηγόρους τους με επιστολή, όπως οι δικηγόροι τους δήλωσαν και δεν αμφισβητήθηκε αυτό, τους ειδοποιούσαν πάντα και τηλεφωνικά.
  10. Ενώ τόσο το Δικαστήριο όσο και οι ενάγοντες επέδειξαν υπέρμετρη κατανόηση στα αιτήματα αναβολής που υποβάλλονταν για λόγους υγείας του εναγομένου 1, οι εναγόμενοι επιδείκνυαν αδιαφορία και κωλυσιεργία και μεταξύ άλλων, άλλαξαν τρεις φορές δικηγόρο στην παρούσα αγωγή. Και οι δύο συνήγοροι αγόρευσαν προς υποστήριξη και απόρριψη της αίτησης αντίστοιχα, προωθώντας τις πιο πάνω κύριες θέσεις τους μέσω των καθιερωμένων νομικά αρχών που διέπουν το θέμα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ Οι αρχές που διέπουν το θέμα παροχής παράτασης χρόνου για λήψη ενός δικονομικού διαβήματος, είχαν επεξηγηθεί σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ειδικότερα το θέμα της ζητούμενης παράτασης χρόνου στην υπό εξέταση περίπτωση, η οποία διέπεται από τις πρόνοιες της Δ.57 κ. 2 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας εξετάστηκε μεταξύ άλλων και στην απόφαση στην υπόθεση Λυσιώτη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας [1]. Το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση εκείνη (σελ. 374) εκθέτει με περισσή σαφήνεια τις βασικές αρχές οι οποίες διέπουν το θέμα και το μεταφέρω εδώ αυτούσιο: «Το θέμα της παράτασης της προθεσμίας στην κρινόμενη περίπτωση διέπεται από την Δ.57 θ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Ο θεσμός αυτός παρέχει εξουσία στο δικαστήριο να χορηγήσει παράταση της προθεσμίας που προβλέπεται από τους θεσμούς. ΄Εχει επανειλημμένα εξεταστεί από τη νομολογία μας. Από την επισκόπηση της σχετικής νομολογίας προκύπτουν οι πιο κάτω αρχές:
  11. Η προεξάρχουσα αρχή είναι ότι η σχετική εξουσία του δικαστηρίου αποτελεί ζήτημα διακριτικής ευχέρειας (Loizou v. Konteatis

(1968)1 C.L.R. 291, 293 και Schafer v. Blyth
(1920)3 K.B. 143). Η εξουσία αυτή πρέπει να ασκείται δικαστικά και να λαμβάνονται υπόψη όλα τα ουσιώδη περιστατικά της υπόθεσης. Ανάμεσα στα περιστατικά πρωτεύουσα θέση κατέχει η ύπαρξη ή όχι ικανοποιητικής δικαιολογίας για την παράλειψη του αιτητή να κάμει μέσα στις καθορισμένες προθεσμίες αυτό που τώρα επιζητεί να κάμει (Λυρατζής ν. Χαραλάμπους κ.α.
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ., 193, Loizou (πιο πάνω), Cyprian Seaway Agencies v. Republic
(1981)3 C.L.R. 271). 2.Οι τασσόμενες προθεσμίες αποτελούν βασικό υποστήριγμα του νομικού μας συστήματος για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης (Μιχαηλίδης Χρίστου, Πολιτική ΄Εφεση 9626/25.11.96, Κληρίδη ν. Σταυρίδη, Πολιτικές Εφέσεις 8918 και 9064/21.10.97, και Βαρδιάνου ν. Richards, Πολιτική ΄Εφεση 9112/14.4.98). ΄Οπου ο νομοθέτης θέτει προθεσμίες για τη λήψη διαδικαστικών μέτρων οι πρόνοιες αναφορικά με τις προθεσμίες πρέπει να εφαρμόζονται αυστηρά. Η τήρηση τους εξυπηρετεί άμεσα τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Πρόκειται για ζήτημα που συνδέεται με το δημόσιο συμφέρον για την τελεσιδικία και επηρεάζει άμεσα τα συμφέροντα των διαδίκων. Από τη συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα που τάσσονται από τους θεσμούς εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης. Διαφορετική αντιμετώπιση θα δημιουργούσε επικίνδυνα ρήγματα στην απονομή της δικαιοσύνης (Χόππης ν. Παναγή
(1993)Α.Α.Δ. 140, Βαρδιάνου (πιο πάνω) και Cyprus Import Corporation Ltd v. Κώστας, Πολιτική ΄Εφεση 9359/22.5.98). 3. Ειδικές περιστάσεις όπως υπερβολική αργοπορία δυνατόν να πείσουν το δικαστήριο να αρνηθεί την παράταση της προθεσμίας (Eaton v. Storer 22 Ch. D. 92, C.A. και Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 904). 4.Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτελεί αποκλειστικό οδηγό για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου για την παράταση της προθεσμίας (Χόππης (πιο πάνω), σελ. 143. Βλ. και Ιωάννου ν. Θεοδούλου κ.α., Πολιτική ΄Εφεση 10232/11.1.2000 στην οποία έχουν επισημανθεί τα εξής: "Ο προσδιορισμός των συμφερόντων της δικαιοσύνης σε κάθε περίπτωση, είναι έργο σύνθετο. Αντισταθμίζονται, αφενός, οι συνέπειες της παρεκτροπής από τα θέσμια, τα επακόλουθα τους στα δικαιώματα του αντιδίκου και, αφετέρου, οι συνέπειες άρνησης του αιτήματος στα συμφέροντα του αιτητή. ΄Οπως εξηγείται στη Χοππής, σελ. 143: "Το συμφέρον της δικαιοσύνης είναι έννοια σύνθετη και πολυδιάστατη, συνυφασμένη με το σύνολό των αρχών του δικαίου και τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης" (Βλ. επίσης Δημοκρατίας ν. Χριστοδούλου, Α.Ε. 2207-2208/20.6.97 και Πισσούριου ν. Golden Hand Co. Ltd, Πολιτική ΄Εφεση 10272/26.2.99). Την έγκριση της παρούσας αίτησης θα ακολουθήσει αίτημα για παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία του εφεσείοντα. Θεωρούμε, επομένως, πως τυγχάνουν εφαρμογής τα νομολογηθέντα σε παρόμοιες διαδικασίες αναφορικά με την αργοπορία. Η θεμελιακή απόφαση είναι η Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204. Το θέμα τέθηκε ως εξής στη σελ. 210: "Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο πρέπει να επιδιώκει την εξισορρόπιση δύο παραγόντων, θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης: Την ανάγκη να διασφαλίσει, αφενός, αποτελεσματικά το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του και, αφετέρου, την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων. Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. .......................................................................................... Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. ΄Οπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση." Παρόμοια προσέγγιση υιοθετήθηκε και στην Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 26. ΄Εχει επισημανθεί ότι η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεση του. Το γεγονός πως ένας αιτητής δίνει απλώς κάποια εξήγηση, δεν συνιστά δικαιολογία. Ο αιτητής έχει το βάρος να αποδείξει ότι δικαιολογημένα καθυστέρησε να αποταθεί (Βλ. και Milouca Motor Trading Ltd ν. Κούρτης, Πολιτική ΄Εφεση 9686/8.8.97). Στη Μουγής ν. Σπανούδη, Πολιτική ΄Εφεση 8942/25.9.96 ο εφεσείων είχε αποταθεί για παραμερισμό της απόφασης 38 μήνες μετά την έκδοση της. Το σχετικό αίτημα είχε εξεταστεί και από τη σκοπιά του άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Μετά την παράθεση του πιο πάνω αποσπάσματος από τη Phylactou (πιο πάνω) το Δικαστήριο συνέχισε ως εξής: "Ο παράγοντας της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης που μνημονεύεται στη Phylactou (πιο πάνω) πηγάζει από ρητή συνταγματική επιταγή. Το άρθρο 30.2 του Συντάγματος το οποίο ορίζει ότι 'έκαστος, κατά την διάγνωσιν των αστικών αυτού δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ... δικαιούται ανεπηρεάστου δημοσίας ακροαματικής διαδικασίας εντός ευλόγου χρόνου ...'. ΄Εχει δε νομολογηθεί ότι το καθήκον για την εξασφάλιση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 βαρύνει τις δικαστικές αρχές (Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, 222, Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 Α.Α.Δ. 257, Re Μαγκάκης, Αίτηση 161/90, 6.12.90, Re Παπανικολάου
(1991)1 Α.Α.Δ. 152). Το δικαίωμα του εφεσείοντα να ακουσθεί - το οποίο επικαλείται - διασφαλίζεται από το άρθρο 30.3 (β) και (γ) του Συντάγματος. Ωστόσο αυτό το δικαίωμα πρέπει να συμβαδίζει με το δικαίωμα της ακρόασης μέσα σε εύλογο χρόνο. Έχει δε νομολογηθεί ότι η απονομή της δικαιοσύνης μέσα σε εύλογο χρόνο, η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος, συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου και συγχρόνως εχέγγυο για τη διασφάλιση της λειτουργικότητας της δικαστικής εξουσίας (Αρέστη ν. Ηλία
(1991)1 Α.Α.Δ. 984, 988). Στον τομέα αυτό η νομολογία μας είναι ταυτόσιμη με εκείνη του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων η οποία έχει διαμορφωθεί κατά την ερμηνεία του άρθρου 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων το οποίο αντιστοιχεί με το άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Σύμφωνα λοιπόν με την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ο σκοπός της σχετικής διασφάλισης είναι να προστατεύσει τους διαδίκους από υπερβολικές διαδικαστικές καθυστερήσεις (Stogmuller v. Austria, Series A, Publications of the European Court of Human Rights, 1969, σελ. 40). Η διασφάλιση υπογραμμίζει την σπουδαιότητα απονομής της δικαιοσύνης χωρίς καθυστερήσεις οι οποίες θέτουν σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία της (H. v. France, Series A, 162-A, Publications of the European Court of Human Rights, παραγ. 58
(1989)). Παρόλο ότι μπορεί να λεχθεί ότι υπεύθυνοι για την πρόοδο της πολιτικής διαδικασίας είναι οι διάδικοι αυτό δεν απαλλάσσει τα δικαστήρια από την ευθύνη να διασφαλίσουν συμμόρφωση με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Union Alimentaria Sanders SA v. Spain, Series A, 157, Publications of the European Court of Human Rights, παραγ. 35
(1989)). ................................................................................................» Επανερχόμενος στα ιδιαίτερα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, παρατηρώ τα εξής: Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο είναι αναγκασμένο να εξετάσει όχι μόνο την τυχόν ολιγωρία του αιτητή να αποταθεί στο Δικαστήριο εμπρόθεσμα, αλλά και την όλη διαγωγή του η οποία είχε προηγηθεί και τι είναι που υπό τις περιστάσεις επιτάσσει το συμφέρον της δικαιοσύνης. Είναι γι΄ αυτούς τους λόγους, που μια αναδρομή στα γεγονότα που είχαν προηγηθεί, είναι αναπόφευκτη. Οι πιο κάτω διαπιστώσεις εκπηγάζουν από το περιεχόμενο του φακέλου της αγωγή και τα τηρηθέντα πρακτικά : Κατ΄ αρχήν ναι, είναι γεγονός ότι ο δικηγόρος ο οποίος τώρα εκπροσωπεί τους εναγομένους στη διαδικασία, είναι ο πέμπτος στη σειρά, στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής. Την αγωγή είχε καταχωρήσει το δικηγορικό γραφείο Α. Σ. Αγγελίδη κατά το
  1. Στις 10.10.02 ο κ. Αγγελίδης ζήτησε και του δόθηκε άδεια να αποσυρθεί, λόγω διαφωνιών με τους εναγομένους. Νέος δικηγόρος διορίστηκε ο κ. Μιχ. Κυπριανού ο οποίος στις 4.2.04 επίσης αποσύρθηκε με άδεια του Δικαστηρίου επειδή, όπως δηλώθηκε, αυτή ήταν η επιθυμία των εναγομένων. Την υπεράσπιση των εναγομένων ανάλαβε τότε ο δικηγόρος Μ. Γεωργίου. Η ακρόαση άρχισε, με λήψη της μαρτυρίας της Μ.Ε.1 ενώπιον του αδελφού Προέδρου κ. Γιασεμή, πλην όμως η συνέχιση της αναβλήθηκε επανειλημμένα λόγω προβλημάτων υγείας που αντιμετώπισε ο εναγόμενος 1 ο οποίος τελικά μετέβη στην Κίνα για θεραπεία. Στις 2.9.05 και ο τρίτος στη σειρά δικηγόρος της επιλογής των εναγομένων κ. Μ. Γεωργίου ζήτησε άδεια και αποσύρθηκε επειδή, όπως είχε δηλώσει δεν κατάφερε να έχει καμμιά επικοινωνία με τους εναγομένους, παρά τις προσπάθειες του και τις επιστολές που τους απηύθυνε και παρά τις προτροπές του όπως οι εναγόμενοι ή εκπρόσωποι τους είναι παρόντες κατά τις δικασίμους στο Δικαστήριο. Οι εναγόμενοι διόρισαν τότε τέταρτους στη σειρά δικηγόρους για να τους εκπροσωπήσουν, δηλαδή το γραφείο Μαρκίδη & Μαρκίδη. Συνεχίστηκε τότε η αλυσιδωτή σειρά αναβολών τόσο για να ενημερωθεί ο νέος δικηγόρος για την συνέχιση της υπόθεσης, και μετέπειτα λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε ο εναγόμενος 1 ο οποίος παρέμεινε στην Κίνα για θεραπευτική αγωγή. Επειδή δηλώθηκε στο Δικαστήριο ότι ο εναγόμενος 1 θα επανέκαμπτε στην Κύπρο και θα ήταν σε θέση να εμφανιστεί στο Δικαστήριο κατά το τέλος Οκτωβρίου 2005, η συνέχιση ακρόασης επαναορίστηκε για τις 3.11.
  2. ΄Εκτοτε, και με ανανεωμένες διαβεβαιώσεις ότι ο εναγόμενος 1 θα επανέκαμπτε στην Κύπρο σε αναμενόμενες ημερομηνίες που δηλώνονταν, το Δικαστήριο, χωρίς ένσταση από τους ενάγοντες ανάβαλλε την ακρόαση από τις 3.11.05 στην 1.12.05, από την 1.12.05 στις 2.2.06, από τις 2.2.06 στις 6.4.06, από τις 6.4.06 στις 18.5.06 από τις 18.5.06 στις 29.6.06, από τις 29.6.06 στις 6.7.06, από τις 6.7.06 στις 14.7.06 και από τις 14.7.06 στις 31.7.
  3. Σε όλες τις πιο πάνω περιπτώσεις προβάλλονταν από τον δικηγόρο του εναγομένου συγκεκριμένες ημερομηνίες ή περίοδοι αναμενόμενης επανάκαμψης του εναγομένου 1 στην Κύπρο, οι οποίες δεν ετηρούνταν. Στις 28.8.06 λόγω της προηγηθείσας μετάθεσης του κ. Γιασεμή Π.Ε.Δ. από το Δικαστήριο Λάρνακας και του διορισμού του σαν Προέδρου του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας, και επειδή πολύ μικρό μέρος μαρτυρίας είχε ληφθεί, διατάχθηκε, με την συγκατάθεση των διαδίκων η εκ νέου, εξ΄ υπαρχής (de novo) εκδίκαση της αγωγής ενώπιον του Δικαστηρίου με την παρούσα σύνθεση. Το παρόν Δικαστήριο επιλήφθηκε της υπόθεσης στις 12.9.
  4. Κατ΄ εκείνη την ημέρα ο συνήγορος που εκπροσωπούσε τους ενάγοντες κ. Τεουλίδης για κ. Αλ. Μαρκίδη, δήλωσε ότι δυστυχώς, παρά τις προηγούμενες διαβεβαιώσεις που είχαν δοθεί στο Δικαστήριο, ο εναγόμενος 1 δεν είχε αφιχθεί στην Κύπρο. Είχε δε νέες διαβεβαιώσεις, όπως είπε, ότι θα επανέκαμπτε στις 30.10.06 και ζήτησε για τελευταία φορά, όπως ανάφερε, να οριστεί ξανά για ακρόαση η αγωγή μετά την ημερομηνία αυτή. Βασιζόμενο σ΄ αυτές τις νέες διαβεβαιώσεις, το Δικαστήριο όρισε για μια ακόμα φορά την αγωγή για ακρόαση στις 9.11.
  5. Κατ΄ εκείνη την ημερομηνία, ο ίδιος δικηγόρος εμφανίστηκε και πάλι για τους εναγομένους. Δήλωσε ότι σε σχέση με την παρούσα υπόθεση επικοινωνούσε προσωπικά για τον εναγόμενο 2 Χρ. Γεωργίου (που είναι ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της παρούσας αίτησης και διευθυντής της εναγομένης 3). ΄Οπως πρόσθεσε ο δικηγόρος, γνωστοποιούσε πάντα σ΄ αυτόν τις ημερομηνίες ακρόασης επικοινωνώντας μαζί του σε αριθμό κινητού τηλεφώνου τον οποίο και ανάφερε, και ειδικότερα για την συγκεκριμένη ημερομηνία «... ήταν ενήμερος από τις 12.9.06 ότι η υπόθεση ήταν ορισμένη στις 9.11.06 για ακρόαση...». Ο πατέρας του-εναγόμενος 1 θα επέστρεφε από την Κίνα κατά το τέλος Οκτωβρίου 2006, οπότε και συμφώνησαν να διευθετήσουν συνάντηση για να καθορίσουν τις θέσεις τους κατά τη δίκη. Σύμφωνα πάντα με τον ίδιο δικηγόρο, ο ίδιος προσπαθούσε τις τελευταίες μέρες να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με τον Χρ. Γεωργίου, αλλ΄ αυτός δεν απαντούσε. Του άφησε μήνυμα και δεν ανταποκρίθηκε. Τελικά απέστειλε και την επιστολή ημ. 3.11.06 με την οποία τον ενημέρωσε και γραπτώς ότι η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση στις 9.11.06 και ώραν 10.30 π.μ. «γεγονός το οποίο ήδη εγνωρίζατε από την προηγούμενη δικάσιμο, ήτοι την 12.9.06». Αναφερόταν ακόμα στην ίδια επιστολή του ο δικηγόρος στις επανειλημμένες ανεπιτυχείς προσπάθειες του να επικοινωνήσει μαζί τους τηλεφωνικώς και στα μηνύματα που άφηνε, χωρίς ανταπόκριση και πληροφορούσε πως στις 9.11.06 δεν έμενε άλλη επιλογή παρά η απόσυρση του από δικηγόρος των εναγομένων. Τα κύρια από τα πιο πάνω γεγονότα είχαν αναφερθεί από την ενόρκως δηλούσα προς υποστήριξη της ΄Ενστασης με λεπτομέρεια. ΄Ομως καμμιά προσπάθεια δεν έγινε από πλευράς των εναγομένων-αιτητών να τα αμφισβητήσουν είτε ζητώντας την αντεξέταση της ομνύουσας είτε ζητώντας άδεια για καταχώρηση απαντητικής-συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. (Βλπ. A.C.T. Textiles Ltd v. Zodiatis
(1986)1 C.L.R. 89, Adidas v. Jonitexo
(1987)1 C.L.R. 383, 388-89). Και ενώ ο ομνύων στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης αρνείται τη λήψη επιστολής-ειδοποίησης για τους λόγους που αναφέρει, επιμελώς δεν ασχολείται με τους ισχυρισμούς του δικηγόρου για τηλεφωνικές ενημερώσεις. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω στοιχεία τα οποία προκύπτουν από το φάκελο της αγωγής, τα τηρηθέντα πρακτικά και τις ενόρκους δηλώσεις, θα πρέπει να παρατηρήσω τα εξής: ΄Ολες σχεδόν ανεξαίρετα οι καθυστερήσεις και αναβολές στην εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης βαρύνουν αποκλειστικά τους εναγoμένους. Από την έναρξη της διαδικασίας μέχρι και την συμπλήρωση της, άλλαξαν νομική εκπροσώπηση τρεις φορές και εκπροσωπήθηκαν από τέσσερις διαφορετικούς δικηγόρους και τώρα από τον πέμπτο στη σειρά. Το γεγονός αυτό επιβάρυνε στον μέγιστο βαθμό την διαδικασία με σοβαρές καθυστερήσεις για να διδόταν η ευκαιρία σε κάθε νέο δικηγόρο να ενημερωνόταν για την υπόθεση. Οι δε δικηγόροι των εναγομένων αποσύρονταν είτε λόγω διαφωνιών με τους εναγομένους είτε, όπως δήλωσαν, λόγω έλλειψης επαρκούς συνεργασίας με αυτούς. Περαιτέρω, όλες οι άλλες σοβαρότατες καθυστερήσεις, οφείλονταν στα αιτήματα για αναβολή που υπέβαλλαν συνεχώς οι εναγόμενοι , λόγω του προβλήματος υγείας που αντιμετώπιζε ο εναγόμενος
  1. Αιτήματα στα οποία τόσο η αντίδικη πλευρά, όσο και το Δικαστήριο έδειξαν κάθε δυνατή κατανόηση. Διαβεβαιώσεις τις οποίες οι εναγόμενοι μετέφεραν στο Δικαστήριο μέσω των εκάστοτε δικηγόρων τους, περί συγκεκριμένων ημερομηνιών που αναμενόταν να επιστρέψει ο εναγόμενος 1, ουδέποτε τηρήθηκαν, παρά το ότι το Δικαστήριο ανέβαλλε την ακρόαση και την επαναόριζε βασιζόμενο στις διαβεβαιώσεις αυτές. Αυτά τα γεγονότα καταδεικνύουν καθαρά ότι: α. Οι εναγόμενοι βρίσκονταν σε συνεχή επαφή με τους δικηγόρους τους και τους μετέδιδαν αυτές τις πληροφορίες. β. Κάθε φορά που επρόκειτο να ζητηθεί όπως αναβληθεί η ακρόαση, εκ των προτέρων υπήρχε επαφή εναγομένων-δικηγόρου τους για ενημέρωση ως προς το πότε θα μπορούσε να επανέλθει ο εναγόμενος
  2. Ο δικηγόρος των εναγομένων δήλωσε στις 12.9.06 ότι πληροφορήθηκε από τον κ. Χρ. Γεωργίου ότι ο εναγόμενος θα επανέκαμπτε στις 30.10.06 και γι΄ αυτό ζητούσε αναβολή για μετά την ημερομηνία εκείνη. Αναμφίβολα επομένως εξάγονται τα συμπεράσματα ότι: α. Οι εναγόμενοι γνώριζαν ότι η αγωγή ήταν ορισμένη στις 12.9.06 και θα εζητείτο πάλι αναβολή και, β. ΄Οτι αν εγκρινόταν η αναβολή θα επαναορίζετο η αγωγή για ακρόαση λίγο μετά τις 30.10.
  3. Επομένως οι εναγόμενοι πρέπει να είχαν πληροφορηθεί για τη νέα ημερομηνία ακρόασης τηλεφωνικά τουλάχιστον. Αλλά και να μην είχαν ειδικά πληροφορηθεί, πιστεύω ότι είχαν την ελάχιστη υποχρέωση όπως ζητήσουν να πληροφορηθούν από τον δικηγόρο που τους εκπροσωπούσε ως προς το πότε αναβλήθηκε ξανά η υπόθεση τους για ακρόαση. Μετά που με δικό τους επαναλαμβανόμενο κώλυμα και δικές τους διαβεβαιώσεις οι οποίες για οποιονδήποτε λόγο δεν τηρούνταν προκαλούσαν συνεχείς καθυστερήσεις στην πορεία απονομής της δικαιοσύνης, το ελάχιστο που είχαν να κάνουν ήταν να ενδιαφερθούν να πληροφορηθούν από το δικηγόρο τους ως προς το πότε ξαναορίστηκε η ακρόαση, ακόμη και αν δεν τους είχε αυτός ενημερώσει. Αν γίνονταν πιστευτοί οι ισχυρισμοί των εναγομένων, αυτοί δεν θα ισοδυναμούσαν με τίποτε λιγότερο παρά με επίδειξη πλήρους αδιαφορίας για την υπόθεση τους και γενικότερα για την δικαστική διαδικασία. ΄Οπως δε χαρακτηριστικά αναφέρει στην παράγραφο 13 της ένορκης δήλωσης του ο ομνύων προς υποστήριξη της αίτησης: «
  4. Οι εναγόμενοι έλαβαν γνώση για την έκδοση αποφάσεως εναντίον τους κατόπιν ενδιαφέροντος που επέδειξαν μέσω μου, ενόψει του ότι δεν είχαν οποιαδήποτε ενημέρωση από τον δικηγόρο τους. Προς τούτο προέβησαν μέσω μου, σε έρευνα του Δικαστηριακού φακέλου της υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγής και εξασφάλισαν αντίγραφο της εκδοθείσας απόφασης στις 29.01.07...». Αμείλικτα εγείρονται τα ερωτήματα και τα συμπεράσματα από το πιο πάνω απόσπασμα:
  5. Εφόσον την προηγούμενη δικάσιμο είχαν ζητήσει τον ορισμό της υπόθεσης μετά τις 30.10.06, δεν ενδιαφέρθηκαν ώστε να μάθουν εάν εισακούστηκε και αυτό το αίτημα τους; Δεν ενδιαφέρθηκαν ώστε να μάθουν οι ίδιοι, έστω και αν δεν ειδοποιούνταν από το δικηγόρο τους πότε ορίστηκε ξανά η υπόθεση τους για να είναι έτοιμοι να δικαστούν;
  6. Εάν πράγματι δεν είχαν καμμιά ενημέρωση από τον δικηγόρο ο οποίος τους εκπροσωπούσε, όπως ισχυρίζονται, γιατί δεν έκαναν οι ίδιοι, ένα τηλεφώνημα να πληροφορηθούν κατά τον Σεπτέμβριο ή Οκτώβριο ή μετέπειτα τι έγινε η υπόθεση τους; Μια υπόθεση στην οποία, έστω παρά τη θέληση τους είχαν υποβάλει τον αντίδικο και το Δικαστήριο σε πρωτοφανή ταλαιπωρία; Και πως μπορεί να γίνει πιστευτός ο ισχυρισμός ότι ενώ καμμιά διαφορά δεν είχαν με το δικηγόρο που τους εκπροσωπούσε και ενώ δεν γνώριζαν ότι αυτός αποσύρθηκε, ερεύνησαν οι ίδιοι από μόνοι τους τον φάκελλο στο Δικαστήριο για να πληροφορηθούν πού βρισκόταν η υπόθεση τους, χωρίς να ρωτήσουν τον δικηγόρο τους; Δεν διατηρώ αμφιβολία ότι τόσο η καθυστέρηση στη λήψη του ένδικου μέσου που τώρα επιδιώκουν να λάβουν οι εναγόμενοι, όσο και η όλη συμπεριφορά και διαγωγή τους κατά την πορεία της αγωγής καθόλου δεν δικαιολογεί την έγκριση του αιτήματος τους. Η τυχόν παραχώρηση περαιτέρω χρόνου για να δοθεί η ευκαιρία στους εναγομένους να ζητήσουν την επανάνοιξη της υπόθεσης, θα προκαλούσε, κατά την άποψη μου, κατάφωρη αδικία στους ενάγοντες και θα συνιστούσε αδικαιολόγητη οπισθοδρόμηση στην πορεία απονομής της δικαιοσύνης. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον των εναγομένων όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............................ Κ. Κληρίδης, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΙ [1]
(2000)1 Α.Α.Δ. 364 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.