Ανδριανής Γεωργίου ν. Ιωάννη Ιωάννου, Αρ. Αγωγής: 4132/04, 16.5.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:A80 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ. Ενώπιον:- Τ.Θ. Οικονόμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4132/04 Μεταξύ: Ανδριανής Γεωργίου, από τη Λεμεσό, Ενάγουσας -v- Ιωάννη Ιωάννου, από τα Λεύκαρα, Εναγόμενου Αίτηση για επαναφορά αγωγής, ημερ. 28.2.07 Ημερομηνία: 16.5.
- Εμφανίσεις: Για ενάγουσα-αιτήτρια: Ο κ. Σπύρου για κ. Μ. Κυπριανού. Για εναγόμενο-καθ΄ου η αίτηση: Η κα Ελ. Ανδρέου για κα Κόκκινου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή καταχωρίστηκε στις 8.12.
- Μέχρι τις 30.1.2006 δεν είχε τεθεί στον φάκελο του Δικαστηρίου ένορκη δήλωση επίδοσης του κλητηρίου. Έτσι, εκλήφθηκε ότι δεν είχε γίνει επίδοση και η αγωγή απορρίφθηκε με αναφορά στις πρόνοιες της Δ.4, κ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών.[1] Ακολούθως η ενάγουσα ζήτησε, με δύο ξεχωριστές αιτήσεις, την επαναφορά της αγωγής και την ανανέωση του κλητηρίου εντάλματος. Όταν οι δύο εκείνες αιτήσεις ήταν ορισμένες για ακρόαση, ο δικηγόρος της ενάγουσας, άλλος από το δικηγόρο του ιδίου γραφείου ο οποίος χειριζόταν αρχικά την υπόθεση και εν τω μεταξύ αποχώρησε, διαπίστωσε ότι υπήρχε στο δικό του φάκελο ένορκη δήλωση επίδοσης που δείχνει ότι έγινε επίδοση στις 24.7.
- Το δικαστήριο έδωσε οδηγίες να τεθεί η ένορκη δήλωση στο φάκελο του δικαστηρίου όπως θα έπρεπε να είχε γίνει από τον επιδότη εξ αρχής [Δ.5 κ.2
(2)].[2] Μετά δε, αφού είχε εγκριθεί αίτημα αναβολής για άλλο λόγο, το δικαστήριο έδωσε χρόνο στην πλευρά του εναγομένου να επανεκτιμήσει τα δεδομένα ενόψει αυτής της εξέλιξης. Στην επόμενη δικάσιμο η θέση του εναγόμενου δεν διαφοροποιήθηκε. Οπότε ο ευπαίδευτος δικηγόρος της ενάγουσας ζήτησε άδεια να αποσύρει τις αιτήσεις για να επανέλθει με νέα αίτηση για επαναφορά πάνω στα σαφή πλέον δεδομένα όπως, ως άνω, διαπιστώθηκαν. Το δικαστήριο έδωσε τη ζητηθείσα άδεια παρά την ένσταση της άλλης πλευράς. Οι αιτήσεις απορρίφθηκαν με έξοδα υπέρ του εναγομένου. Η ενάγουσα επανήλθε με την παρούσα αίτηση για επαναφορά της αγωγής επί του δεδομένου ότι απερρίφθη λόγω του ότι δεν είχε επιδοθεί εντός 12 μηνών, ενώ στην πραγματικότητα είχε επιδοθεί. Η άλλη πλευρά έχει ένσταση. Κατ΄ αρχάς, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι υπάρχει δεδικασμένο εφόσον προηγήθηκαν οι δύο εκείνες αιτήσεις. Η ευπαίδευτη δικηγόρος του, ενώ δέχθηκε ότι η απόσυρση έγινε άνευ βλάβης, ισχυρίστηκε ότι δεν δόθηκε άδεια από το δικαστήριο. Έτσι, εισηγήθηκε ότι βρίσκει εφαρμογή η αρχή της υπόθεσης Πατσαλίδης ν. Δίσπυρου, Πολ. Εφ. 11552, ημερ. 19.1.2006, σύμφωνα με την οποία η απόσυρση αγωγής ή αίτησης με διατήρηση του δικαιώματος επαναφοράς, όταν πλέον ο διάδικος έχει παύσει να είναι dominus litis, προϋποθέτει άδεια από το δικαστήριο η οποία εξ ορισμού εμπεριέχει την αναγνώριση του δικαιώματος νέας αγωγής ή αίτησης. Το δικαστήριο υπέδειξε στη δικηγόρο ότι στο πρακτικό της ημέρας εκείνης φαίνεται ότι ζητήθηκε, ως άνω, και δόθηκε άδεια για απόσυρση με συγκεκριμένη μάλιστα αναφορά στην ευχέρεια καταχώρισης νέας αίτησης, καλώντας την να τοποθετηθεί κατά πόσο υπάρχει, ως εκ τούτου, διαφορά από την υπόθεση Πατσαλίδης. Η ευπαίδευτη δικηγόρος απάντησε ότι στην Πατσαλίδης από τη στιγμή που το Δικαστήριο σημείωσε ότι "αποσύρεται και απορρίπτεται", εξυπακούεται ότι είχε δοθεί η άδεια. Αυτή όμως ήταν η εισήγηση του αποτυχόντα διαδίκου στην Πατσαλίδης. Ο δικηγόρος του εισηγήθηκε ότι η αναφορά αυτή του δικαστηρίου θα έπρεπε να ερμηνευθεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε να θεωρείται πως ζητήθηκε και ακολούθως δόθηκε άδεια για την απόσυρση. Τέτοια εισήγηση όμως κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι δεν μπορούσε να γίνει με κανένα τρόπο δεκτή. Ως εκ τούτου στην Πατσαλίδης δεν ζητήθηκε, ούτε δόθηκε άδεια. Εν προκειμένω και ζητήθηκε και δόθηκε, αφού ακούστηκε η αντίθετη θέση της άλλης πλευράς. Η αρχή της Πατσαλίδης δεν έχει εφαρμογή. Κατά τα λοιπά, ό,τι αποκλείει η αρχή του δεδικασμένου είναι η εκ δευτέρου δικαστική εξέταση ζητήματος που επελύθη με προηγούμενη απόφαση.[3] Εν προκειμένω το Δικαστήριο απορρίπτοντας τις δύο αιτήσεις δεν επελήφθη της ουσίας, ούτε προέβη σε επίλυση της επίδικης διαφοράς. Η εισήγηση περί δεδικασμένου απορρίπτεται. Κατά τ΄ άλλα, οι θέσεις του εναγομένου περιεστράφησαν γύρω από ζητήματα που θα έπρεπε να απασχολήσουν το δικαστήριο αν εζητείτο η επαναφορά αγωγής η οποία απερρίφθη νομότυπα λόγω παράλειψης συμμόρφωσης προς τους θεσμούς. Σε τέτοια περίπτωση το δικαστήριο ασκεί διακριτική ευχέρεια.[4] Προσπαθεί να εξισορροπήσει μεταξύ της ανάγκης για αποτελεσματική διασφάλιση του δικαιώματος του ενός διαδίκου να ακουστεί από το δικαστήριο και του δικαιώματος του άλλου διαδίκου για απονομή δικαιοσύνης σε εύλογο χρόνο που, μαζί με την ανάγκη για τελεσιδικία, είναι συνάμα ζήτημα δημοσίου συμφέροντος. Προς τούτο λαμβάνει υπόψη αφενός, τη διαγωγή του διαδίκου που ζητά επαναφορά και αφετέρου το κατά πόσο ο διάδικος αυτός καταδεικνύει την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής απαίτησης. Αν η διαγωγή μάλιστα, του διαδίκου αυτού συνιστά ασύγγνωστη αδιαφορία σε βαθμό καταφρόνησης της διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου του, το δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί την επαναφορά έστω κι αν καταδεικνύεται εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Εφόσον σε τέτοια περίπτωση κατισχύει η ανάγκη για οριστική λήξη της αντιδικίας ως ζήτημα δημοσίου συμφέροντος. Οι παραλείψεις των δικηγόρων, όταν προβάλλονται ως λόγος για επαναφορά της αγωγής, κρίνονται αυστηρά. Αγορεύοντας σ΄ αυτά τα πλαίσια η ευπαίδευτη δικηγόρος του εναγομένου εισηγήθηκε ότι ο ενάγοντας δεν αποκάλυψε καλό λόγο για την αδράνεια από το 2004 μέχρι το 2006, αλλά και για την μετέπειτα καθυστέρηση να ζητήσει επαναφορά της αγωγής. Ούτε οι παραλείψεις του δικηγόρου ο οποίος χειριζόταν αρχικά την υπόθεση για το γραφείο των δικηγόρων του ενάγοντα, είπε, ούτε οι προσπάθειες για εξώδικη διευθέτηση δικαιολογούν την αδράνεια. Ενώ η αναφορά στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής είναι, κατέληξε, αόριστη και ατεκμηρίωτη. Η αγόρευση του ευπαίδευτου δικηγόρου του αιτητή επικεντρώθηκε στο γεγονός ότι η αγωγή απερρίφθη επειδή δεν είχε γίνει επίδοση, ενώ επίδοση υπήρχε. Συνεπώς επρόκειτο για απόφαση επί λανθασμένων δεδομένων. Έθεσα ακριβώς το ερώτημα τούτο στην ευπαίδευτη δικηγόρο του εναγομένου. Κατά πόσο δηλαδή, αν το δικαστήριο απορρίπτοντας την αγωγή ενήργησε επί πεπλανημένης βάσης, η επαναφορά είναι ζήτημα διακριτικής ευχέρειας και ισχύουν τα κριτήρια επί των οποίων αγόρευσε. Απάντησε ότι ανεξάρτητα από το αν υπήρχε πλάνη ή όχι, ο ενάγοντας επέδειξε παντελή έλλειψη ενδιαφέροντος. Με τον δέοντα σεβασμό θεωρώ για τους ακόλουθους λόγους ότι το ζήτημα ετέθη από την πλευρά του εναγόμενου σε εντελώς λανθασμένη βάση. Το κλητήριο ένταλμα παραμένει σε ισχύ για 12 μήνες. Αυτό δεν σημαίνει ότι παύει να ισχύει, υπό την έννοια ότι είναι άκυρο, μετά τους 12 μήνες. Η περίοδος αυτή σημαίνει ότι το κλητήριο ισχύει για σκοπούς επίδοσης. Με την παρέλευσή της το ένταλμα καθίσταται παράτυπο, όχι άκυρο. Η παρατυπία μπορεί να θεραπευτεί είτε με την ανανέωση του εντάλματος, είτε με την καταχώριση εμφάνισης σε ένταλμα που δεν έχει ανανεωθεί.[5] Είναι όμως, η πάγια πρακτική, όπως έγινε εν προκειμένω, μετά την παρέλευση των 12 μηνών να απορρίπτονται οι ανεπίδοτες αγωγές στις οποίες το ένταλμα δεν έχει ανανεωθεί. Προς εκπλήρωση, πασιφανώς, του ουσιαστικού πλέον σκοπού της Δ.4 κ.1 που όπως επεξηγείται στην παραπάνω απόφαση είναι η χωρίς περισπασμούς προώθηση της δικαστικής διαδικασίας. Η ενάγουσα δεν έχει αμφισβητήσει την εξουσία του δικαστηρίου να απορρίψει την αγωγή με αναφορά στις πρόνοιες της Δ.4 κ.
- Άλλωστε τέτοιο ζήτημα δεν θα μπορούσε ίσως να είναι αντικείμενο της παρούσας αίτησης. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι αν το δικαστήριο είχε εξουσία να απορρίψει την αγωγή, προϋπόθεση θα ήταν η μη επίδοση του κλητηρίου εντός 12 μηνών. Αυτή η προϋπόθεση δεν υπήρχε. Κατά συνέπεια το δικαστήριο ενήργησε χωρίς εξουσία, θεωρώντας από πλάνη περί τα πραγματικά γεγονότα, ότι είχε τέτοια εξουσία. Η ενάγουσα δεν ζητά τον παραμερισμό μιας νομότυπης δικαστικής πράξης που έλαβε χώρα λόγω δικής της μη συμμόρφωσης, οπότε θα είχαν θέση τα όσα η ευπαίδευτη δικηγόρος του εναγόμενου ανέφερε. Η ενάγουσα ζητά τον παραμερισμό μιας εκ θεμελίων πάσχουσας, λόγω πλάνης, δικαστικής πράξης. Ο παραμερισμός της και η επαναφορά στην προηγούμενη κατάσταση είναι επιτακτική ex debitio justitiae, χωρίς όρους.[6] Δεν τίθεται ζήτημα διακριτικής ευχέρειας όταν διαπιστώνεται σφάλμα τόσο θεμελιακό ώστε να συνιστά ακυρότητα. Άκυρη δικαστική πράξη υπ΄ αυτή την έννοια δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά ότι το δικαστήριο δεν έχει επιλογή ή διακριτική ευχέρεια αλλά οφείλει να την παραμερίσει.[7] Η φύση αυτή των πραγμάτων καθορίζει και τη διαδικασία. Η θέση του εναγόμενου ήταν πως η αίτηση είναι αντικανονική και παράτυπη και δεν μπορεί να αποτελεί την ορθή και ενδεδειγμένη διαδικασία εφόσον «σύμφωνα με τη Δ.26 θ.13 η απόρριψη αγωγής από το δικαστήριο λόγω μη προώθησης δεν εμποδίζει την έγερση νέας αγωγής, ενώ επιπλέον και σύμφωνα με τον εν λόγω θεσμό θα μπορούσε ο ενάγων να καταχωρίσει αίτηση για παραμερισμό της απόφασης του δικαστηρίου με βάση την οποία απορρίφθηκε η εν λόγω αγωγή.» Η Δ.26 κ.13 αφορά την απόρριψη αγωγής λόγω παράλειψης καταχώρισης δικογράφων. Η δε Δ.17 κ.14 που αναφέρεται στην αίτηση, αφορά την απόρριψη αγωγής που δεν έχει προωθηθεί μετά την παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας για εμφάνιση. Στην αίτηση αναφέρεται επίσης, η Δ.26 κ.14 η οποία διέπει τον παραμερισμό απόφασης που εξασφαλίστηκε ερήμην είτε δυνάμει της Δ.26 είτε δυνάμει οποιουδήποτε άλλου από τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας. Αυτά τα ζητήματα δεν έχουν σχέση με την υπό εξέταση περίπτωση. Εν προκειμένω, όπως εξηγείται στην Anlaby (σελ. 769) δεν εξετάζεται θέμα μη συμμόρφωσης προς οποιοδήποτε κανονισμό. Η απόρριψη έγινε στην πραγματικότητα χωρίς έρεισμα στους κανονισμούς. Κατ΄ ακολουθία η εξουσία του Δικαστηρίου για παραμερισμό της δεν πηγάζει από τους κανονισμούς, αλλά είναι σύμφυτη (inherent) προς τις αρμοδιότητες του δικαστηρίου ως δικαιοδοτικού οργάνου. Η φύση της αυτή καθορίζει, ως άνω, και τον τρόπο, τη διαδικασία του παραμερισμού. Ό,τι απαιτείται είναι αίτηση κατ΄ επίκληση των γενικών συμφυών εξουσιών του δικαστηρίου,[8] όπως έγινε εν προκειμένω. Η εισήγηση της ευπαίδευτης δικηγόρου του εναγομένου ότι η πεπλανημένη πράξη μπορεί να παραμείνει αν διαπιστώνεται παντελής αδιαφορία από τον ενδιαφερόμενο, δεν έχει υποστηριχθεί με αναφορά στη νομολογία. Εν πάση περιπτώσει η διαγωγή εν προκειμένω της ενάγουσας δεν μπορεί υπό τις περιστάσεις να χαρακτηρισθεί ως περιφρονητική σε τέτοιο βαθμό ώστε να υπήρχαν περιθώρια να συζητηθεί θέμα μη παραμερισμού της άκυρης πράξης. Η ίδια η δικηγόρος έθεσε το θέμα υποθετικά διερωτώμενη κατά πόσο μπορεί να επιτραπεί σ΄ ένα διάδικο να ζητήσει παραμερισμό λ.χ. μετά από 5-6 χρόνια. Δεν είναι αυτή η περίπτωση. Αν ήταν πάντως να εξεταστεί τέτοιο ζήτημα, τα κριτήρια δεν θα ήταν εκείνα που ισχύουν σε σχέση με τον παραμερισμό μιας νομότυπης απόφασης. Νομίζω ότι το ζήτημα θα έπρεπε να συναρτηθεί αφενός με το κατά πόσο από τη διαγωγή του ενάγοντα προκύπτει σαφής παραίτηση και εγκατάλειψη και, αφετέρου με το κατά πόσο από την καθυστέρηση και τις υπόλοιπες περιστάσεις προκύπτει ορατός κίνδυνος παραβίασης του δικαιώματος του ενάγοντα για δίκαιη δίκη λ.χ. λόγω απώλειας ή καταστροφής μαρτυρίας. Εν προκειμένω ο εναγόμενος δεν επικαλείται τέτοιο κίνδυνο. Αναφέρεται μόνο στις γενικές αρχές που επιβάλλουν απονομή της δικαιοσύνης σε εύλογο χρόνο έτσι ώστε, όπως το θέτει, η δικαιοσύνη να είναι «αποτελεσματική και αξιόπιστη». Ο ίδιος πάντως, ας σημειωθεί, ενώ επικαλείται τις αρχές αυτές, επεχείρησε να καταχωρίσει εμφάνιση ένα πλέον χρόνο μετά την επίδοση της αγωγής, οπότε και πληροφορήθηκε ότι είχε απορριφθεί. Υπό το φως όλων των ανωτέρω, το δικαστήριο δεν έχει ευχέρεια να μην επαναφέρει την αγωγή. Έχει όμως ευχέρεια σε σχέση με τα έξοδα της αίτησης (Anlaby, Hadjisoteriou). Στα Halsbury´s Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 37, παρ. 38, αναφέρεται ότι ο διάδικος που επηρεάζεται από την αντικανονικότητα δικαιούται συνήθως τα έξοδα της αίτησης. Η ενάγουσα δεν ευθύνεται για την εσφαλμένη δικαστική πράξη και θα επιτύχει τη θεραπεία που ζητά. Ούτε ο εναγόμενος ευθύνεται για την εσφαλμένη δικαστική πράξη. Όμως η ένσταση του θα αποτύχει. Πρόκειται δε, για ένσταση που στηρίχθηκε, ως άνω, σε εντελώς εσφαλμένη βάση. Μάλιστα ο εναγόμενος επέλεξε να προχωρήσει επί τέτοιας βάσης παρά το ότι του δόθηκε ρητά η ευκαιρία να επανεκτιμήσει τα δεδομένα μόλις φάνηκε ότι υπήρχε η ένορκη δήλωση επίδοσης εκτός του φακέλου του δικαστηρίου, πριν ακόμα καταχωριστεί η παρούσα αίτηση. Για όλους τους πάρα πάνω λόγους η δικαστική πράξη δια της οποίας απερρίφθη η αγωγή στις 30.1.06 παραμερίζεται και η αγωγή επαναφέρεται. Ο εναγόμενος μπορεί να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης εντός 10 ημερών από σήμερα. Έξοδα εναντίον του εναγομένου όπως θα υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............... Τ. Θ. Οικονόμου, Α.Ε.Δ. /ΣΣΑ [1] Order 4 - Renewal of the Writ of Summons r.
- No writ of summons shall be in force for more than 12 months from the day of the issue including that day; but if any defendant named in it has not been served, the plaintiff may, before the 12 months expire apply for an order to renew the writ;.. [2] Order 5 - Service of the Writ of Summons r2
(2)The affidavit of service endorsed upon, or having attached thereto as an exhibit, a duplicate of the copy of the writ of summons served, shall be sworn and filed within seven days after service. The registrar shall, within forty-eight hours after the affidavit of service is filed, give the plaintiff notice of the date on which the service was effected. [3] Theori and Another v. Djoni and another
(1984)1 C.L.R. 296, Αναφορικά με την εταιρεία "Lindos Construction Ltd."
(2003)1 Α.Α.Δ. 975. [4] Evans v. Barthlam [1937] 2 All E.R. 646, Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1 A.A.Δ. 941, Παπανικολάου ν. Κότσαπα
(2004)1 Α.Α.Δ. 1800. [5] Niki Christoforou Cosmetics Ltd. v. Στυλιανού
(2005)1 Α.Α.Δ. 273. [6] (Anlaby v. Pretorius
(1888)20 QBD 764, Craig v. Kanssen
(1943)1 All ER 108, Macfoy v. United African Co Ltd
(1961)3 All ER 1169, White v. Weston
(1968)2 All ER 842, Kouloumbis v. "Maria"
(1982)1 CLR 727, Hadjisoteriou v. Ioannou
(1986)1 CLR 429, The President of the Republic v. The House of Representatives
(1985)1 CLR 872). [7] (Firman v. Ellis
(1978)2 All ER 851, 866, Re F (Infants) (adoption order: validity)
(1972)2 All ER 777, 781: «it can only mean that when an application is made to the court to set it aside the court has no option or discretion in the matter and must do so»). [8] Craig v. Kanssen, ανωτ. σελ. 113 και Note Chief Kofi Forfie v. Barima Kwabena Seifah [1958] 1 All E.R. 289, P.C. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο