Τώνια Κωνσταντίνου ν. Πανίκου Παπαμάρκου, Αρ. Αγωγής: 1498/02, 16 Μαΐου 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:A77 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Τ. Θ. Οικονόμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1498/02 Μεταξύ: Τώνια Κωνσταντίνου, διά μέσω του πατέρα της Ανδρέα Κωνσταντίνου, ασκών τη γονική μέριμνα αυτής. Ενάγουσα -και- Πανίκου Παπαμάρκου Εναγομένου Αίτηση για αναστολή εκτέλεσης, εκκρεμούσης εφέσεως. Ημερομηνία: 16 Μαΐου 2007. Εμφανίσεις: Για ενάγουσα: Ο κ. Μαυρομμάτης για κ. Αγγελίδη. Για εναγόμενο: Η κα Ελ. Ανδρέου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Δόθηκε απόφαση υπέρ της ανήλικης ενάγουσας για το συνολικό ποσό των £42.017 πλέον τόκους και έξοδα. Η απόφαση εφεσιβλήθηκε. Ζητείται τώρα η αναστολή της μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Αιτητές είναι ο εναγόμενος και η ασφαλιστική εταιρεία που θα κληθεί να πληρώσει τα επιδικασθέντα ποσά. Ο καθ΄ ου η αίτηση εισηγήθηκε ότι η ασφαλιστική εταιρεία δεν νομιμοποιείται ως αιτητής. Από τη στιγμή όμως που αιτητής είναι και ο αδιαμφισβήτητα νομιμοποιούμενος εναγόμενος, το ζήτημα δεν έχει πρακτική σημασία ώστε να εξεταστεί περαιτέρω. Ο καθ΄ ου η αίτηση λέει ακόμα ότι η κα Ελίνα Πλατρίτου που προέβη σε ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης δεν έχει καμιά σχέση με τον εναγόμενο και ότι θα πρέπει η αίτηση, ως εκ τούτου, να απορριφθεί. Η κα Πλατρίτου δηλώνει ότι είναι αρμόδια υπάλληλος της εν λόγω ασφαλιστικής εταιρείας, ότι είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση και ότι είναι γνώστης των γεγονότων. Αυτοί της οι ισχυρισμοί δεν έχουν αμφισβητηθεί. Τέλος, δεν είναι άσχετο πρόσωπο εφόσον εκπροσωπεί εκείνους που από πρακτική σκοπιά θα πληρώσουν. Δεν διαπιστώνεται παρατυπία, και μάλιστα τέτοια που θα πρέπει να οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησης. Επί της ουσίας: Η έφεση δεν έχει, κατ΄ αρχήν, ανασταλτικό αποτέλεσμα (Δ.35, κ.18 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών). Είναι ζήτημα διακριτικής ευχέρειας. Η νομολογία επί του θέματος είναι πλούσια. Αρκεί να παραπέμψω στη Βογαζιανός ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 591 όπου ελέγχθηκαν τα ακόλουθα: «Το ορθό κριτήριο για την παροχή δικαστικής αναστολής έγκειται στην εξισορρόπηση δύο παραγόντων. Πρώτον, της φυσιολογικής προσδοκίας του ενάγοντα να δρέψει άμεσα τους καρπούς της νίκης του στο δικαστικό αγώνα που διεξήγαγε. Και, δεύτερον, την ανάγκη η ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης να μη χάσει τη σημασία της μένοντας χωρίς κανένα αντίκρισμα.[1]» «Ο συγκερασμός των δύο αρχών επιτυγχάνεται συνήθως με την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους στον ενάγοντα (εξ αποφάσεως δανειστή), όταν το αντικείμενο της απόφασης αποτιμάται σε χρήμα και την παράλληλη παροχή εγγύησης από τον εξ αποφάσεως δανειστή ότι θα επιστρέψει το αντικείμενο της απόφασης ή μέρος του ανάλογα και σύμφωνα με οποιαδήποτε τροποποίηση της πρωτόδικης απόφασης ήθελε διατάξει το Εφετείο.»[2] Ένας τρίτος παράγοντας, οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι μεν σχετικός, αλλά οριακής σημασίας.[3] Εν πάση περιπτώσει εν προκειμένω δεν έχει συζητηθεί αυτός ο παράγοντας. Οι αιτητές προσδίδουν ιδιαίτερη σημασία στο ύψος του ποσού και στο ότι η ενάγουσα είναι ανήλικη που στερείται άλλης περιουσίας. Εισηγούνται δε να πληρώσουν το ποσό της απόφασης με ταυτόχρονη εξασφάλιση με τραπεζική εγγύηση της επιστροφής του ποσού ή μέρους του αν επιτύχει η έφεση. Ο καθ΄ ου η αίτηση απαντά στην ένσταση του ότι «η αίτηση είναι αβάσιμη, παραβιάζει τις αρχές της δίκαιης δίκης και είναι άνευ αντικειμένου και αντιφατική». Δεν έχουν εξηγηθεί περαιτέρω οι θέσεις αυτές. Γενικόλογη είναι και η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Ό,τι συγκεκριμένο αναφέρεται είναι η θέση πως η αίτηση είναι αντιφατική «αφού από τη μια οι αιτητές ζητούν αναστολή εκτέλεσης της απόφασης, πράγμα που σημαίνει μη καταβολή των επιδικασθεισών αποζημιώσεων και από την άλλη ζητούν διάταγμα του δικαστηρίου με το οποίο να τους επιτρέπεται να πληρώσουν τα ποσά με συγκεκριμένες όμως προϋποθέσεις και όρους». Αυτή η θέση παραγνωρίζει την, ως άνω, συνήθη πρακτική διά της οποίας επιτυγχάνεται συγκερασμός των δύο αρχών που διέπουν το ζήτημα. Στην αγόρευση του ευπαίδευτου δικηγόρου της ενάγουσας προβάλλεται μια περαιτέρω θέση. Ό,τι όμως δεν προδιαγράφεται στην ένσταση δεν μπορεί να συζητηθεί στο τέλος. Εν πάση περιπτώσει εκείνο που έχει αναφερθεί στην αγόρευση είναι ότι χωρίς διάταγμα του Δικαστηρίου δεν μπορούν να διατεθούν τα χρήματα της ανήλικης και αυτή είναι η καλύτερη διασφάλιση. Οι περιορισμοί που θέτει ο νόμος σε σχέση με τη διαχείριση περιουσίας ανηλίκου, σκοπό έχουν όντως να εμποδίσουν αλόγιστη, επιζήμια ή για αλλότριους σκοπούς διάθεση, επένδυση κ.τ.λ.. Αυτό όμως δεν σημαίνει αποκλεισμό κατ΄ ανάγκη οποιουδήποτε τέτοιου κινδύνου. Συνεκτιμώντας τα δεδομένα θα πρέπει να δοθεί η δέουσα σημασία στο γεγονός, κατ΄ αναντίλεκτο ισχυρισμό, ότι η ενάγουσα ηλικίας 12 ετών δεν έχει άλλη περιουσία, και στο ότι θα λάβει ένα σοβαρό χρηματικό ποσό. Δεν έχει εκ μέρους της ενάγουσας τεθεί ότι η είσπραξη του ποσού της απόφασης είναι επιτακτική για σκοπούς επείγουσας ή άλλης σοβαρής ανάγκης. Αντίθετα ελέγχθη ότι τα χρήματα θα κατατεθούν σε λογαριασμό της ανήλικης και «θα παραμείνουν ανέγγιχτα μέχρι την ενηλικίωση της». Πέραν τούτου, η ευτυχής κοινή διαπίστωση είναι πως τα τελευταία χρόνια η εκδίκαση των εφέσεων γίνεται με τέτοιο ταχύ ρυθμό ώστε να μην δικαιολογείται ιδιαίτερη ανησυχία από επιτυχόντες σε πρώτο βαθμό διαδίκους όταν δεν υπάρχει συγκεκριμένος λόγος για τέτοια ανησυχία. Υπό τις περιστάσεις δίδεται διάταγμα αναστολής της απόφασης μέχρι την εκδίκαση της έφεσης υπό την έννοια ότι ο εναγόμενος θα πληρώσει τα επιδικασθέντα ποσά στην ενάγουσα καταθέτοντας τα σε επί τούτου τραπεζικό λογαριασμό του πατέρα της για λογαριασμό της, ως ασκούντος τη γονική μέριμνα, με παράλληλη παροχή τραπεζικής εγγύησης από τον πατέρα, διά του οποίου έχει εγείρει την αγωγή, για επιστροφή τους ή μέρους τους ανάλογα και σύμφωνα με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα έξοδα της εγγυητικής να καταβληθούν τώρα από τον εναγόμενο. Αντ΄ αυτού, κατ΄ επιλογή του εναγόμενου, μπορεί να δοθεί γραπτή εγγύηση του πατέρα με ένα αξιόχρεο, προς ικανοποίηση του Πρωτοκολλητή, εγγυητή. Τα έξοδα τέτοιας αίτησης κατά κανόνα επιβαρύνουν τον αιτητή (Annual Practice 1958, 2, σελ. 1699). Εν προκειμένω όμως ο εναγόμενος εξ αρχής εξέφρασε ετοιμότητα να πληρώσει με παράλληλη εγγύηση. Έδωσε έδαφος για συμβιβασμό. Οι αντιδικίες χωρίς να αξιοποιούνται οι πιθανότητες για διευθέτηση δημιουργούν καθυστερήσεις και προκαλούν σπατάλη δικαστικού χρόνου. Τέτοια στάση, καταλυτικά συχνή, πρέπει να αποθαρρύνεται. Ένας τρόπος είναι τα έξοδα. Τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, πλέον τα έξοδα της τραπεζικής εγγύησης, να είναι ανάλογα του αποτελέσματος της έφεσης. Αν η έφεση αποτύχει, να πληρωθούν από τον εναγόμενο. Αν επιτύχει πλήρως ή μερικώς, να πληρωθούν από την ενάγουσα. (Υπ.)................. Τ. Θ. Οικονόμου, Α.Ε.Δ. /ΣΣΑ [1] I. Aristidou v. N. Aristidou
(1985)1 C.L.R. 649, Christofi and Others v. Iacovidou
(1985)1 C.L.R. 713, Charalambous v. Nicolaides & Neophytou
(1985)1 C.L.R. 737, Νεοφύτου ν. Δημητρίου
(1989)1 Α.Α.Δ. 592 και Π.Ε. 9033 ABP Holdings Ltd και Άλλος ν. Κιταλίδη και Άλλων, ημερ. 20.4.94. [2] Νεοφύτου ν. Δημητρίου, ανωτ. [3] Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχή Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147, Βογαζιανού, ανωτ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο