MARNIMEL LIMITED ν. AYTEN ALI ή AYTEN BEHLUL OSMAN κ.α., Αρ. Αγωγής: 2907/06, 25 Μαΐου 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:A84 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κληρίδη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2907/06 Μεταξύ: MARNIMEL LIMITED Ενάγουσας και
- AYTEN ALI ή AYTEN BEHLUL OSMAN, αποβιωσάσης, δια του διαχειριστή της περιουσίας του Torgut Yashar, ως η Αίτηση 57/01 του Ε/Δ Λάρνακας
- REFIKA HALIL HELVADJI αποβιωσάσης, δια του διαχειριστή της περιουσίας της Antranig Guezukutchukian, ως η Αίτηση 56/01 του Ε/Δ Λάρνακας Εναγομένων ΚΑΙ ΩΣ ΕΧΕΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 26/3/2007 MARNIMEL LIMITED Ενάγουσας και
- Emine Fisun Ali άλλως Fisun Sururi, ως διαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιωσάσης AYTEN ALI ή AYTEN BEHLUL OSMAN, ως η αίτηση 57/01 του Ε/Δ Λάρνακας
- Antranig Guezukutchukian, ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης REFIKA HALIL HELVADJI, ως η αίτηση 56/01 του Ε/Δ Λάρνακας Εναγομένων Αίτηση ημερ. 30.10.06 Προσωρινό Διάταγμα ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 25 Μαΐου 2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Α. Μυλωνάς Για Εναγόμενο 2 - Καθ΄ου η Αίτηση: κ. Χρ. Ματθαίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Επικαλούμενοι αγοραπωλητήριο έγγραφο ημερ. 30.12.02 με το οποίο είχαν συμφωνήσει να αγοράσουν ένα ακίνητο στη Λάρνακα με αντισυμβαλλόμενο τον Torgut Yashar διαχειριστή της περιουσίας των αποβιωσασών Ayter Ali και Refika Helvadji, οι ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αγωγή με την οποία επιζητούν την ειδική εκτέλεση της συμφωνίας και/ή διαζευκτικά αποζημιώσεις λόγω της κατ΄ ισχυρισμό παράβασης της συμφωνίας από τον διαχειριστή. Κατόπιν δε μονομερούς αίτησης την οποία είχαν υποβάλει, οι ενάγοντες πέτυχαν την έκδοση προσωρινού διατάγματος εναντίον των εναγομένων διαχειριστών με το οποίο απαγορευόταν η πώληση, μεταβίβαση, επιβάρυνση κλπ του ακινήτου. Μετά την επίδοση στους εναγόμενους του διατάγματος, μεσολάβησε η μετακίνηση και αντικατάσταση του Torgut Yashar από διαχειριστή της περιουσίας των δύο αποβιωσασών και διορίστηκαν στη θέση του δύο άλλα πρόσωπα σαν εναγόμενοι διαχειριστές αρ. 1 και
- Ο εναγόμενος 2 σαν νέος διαχειριστής της περιουσίας της αποβιώσασας Refika Helvadji καταχώρησε ένσταση στην συνέχιση της ισχύος του διατάγματος και διεξήχθη έτσι ακρόαση ως προς αυτό το ζήτημα. Σε σχέση με τον εναγόμενο 1 το προσωρινό διάταγμα κατέστη απόλυτο αφού μετά την επίδοση του δεν έγινε κανένα διάβημα πρόθεσης υποβολής ένστασης. Στην ένορκη του δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης ο Π. Πέτρου, εκ των διευθυντών της ενάγουσας εταιρείας επισυνάπτει αντίγραφο του πωλητηρίου εγγράφου σύμφωνα με το οποίο τα δύο ίσα μερίδια του ακινήτου των εναγομένων πωλήθηκαν προς την ενάγουσα για το ποσό των £450.
- Θα εδίδετο προκαταβολή εκ £10.000 με την υπογραφή της συμφωνίας στις 30.12.02, άλλο ποσό εκ £10.000 μέχρι τις 15.3.03 και το υπόλοιπο ποσό των £430.000 συμφωνήθηκε να καταβληθεί κατά την ημέρα της μεταβίβασης. Η ενάγουσα κατέβαλε το ποσό των £10.000 κατά την υπογραφή και ήταν έτοιμη να καταβάλει και το άλλο ποσό των £10.000 κατά τις 15.3.
- ΄Ομως αυτό δεν κατέστη δυνατό λόγω κάποιων προβλημάτων, που όπως πληροφορήθηκε η ενάγουσα, αντιμετώπιζε ο εναγόμενος με την Κυπριακή Δικαιοσύνη. Ακολούθως, ο εναγόμενος προέβαλλε σαν κώλυμα την μη έγκριση της πώλησης και μεταβίβασης του ακινήτου από τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Οι κληρονόμοι, σύμφωνα πάντα με τον ομνύοντα, επιδίωκαν την αντικατάσταση του διαχειριστή κ. Τ. Yashar για να ακυρώσουν την επίδικη συμφωνία, επειδή η αξία του ακινήτου έχει πολλαπλασιασθεί. Ο ομνύων αναφέρεται περαιτέρω σε διάφορα γεγονότα και ισχυρισμούς σύμφωνα με τους οποίους δικαιολογείται η συνέχιση της ισχύος του προσωρινού διατάγματος. Σ΄ αυτά τα στοιχεία θα αναφερθώ αργότερα κατά την εφαρμογή των κριτηρίων για έκδοση και συνέχιση της ισχύος του προσωρινού διατάγματος. Με την ΄Ενσταση την οποία καταχώρησε, ο εναγόμενος 2-διαχειριστής εγείρει διάφορους λόγους ένστασης μεταξύ των οποίων ότι γενικά, δεν ικανοποιούνταν οι προϋποθέσεις για έκδοση τέτοιου διατάγματος και ότι η επίδικη πώληση έγινε χωρίς τη συγκατάθεση των κληρονόμων και χωρίς την έγκριση του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Σε συνοδευτική της ΄Ενστασης ένορκη δήλωση του, ο εναγόμενος 2 - νέος διαχειριστής ισχυρίζεται ότι ο ομνύων Π. Πέτρου δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων εφ΄ όσον κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν ήταν ούτε διευθυντής ούτε μέτοχος των εναγόντων, ούτε υπογράφεται απ΄ αυτόν. Κατόπιν αόριστων πληροφοριών που είχαν οι κληρονόμοι για πώληση ακινήτων από τον διαχειριστή κ. Yashar, αντικειμένων τόσο αυτής όσο και άλλων διαχειρίσεων, και κατόπιν άρνησης τούτου να δώσει συγκεκριμένα στοιχεία, αποτάθηκαν στο Δικαστήριο και πέτυχαν την έκδοση Δικαστικού διατάγματος αντικατάστασης του διαχειριστή με τον ίδιο τον ομνύοντα. Ο ομνύων ακολούθως εγείρει τους ακόλουθους συνοπτικά ισχυρισμούς: α. ΄Οτι ο προηγούμενος διαχειριστής ούτε ενημέρωσε τους κληρονόμους περί της πώλησης ούτε εξασφάλισε ποτέ γι΄ αυτήν την έγκριση του Κηδεμόνα. β. ΄Οτι η φερομένη σαν τιμή πώλησης είναι περί το ήμισυ της πραγματικής αφού η αξία του ακινήτου ξεπερνούσε τότε το £1.000.
- γ. ΄Οτι το έγγραφο πώλησης δεν κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο και άρα δεν τίθεται θέμα ειδικής εκτέλεσης της σύμβασης. δ. Δεν τίθεται θέμα πιθανότητας αποξένωσης του επίδικου ακινήτου αφού κάτι τέτοιο μπορεί να γίνει μόνο με την έγκριση του Κηδεμόνα. ε. Η περιουσία-διαχείριση έχει άλλα ακίνητη περιουσία η αξία της οποίας υπερβαίνει το ποσό της απαίτησης της ενάγουσας. στ. Ο εκ των κληρονόμων Hussein Helvacioglu διαμένει μόνιμα στις ελεύθερες περιοχές της Δημοκρατίας όπου αναμένεται να εγκατασταθούν και άλλοι κληρονόμοι και επομένως είναι δυνατή η εκτέλεση τυχόν απόφασης που θα εκδοθεί. Ο ομνύων στην ΄Ενσταση-εναγόμενος 2 Α. Guezukutchukian αντεξετάστηκε κατά την ακρόαση της αίτησης από τον συνήγορο της ενάγουσας-αιτήτριας εταιρείας. Απαντώντας σε σειρά ερωτήσεων παραδέχθηκε ότι είχε καταδικασθεί στο παρελθόν σε ποινή φυλάκισης λόγω κλεπταποδοχής, ισχυριζόμενος όμως ότι επρόκειτο περί παρεξήγησης. Αρνήθηκε δε ότι οι κληρονόμοι γνώριζαν περί της κατ΄ ισχυρισμό πώλησης από τον προηγούμενο διαχειριστή, ή ότι πήραν οποιουδήποτε ποσό απ΄ αυτόν σαν μέρος του τιμήματος πώλησης. Αγορεύοντας ο κ. Ματθαίου για τον εναγόμενο 2 πρόβαλε κυρίως τις ακόλουθες θέσεις: α. ΄Οτι δεν προσφέρθηκε μαρτυρία από την οποία να αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα είναι πράγματι εγγεγραμμένη εταιρεία. β. ΄Οτι δεν αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα δικαιούται σε ειδική εκτέλεση εφ΄ όσον το έγγραφο δεν έχει κατατεθεί στο Κτηματολόγιο ούτε και καταδεικνύεται ότι έχει πιθανότητες στην καταβολή οποιωνδήποτε αποζημιώσεων εφ΄ όσον δεν ενέκρινε ποτέ την πώληση ο Κηδεμόνας ούτε καν ενημερώθηκε περί αυτής, ενώ είναι φανερό από το περιεχόμενο του πωλητηρίου εγγράφου ότι οι συμβαλλόμενοι ήσαν ενήμεροι αυτής της αναγκαιότητας. γ. ΄Οτι δεν αποδείχθηκε, αν και αμφισβητείτο, ότι υπογράφηκε καν η επίδικη συμφωνία αφού ο προηγούμενος διαχειριστής φέρεται να αρνείται την υπογραφή της. δ. ΄Οτι η απλή ιδιότητα του διαχειριστή δεν του έδιδε δικαίωμα να πωλεί περιουσία χωρίς τη συγκατάθεση ή γνώση των κληρονόμων. ε. ΄Οτι η ενάγουσα δεν μπορεί να θεωρηθεί σαν καλή τη πίστη αγοραστής χωρίς γνώση του δόλου, εφόσον γνώριζε ότι η περιουσία υπόκειτο στις διατάξεις του Νόμου περί Κηδεμόνα. στ. ΄Οτι δεν αποδείχθηκε ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη αργότερα αν δεν παραμείνει σε ισχύ το διάταγμα, αφού ο εναγόμενος 2 ισχυρίστηκε ότι η υπό διαχείριση περιουσία διαθέτει και άλλη ακίνητη περιουσία. ζ. ΄Οτι ο Κηδεμόνας και ο μετακινηθείς διαχειριστής θα έπρεπε να ήσαν διάδικοι στην αγωγή. Από την πλευρά της ενάγουσας, ο κ. Μυλωνάς υπέβαλε ότι εάν αμφισβητείτο η νομική οντότητα της ενάγουσας εταιρείας, η ορθή διαδικασία δεν θα ήταν η επιλεγείσα, αλλά θα έπρεπε όπως ζητηθεί με κατάλληλο διάβημα η απόρριψη ολόκληρης της αγωγής σαν καταχωρηθείσας από πρόσωπο νομικά ανύπαρκτο. Εν πάση όμως περιπτώσει υπάρχουν διάφορες παραδοχές στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης από τις οποίες συνάγεται ότι είναι αποδεκτή η ύπαρξη της ενάγουσας, όπως π.χ. το ότι το επίδικο πωλητήριο υπογράφηκε από την διευθύντρια της ενάγουσας. Ως προς τα εγερθέντα θέματα που αφορούν τη νομοθεσία διαχείρισης Τουρκοκυπριακών περιουσιών και τις εξουσίες του Κηδεμόνα, ο συνήγορος της ενάγουσας υπέβαλε ότι τέτοιου είδους λεπτά και πολύπλοκα νομικά θέματα δεν θα πρέπει να απασχολούν και να επιλύονται στην ενδιάμεση αυτή διαδικασία παρά μόνο στη κυρίως δίκη σαν θέματα ουσίας. Ως προς την πιθανότητα αποξένωσης της επίδικης ακίνητης περιουσίας, αυτή είναι δεδομένη εφ΄ όσον η περιουσία βρίσκεται υπό διαχείριση και εξ΄ ορισμού ο σκοπός του διαχειριστή είναι ο διαμερισμός στους κληρονόμους ή η πώληση της σε τρίτους. Νομική πτυχή της Αίτησης ΄Οπως είναι φανερό, εφαρμόζονται στην παρούσα διαδικασία οι προϋποθέσεις που τίθενται με το Α.32 του περί Δικαστηρίων Νόμου όπως αυτές έχουν επανειλημμένα αναλυθεί στη νομολογία (Βλ. μεταξύ άλλων Odysseos v. Pieris Estates Ltd [1976] 1 C.L.R. 38, Karydas Taxi v. Komodikis [1975] 1 C.L.R. 38, Louis Vuitton v. Δερμοσακ Λτδ κ.α. [1992] 1 (Β) Α.Α.Δ. 1453, Α/φοί Μυλωνά Α.Ε. κ.α. v. M.Avraamides & Co Ltd. [1998] 1 Α.Α.Δ. 1513, Nemitsas Industries Ltd v. S. & S. Maritime Lines Ltd. and Others [1976] 1 C.L.R. 302, Constantinides v. Makriyiorghou & Another [1978] 1 C.L.R. 585, Papastratis v. Petrides [1979] 1 C.L.R. 231, M & M Transport v. Eteria Astikon Leoforion [1981] 1 C.L.R. 605, Jonitexo Ltd. v. Adidas [1984] 1 C.L.R.
- Tα κριτήρια και προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται σε αίτηση για διάταγμα στη βάση του Α.32 του Ν.14/60 μπορούν να συνοψιστούν στα ακόλουθα:
- Πρέπει να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση κατά την δίκη.
- Να υπάρχει πιθανότητα ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία.
- Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα. Οι προϋποθέσεις για έκδοση διατάγματος με βάση το Α.32 του Νόμου 14/60 έχουν περαιτέρω επεξηγηθεί σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates & Others (ανωτέρω) και Πουργουρίδη ν. Θέμιδος Μέζου κ.α. [1994] 1 Α.Α.Δ.
- Η προϋπόθεση για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη επεξηγήθηκε ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία, επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλής πιθανότητας επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται σε πολιτικές υποθέσεις. Απαιτείται από τον αιτητή να καταδείξει ότι έχει μια ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η τρίτη προϋπόθεση, σύμφωνα με την οποία πρέπει να καταδειχθεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε υστερότερο στάδιο, εξετάζεται κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η απονομή αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα κάθε υπόθεσης. Τελικά, όταν ληφθούν υπόψη όλοι οι ανωτέρω παράγοντες, το Δικαστήριο θα αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει το διάταγμα. Εκτός από το Α.32 του περί Δικαστηρίων Νόμου η αίτηση βασίζεται και στo ΄Αρθρo 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
- Σύμφωνα με το Α.5
(1)του Κεφ. 6, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει τον εναγόμενο όπως μη αποξενώσει, τόση από την ακίνητη περιουσία η οποία είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του, όση κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου θα ήταν αρκετή για να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα και τα έξοδα της αγωγής. Το άρθρο 5
(2)του Κεφ. 6 θέτει τα κριτήρια και τις προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιούνται προτού εκδοθεί το Διάταγμα ως εξής: «
(2)No such order shall be made unless it appears to the Court that the Plaintiff has a good cause of action and that by the sale or transfer of the property to any third person it is probable that the Plaintiff may be hindered in obtaining satisfaction of the judgment of the Court if given in his favour.» Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που περιέχονται στο άρθρο 5 του Κεφ. 6 δεν μπορούν να εξετάζονται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του ΄Αρθρου 32 του Νόμου 14/60. Στην υπόθεση Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 C.L.R. 520 ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Τριανταφυλλίδης αφού υιοθέτησε απόσπασμα από την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231 που αφορούσε τη σχέση μεταξύ του άρθρου 4 του Κεφ. 6 και του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 ανάφερε στη σελ. 524 (supra): « Applying the above dictum, by analogy, to section 5 of the Cap. 6 and section 32 of Law 14/60 we find confirmation for our already stated view that it is possible to make under section 32 of Law 14/60 an order such as that envisaged by section 5 of Cap. 6. But, in making such an order under s. 32, the specific creteria laid down in section 5, should be also, taken into account in so far as they do not coincide with the criteria set out in the said section 32.» Επανερχόμενος στα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα ενδιάμεση διαδικασία, παρατηρώ τα εξής: Κατ΄ αρχήν, με βάση την ΄Εκθεση Απαίτησης και τα άλλα στοιχεία που βρίσκονται στο φάκελο της αγωγή, διαπιστώνεται η ύπαρξη ενός σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη και ικανοποιείται έτσι η πρώτη προϋπόθεση του Α. 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και του Α.5
(2)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Ως προς τη δεύτερη προϋπόθεση του Α. 32, διαπιστώνονται τα ακόλουθα: Κατ΄ αρχήν είναι φανερό ότι δεν τίθεται θέμα ειδικής εκτέλεσης της προφορικής συμφωνίας την οποία επικαλείται η ενάγουσα, εφόσον εμφανώς δεν ικανοποιούνται εδώ οι προϋποθέσεις που τίθενται από τον περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) νόμο Κεφ. 232 όπως τροποποιήθηκε. Επομένως το ακίνητο που περιγράφεται στην αίτηση δεν μπορεί να θεωρείται σαν «επίδικο», με την έννοια ότι επιδιώκεται μέσω της αίτησης η διαφύλαξη του σαν αντικειμένου της αγωγής με απώτερο σκοπό την απόδοση του στην ενάγουσα σε περίπτωση επιτυχίας της στην αγωγή. Αυτό στο οποίο στοχεύει η αίτηση είναι ουσιαστικά η διατήρηση και διαφύλαξη περιουσιακών στοιχείων που αποδεδειγμένα ανήκουν στους εναγομένους, έτσι ώστε εάν τελικά η ενάγουσα επιτύχει στην απαίτηση της για αποζημιώσεις, να υφίσταται μέχρι το τέλος, η δυνατότητα εκτέλεσης μιας τέτοιας απόφασης. Θα εξετάσω πρώτα τη θέση πως δεν αποδείκτηκε ότι η ενάγουσα είναι εγγεγραμμένη εταιρεία με νομική οντότητα. Είναι, κατά την άποψη μου καθαρό από τη νομολογία ότι ένα τέτοιο θέμα δεν θα μπορούσε να εξετασθεί στο πλαίσιο εκδίκασης είτε της αγωγής είτε πολύ λιγότερο μιας ενδιάμεσης διαδικασίας. Αυτό διότι η όποια αντιδικία προϋποθέτει την ύπαρξη των διαδίκων. Το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Πική Π. στην Lioufis and Co Ltd v. Μιχ. Ανδρονίκου κ.ά.[1] αποδίδει γλαφυρά τη νομική θέση: «Αν ο ενάγων δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, δεν τίθεται, ούτε θα μπορούσε να τεθεί ζήτημα αντιδικίας με τον εναγόμενο. Αγωγή εκ μέρους ανύπαρκτου προσώπου συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Το μέσο για την αμφισβήτηση της οντότητας του ενάγοντα είναι αίτηση για τη διαγραφή της αγωγής. Η θέση αυτή ευρίσκει έρεισμα στην απόφαση Russia Commercial and Industrial Bank v. Comptoir D´ Escompte de Mulhouse
(1925)A.C. 112 (HL). Στην υπόθεση εκείνη κρίθηκε ότι η αμφισβήτηση εξουσίας του ενάγοντα να κινήσει αγωγή εξ ονόματος της ενάγουσας εταιρείας δεν μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο αντιδικίας, με την έγερση του θέματος στην Υπεράσπιση. Η θεραπεία έγκειτο στη λήψη μέτρων, σε αρχικό στάδιο της διαδικασίας, για τη διαγραφή του ενάγοντα και τον τερματισμό της διαδικασίας. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που αμφισβητείται η ύπαρξη του ενάγοντα - (βλ. The Annual Practice 1958, σελ. 574 και 575). Η Δ.27 Θ. 3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας παρέχει το δικονομικό πλαίσιο για την κίνηση του μηχανισμού για τη διαγραφή αγωγής εκ μέρους ανύπαρκτου διαδίκου ....». ΄Αλλο, νομικής φύσεως θέμα που απετέλεσε τον πυρήνα διάφορων πτυχών της προβληθείσας ένστασης του εναγομένου 2, ήταν αυτό της ύπαρξης, εφαρμογής και επιπτώσεων της νομοθεσίας που θεσπίστηκε για τη διαχείριση των τουρκοκυπριακών περιουσιών. Πρόκειται για τον περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και ΄Αλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμο αρ. 139/
- ΄Εχω συνοψίσει προηγουμένως τις θέσεις τις οποίες πρόβαλε η πλευρά του εναγομένου 2 στην ΄Ενσταση της καθώς και στην αγόρευση του συνηγόρου της. Κατά την άποψη μου, το θέμα της ενδεχόμενης εφαρμογής των προνοιών του πιο πάνω Νόμου στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, ο τρόπος εφαρμογής του και οι τυχόν επιπτώσεις στην αγωγή ή στην επίδικη δικαιοπραξία λόγω της κατ΄ ισχυρισμό μή τήρησης προνοιών του Νόμου εκείνου, δεν μπορεί και δεν πρέπει να εξετασθεί στο παρόν στάδιο και μέσω της ενδιάμεσης αυτής διαδικασίας για δύο βασικούς λόγους: α. Επειδή ελλείπει και δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου το αναγκαίο υπόβαθρο γεγονότων. β. Επειδή πρόκειται για ένα λεπτό και πολύπλοκο νομικό θέμα με το οποίο εγείρονται θέματα ενδεχόμενης παρανομίας, επιπτώσεων της, συνταγματικά θέματα κ.ά. Ως προς τον πρώτο ανωτέρω λόγο, σχετικά είναι τα ΄Αρθρα 2, 5 και 6 του Νόμου, το κείμενο των οποίων έχει ως εξής: «
- Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, κατά τη διαχείριση των τουρκοκυπριακών περιουσιών και την άσκηση των αρμοδιοτήτων που του χορηγούνται με τον παρόντα Νόμο, ο Κηδεμόνας θα έχει όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που θα είχε ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης τους: Νοείται ότι, παρά την τροποποίηση του βασικού νόμου με τον παρόντα Νόμο, όλες οι πράξεις ή αποφάσεις οι οποίες έγιναν ή λήφθηκαν από τον Κηδεμόνα, σύμφωνα με το βασικό νόμο, θεωρούνται ότι έγιναν ή λήφθηκαν νόμιμα.
- Χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του άρθρου 5, ο Κηδεμόνας έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες, τις οποίες ασκεί με τη βοήθεια δημόσιων υπαλλήλων - (α) Διαχειρίζεται κάθε Τουρκοκυπριακή περιουσία σύμφωνα με τις συνθήκες κάθε περίπτωσης και προς το σκοπό αυτό - (i) εισπράττει κάθε ποσό που οφείλεται στο δικαιούχο και δίνει τις αναγκαίες αποδείξεις .......» «
- Στον παρόντα Νόμο, εκτός από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια - .......................................................................................................... «τουρκοκυπριακή περιουσία» περιλαμβάνει κάθε ιδιοκτησία κινητή ή ακίνητη που ανήκει σε Τουρκοκύπριο και βρίσκεται στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και περιλαμβάνει και τη βακούφικη περιουσία. «Τουρκοκύπριος» σημαίνει Τουρκοκύπριο που δεν έχει τη συνήθη διαμονή του στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και περιλαμβάνει εταιρεία ή άλλο νομικό πρόσωπο που ελέγχεται από Τουρκοκύπριο, καθώς και το Εβκάφ ......» ΄Οπως επομένως διαπιστώνεται από τις πιο πάνω πρόνοιες της νομοθεσίας, για να μπορεί κάποιος να πει με βεβαιότητα ότι στην περίπτωση μιας περιουσίας εφαρμόζονται οι εξουσίες του Κηδεμόνα, δεν είναι αρκετό να αποδεικνύεται ότι η περιουσία αυτή ανήκει σε Τουρκοκύπριο. Θα πρέπει περαιτέρω να διακριβώνεται μεταξύ άλλων, πού είναι που έχει ο ιδιοκτήτης τη συνήθη διαμονή του. Στην περίπτωση δε περιουσίας που ανήκει σε αποβιώσαντες όπως εδώ, θα πρέπει να υπάρχει μαρτυρία ή να δηλώνονται σαν παραδεκτά, γεγονότα όπως είναι το πότε απεβίωσε ο ιδιοκτήτης, πού είχε τη συνήθη διαμονή του κατά την ημερομηνία του θανάτου του κλπ. Παρόμοια δε λεπτομερή στοιχεία ενδεχόμενα να απαιτείται όπως αποδοθούν και σε σχέση με τους κληρονόμους. Στην παρούσα δε περίπτωση της ενδιάμεσης αυτής διαδικασίας, ελλείπει ένα τέτοιο υπόβαθρο γεγονότων. Ως προς το δεύτερο εμπόδιο στην εξέταση της εφαρμογής της νομοθεσίας μέσω αυτής της διαδικασίας, παρατηρώ τα εξής: Είναι καλά καθιερωμένη αρχή της νομολογίας ότι λεπτά και πολύπλοκα νομικά θέματα και γεγονότα δεν μπορούν και δεν πρέπει να γίνονται αντικείμενο εξέτασης και απόφασης σε ενδιάμεσες διαδικασίες. ΄Οπως επιβεβαιώνεται και με την απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.ά.[2] δεν είναι ορθό για το Δικαστήριο να επιλαμβάνεται και να αποφασίζει επί αντικρουόμενων πραγματικών ζητημάτων ή δύσκολων νομικών σημείων τα οποία χρειάζονται λεπτομερή επιχειρηματολογία και ώριμη εξέταση. Αυτά αποτελούν ζητήματα που πρέπει να εξετάζονται στην κυρίως δίκη. ΄Οπως ορθά είχε παρατηρήσει το Εφετείο σε σχέση με την περίπτωση που εξεδίκαζε, εξέταση των θέσεων και εισηγήσεων που είχαν προβληθεί από τους εφεσίβλητους, θα ισοδυναμούσε με εξέταση και διατύπωση κρίσης ως προς την ύπαρξη των ουσιαστικών νομικών δικαιωμάτων των μερών, ενώ εκείνο που χρειαζόταν ήταν μόνο σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης τους. Προσεγγίζοντας τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, υπό το φως των πιο πάνω αρχών, παρατηρώ τα εξής: Είναι πιστεύω αναμφίβολο το ότι το θέμα της εφαρμογής των προνοιών του Ν. 139/91 στα περιστατικά της παρούσας αντιδικίας δεν είναι τόσο απλό όσο εκ πρώτης όψεως παρουσιάζεται. Κατ΄ αρχήν, όπως διαπιστώνεται από το ίδιο το περιεχόμενο του πωλητηρίου εγγράφου που επικαλείται η ενάγουσα, η αναγκαιότητα για την έγκριση της μεταβίβασης του ακινήτου από τον Κηδεμόνα ήταν γνωστή στους συμβαλλομένους. Συγκεκριμένα, στον όρο 3 του Εγγράφου (τεκμηρίου 2 στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης), η μεταβίβαση του ακινήτου στην ενάγουσα «.... θα γίνει αμέσως μόλις εξασφαλιστεί η έγκριση του Υπουργείου Εσωτερικών και/ή οποιασδήποτε άλλης αρμόδιας αρχής για μεταβίβαση από Τουρκοκύπριο σε Ελληνοκύπριο...». Υστερότερα δε στην ίδια συμφωνία, στον όρο 4 του Εγγράφου, ειδικά επρονοείτο ότι αν δεν παρεχωρείτο η έγκριση από τα αρμόδια τμήματα της Δημοκρατίας, ο αγοραστής θα μπορούσε να ζητήσει, αν επιθυμούσε την ακύρωση της συμφωνίας. Με βάση αυτά τα στοιχεία, ορθώνεται μια σειρά από νομικής φύσεως ερωτήματα, όπως τα ακόλουθα: α. Είναι κατ΄ αρχήν παράνομη μια σύμβαση η οποία ενώ κατά τα άλλα είναι καθόλα νόμιμη, προνοεί ότι η τελική εκτέλεση της υπόκειται σε εξασφάλιση έγκρισης/άδειας της αρμόδιας αρχής σύμφωνα με το νόμο; β. Μπορεί ένας συμβαλλόμενος να συνάπτει μια δεσμευτική συμφωνία, να εισπράττει το προνοούμενο μέρος του αντιτίμου, να παραβαίνει τη συμφωνία (όπως είναι εδώ ο ισχυρισμός) και ακολούθως να επικαλείται παρανομία εγγενή στον καταρτισμό της σύμβασης; γ. Εάν από τα γεγονότα, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα καταδεικνύεται ότι ο τότε διαχειριστής της περιουσίας, νόμιμα διορισμένος παρέβη τη συμβατική του υποχρέωση όπως αποσταθεί για εξασφάλιση έγκρισης του Κηδεμόνα, η αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει στη βάση διεκδίκησης αποζημιώσεων; δ. Εάν τελικά η έγκριση του Κηδεμόνα εδίδετο με υποκίνηση του διαχειριστή, η όλη πράξη θα ήταν παράνομη εν τη γενέσει της; ε. Εφ΄ όσον είναι η θέση του εναγομένου 2 ότι ο μόνος που μπορεί να διαχειρίζεται την επίδικη περιουσία είναι όχι ο ίδιος αλλ΄ ο κηδεμόνας, πως είναι που υπερασπίζεται αυτή την αγωγή ο ίδιος και δεν προκαλεί την συμμετοχή ή ανάμειξη σ΄ αυτή τη διαδικασία του Κηδεμόνα; ΄Ολα τα πιο πάνω είναι μερικά από μια σειρά δύσκολων νομικών θεμάτων που εγείρονται κατά την άποψη μου στο πλαίσιο της παρούσας αντιδικίας. Ασφαλώς δεν θα επιληφθώ και εξετάσω σε βάθος τα ζητήματα τούτα αφού πρόκειται για θέματα στα οποία θα πρέπει να υπάρχει το αναγκαίο υπόβαθρο γεγονότων και πλήρης έρευνα και επιχειρηματολογία των δύο πλευρών. Το μόνο που μπορώ να πω είναι πως στο προκαταρκτικό τούτο στάδιο της αγωγής, αδυνατώ να συμπεράνω ότι η ενάγουσα δεν απέδειξε ότι έχει καλές πιθανότητες επιτυχίας στη διεκδίκηση της για αποζημιώσεις λόγω εμποδίων που προέρχονται από τις πρόνοιες του Ν.139/
- Η επίδικη σύμβαση είναι εκεί, η κατ΄ ισχυρισμό παράβαση φαίνεται να στοιχειοθετείται και γενικά διαφαίνεται ότι η ενάγουσα παρουσίασε σοβαρές ενδείξεις ότι έχει καλή υπόθεση, ενώ οι όποιες διαφορές ανέκυψαν μεταξύ της διαχείρισης της περιουσίας, των κληρονόμων και του απελθόντα διαχειριστή, σίγουρα δεν είναι θέματα τα οποία πρέπει να απασχολήσουν στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας ή ίσως και της αγωγής. Το τελευταίο θέμα που παραμένει είναι το κατά πόσο θα μπορεί να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε υστερώτερο στάδιο αν δεν παραμείνει σε ισχύ το επίδικο διάταγμα. Σ΄ αυτή την περίπτωση αυτό το κριτήριο εξετάζεται υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο ο εναγόμενος 2 και/ή η διαχείριση της περιουσίας της αποβιώσασας θα μπορούν να ικανοποιήσουν μια δικαστική απόφαση για αποζημιώσεις που ενδεχομένα να εκδοθεί υπέρ της ενάγουσας. Σε σχέση με αυτό το θέμα, η ενάγουσα και ο εναγόμενος 2 παρουσιάζονται να συμφωνούν στο ότι υπάρχει μια τεράστια διαφορά μεταξύ της συμφωνηθείσας με το πωλητήριο έγγραφο τιμής για το ακίνητο και της σημερινής του αγοραίας αξίας. Ως προς την οικονομική επιφάνεια της διαχείρισης είναι ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η διαχείριση δεν διαθέτει άλλη περιουσία σύμφωνα με έρευνα την οποία διεξήγαγε, η οποία περιουσία να βρίσκεται στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Περαιτέρω η ενάγουσα επισείει τον κίνδυνο αποξένωσης της περιουσίας ώστε να μεταβιβασθεί αυτή στους κληρονόμους της διαχείρισης ή να πωληθεί και να διανεμηθεί το προϊόν πώλησης στους κληρονόμους, εκτός του ελέγχου των δικαστηρίων της Δημοκρατίας. Σ΄ αυτούς τους ισχυρισμούς ο εναγόμενος 2 αντιτείνει απλά ότι η διαχείριση έχει άλλη ακίνητη περιουσία η αξία της οποίας υπερβαίνει το ποσό της Απαίτησης ενώ δεν τίθεται θέμα αποξένωσης του επίδικου ακινήτου παρά μόνο με τη συγκατάθεση του Κηδεμόνα (παρα. 12 ενόρκου δηλώσεως προς υποστήριξη της ΄Ενστασης). Σε σχέση με το θέμα τούτο, υπενθυμίζεται κατ΄ αρχήν ότι σύμφωνα με τη νομολογία, δεν υπάρχει ανάγκη όπως ο αιτητής προσαγάγει μαρτυρία ως προς πραγματική πρόθεση του καθ΄ου η αίτηση να αποξενώσει ή επιβαρύνει ένα ακίνητο. Εκείνο που μετρά, είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση εάν γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχόμενα να εκδοθεί (Παναγιώτου ν. Κολλάτου[3], Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιεία «ΛΕΩΝΙΚ» Λτδ[4]). ΄Οπως περαιτέρω επιβεβαιώθηκε και σε άλλη απόφαση του Εφετείου, δεν είναι αρκετό εάν διαφαίνεται ότι ο εναγόμενος έχει εκ πρώτης όψεως την οικονομική δυνατότητα να αντεπεξέλθει σε μια απόφαση εναντίον του. Ο εναγόμενος ο οποίος θεωρεί αυτό το ζήτημα σαν παράγοντα που πρέπει να αποτρέψει τη διατήρηση του διατάγματος θα πρέπει να ικανοποιήσει σχετικά το Δικαστήριο και δεν είναι αρκετή προς τούτο η γενική αναφορά σε άλλη ακίνητη περιουσία και/ή σε άλλες καταθέσεις μετρητών.[5] Καταλήγω στο ότι οι γενικοί, αόριστοι και ατεκμηρίωτοι ισχυρισμοί του ομνύοντα περί ύπαρξης άλλης ακίνητης περιουσίας δεν μπορεί να αποτρέψει τον κίνδυνο μή ικανοποίησης απόφασης για αποζημιώσεις. Η δε μή έγκριση του Κηδεμόνα για πώληση σε τρίτους ή διανομή του ακινήτου στους κληρονόμους καθόλου δεν αποδεικνύεται ότι είναι δεδομένη. Γι΄ αυτούς τους λόγους πιστεύω ότι ικανοποιούνται όλες οι προϋποθέσεις για συνέχιση της ισχύος του προσωρινού διατάγματος. Και επίσης συμπεραίνω ότι είναι δίκαιο και πρόσφορο να παραμείνει σε ισχύ το διάταγμα και σε σχέση με τον εναγόμενο
- Το ισοζύγιο των θέσεων των διαδίκων σαφώς αποκλίνει υπέρ της ενάγουσας στο εκ πρώτης όψεως στάδιο τούτο, αφού οι επιπτώσεις από τη συνέχιση της ισχύος του διατάγματος δεν αποδεικνύεται να επηρεάζουν δυσμενώς την διαχείριση, ενώ το Δικαστήριο θα πρέπει να διασφαλίσει ότι τίποτε δεν θα επηρεάσει αρνητικά τα δικαιώματα της ενάγουσας κατά τη διάρκεια της εκκρεμότητας της παρούσας αγωγής και μέχρι την πλήρη και τελική διάγνωση των επίδικων θεμάτων. Το προσωρινό διάταγμα που είχε εκδοθεί στις 31.10.06 καθίσταται απόλυτο εναντίον του εναγομένου 2 έτσι ώστε να ισχύει μέχρι την εκδίκαση και πλήρη αποπεράτωση της αγωγής. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας-αιτήτριας όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της δίκης και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................................. Κ. Κληρίδης, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΓΙ [1]
(1996)1 ΑΑΔ 773 στη σελ. 780 [2]
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 2015 [3]
(1999)1 Α.Α.Δ. 1306 [4]
(2001)1 Α.Α.Δ. 785 [5] Νικόλα ν. Μ. Κεφάλα & άλλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1400 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο