← Κύπρος

Ανδρέα Σαρρή ν. Ανδρέα Καλλέγια κ.α., Αρ. Αγωγής: 4730/03, 8 Μαΐου 2007

Ανδρέα Σαρρή ν. Ανδρέα Καλλέγια κ.α., Αρ. Αγωγής: 4730/03, 8 Μαΐου 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:A74 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4730/03 Μεταξύ: Ανδρέα Σαρρή Ενάγοντος -και-

  1. Ανδρέα Καλλέγια
  2. Δομνίκης Παπανικολάου
  3. Μαρίας Μορφάκη Εναγομένων ____________________ Ημερομηνία: 8 Μαΐου 2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα: Η κα Μ. Μικελλίδου. Για τους Εναγόμενου: Ο κ. Α. Ποιητής. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή ο ενάγοντας αξιώνει από τους εναγόμενους το ποσό των Λ.Κ.50.000 πλέον τόκους το οποίο οφείλεται σ΄ αυτόν σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης ως αποζημιώσεις για ζημιές που υπέστηκε και / ή άλλως πως. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης κατά ή περί το Νοέμβριο 2004 συμφωνήθηκε μεταξύ του Ενάγοντα και του Εναγόμενου 1 η κοινή διαχείριση μπυραρίας (κατάστημα 3) της οποίας ιδιοκτήτρια ήταν η Εναγόμενη
  4. Προς εκτέλεση της συμφωνίας ο ενάγοντας θα κατέβαλλε στον Εναγόμενο 1 Λ.Κ.200 μηνιαίως, πλέον ενοίκιο. Κατά το Νοέμβριο 2005 συμφωνήθηκε μεταξύ του ενάγοντα και του Εναγόμενου 1 η συνιδιοκτησία των περιουσιακών στοιχείων και της επιχείρησης της μπυραρίας αντί ποσού Λ.Κ.13.000 το οποίο ο ενάγοντας κατέβαλε στον Εναγόμενο
  5. Η μπυραρία επεκτάθηκε στο κατάστημα 4 της Εναγόμενης 3, με την οποία συμφώνησαν να το ενοικιάσουν. Κατά ή περί τον Ιούνιο 1996 ο ενάγοντας και ο εναγόμενος 1 υπέγραψαν ενοικιαστήριο έγγραφο για την ενοικίαση των καταστημάτων 3 και 4 με την Εναγόμενη 3, προέβηκαν δε σε ανακαινίσεις και αγορά πρόσθετου εξοπλισμού. Η επιχείρηση ήταν κερδοφόρα και ο ενάγοντας και ο εναγόμενος 1 λάμβαναν μηνιαίο μισθό, εκτός από το κέρδος που τους αναλογούσε. Κατά ή περί το Σεπτέμβριο 1997 ο Εναγόμενος 1 χωρίς τη γνώση και / ή συγκατάθεση του ενάγοντα παράνομα παρέδωσε στην Εναγόμενη 3 τα κλειδιά και την κατοχή της μπυραρίας μαζί με όλα τα περιουσιακά της στοιχεία. Η εναγόμενη 3 ενοικίασε την μπυραρία στην Εναγόμενη 2 η οποία συνέχισε τη λειτουργία της επιχείρησης μπυραρίας με τον Εναγόμενο
  6. Ο ενάγοντας ισχυρίζεται, περαιτέρω, ότι ο εναγόμενος 1 και οι Εναγόμενες 2 και 3 «μετήλθαν δόλο και / ή ψευδείς παραστάσεις και / ή συνόμωσαν μεταξύ τους με σκοπό να καταδολιεύσουν τον ενάγοντα προκαλώντας του ζημιά για δικό τους όφελος». Λόγω του δόλου και / ή των ψευδών παραστάσεων και / ή της συνομωσίας των εναγομένων 1, 2 και 3, λεπτομέρειες των οποίων παρατίθενται στην Έκθεση Απαίτησης και της εν γένει συμπεριφοράς των εναγομένων και / ή της κλοπής και / ή υπεξαίρεσης και / ή οικειοποίησης των περιουσιακών στοιχείων του ενάγοντα και του αποκλεισμού του από την κατοχή, χρήση, διαχείριση και εκμετάλλευση της επιχείρησης της μπυραρίας και της παράνομης έξωσης του από αυτήν, ο ενάγοντας υπέστη ζημιές και απώλεια. Περαιτέρω, ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι η ζημιά του οφείλεται στην παράβαση της συμφωνίας ενοικίασης και / ή στην παράνομη έξωση του και / ή στην παράβαση της συμφωνίας συνδιαχείρησης. Στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης τους οι Εναγόμενοι 1 και 2 εγείρουν προδικαστική ένσταση ότι η παρούσα υπόθεση δεν μπορεί να προχωρήσει διότι καλύπτεται από δεδικασμένο. Συγκεκριμένα, αναφέρουν ότι ο ενάγοντας έχει κινήσει ακριβώς την ίδια αγωγή υπ΄ αριθμό 4847/97 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, η οποία «απεσύρθη χωρίς να γίνει διακοπή και χωρίς να υπάρχει ειδική πρόνοια του Δικαστηρίου για δικαίωμα του ενάγοντα να επαναφέρει την αγωγή». Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση ο ενάγοντας αρνείται την προδικαστική ένσταση των εναγομένων 1 και 2 και ισχυρίζεται ότι είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη για τους πιο κάτω λόγους: (α) Η αγωγή 4847/97 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας δεν είναι ακριβώς η ίδια με την παρούσα αγωγή. (β) Η παρούσα υπόθεση δεν καλύπτεται από δεδικασμένο. (γ) Η αγωγή 4847/97 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας απεσύρθη κατόπιν διακοπής και / ή άδειας του Δικαστηρίου με ρητή ειδική πρόνοια του Δικαστηρίου για το δικαίωμα του ενάγοντα να επαναφέρει την αγωγή και / ή να καταχωρήσει νέα αγωγή. Οι διάδικοι συμφώνησαν όπως το ζήτημα προδικαστεί. Μεταξύ των ιδίων διαδίκων υπήρχε η αγωγή 4847/97 η οποία απορρίφθηκε. Κατατέθηκε εκ συμφώνου η έκθεση απαίτησης στην αγωγή 4847/97 (Τεκμήριο 1) και το πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 28.6.2002 στην αγωγή 4847/97 (Τεκμήριο 2). Το πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 28.6.2002 αυτούσιο έχει ως ακολούθως: «Ημερομηνία: 28.6.
  7. Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: Ο κ. Κ. Μούσκος. Για Εναγόμενους: Ο κ. Α. Ποιητής. Ο κ. Μούσκος: Ζητώ την άδεια του Δικαστηρίου να αποσύρω την αγωγή με επιφύλαξη των δικαιωμάτων του ενάγοντα για να καταχωρίσει νέα αγωγή. Ο κ. Ποιητής: Δεν έχω ένσταση αλλά ζητώ τα έξοδα μου, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Ο κ. Μούσκος: Συμφωνώ. Ο κ. Ποιητής: Ζητώ την άδεια σας να αποσύρω την ανταπαίτηση μου με επιφύλαξη. Ο κ. Μούσκος: Δεν ζητώ έξοδα. Δικαστήριο: Η αγωγή απορρίπτεται ως αποσυρθείσα με επιφύλαξη των δικαιωμάτων του ενάγοντα για καταχώριση νέας αγωγής. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων και εναντίον του ενάγοντα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται ως αποσυρθείσα άνευ βλάβης και χωρίς καμιά διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ............ Χ. Σολομωνίδης, Α.Ε.Δ.» Έχω θέσει ενώπιον μου τις αγορεύσεις των δύο πλευρών και θα σταθώ σε αυτές όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. Αναφορικά με τις περιπτώσεις που μπορεί να τύχει εφαρμογής η αρχή του δεδικασμένου (res judicata) υπάρχει αρκετή νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων Pieris v. Republic

(1983)3 C.L.R. 1054, Theori and others v. Tzioni and others
(1984)1 C.L.R. 296, Σοφία Κλεόπα v. Χρ. Αντωνίου
(2002)1 Α.Α.Δ. 58, Κανάρης v. Λοϊζου, ημερομηνίας 23.6.2006). Με βάση τις πιο πάνω αυθεντίες για να ισχύει η εν λόγω αρχή πρέπει να ικανοποιούνται οι εξής προϋποθέσεις: (α) το επίδικο θέμα να είναι το ίδιο, (β) να είχε εγερθεί και αποφασιστεί τελικά από το Δικαστήριο κατά την πρώτη διαδικασία, (γ) οι διάδικοι να είναι ίδιοι, και (δ) το Δικαστήριο να είχε δικαιοδοσία να εκδικάσει το θέμα. Η ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΟΤΙ ΤΟ ΕΠΙΔΙΚΟ ΘΕΜΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΙΔΙΟ Ήταν η εισήγηση της συνηγόρου του ενάγοντα ότι δεν μπορεί να ισχύσει δεδικασμένο λόγω του ότι η αγωγή 4847/97 δεν είναι ακριβώς η ίδια με την παρούσα αγωγή. Η εισήγηση δεν εξειδικεύτηκε. Μια απλή ανάγνωση του Τεκμηρίου 1 καταδεικνύει πως τα επίδικα θέματα της αγωγής με αριθμό 4847/97 είναι ταυτόσημα με της παρούσας. Και στις δύο αγωγές το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει αν ο ενάγοντας υπέστη ζημιές ως αποτέλεσμα δόλου και συμπαιγνίας των εναγομένων σε σχέση με την ίδια μπυραρία ή λόγω παράβασης συμφωνίας συνδιαχείρισης με τον Εναγόμενο 1 ή λόγω παράβασης συμφωνίας ενοικίασης ή λόγω παράνομης έξωσης του. Η ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΟΤΙ Η ΑΠΟΣΥΡΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗΣ ΑΓΩΓΗ¦ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΕ ΔΕΔΙΚΑΣΜΕΝΟ Το δεύτερο ερώτημα που έχει εγερθεί, στο οποίο οι συνήγοροι επικέντρωσαν τα επιχειρήματα τους, είναι το κατά πόσο η απόσυρση της αγωγής με αριθμό 4847/97 δημιούργησε δεδικασμένο. Ήταν η θέση του κ. Ποιητή, με αποκλειστική αναφορά στην υπόθεση Ιωάννης Πατσαλίδης και Αβραάμ Αναστασίου Δίσπυρου, Πολιτική Έφεση αρ. 15552, ημερομηνίας 19.1.2006, ότι σύμφωνα με τη Δ.15 απαιτείται ρητή αίτηση και παροχή άδειας από το Δικαστήριο. Σύμφωνα με τον κ. Ποιητή στην υπό εξέταση περίπτωση (α) η αίτηση δεν ήταν γραπτή (ρητή) και (β) το Δικαστήριο δεν παραχώρησε άδεια, αφού πουθενά δεν αναφέρεται κάτι τέτοιο, «απλώς σημείωσε την επιφύλαξη για καταχώριση νέας αγωγής». Συνεπώς, εισηγήθηκε ότι από τον τρόπο που αποσύρθηκε η αγωγή προκύπτει δεδικασμένο. Η κα Μικελλίδου εισηγήθηκε ότι στην υπό εξέταση περίπτωση ο κ. Μούσκος ρητά αιτήθηκε άδειας και το Δικαστήριο έδωσε στον ενάγοντα δικαίωμα για καταχώριση νέας αγωγής, και ότι συνεπώς η υπόθεση δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο αφού τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις της Δ.15. Η Δ.15.1 έχει ως ακολούθως: «The plaintiff may, at any time before the receipt of the defendant's defence, or after the receipt of the defendant's pleaded defence before taking any other proceeding in the action (save any interlocutory application), by notice in writing, wholly discontinue his action against all or any of the defendants or withdraw any part or parts of his alleged cause of complaint, and thereupon he shall pay such defendant's costs of the action, or if the action be not wholly discontinued, the costs occasioned by the matter so withdrawn. Such costs shall be taxed and such discontinuance or withdrawal, as the case may be, shall not be a defence to any subsequent action. Save as in this rule otherwise provided, it shall not be competent for the plaintiff to withdraw the record or discontinue the action without leave of the Court or a Judge, but the Court or a Judge may, before or at or after the hearing or trial, upon such terms as to costs, and as to any other action, and otherwise as may be just, order the action to be discontinued, or any part of the alleged cause of complaint to be struck out. The Court or a Judge may, in like manner and with the like discretion as to terms, upon the application of a defendant, order the whole or any part of his alleged grounds of defence or counter-claim to be withdrawn or struck out, but it shall not be competent to a defendant to withdraw his defence or any part thereof, without such leave.» Τα γεγονότα στην Πατσαλίδης v. Δίσπυρου (ανωτέρω) ήταν τα ακόλουθα: Στις 12.1.1999 όταν η αίτηση υπ΄ αρ. Ε7/98 ενώπιον του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων ήταν ορισμένη ενώπιον του Δικαστηρίου, ο δικηγόρος του εφεσείοντα, δήλωσε τα εξής όπως καταγράφεται στο πρακτικό: «την αποσύρω άνευ βλάβης των δικαιωμάτων του αιτητή». Ο δικηγόρος του καθ΄ ου η αίτηση, εφεσίβλητος, είπε: «Δεν έχω ένσταση. Δεν ζητώ έξοδα». Το Δικαστήριο σημειώνει «Αποσύρεται και απορρίπτεται χωρίς έξοδα.» Ο εφεσείων καταχώρισε στις 15.11.2001 άλλη αίτηση, την υπ΄ αριθμό Ε17/99, στην οποία ζητούσε τις ίδιες θεραπείες, όπως στην αποσυρθείσα αίτηση. Ο εφεσίβλητος ήγειρε με την απάντηση του στην αίτηση θέμα δεδικασμένου, το οποίο απασχόλησε το Δικαστήριο προδικαστικά. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε πως υπήρχε δεδικασμένο. Η έφεση που καταχώρισε ο εφεσείων απορρίφθηκε. Στην απόφαση, αφού σημειώνεται ότι η νομολογία μας σε ότι αφορά την εμβέλεια και λειτουργία της Δ.15 είναι πλέον σαφής και ευθυγραμμισμένη, παρατίθεται η ακόλουθη περικοπή από την υπόθεση Παμπορίδης v. Κτηματικής Τράπεζας Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ. 670, στη σελ. 675-676: «Το ζήτημα καλύπτεται από τη Δ.15 των θεσμών περί Πολιτικής Δικονομίας. ΟΙ προεκτάσεις της εξηγήθηκαν στις υποθέσεις Kypreos
(1984)1 CLR 565 και Eleftheriades v. Cyprus Hotels
(1985)1 CLR 677. Με τη θέσπιση της η ελευθερία που αναγνωριζόταν στον ενάγοντα για απόσυρση της αγωγής οποτεδήποτε, διατηρώντας δικαίωμα επαναφοράς της αιτίας της αγωγής που αποτελούσε το αντικείμενο της με νέα αγωγή ή σε μεταγενέστερη διαδικασία, δεν υπάρχει πλέον. Ο ενάγων μπορεί να αποφασίσει αν θα προωθήσει την αγωγή του ή αν θα την αποσύρει. Αυτό είναι δικό του προνόμιο και είναι ο κανόνας πως στο βαθμό που η απόσυρση της αγωγής διενεργείται για να οδηγηθεί η ορισμένη αντιδικία σε οριστικό τέλος, ούτε ο εναγόμενος έχει λόγο αλλά ούτε και το Δικαστήριο. Εκείνο που δεν δικαιούται να κάμει είναι να τερματίσει οποτεδήποτε θέλει τη διαδικασία διατηρώντας μονομερώς το δικαίωμα να επανέλθει στα ίδια. Οι περιορισμοί εν προκειμένω είναι σαφείς. Ο ενάγων δικαιούται να διακόψει (discontinue) με γραπτή ειδοποίηση την αγωγή, δηλαδή να την τερματίσει με δικαίωμα καταχώρισης νέας, οποτεδήποτε πριν την παραλαβή της υπεράσπισης, ή μετά την παραλαβή της πριν προβεί σε οποιοδήποτε άλλο δικονομικό διάβημα, (με επιφύλαξη ως προς οποιανδήποτε ενδιάμεση αίτηση). Από εκεί και πέρα ο ενάγων παύει να είναι dominus litis. Η διακοπή της αγωγής τελεί πλέον υπό την αίρεση της εξασφάλισης άδειας από το Δικαστήριο. Η απόσυρση της αγωγής και η επακόλουθη απόρριψη της χωρίς τέτοια άδεια που εξ ορισμού εμπεριέχει την αναγνώριση στον ενάγοντα δικαιώματος καταχώρισης νέας αγωγής, δημιουργεί δεδικασμένο. Βλ. Spencer Bower and Turner - the Doctrine of Res Judicata 2η έκδοση σελ. 36, παράγραφος 39).» (Οι υπογραμμίσεις είναι της δικαστού) Η εισήγηση του δικηγόρου του εφεσείοντα ότι το πιο πάνω πρακτικό του Δικαστηρίου έπρεπε να ερμηνευτεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε να θεωρείται πως ζητήθηκε, και ακολούθως δόθηκε, άδεια από το Δικαστήριο για την απόσυρση της αίτησης δεν έγινε δεκτή. Λέχθηκαν τα ακόλουθα από τον Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου: «Η Δ.15.2 απαιτεί ρητή αίτηση και παροχή άδειας από το Δικαστήριο για απόσυρση υπόθεσης που εκκρεμεί ενώπιον του. Το Δικαστήριο ασκεί εξουσία, έχει δηλαδή διακριτική ευχέρεια, να εξετάσει το αίτημα και να αποφασίσει αν θα επιτρέψει τέτοια απόσυρση, και ενδεχομένως, υπό ποιους όρους ή όχι.» Επανερχόμενη στα γεγονότα της παρούσας περίπτωσης, αναφέρω κατ΄ αρχήν ότι η θέση του κ. Ποιητή ότι η διακοπή έπρεπε να γινόταν γραπτώς δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στα όσα λέχθηκαν στην Πατσαλίδης v. Δίσπυρου (ανωτέρω) ούτε και στο λεκτικό της Δ.15 (ανωτέρω). Κρίνω δε ότι η υπό εξέταση περίπτωση διαφοροποιείται σαφώς από την Πατσαλίδης v. Δίσπυρου (ανωτέρω), όπου όχι μόνο δεν είχε ζητηθεί άδεια αλλά ούτε και επιφυλάχθηκε το οποιοδήποτε δικαίωμα του αιτητή για καταχώριση νέας αίτησης. Ο συνήγορος στις 28.6.2002 ρητά ζήτησε άδεια από το Δικαστήριο το οποίο άσκησε τη διακριτική του εξουσία υπέρ της απόσυρσης, αναγνωρίζοντας ρητά στον ενάγοντα το δικαίωμα καταχώρησης νέας αγωγής. Συνάγεται ότι δόθηκε από το Δικαστήριο η αιτούμενη άδεια. Εξάλλου, εξ ορισμού, η αναγνώριση του εν λόγω δικαιώματος εμπεριέχεται σε τέτοια άδεια. Επομένως κρίνω ότι η έγερση της παρούσας αγωγής δεν προσκρούει στο δεδικασμένο. Η προδικαστική ένσταση απορρίπτεται. Τα έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα καταβληθούν στο τέλος της δίκης. (Υπ.) .............. Μαρία Παπαϊωάννου, Ε.Δ. /Λ.Σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.