ΙΩΑΝΝΗ ΑΝΤΩΝΙΟΥ κ.α. ν. ΧΡΥΣΤΑΛΛΑΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΜΕΝΕΛΑΟΥ ΚΑΙ/Η ΧΡΥΣΤΑΛΛΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΠΑΡΣΗ, Αρ. Αγωγής: 1822/05, 23/05/2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:A83 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ν. ΓΕΡΟΛΕΜΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1822/05 Μεταξύ:
- ΙΩΑΝΝΗ ΑΝΤΩΝΙΟΥ, από Λάρνακα
- ΑΝΔΡΟΥΛΛΑΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ, από Λάρνακα Εναγόντων - και - ΧΡΥΣΤΑΛΛΑΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΜΕΝΕΛΑΟΥ ΚΑΙ/Η ΧΡΥΣΤΑΛΛΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΠΑΡΣΗ, από Άγιο Θεόδωρο Εναγομένης ΑΙΤΗΣΗ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 04.04.07 Ημερομηνία: 23/05/2007 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες - Αιτητές: κα Ζαχαρίου (Για να ακούσει απόφαση ο κος Σαββίδης) Για Εναγομένη - Καθ΄ ης η Αίτηση: κος Χ¨Χάννας (Για να ακούσει απόφαση ο κος Φράγκος). ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Το κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε στις 13.06.05 και η έκθεση απαίτησης καταχωρήθηκε στις 02.03.
- Μ΄ αυτήν οι ενάγοντες 1 και 2 αξιώνουν εναντίον της εναγομένης αποζημιώσεις από παράβαση σύμβασης αγοράς ακίνητης ιδιοκτησίας. Η Εναγομένη με την υπεράσπιση και ανταπαίτησή της, η οποία καταχωρήθηκε στις 12.10.06, αρνείται τους ισχυρισμούς των εναγόντων και αξιώνει ανταπαιτικά δηλώσεις και διατάγματα ως επίσης γενικές και τιμωριτικές αποζημιώσεις. Οι Ενάγοντες καταχώρησαν απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην αναταπαίτηση στις 20.10.06 με την οποία ουσιαστικά εμμένουν στους ισχυρισμούς τους όπως αυτοί καταγράφονται στην έκθεση απαίτησης. Η ΑΙΤΗΣΗ Η αίτηση εδράζεται στην Δ.25 Θ1, Δ.48 Θ. 1, 2, 4 και 8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Με την αίτηση ζητείται η αντικατάσταση του ποσού των Λ.Κ.12.000 με το ποσό των Λ.Κ.63.000 στην παράγραφο 7 της Ε/Α και η προσθήκη στο αιτητικό της Ε/Α παραγράφου Γ1 ως ακολούθως: "Λ.Κ. 45.000 ως ειδικές αποζημιώσεις για παράβαση της ως άνω εις παράγραφο Α συμφωνίας". Το πραγματικό υπόβαθρο καταγράφεται στην ένορκη δήλωση της Κατερίνας Βουρή, υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο Ζαχαρίου, στην οποία αναφέρεται ότι εκ λάθους και επειδή δεν είχε ετοιμασθεί εκτίμηση έγκαιρα δεν ανεγράφησαν στην Ε/Α τα ορθά ποσά και αξίες του επίδικου ακινήτου τα οποία εντοπίστηκαν κατά την ετοιμασία της ακρόασης όταν ετοιμάσθηκε και η εκτίμηση. Με την τροποποίηση ισχυρίζεται καμία ζημιά δεν προκαλείται στην εναγομένη. Η ΕΝΣΤΑΣΗ Η ένσταση στηρίζεται στην Δ.25 Θ.1, Δ.19 Θ.13, Δ.39, Δ.48 Θ. 1, 2, 3 και 4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος, στις αρχές της Επιείκειας, της νομολογίας και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι:
- Τα γεγονότα που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης δεν συνάδουν με την επίδικη αίτηση.
- Θα επηρεασθεί δυσμενώς η Καθ΄ ης η Αίτηση από τυχόν τροποποίηση καθ΄ ότι θα υποστεί βλάβη η οποία δεν είναι δυνατό να αποζημιωθεί σε χρήμα.
- Η αίτηση υποβάλλεται καθυστερημένα ώστε να συνιστά κατάχρηση διαδικασίας.
- Οι Αιτητές κωλύονται και/ή είναι αντινομικό και/ή ανεπιεικές να προχωρούν με την παρούσα αίτηση. Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την έσνταση αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της Καθ΄ ης η Αίτηση τα οποία εν συντομία μπορούν να συνοψιστούν στα ακόλουθα: Αφού καταγράφεται το ιστορικό της δικογραφίας και η πορεία της υπόθεσης ισχυρίζεται ότι οι Αιτητές είχαν την δυνατότητα να εντοπίσουν το λάθος από τις 04.12.06 και έγκαιρα να αποταθούν στο Δικαστήριο για τροποποίηση της Ε/Α αλλά ολιγώρησαν χωρίς δικαιολογία με αποτέλεσμα να υποβάλλεται η αίτηση σε καθυστερημένο στάδιο ώστε να συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Περαιτέρω και εάν ακόμη εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα τροποποίησης της Ε/Α, ουδεμία λειτουργικότητα παρέχεται στην διαδικασία αφού δεν παρατίθενται λεπτομέρειες απώλειας και/ή ζημιάς και έτσι η τροποποίηση είναι δικονομικά άχρηστη. Στη συνέχεια ισχυρίζεται ότι θα υποστεί βλάβη η οποία είναι αδύνατον να αποζημιωθεί σε χρήμα ενώ θα υπάρχει καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής σε βάρος των συνταγματικών της δικαιωμάτων για εκδίκαση εντός εύλογου χρόνου. Επίσης οι Αιτητές έχασαν κάθε ίχνος αξιοπιστίας αφού δεν ανάφεραν κάτι τέτοιο στις συναντήσεις που είχαν με το σύζυγό της και τον δικηγόρο της. Τέλος ισχυρίζεται ότι η αίτηση έγινε κακόπιστα με σκοπό την πρόκληση βλάβης σ΄ αυτήν. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Η δικηγόρος των Αιτητών στην αγόρευση της υποστήριξε με θέρμη την αίτηση, εισηγούμενη ότι από την ένορκη δήλωση καταδεικνύεται ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι δικαιολογημένη αφού δεν εντοπίστηκε το λάθος προηγουμένως λόγω και της μη έγκαιρης ετοιμασίας της εκτίμησης. Η τροποποίηση είναι τέτοιας μορφής, αφού αφορά μόνο αλλαγή των ποσών ένεκα της εκτίμησης, που καμία ζημιά δεν θα υποστεί η Καθ΄ ης η Αίτηση. Επικαλέστηκε δε σχετική νομολογία. Ο συνήγορος της Καθ΄ ης η Αίτηση, στην μακροσκελή αγόρευση του, με ζήλο προώθησε τις θέσεις που εκφράζονται μέσα από τους λόγους ένστασης και της ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει, εισηγούμενος ότι (α) υπάρχει κακοπιστία εκ μέρους των αιτητών, (β) καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης, (γ) δικονομικά άχρηστη την τροποποίηση, (δ) καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης και (ε) βλάβη της Καθ΄ ης η Αίτηση η οποία δεν αποζημιώνεται σε χρήμα αφού μεταξύ άλλων αυξάνεται η κλίμακα της αγωγής. Παρέπεμψε το Δικαστήριο σε σχετική Νομολογία και αυθεντίες. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Η αίτηση εδράζεται επί της Διαγαγής 25 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία προνοεί: «The court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his endorsement or pleadings, In such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties». ΣΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οιονδήποτε από τους διαδίκους να διορθώσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες οι τέτοιες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνουν σαν αναγκαίες για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων». Το θέμα της τροποποίησης δικογράφων αποτέλεσε το αντικείμενο σωρείας νομολογίας, τόσο Αγγλικής όσο και Κυπριακής. Στην Αγγλική υπόθεση Clarapede v. Commercial Union Association 1883 32 WR 263 αναφέρονται τα εξής: «However negligent and careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs». Στην Αγγλική υπόθεση Associated Leisure Ltd and Others v. Associated Newspapers Ltd 1970 2 ALL ER 754 αναφέρονται από τον Λόρδο Denning τα εξής: «I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money.» Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν σε πληθώρα Κυπριακών αποφάσεων, μεταξύ των οποίων, οι Ευριπίδου κ.α v. Καννάουρου 1985 1 AAD 24, Xριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ.α. 1991 1 ΑΑΔ 934 και Federal Bank of Lebanon v. Νίκου Σιακόλα Πολιτική Έφεση 10341 ημερομηνίας 19.01.
- Στην υπόθεση Στέλιου Φοινιώτη v.Greenmar Navegation Ltd κ.α. 1989 1 ΑΑΔ (Ε) 33 ο Δικαστής Πικής (ως ήταν τότε) συνοψίζει τις αρχές που διέπουν το θέμα ως ακολούθως:
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361 υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη». Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Αζά ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Στέλιου Σάββα 1992 1 ΑΑΔ 704, λέχθηκε, ότι, διαφαίνεται ως θεμελιακή αρχή από τις διάφορες αποφάσεις ότι η τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε στάδιο όταν αυτή κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών, εκτός στις περιπτώσεις που είτε επέρχεται βλάβη στην αντίδικη πλευρά ή όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (βλ. επίσης Astor Manufacturing Ltd κ.α. A & G Leventis κ.α.
(1983)1 ΑΑΔ 926, Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents 1994 1 AAΔ.426 και Άννα Latouf Agini v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε., Π.Ε. 10214, ημερομηνίας 12.01.
- Σοβαρότατος παράγοντας που λαμβάνει υπόψη από το Δικαστήριο για να επιτρέψει τροποποίηση, είναι η παροχή δυνατότητας στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τις πραγματικές τους διαφορές. (βλ. Geto v. M/V Vladimir Vasiliev (Αρ. 4) 1983 1 ΑΑΔ
- Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές, προχωρώ να εξετάσω την αιτούμενη τροποποίηση. Όσον αφορά το θέμα της καθυστέρησης δεν συμφωνώ με τον δικηγόρο της Καθ΄ ης η Αίτηση ότι το στάδιο που εγείρεται το θέμα της τροποποίησης είναι προχωρημένο αφού τα δικόγραφα συμπληρώθηκαν στις 26.10.06, δεν άρχισε καν η ακρόαση, είχε ορισθεί μία φορά για ακρόαση στις 19.03.07 και ορίστηκε ξανά στις 25.06.
- Οι Αιτητές δεν μπορούσαν να αντιλιφθούν την αναγκαιότητα της τροποποίησης από πολύ προηγουμένως, ως ήταν η θέση του κ. Χ¨Χάννα και να αποτείνοντο ενωρίτερα στο Δικαστήριο για θεραπεία αφού έχει καταδειχθεί ότι πράγματι δεν γνώριζαν για το λάθος ενωρίτερα, κάτι το οποίο θα καθιστούσε ασφαλώς την αργοπορία στην υποβολή της αίτησης αδικαιολόγητη (βλ. C & A Pelekanos Associates Ltd και Ανδρέα Πελεκάνου,
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 2075), καθ΄ ότι τούτο έγινε αντιληπτό από τους δικηγόρους τους που συνέταξαν την έκθεση απαίτησης όταν ετοιμάσθηκαν για την ακρόαση της υπόθεσης στις 19.03.07 και είχαν πλέον στα χέρια τους την εκτίμηση η οποία δεν είχε ετοιμασθεί έγκαιρα. Η καθυστέρηση από μόνη της, μολονότι σχετική, δεν πρέπει να οδηγήσει σε απόρριψη (βλ. Astor Manufacturing Ltd κ.α. Α & G Leventis κ.α (ανωτέρω), Saba & Co (T.M.P) v. T.M.P. Agents (ανωτέρω) και Federal Bank of Lebanon v. Νίκου Σιακόλα (ανωτέρω). Ο παράγων της καθυστέρησης συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος για την ορθή άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση ο εκτροχιασμός της δίκης από την αιτούμενη τροποποίηση δεν είναι τέτοιος που διακυβεύονται τα θέσμια του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Επιπλέον, επισημαίνω ότι δεν ενδιαφέρει ιδιαίτερα, ποιο ακριβώς γεγονός ή διαπίστωση έδωσε το έναυσμα για να κριθεί αναγκαία η αιτούμενη τροποποίηση, φτάνει που αυτή υποβάλλεται καλόπιστα για να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου οι πραγματικές και ολοκληρωμένες θέσεις του διαδίκου. Το ότι η αίτηση τροποποίησης φαίνεται να καταχωρήθηκε μετά από την ετοιμασία της εκτίμησης και όταν ήταν ορισμένη για ακρόαση η υπόθεση στις 19.03.07 δεν αποτελεί παράγοντα που θα πρέπει να οδηγήσει σε απόρριψη. Έχω τη γνώμη ότι το γεγονός αυτό, σε αντιδιαστολή της εισήγησης της Καθ΄ ης η Αίτηση, ουδόλως καταδεικνύει κακοπιστία. Αν η Καθ΄ ης η Αίτηση πιστεύει ότι δεν δικαιούνται οι Αιτητές στις αποζημιώσεις ή θεραπείες που επιζητεί με την τροποποιημένη έκθεση απαίτησης ίσα - ίσα που θα πρέπει να τεθούν όλες οι διαφορές τους ενώπιον του Δικαστηρίου για να αποφασίσει το Δικαστήριο. Η θέση του συνηγόρου της Καθ΄ ης η Αίτηση ότι η τροποποίηση δεν συνδέεται με παροχή λεπτομερών ζημιών και ότι είναι δικονομικά άχρηστη δεν μπορεί να δικαιολογήσει την απόρριψη της αίτησης αφού κάτι τέτοιο θα αποτελούσε εκ προοιμίου αποστέρηση του δικαιώματος των Αιτητών να προβάλουν τους ισχυρισμούς τους. Εν πάσει περιπτώσει τούτο θα εξετασθεί και αποφασισθεί στα πλαίσια της δίκης. Επιπρόσθετα, ο ισχυρισμός για επηρεασμό των δικαιωμάτων της Καθ΄ ης η Αίτηση από την τροποποίηση παρέμεινε ατεκμηρίωτος αφού δεν συγκεκριμενοποιήθηκε επαρκώς ούτε και δόθηκε οποιαδήποτε πειστική αιτιολογία. Η θέση της ότι αυξάνεται η κλίμακα της αγωγής και έτσι επηρεάζεται δεν πείθει αλλά δεν είναι και λόγος που να οδηγεί στην απόρριψη της αίτησης. Το Δικαστήριο είναι τεταγμένο να εξυπηρετεί τα συμφέροντα της δικαιοσύνης που στην προκειμένη περίπτωση είναι άρρηκτα συνυφασμένα με το δικαίωμα του διαδίκου να προβάλει τους ισχυρισμούς του. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις έχοντας κατά νου την φύση της αντιδικίας και τις θεραπείες που ζητούνται, κρίνονται υπό τις περιστάσεις απόλυτα φυσιολογικές και κατ΄ επέκταση επιτρεπτές. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Patrick Jack v. Philiappa Estates Ltd 1988 1 AAΔ.607 «σε μια αίτηση αυτής της μορφής δεν χρειάζεται να τίθεται στην ένορκη δήλωση ισχυρισμός ότι η τροποποίηση είναι αναγκαία ή να εξετάζονται ακόμη και οι λόγοι της καθυστέρησης γιατί θεωρείται από την ίδια την κατάθεση της αίτησης ότι ο διάδικος θεωρεί την τροποποίηση αναγκαία, ενώ το Δικαστήριο κρίνει και ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια με βάση το συνολικό υπάρχον υλικό και ισοζυγίζοντας τις θέσεις της μιας και της άλλης πλευράς». Για όλους τους πιο πάνω λόγους θα εξασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια προς όφελος των Αιτητών. Κατά συνέπεια εκδίδεται διάταγμα ως η Αίτηση. Η τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωρηθεί και να παραδοθεί στην Εναγομένη - Καθ΄ ης η Αίτηση μέσα σε επτά
(7)ημέρες από σήμερα. Η τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης να καταχωρηθεί και να παραδοθεί στους Ενάγοντες - Αιτητές εντός επτά
(7)ημερών από την παράδοση σ΄ αυτούς της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης. Η τροποποιημένη Απάντηση να καταχωρηθεί εντός τριών
(3)ημερών από την παράδοση σ΄ αυτούς της τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης. Με έχει προβληματίσει το θέμα των εξόδων. Σύμφωνα με την Δ.59 Θ.1 το θέμα των εξόδων οιασδήποτε διαδικασίας ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Αυτός είναι ο υπέρτατος κανόνας. (βλ. Χ¨Ιωάννου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2000)1 (Γ) ΑΑΔ 1451, 1454, Γερολέμου ν. Σ.Π.Ε. Κοντέας
(2002)1 (Β) ΑΑΔ 818, 824 και Ζαβρού ν. Μιχαηλίδου
(1996)1 ΑΑΔ 477). Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκείται δικαστικά με αναφορά μόνο στους εσωγενείς παράγοντες της δίκης που περιλαμβάνουν όχι μόνο το αποτέλεσμα, αλλά και γεγονότα που έχουν σχέση με χειρισμούς των διάδικων στην υπόθεση (βλ. Θρασυβούλου ν. Arto Estates Limited
(1993)1 ΑΑΔ 12). Τόσο βαθειά είναι θεμελιωμένη η αρχή ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα, ώστε κατά κανόνα δεν δίδονται λόγοι όταν η διαταγή συνάδει με την αρχή (βλ. Χάσικος κ.α ν. Χαραλαμπίδη
(1990)1 ΑΑΔ 389). Η δικαίωση δεν συνεπάγεται δαπάνη (βλ. Χάσικος ανωτέρω). Δικαιολογείται απόκλιση από τον κανόνα οποτεδήποτε καταφαίνεται ότι ο διάδικος συνέβαλε αδικαιολόγητα στην διόγκωση των εξόδων της δίκης για λόγους που σχετίζονται μόνο με το αποτέλεσμα (βλ. Θρασυβούλου ανωτέρω) ή όπως λέχθηκε στην υπόθεση Χαψή κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1 ΑΑΔ 1403, 1404 εφόσον συντρέχουν ικανοί λόγοι που ανάγονται στη γενεσιουργό αιτία της πρόκλησης των εξόδων της δίκης ή μέρους τους και τούτο για να αντανακλάται η συμβολή του επιτυχόντα διαδίκου στη διόγκωση των εξόδων. (βλ. Θρασυβούλου ανωτέρω, Alam v. Τουμαζίδη
(1998)1 (B) AAΔ.968, Papakokkinou and Others v. Kanther
(1982)1 CLR 65, 79, Taylor Ltd v. Soteriou
(1982)1 CLR 777 και Miltiadous v. Miltiadous
(1982)1 CLR 797). Στην υπόθεση Συκοπετρίτης ν. Χριστοδούλου
(2004)1 (Α) ΑΑΔ 218 λέχθηκε ότι τα έξοδα αποτελούν το συντελεστή επιδοκιμασίας ή αποδοκιμασίας των χειρισμών των διαδίκων, σε σχέση με την δικαστική διαδικασία. Ειδικότερα στην επιδίκαση εξόδων σε αίτηση τροποποίησης δικογράφων αναφέρεται η υπόθεση Χ¨Ιωάννου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2000)1(Γ) ΑΑΔ 1454. Η δυνατότητα τροποποίησης δικογράφου που παρέχεται από την Δ.25 Θ.1 συνιστά εκτροπή που δημιουργεί δικαστική δαπάνη. Όπως έχει επισημανθεί, τη δαπάνη αυτή ως θέμα αρχής θα πρέπει να επωμίζεται ο αιτών την τροποποίηση που είναι εκείνος που προκάλεσε την εκτροπή. Όπως επισημαίνεται και στην υπόθεση Κώστας Χαραλάμπους Πιερή
(1999)1 (Β) ΑΑΔ 809, που επίσης ασχολείται με το θέμα των εξόδων σε αίτηση τροποποίησης δικογράφου, η γενεσιουργός αιτία της δημιουργίας των εξόδων ήταν ακριβώς το δικονομικό διάβημα του αιτητή που οδήγησε την υπόθεση σε εκτροπή (επρόκειτο για αίτηση τροποποίησης της έκθεσης υπεράσπισης και αναταπαίτησης). Ούτε και η ανεπιτυχής ένσταση των Καθ΄ ων η Αίτηση επηρεάζει παρέκκλιση από τον κανόνα. Η άσκηση της διακριτικής εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει την καταβολή της δικαστικής δαπάνης, που προκαλείται από την τροποποίηση του δικογράφου, από τον προκαλών την εκτροπή της διαδικασίας, δηλαδή τον αιτών την τροποποίηση, εδράζεται όχι μόνο στη φύση της διαδικασίας της τροποποίησης και των συνακόλουθων αποτελεσμάτων, αλλά προσδιορίζεται με σαφήνεια και στη Δ.25 Θ.1 όπου επιβάλλεται η αναγκαιότητα έκδοσης από το Δικαστήριο τέτοιων οδηγιών, που θεωρούνται δίκαιες υπό τις περιστάσεις. (βλ. Πιερή ανωτέρω). Επομένως είναι δίκαιο και ταυτόχρονα αδιαμφισβήτητο ότι τα έξοδα που θα προκληθούν ως συνέπεια της τροποποίησης θα πρέπει να τα υποστεί ο Αιτητής. Το ερώτημα που τίθεται και χρήζει απάντησης είναι σχετικά με τα έξοδα της ίδιας της αίτησης αν καλύπτονται από την ίδια αρχή που αναφέρεται ανωτέρω. Στις πρόνοιες της Δ.25 δεν υπάρχει αναφορά ως προς τα έξοδα. Συνεπώς πρέπει να καταφύγουμε στις γενικές αρχές που διέπουν το θέμα των εξόδων όπως προσδιορίζονται στην Δ.
- Η Δ.59 Θ.13 προσφέρει τη δυνατότητα και καθορίζει τις ευρύτατες παραμέτρους άσκησης της δικαστικής ευχέρειας ως προς την επιβολή ή επιδίκαση εξόδων, ιδιαίτερα σε αχρείαστες, κακόβουλες ή υπέρμετρα χρονοβόρες διαδικασίες. Η διαταγή αυτή έχει ως βάση τους παλαιούς αγγλικούς θεσμούς και συγκεκριμένα την Ο.25 r.27 που απαντάται στην Αγγλική Ετήσια Δικονομική Πρακτική (Annual Practice) του 1955 όπου υπό τον τίτλο Costs of Amendment "Έξοδα τροποποιήσεων" αναφέρονται σε μετάφραση: "Όπου απαιτείται άδεια του Δικαστηρίου για τροποποίηση, το διάταγμα που επιτρέπει την τροποποίηση μπορεί να προσδιορίζει το θέμα των εξόδων με βάση την αρχή ότι ο αντίδικος πρέπει να αποζημιώνεται ή να αποκαθίσταται με έξοδα, αλλά το Δικαστήριο είναι ελεύθερο ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε προηγούμενες διαταγές, να επιβάλει οποιοδήποτε όρο θεωρεί σκόπιμο σε συνάρτηση με τα έξοδα ή να επιφυλάξει το θέμα των εξόδων αφήνοντας να αποφασισθεί στην ακρόαση ή να μην επιβάλει κανένα". Να σημειώσω ότι η αίτηση η οποία καταχωρήθηκε στις 04.04.07 και ορίστηκε στις 30.04.07 επιδόθηκε σε δικηγόρο του δικηγορικού γραφείου που εκπροσωπεί τον δικηγόρο της Καθ΄ ης η Αίτηση στις 16.04.
- Παρόλο που ο δικηγόρος της Καθ΄ ης η Αίτηση είχε μπροστά του χρονικό περιθώριο καταχώρησης ειδοποίησης περί προθέσεως ένστασης δεκατεσσάρων
(14)ημερών μέχρι τις 30.04.07 που καλούντο τα ενδιαφερόμενα μέρη για ακρόαση, εντούτοις δεν κατεχώρησε ένσταση και κατά την ημέρα που ήταν ορισμένη ζητήθηκε εκ μέρους της Καθ΄ ης η Αίτηση χρόνος για να καταχωρηθεί ένσταση. Μ΄ αυτόν τον τρόπο, κωλυσιέργησε σε κάποιο βαθμό μια απλή αίτηση. Οι αιτητές στα πλαίσια λογικής αντιμετώπισης του θέματος δεν εναντιώθηκαν στο αίτημα για αναβολή και συναίνεσαν. Η τροποποίηση που ζητείται είναι ελάχιστης έκτασης και απλή. Ουσιαστικά είναι αντικατάσταση δύο αριθμών και η αξίωση στο αιτητικό της αγωγής του ενός εκ των δύο αριθμών ως ποσού ειδικών αποζημιώσεων. Επίσης με την αναβολή της αίτησης συνέβαλε στην αύξηση των εξόδων. Ακόμη, προχώρησε στην εκδίκαση της αίτησης με στόχο την αύξηση των εξόδων. Σε τελευταία ανάλυση εάν ακολουθηθεί απόλυτα η πιο πάνω αρχή θα επιβραβευθεί η κωλυσιεργία και ο στόχος αύξησης των εξόδων με την επιδίκαση εξόδων υπέρ της. Το Δικαστήριο όμως, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, είναι ελεύθερο να επιβάλει οιοδήποτε όρο θεωρεί σκόπιμο. Τέλος κατά την κρίση μου, ήταν αδικαιολόγητη η ένσταση για μια απλή και μη εκτενή τροποποίηση. Ακόμη όμως πιο αδικαιολόγητη να οδηγηθεί η Αίτηση σε ακρόαση ενώ θα μπορούσε να λυθεί το ζήτημα με μία διαφορετική αντιμετώπιση. Να λεχθεί ότι τούτο έχει ως συνέπεια το Δικαστήριο να σπαταλήσει χρόνο σε ένα απλό θέμα και ταυτόχρονα να στερήσει τον ανάλογο χρόνο από άλλες πιο σημαντικές υποθέσεις. Για το λόγο ότι δεν καταχώρησε την ένσταση της η Καθ΄ ης η Αίτηση μέχρι τις 30.04.07 που ήταν ορισμένη η αίτηση για πρώτη φορά και προκάλεσε την αναβολή της αίτησης και για το λόγο ότι προχώρησε στην εκδίκαση της αίτησης με στόχο την αύξηση των εξόδων, κρίνω ότι δεν θα πρέπει το Δικαστήριο να επιδικάσει έξοδα στην αίτηση υπέρ της Καθ΄ ης η Αίτηση. Συνεπώς τα έξοδα που χάνονται (costs thrown away) λόγω της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ της Καθ΄ ης η Αίτηση - Εναγομένης και εναντίον των Αιτητών - Εναγόντων όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, καταβλητέα στο τέλος της δίκης. Δεν επιδικάζονται έξοδα στην ίδια την αίτηση. (Υπ.) ............ Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο