ΛΕΝΙΑΣ ΑΧΙΛΛΕΩΣ ν. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΦΑΙΔΩΝΟΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1849/04, 31/05/2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:A87 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ν. ΓΕΡΟΛΕΜΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1849/04 Μεταξύ: ΛΕΝΙΑΣ ΑΧΙΛΛΕΩΣ από Λάρνακα Ενάγουσας - και - ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΦΑΙΔΩΝΟΣ από Λευκωσία ΠΑΓΚΥΠΡΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΩΝ ΤΑΞΙ ΛΤΔ από Λάρνακα Εναγομένων - και -
- ΞΕΝΗ ΤΟΥΜΑΖΗ από Λάρνακα
- ΑΝΤΩΝΗ ΚΥΡΙΛΛΟΥ από Λάρνακα Τριτοδιάδικων Ημερομηνία: 31/05/2007 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κος Σέργη (Για να ακούσει απόφαση η κα Κυριάκου) Για Εναγομένους 1 και 2: κος Σαββίδης για Α. Ζαχαρίου Για Τριτοδιάδικο 1: Ουδείς Για Τριτοδιάδικο 2: κα Κυριάκου Α Π Ο Φ Α Σ Η Με βάση παραδεκτά γεγονότα που εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο, δηλώσεις που προέβησαν οι συνήγοροι των διαδίκων και την δικογραφία, το Δικαστήριο μπορεί να συνοψίσει τούτα στα πιο κάτω: Η Ενάγουσα κατά τον ουσιώδη με την παρούσα αγωγή χρόνο, που καταχωρήθηκε στις 10.06.04, ήταν ιδιοκτήτρια του οχήματος υπ΄ αριθμόν εγγραφής ΒΑΝ
- Στις 05.10.03 το εν λόγω όχημα της, που οδηγείτο με την άδεια της και υπό συνθήκες που την καθιστούσαν εκ προστήσεως υπεύθυνη, από τον σύζυγό της, ενεπλάκη σε δυστύχημα με το όχημα ΤPW 567 το οποίο οδηγείτο από τον εναγόμενο 1, υπάλληλο των εναγομένων 2 και ιδιοκτητών του αναφερθέντος οχήματος στα πλαίσια της υπηρεσίας του, καθιστώντας τους εκ προστήσεως υπεύθυνους. Από την σύγκρουση το όχημα της ενάγουσας υπέστη ζημιές ύψους Λ.Κ.2.
- Οι εναγόμενοι 1 και 2 δια της νενομισμένης διαδικασίας κατέστησαν τον σύζυγο της ενάγουσας τριτοδιάδικο
- Η ενάγουσα αποδέχθηκε όπως σε τυχόν επιδίκαση από το Δικαστήριο αποζημιώσεων αφαιρεθεί απ΄ αυτές η αναλογία ποσού της τυχόν οποιασδήποτε ευθύνης του συζύγου της για το δυστύχημα. Να λεχθεί ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 επιδιώκουν συνεισφορά και από τον τριτοδιάδικο 1 ο οποίος δεν εμφανίστηκε και γι΄ αυτόν η υπόθεση ορίζετο δι΄ απόδειξη παράλληλα με την ακρόαση της υπόθεσης. Ως γίνεται κατανοητό η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση μόνο ως προς την ευθύνη. Η ενάγουσα, Μ.Ε.1, για να αποδείξει την υπόθεση της, έδωσε η ίδια μαρτυρία, η οποία τελικά κατέστη αχρείαστη ενόψει των δηλώσεων και παραδεκτών γεγονότων, ο σύζυγος της (τριτοδιάδικος 2), Μ.Ε.3 και ο αστυφύλακας 458 Γιώργος Κακουλλής, Μ.Ε.2, εξεταστής του δυστυχήματος. Η υπεράσπιση πρόσφερε την μαρτυρία του εναγομένου
- Η ΕΚΔΟΧΗ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ Στις 05.10.03 και περί ώρα 14:45 ο τριτοδιάδικος 2 οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής ΒΑΝ 021 στην οδό Κουρίου (πάροδος) με κατεύθυνση την οδό Σωφρονίου Χριστοδούλου (κύρια οδός) στην Λάρνακα με πρόθεση να στρίψει αριστερά. Φθάνοντας στην συμβολή των δύο οδών σταμάτησε. Αφού έλεγξε μπροστά του και δεν υπήρχε κίνηση και ούτε έρχετο όχημα από δεξιά του, προχώρησε με μικρή ταχύτητα να στρίψει αριστερά στην οδό Σ. Χριστοδούλου. Αφού προχώρησε γύρω στα τέσσερα
(4)μέτρα από τη νοητή γραμμή του ΑΛΤ της οδού Κουρίου, στην αριστερή λωρίδα της οδού Σ. Χριστοδούλου και σχεδόν το όχημα του είχε ευθυγραμμιστεί, είδε απέναντι του περί τα δεκαπέντε - είκοσι (15-20) μέτρα το όχημα ΤΡW 567 που οδηγούσε ο εναγόμενος 1 να κινείται στην δική του λωρίδα και τον εναγόμενο 1 να κοιτάζει κάτω αριστερά εντός του οχήματος του. Αμέσως σταμάτησε, αφού δεν προλάβαινε ένεκα της μικρής απόστασης να κάνει ελιγμό με αποτέλεσμα το όχημα που οδηγούσε ο εναγόμενος 1, αν και ο τελευταίος τέσσερα
(4)μέτρα πριν απ΄ αυτόν τον είδε και πάτησε τα φρένα του, να χτυπήσει το δικό του όχημα και να επέλθει σύγκρουση μεταξύ των εμπρόσθιων δεξιών μερών των δύο οχημάτων. Όταν κατέβηκαν από τα δύο οχήματα αφού ο εναγόμενος 1 του συστήθηκε, τον ρώτησε γιατί μπήκε σε μονόδρομο. Τότε του εξήγησε ότι εκεί που επήλθε η σύγκρουση δεν ήταν μονόδρομος. Παρατήρησε δε ότι στην αριστερή λωρίδα της οδού Σ. Χριστοδούλου σε σχέση με την πορεία του εναγομένου 1 και περί τα δέκα
(10)μέτρα από το σημείο σύγκρουσης υπήρχε σταθμευμένο όχημα με αριθμό εγγραφής RB 859 πλην όμως τούτο δεν εμπόδιζε τον εναγόμενο 1 να κινηθεί αριστερά και να μην καταλάβει την δεξιά λωρίδα έτσι ώστε να συνεχίσει την πορεία του χωρίς να επέλθει η σύγκρουση. Πρέπει να καταγραφούν όμως κάποιες αναφορές του τριτοδιάδικου 2 που λέχθηκαν κατά την αντεξέταση του για να γίνουν κατανοητά τα όσα θα ακολουθήσουν. Έτσι στην αντεξέταση του είπε ότι όταν σταμάτησε στο ΑΛΤ της οδού Κουρίου, κοίταξε αριστερά και δεξιά και δεν είδε τίποτε. Σε ερώτηση ότι αφού υπήρχε ορατότητα γιατί δεν είδε τον εναγόμενο 1 απάντησε ότι όταν αντιλήφθηκε τον εναγόμενο 1 να κοιτάζει προς τα κάτω, εβρίσκετο σε απόσταση έξι-επτά (6-7) μέτρων απ΄ αυτόν. Ανέφερε επίσης ότι δεν μπορούσε να κινηθεί αριστερότερα για να αποφύγει την σύγκρουση γιατί υπήρχε το πεζοδρόμιο. Η σύγκρουση δε, επήλθε στα 2:20 μέτρα από την γραμμή μέτρησης όσο είναι και το πλάτος του οχήματος του. Ενώ σε άλλη ερώτηση απάντησε ότι το πλάτος του οχήματος είναι περίπου 1,50 μέτρα. Ακόμη ανέφερε ότι μετά την σύγκρουση κατέληξε στην θέση όπου είχε κάνει ΑΛΤ. Την σκηνή επισκέφθηκε ο Μ.Ε.2 εξεταστής του δυστυχήματος ο οποίος αφού έλαβε τις αναγκαίες μετρήσεις ετοίμασε πρόχειρο σχεδιάγραμμα, Τεκμήριο 5, με το οποίο συμφώνησαν οι εναγόμενοι οδηγοί. Αργότερα, το μετέτρεψε σε συμμετρικό, Τεκμήριο
- Οι διαπιστώσεις του Μ.Ε.2 όπως τις αποτύπωσε στα αναφερθέντα τεκμήρια θα καταγραφούν κατωτέρω. Η ΕΚΔΟΧΗ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ 1 ΚΑΙ 2 Ο Εναγόμενος 1 είναι οδηγός ταξί εδώ και πολλά χρόνια στο δρομολόγιο Λευκωσίας - Λάρνακας. Τους συγκεκριμένους δρόμους που ήδη αναφέρθησαν και θα αναφερθούν κατωτέρω, τους γνώριζε. Την ημέρα και ώρα που έχει αναφερθεί ανωτέρω εξήλθε από την οδό Κωστή Παλαμά και εισήλθε στην οδό Σ. Χριστοδούλου. Η οδός Κωστή Παλαμά είναι κάθετος επί της οδού Σ. Χριστοδούλου και απέχει 150 μέτρα από την οδό Κουρίου που επίσης είναι κάθετος επί της οδού Σ. Χριστοδούλου και είναι νότια της οδού Κ. Παλαμά. Οδηγούσε με ταχύτητα 30-35χαω και επειδή στην αριστερή λωρίδα υπήρχε σταθμευμένο το όχημα RΒ 859 κινήθηκε δεξιότερα και σε τέτοια απόσταση απ΄ αυτό ούτως ώστε εάν ξεπρόβαλλε κάποιο παιδί να μπορούσε να αποφύγει τη σύγκρουση. Πριν προλάβει όμως να επαναφέρει το όχημα του και πάλι στην αριστερή λωρίδα και ενώ εβρίσκετο έξι έως δέκα (6-10) μέτρα από την οδό Κουρίου ο τριτοδιάδικος 2 εξήλθε από την οδό Κουρίου που βρίσκεται δεξιά σε σχέση με την πορεία του με μεγάλη ταχύτητα και χωρίς να σταματήσει εισήλθε στην οδό Σ. Χριστοδούλου με βόρεια κατεύθυνση, ήτοι προς αριστερά. Αν και πρόλαβε και χρησιμοποίησε τα φρένα του εντούτοις επήλθε σύγκρουση μεταξύ του δεξιού μπροστινού φαναριού του οχήματος του με το δεξιό μπροστινό μέρος του οχήματος που οδηγούσε ο τριτοδιάδικος
- Όταν κατέβηκαν από τα οχήματά τους, υπέδειξε στον τριτοδιάδικο 2 ότι το γεγονός ότι ήταν μονόδρομος δεξιότερα της οδού Κουρίου στην οδό Σ. Χριστοδούλου δεν του παρείχε το δικαίωμα να μην κάνει ΑΛΤ. Ουδέποτε του είπε ότι η οδός Σ. Χριστοδούλου από την οδό Κουρίου και αριστερά είναι μονόδρομος. Κατά την αντεξέταση σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι γνωρίζοντας τους κανόνες οδικής κυκλοφορίας δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι κάποιος υπεύθυνος οδηγός θα έβγαινε από την οδό Κουρίου χωρίς να κάνει ΑΛΤ. Είπε ότι το όχημα του τριτοδιάδικου 2 το είδε στα τέσσερα
(4)μέτρα περίπου και αμέσως χρησιμοποίησε τα φρένα του. Δικαιολογώντας γιατί δεν τον είδε προηγουμένως ανέφερε ότι υπήρχαν κτίρια και ήταν πολύ κοντά στην οδό Κουρίου όταν εξήλθε απ΄ αυτήν ο τριτοδιάδικος 2. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Ο δικηγόρος των εναγομένων 1 και 2 στην αγόρευση του ζήτησε από το Δικαστήριο όπως κρίνει τον εναγόμενο 1 αξιόπιστο και τον τριτοδιάδικο 2 αναξιόπιστο. Με βάση δε την μαρτυρία του εναγομένου 1 αλλά και την πραγματική μαρτυρία εισηγήθηκε ότι την αποκλειστική ευθύνη για το δυστύχημα φέρει ο τριτοδιάδικος 2 και συνακόλουθα η ενάγουσα ως εκ προστήσεως υπεύθυνη. Επικαλέστηκε δε σχετική νομολογία. Ο συνήγορος της ενάγουσας στην δική του αγόρευση με παραπομπές στην μαρτυρία κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει τον τριτοδιάδικο 2 αξιόπιστο και τον εναγόμενο 1 αναξιόπιστο. Με βάση δε την μαρτυρία αυτού και την πραγματική μαρτυρία εισηγήθηκε ότι ευθύνη για το δυστύχημα φέρει ο εναγόμενος 1 και κατ΄ επέκταση ο εναγόμενος 2 ως εκ πρστήσεως υπεύθυνος. Παρέπεμψε δε το Δικαστήριο σε σχετική νομολογία. Η συνήγορος του τριτοδιάδικου 2, υιοθέτησε τα όσα ανέφερε ο δικηγόρος της ενάγουσας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Είχα την ευκαιρία να ακούσω και να παρακολουθήσω τους μάρτυρες κατά την ακροαματική διαδικασία και είμαι σε θέση να τους αξιολογήσω με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ακεραιότητα τους, την ειλικρίνεια τους και την προσήλωση τους στην αλήθεια. Ο Μ.Ε.2 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Ήταν άμεσος στις απαντήσεις του και παράθεσε με σαφήνεια και ειλικρίνεια όσα διαπίστωσε κατά την άφιξη του στη σκηνή του δυστυχήματος. Είμαι ικανοποιημένος ότι ο μάρτυρας αυτός κατά την άφιξη του στη σκηνή του δυστυχήματος πήρε τα αναγκαία μέτρα και γενικά εκτέλεσε τα καθήκοντα του ως εξεταστής της υπόθεσης με τον ενδεδειγμένο τρόπο. Η διευκρίνιση ή και επεγήξηση ότι σύμφωνα με την κλίση των ιχνών τροχοπέδησης του οχήματος TPW 567 και του μαυρίσματος Β3 του ίδιου οχήματος στο 1:80 μέτρα από την βασική γραμμή μέτρησης που σημείωσε στο Τεκμήριο 5 έπρεπε στο σημείο 7.80 της βασικής γραμμής μέτρησης να γράψει 2.10 μέτρα και στο σημείο 5.80 μέτρα της βασικής γραμμής μέτρησης να γράψει 1.80 μέτρα και όχι ως αντιστρόφως τα κατέγραψε στα Τεκμήρια 5 και 6 δεν πλήττει επουδενί λόγω την αξιοπιστία του. Άλλωστε πλην αυτού του σημείου που οι δύο πλευρές εξέφρασαν διαφορετικές εκτιμήσεις, δεν υπήρξε οποιαδήποτε άλλη αμφισβήτηση για τις μετρήσεις που προέβει, όπως για παράδειγμα το σημείο σύγκρουσης Χ που είναι ένα από τα βασικότερα στοιχεία των σκηνών δυστυχημάτων. Τα σχέδια σκηνών τροχαίων δυστυχημάτων που περιλαμβάνουν τις διάφορες μετρήσεις και ευρήματα, ήτοι στη συγκεκριμένη υπόθεση τα Τεκμήρια 5 και 6 αποτελούν πραγματική μαρτυρία. (βλ. Γιαννάκης Σοφοκλέους ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 218. Εξαίρεση αποτελούν οι υποτιθέμενες πορείες, στην συγκεκριμένη περίπτωση η πορεία του οχήματος που οδηγούσε ο εναγόμενος 1 και της πορείας του οχήματος που οδηγούσε ο τριτοδιάδικος 2 και το υποτιθέμενο σημείο σύγκρουσης, τα οποία δεν αποτελούν πραγματικά ευρήματα αλλά απλώς μέρος της εκδοχής των μαρτύρων που τα ανέφεραν (βλ. Κυριακίδου και άλλος ν. Νικολάου
(1993)1 ΑΑΔ 45. Στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπάρχει αμφισβήτηση περί τούτων. Πραγματική μαρτυρία είναι η μαρτυρία που προβάλλει από τα ίδια τα πράγματα και μόνο αντικειμενικό εύρημα ενέχει αποδεικτική δυναμική όταν κατά την αντιπαραβολή προς αυτών των αντικρουόμενων εκδοχών είναι εγγενής αποκαλυπτικό της εξέλιξης των πραγμάτων (Κυριακίδου ν. Νικολάου
(1993)1 ΑΑΔ 45, Σιάτης ν. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 551, Κακόψητος ν. Αστυνομίας
(1191)2 ΑΑΔ 200, Knell ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 51). Η πραγματική μαρτυρία αποτελεί γνώμονα τόσο για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και για τον έλεγχο των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Συνιστά δε σταθερό οδηγό για τον καθορισμό γεγονότων που προκάλεσαν το δυστύχημα (Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160, Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1 ΑΑΔ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου
(1997)1 (Γ) ΑΑΔ 1362 και Α/φοι Παπαλαζάρου ΛΤΔ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1 (Γ) ΑΑΔ 1388). Αποδέχομαι την μαρτυρία του. Ο Μ.Ε.3 δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Δεν ήταν ειλικρινής και ευθύς και δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Στην κυρίως εξέταση του, την οποία αποτέλεσε η γραπτή δήλωση - κατάθεση του, Τεκμήριο 7, ανέφερε ότι έλεγξε μπροστά και δεξιά του και δεν υπήρχε τροχαία κίνηση. Δεν ανάφερε ότι κοίταξε ή έλεγξε αριστερά την τροχαία κίνηση στην οδό Σ. Χριστοδούλου. Επίσης ανέφερε ότι αφού είδε ότι από δεξιά του δεν ερχόταν αυτοκίνητο προχώρησε με πολύ μικρή ταχύτητα να στρίψει αριστερά. Και πάλι δηλαδή δεν ανάφερε ότι κοίταξε ή έλεγξε αριστερά στην οδό Σ. Χριστοδούλου. Το όχημα που οδηγούσε ο εναγόμενος 1 το είδε μόνο όταν προχώρησε, κατά την εκτίμηση του, τέσσερα
(4)μέτρα περίπου, και όταν εβρίσκετο απ΄ αυτόν περί τα δεκαπέντε-είκοσι (15-20), μέτρα πάλι κατά την εκτίμηση του. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, με βάση αυτά που ανάφερε ότι είδε το όχημα που οδηγούσε ο εναγόμενος 1 για πρώτη φορά να κρατά την δική του λωρίδα στην οδό Σ. Χριστοδούλου, εξάγεται ευθέως, κατά τα λεγόμενα του, ότι το όχημα του εναγομένου 1 το είδε για πρώτη φορά όταν εβρίσκετο απ΄ αυτό περί τα δεκαπέντε-είκοσι (15-20) μέτρα. Στην αντεξέταση προφανώς όταν αντελήφθηκε τί ανάφερε στην εξέταση του, προσπάθησε να διασκευάσει αυτά που είπε, λέγοντας ότι όταν έκανε ΑΛΤ κοίταξε αριστερά και δεξιά. Επίσης δεν κατόρθωσε να εξηγήσει, αφού όπως είπε στην αντεξέταση του κοίταξε αριστερά, πώς δεν είδε και δεν αντελήφθηκε το όχημα του εναγομένου 1 σε μεγαλύτερη απόσταση αφού ο δρόμος ήταν ευθύς και υπήρχε ορατότητα προς τα αριστερά του τουλάχιστον 150 μέρα, δηλαδή μέχρι απ΄ εκεί που εξήλθε ο εναγόμενος 1 από την οδό Κ. Παλαμά και εισήλθε στην οδό Σ. Χριστοδούλου. Επίσης ενώ στην εξέταση του ως καταδεικνύεται δήλωσε ότι όταν αντελήφθηκε το όχημα που οδηγούσε ο εναγόμενος 1 στα δεκαπέντε-είκοσι (15-20) μέτρα τον αντιλήφθηκε να κοιτάζει κάτω αριστερά στο όχημα του και να μην έχει την προσοχή του στο δρόμο στην αντεξέταση του ανέφερε ότι τούτο το τελευταίο το αντιλήφθηκε όταν εβρίσκετο έξι-επτά (6-7) μέτρα από απ΄ αυτόν. Είπε ακόμη ότι δεν μπόρεσε να κινηθεί αριστερότερα γιατί ήταν το πεζοδρόμιο και το πλάτος του οχήματός του ήταν όσο και η απόσταση απ΄ αυτό μέχρι το σημείο σύγκρουσης. Όμως αυτό δεν είναι αλήθεια γιατί η απόσταση από το άκρο του αριστερού πεζοδρομίου σε σχέση με την πορεία του μέχρι το σημείο σύγκρουσης είναι 2.30. Το όχημα του όμως είναι πλάτους 1.50 μέτρα. Επομένως υπήρχε απόσταση από το πεζοδρόμιο περί τα 0.80 εκατοστά. Τέλος εάν ευθυγραμμίζετο το όχημα του στον δρόμο όπως προσπάθησε να προωθήσει με την μαρτυρία του διερωτάται κανείς πώς κατέληξε στην θέση που είχε κάνει ΑΛΤ, κατά τον ισχυρισμό του. Απορρίπτω και δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του για τον τρόπο που έγινε το δυστύχημα. Ο εναγόμενος 1 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Ήταν ειλικρινής, ευθύς και σαφής. Δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις και η μαρτυρία δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση. Η μαρτυρία του διέπετο από συνέπεια και συνοχή. Αποδέχομαι την μαρτυρία του. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης τα ευρήματά μου ως προς τα πραγματικά γεγονότα είναι τα ακόλουθα: Στις 05.10.03 και περί ώρα 14:45 ο Τριτοδιάδικος 2 οδηγούσε το όχημα με αριθμό εγγραφής ΒΑΝ021 ιδιοκτησίας της συζύγου του, Ενάγουσας, με την άδειά της, και υπό συνθήκες που καθιστούσαν την τελευταία εκ προστήσεως υπεύθυνη, στην οδό Κουρίου (πάροδος) με πρόθεση να στρίψει αριστερά στην οδό Σ. Χριστοδούλου (κύριος δρόμος). Φθάνοντας στην συμβολή της οδού Κουρίου με την οδό Σ. Χριστοδούλου, όπου υπάρχει ΑΛΤ στην οδό Κουρίου χωρίς να σταματήσει και χωρίς να κοιτάξει και να ελέγξει το δρόμο αριστερά, έστριψε αριστερά και εισήλθε στην οδό Σ. Χριστοδούλου. Την ίδια ώρα ο εναγόμενος 1 που οδηγούσε το όχημα TPW567 στην ίδια οδό και με νότια κατεύθυνση ένεκα του γεγονότος ότι υπήρχε σταθμευμένο το όχημα RB859 στην αριστερή λωρίδα και περί τα δέκα
(10)μέτρα από το σημείο σύγκρουσης, οδήγησε το όχημα του στην δεξιά λωρίδα της οδού Σ. Χριστοδούλου και πριν προλάβει να επαναφέρει το όχημα του και πάλι στην αριστερή λωρίδα, ένεκα της μικρής απόστασης από το σταθμευμένο όχημα με το όχημα του τριτοδιάδικου 2, που εξήλθε από την οδό Κουρίου χωρίς να σταματήσει στο ΑΛΤ, και το μήκος του δικού του οχήματος (5.20 μέτρα) αν και χρησιμοποίησε τα φρένα του και άφησε ίχνη τροχοπέδησης δύο
(2)μέτρων, ήτοι το Β2 και δυόμιση (2.50) μέτρα ήτοι το Β1, επήλθε σύγκρουση μεταξύ του δεξιού φαναριού και φτερού του οχήματος που οδηγούσε ο εναγόμενος 1 και του δεξιού μπροστινού μέρους του οχήματος που οδηγούσε ο τριτοδιάδικος 2 στο σημείο Χ επί των Τεκμηρίων 5 και
- Το σημείο Χ βρίσκεται στα 2.30 μέτρα από την βασική γραμμή μέτρησης απέναντι από τα 1.70 μέτρα. Από την σύγκρουση τα δύο οχήματα κατέληξαν στις τελικές τους θέσεις Β4 και Α
- Το όχημα TPW567 με την σύγκρουση των δύο οχημάτων άφησε μαύρισμα στην άσφαλτο που σημειώνεται με το Β3 επί των Τεκμηρίων 5 και 6 στα 1.80 μέτρα απέναντι από το σημείο 3.70 μέτρα της βασικής γραμμής μέτρησης. Από την μπροστινή δεξιά πλευρά του σταθμευμένου οχήματος μέχρι την αρχή των ιχνών τροχοπέδησης είναι τέσσερα
(4)μέτρα περίπου. Από την σύγκρουση το όχημα της ενάγουσας υπέστη ζημιές ύψους Λ.Κ.2.
- Η οδός Σ. Χριστοδούλου είναι πλάτους 7.20 μέτρα και στο σημείο που έγινε η σύγκρουση 6.10 μέτρα. Αριστερά και δεξιά της οδού ως η πορεία Β επί των Τεκμηρίων 5 και 6 και εκεί που επεσυνέβη η σύγκρουση, υπάρχουν πεζοδρόμια πλάτους 1.20 μέτρων. Η ορατότητα από το ΑΛΤ της οδού Κουρίου και προς αριστερά στην οδό Σ. Χριστοδούλου είναι περί τα 150 μέτρα ήτοι μέχρι και την οδό Κωστή Παλαμά. Το όχημα RΒ859 εβρίσκετο σταθμευμένο στην αριστερή λωρίδα της οδού όταν κάποιος έχει κατεύθυνση Β επί των Τεκμηρίων 5 και 6 ως φαίνεται με το γράμμα Γ. Σύμφωνα με τις μετρήσεις του Μ.Ε.2 από την δεξιά πλευρά του σταθμευμένου οχήματος μέχρι την άκρη του πεζοδρομίου υπήρχε ελεύθερος δρόμος 5.60 μέτρα. Το μήκος του οχήματος TPW567 είναι 5.20 μέτρα και το πλάτος του 1.60 μέτρα. Το μήκος του οχήματος ΒΑΝ021 είναι 4.20 μέτρα και το πλάτος του 1.50 μέτρα. Το μήκος των εξωτερικών καθρεπτάκιων είναι περί τα δεκαπέντε-είκοσι (15-20) εκατοστά. Μετά την σύγκρουση στη σκηνή του δυστυχήματος μετέβη ο Μ.Ε.2 ο οποίος αφού έλαβε τα αναγκαία μέτρα, ετοίμασε πρόχειρο σχεδιάγραμμα, Τεκμήριο 5, με το οποίο συμφώνησαν οι ενεχόμενοι οδηγοί, ήτοι ο εναγόμενος 1 και ο Τριτοδιάδικος
- Αργότερα το Τεκμήριο 5 ο Μ.Ε.2 το μετέτρεψε σε συμμετρικό, Τεκμήριο 6 με επεξηγηματικό ευρετήριο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Το αστικό αδίκημα της αμέλειας από τροχαίο ατύχημα εμπεριέχεται στο άρθρο 51 εδάφιο 1 του Κεφ.148 το οποίο έχει ως ακολούθως: «Αμέλεια συνίσταται- (α) στην τέλεση πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις δεν θα τελούσε λογικό συνετό πρόσωπο ή στην παράλειψη τέλεσης πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις τέτοιο πρόσωπο θα τελούσε ή (β) στην παράλειψη καταβολής τέτοιας δεξιότητας ή επιμέλειας για την άσκηση επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας όπως ένα λογικό συνετό πρόσωπο, που έχει τα προσόντα για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού, επιτηδεύματος ή ασχολίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις, Και στην πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής: Νοείται ότι για αυτή δύναται να τύχει αποζημίωσης μόνο το πρόσωπο έναντι του οποίου ο υπαίτιος της αμέλειας υπείχε υποχρέωση, υπό τις περιστάσεις, να μην επιδείξει αμέλεια». Τα συστατικά στοιχεία που πρέπει να αποδειχθούν σε κάθε αγωγή για αμέλεια είναι τα ακόλουθα τρία:
(1)αμελής πράξη ή παράλειψη,
(2)υποχρέωση επιμέλειας προς το ζημιωθέν πρόσωπο και
(3)πρόκληση ζημιάς. Ο Εναγόμενος για να υπέχει ευθύνη πληρωμής αποζημιώσεων για το αστικό αδίκημα της αμέλειας πρέπει να αποδειχθεί ότι (α) απέτυχε να επιδείξει επιμέλεια, (β) υπείχε υποχρέωση επιμέλειας προς το ζημιωθέν πρόσωπο και (γ) η αποτυχία του να επιδείξει επιμέλεια ήταν η αιτία που προκάλεσε τη ζημιά. ΑΜΕΛΕΙΑ Η αμέλεια αποτελείται ουσιαστικά από την παράλειψη της εκπλήρωσης του καθήκοντος της μέριμνας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο (βλ. Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας,
(1989)2 Α.Α.Δ 1). Η αμέλεια είναι η παράλειψη ενός οδηγού να τηρήσει το καθήκον εύλογης επιμέλειας υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις και σε κάθε περίπτωση το ερώτημα που τίθεται κατά πόσο ένα άτομο είναι αμελής μπορεί να απαντηθεί μόνο με βάση τα πραγματικά γεγονότα της κάθε περίπτωσης (βλ. Panagiotou v. Mavrou,
(1970)1 C.L.R. 215). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με τον χρόνο, τόπο και τις υπόλοιπες συνθήκες που οδήγησαν στη σύγκρουση (βλ. Νικολαίδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 Α.Α.Δ. 78). Στην υπόθεση Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και ιδίως στην σελ. 4 λέχθηκε σχετικά με την αμελή οδήγηση ότι: «Η αμέλεια σύγκειται στην παράλειψη εκπληρώσεως του καθήκοντος μέριμνας και φροντίδας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, τον γείτονα, όπως επιγραμματικά αναφέρεται στην απόφαση του Λόρδου Atkin στην υπόθεση Donoghue v. Stevenson,
(1932)A.C. 562. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο Ότι διαφέρει είναι το βάρος απόδειξης. Το απρόσωπο προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατόν να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υπόθεσης για να αποφασισθεί (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσον ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό και μέτρο ο προσεκτικός και όχι τέλειος οδηγός. Τέλος η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». Στην υπόθεση Charalambous v. Police
(1982)2 A.A.Δ. 134, λέχθηκε ότι το κριτήριο βάσει του οποίου αποφασίζεται αν κάποιος οδηγός υπήρξε αμελής είναι κατά πόσο στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχει παρέκκλιση από το επίπεδο συμπεριφοράς που αναμένεται από ένα λογικό και συνετό οδηγό. Στην υπόθεση Constantinou v. Katsouris and another
(1975)1 C.L.R. 188, 192 λέχθηκε ότι η υποχρέωση τήρησης δέουσας παρατηρητικότητας βαρύνει τους οδηγούς πάντοτε και υπό όλας τα περιστάσεις. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ ΑΜΕΛΕΙΑΣ Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Θεοδόσης Ιορδάνου ν. Δήμου Ζήνωνος
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 652 το γενικό βάρος απόδειξης το φέρει ο ενάγων και βασίζεται στην απλή πιθανολόγηση. Το ειδικό βάρος απόδειξης αφορά την ανάγκη παρουσίασης ικανοποιητικής μαρτυρίας για υποστήριξη ενός επίδικου θέματος που μετατοπίζει το βάρος στην άλλη πλευρά να απαντήσει ικανοποιητικά και να αποσείσει εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα που δημιουργήθηκε. Στην υπόθεση 1) Χριστοφή Παυλή και άλλων ν. Ανδρέα Αβράαμ, Πολιτική Έφεση 10067, ημερ. 24.02.2000 (Μ. Κρονίδης) σημειώνονται τα πιο κάτω: «Είναι γνωστή η αρχή ότι ο ενάγων φέρει το βάρος της απόδειξης των ισχυρισμών του και σε υποθέσεις αστικών αδικημάτων. Δεν χρειάζεται, νομίζουμε, να επεκταθούμε επί του θέματος, παραθέτοντας προς τούτο τη νομολογία. Από την άλλη όμως είναι γνωστή και η αρχή της μετακίνησης του βάρους της απόδειξης (Shifting of evidential burden of proof) από το ένα μέρος στο άλλο κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις και τελικά είναι γνωστές οι αρχές που διέπουν το δόγμα του res ipsa loquitur (τα πράγματα ομιλούν αφ΄εαυτών). Στην υπόθεση Theodoulou v. Pelopidha,
(1981)1 C.L.R. 230, έχει αποφασιστεί ότι η αρχή της μετακίνησης του βάρους της απόδειξης στους ώμους της άλλης πλευράς τυγχάνει εφαρμογής και στις αγωγές για αμέλεια». Ως προς την νομική πτυχή της εξέτασης και διακρίβωσης αμέλειας, συντρέχουσας αμέλειας και τον καθορισμό ευθύνης μεταξύ των διαδίκων σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Μακρίδης ν. Pharaghji
(1990)1 A.A.Δ. 1013. «Το ουσιαστικό δίκαιο προβλέπεται στα άρθρα 52,57 και 64 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148: ......................................................................... Το Δικαστήριο αποφασίζει πρώτα αν έχει αποδειχθεί αμέλεια σε βάρος των Εναγομένων. Εάν η απόφαση είναι καταφατική τότε εξετάζεται με βάση το άρθρο 57 αν ο Ενάγων έχει συντρέχουσα αμέλεια. Αποφασίζει το ποσοστό της ευθύνης μεταξύ των Εναγομένων από την μια, και Ενάγοντος από την άλλη και μειώνει το ποσό των αποζημιώσεων ανάλογα με το ποσοστό της συντρέχουσας αμέλειας του Ενάγοντα..». Στον καταμερισμό ευθύνης μεταξύ δύο οδηγών οι καθοριστικοί παράγοντες είναι η υπαιτιότητα και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών, της σύγκρουσης και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης (βλ. Χαραλάμπους ν. Στυλιανού
(1991)1 Α.Α.Δ. 284. Επίσης στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Γρηγορίου
(1989)1 ΑΑΔ 178 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ο καταμερισμός της ευθύνης είναι πρωτίστως έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Οι καθοριστικοί παράγοντες για τον καθορισμό της ευθύνης είναι δύο: α) Η υπαιτιότητα (blameworthiness) που συναρτάται με την εκπλήρωση των καθηκόντων του κάθε οδηγού για την ασφάλεια του άλλου, και β) Η αιτιώδης συνάφεια (causative potency) μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης. Η ευθύνη επιμερίζεται κάτω από το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας. Οι εκατέρωθεν παραλείψεις συνεκτιμούνται όχι μικροσκοπικά αλλά από την πλατιά γωνιά του μέσου πολίτη, όπως επεξηγείται στις υποθέσεις Charalambous v. Kassapis
(1988)1 AAΔ 25 και Polycarpou v. Adamou,
(1988)1 A.A.D. 727". Τέλος αναφέρω ότι η ευθύνη αποφασίζεται στη βάση του συνόλου της μαρτυρίας που έχει παρουσιασθεί στο Δικαστήριο (βλ. Fabrery and Another ν. Demetriou,
(1976)1 CLR1). ΑΠΑΙΤΗΣΗ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ 1 ΚΑΙ 2 ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΡΙΤΟΔΙΑΔΙΚΩΝ 1 ΚΑΙ 2 Η Διαταγή (Δ) 10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών καθορίζει τη διαδικασία με βάση την οποία εισάγεται τριτοδιάδικος στην υφιστάμενη αγωγή ενάγοντος εναντίον εναγομένου. Εκείνο που χρήζει εξέτασης είναι το νομικό καθεστώς του τριτοδιαδίκου στην αγωγή. Η έρευνα μου με οδήγησε στην υπόθεση Νικήτα v. Medcon Construction Ltd κ.α
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. σελίδα 643 επ. από την οποία παραθέτω τα πιο κάτω αποσπάσματα: "Η Διαδικασία Τριτοδιάδικου αντλεί την προέλευσή της από την Δ.16 των παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών, των οποίων οι βασικές πρόνοιες είναι όμοιες με τις πρόνοιες της δικής μας Δ.10. Η διαδικασία αυτή δημιουργήθηκε στην Αγγλία με το Νόμο Judicature Act 1873 και θεωρήθηκε ότι ήταν μια διαδικασία ανάλογη με αγωγή, που καταχωρείτο από τον εναγόμενο σε υπάρχουσα αγωγή εναντίον του τριτοδιάδικου. Ο εναγόμενος σε τέτοια περίπτωση εθεωρείτο ενάγων και ο τριτοδιάδικος εναγόμενος. Επομένως, η Ειδοποίηση Τριτοδιάδικου υπέχει μορφή αγωγής του εναγομένου εναντίον του τριτοδιάδικου (βλ. McCheane v. Jyles
(1902)1 Ch. D. 287). Μετά την επίδοση της Ειδοποίησης Τριτοδιαδίκου, ο τριτοδιάδικος καθίσταται διάδικος στην αγωγή αυτή και έχει τα ίδια δικαιώματα σχετικά με την υπεράσπιση του ως εάν να είχε εναχθεί με κανονική αγωγή από τον εναγόμενο. Ο τριτοδιάδικος όμως, δεν είναι εναγόμενος στην υφιστάμενη αγωγή του ενάγοντα εναντίον του εναγόμενου, εκτός αν ο ενάγων αποφασίσει και τον καταστήσει συνεναγόμενο. Η Διαδικασία Τριτοδιαδίκου είναι εντελώς ξεχωριστή και ανεξάρτητη διαδικασία από την προϋπάρχουσα αγωγή (βλ. Scott v. West Yorkshire Road Car Co
(1971)3 ALL E.R. 534, Annual Practice 1958, σελ. 381 κ.ε.). Σκοπός της Διαδικασίας Τριτοδιαδίκου είναι η αποφυγή πολλαπλότητας αγωγών, η αποφυγή εξόδων, η δέσμευση του τριτοδιάδικου με το αποτέλεσμα αγωγής μεταξύ ενάγοντος και εναγομένου και η δυνατότητα απόφασης επί του θέματος που σχετίζεται με τη διαδικασία τριτοδιάδικου αμέσως μετά την απόφαση στην αγωγή, για να μην είναι αναγκασμένος ο εναγόμενος να περιμένει να αποδείξει την αξίωσή του εναντίον του τριτοδιάδικου με άλλη αγωγή ενώ ο ενάγων θα έχει την ευκαιρία να εκτελέσει την απόφαση εναντίον του. Η αρχή αυτή διατυπώθηκε στη σημαντική για την εποχή απόφαση στην υπόθεση Barclays Bank v. Tom
(1923)1 K.B. 221 στη σελ. 226. Αυτή η αρχή ακολουθήθηκε αργότερα από την The Normar
(1968)1 ALL E.R. 753 και την Chatsworth Investments v. Amoco Ltd
(1968)3 ALL E.R. 357. Με αυτή τη νομική σκιαγράφηση της Διαδικασίας Τριτοδιαδίκου που βασίζεται στην αγγλική νομολογία, με την οποία συμφωνούμε, θα προσεγγίσουμε την υπό κρίση υπόθεση, για να δούμε τι έπραξε το πρωτόδικο Δικαστήριο. Μετά την άδεια που δόθηκε στην εφεσίβλητη για έναρξη της Διαδικασίας Τριτοδιαδίκου και την καταχώρηση σημειώματος εμφανίσεως από τον τριτοδιάδικο, το πρωτόδικο Δικαστήριο, κατόπιν αιτήσεως της εφεσίβλητης, εξέδωσε εκ συμφώνου τις οδηγίες που προαναφέραμε. Από τις οδηγίες αυτές προκύπτει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έδωσε ποτέ άδεια στον τριτοδιάδικο να υπερασπισθεί στην αγωγή μεταξύ εφεσείοντα και εφεσίβλητης και ορθά έπραξε. Εκτός του ότι τέτοιες οδηγίες ή άδεια δεν ζητήθηκε, δεν συνέτρεχε κανένας προς τούτο λόγος, γιατί ο τριτοδιάδικος δεν απεδέχθη ευθύνη να αποζημιώσει την εφεσίβλητη και η εφεσίβλητη ήταν απρόθυμη να υπερασπισθεί ή ο τριτοδιάδικος ήθελε να εγείρει θέματα που δεν τα ήγειρε η εφεσίβλητη στην υπεράσπισή της. Οι οδηγίες που δόθηκαν ήταν να παρουσιασθεί ο τριτοδιάδικος στην ακροαματική διαδικασία της αγωγής και να λάβει τέτοια διαβήματα ως το Δικαστήριο ήθελεν ορίσει. Με αυτές τις οδηγίες, που ορθά δόθηκαν, όπως προκύπτει από τη νομολογία που υιοθετήσαμε, ο τριτοδιάδικος ήταν ελεύθερος να αντεξετάσει τους μάρτυρες του εφεσείοντα επί του θέματος της ευθύνης όπως και το έπραξε, σύμφωνα με την προαναφερθείσα ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου. Μια τέτοια ενέργεια ή συμπεριφορά δεν κατάστησε τον τριτοδιάδικο εναγόμενο στην αγωγή, ούτε μπορεί να θεωρηθεί άδεια υπεράσπισης στην αγωγή, έστω και αν η αντεξέταση των μαρτύρων του εφεσείοντα από τον τριτοδιάδικο επεκτάθηκε και σε άλλα θέματα που ήταν έξω από τα επίδικα θέματα μεταξύ εφεσίβλητης και τριτοδιάδικου, που έπρεπε να αποφευχθούν. Το βάρος της απόδειξης της ευθύνης της εφεσίβλητης το έφερε ο εφεσείων και οποιαδήποτε μαρτυρία δόθηκε από πλευράς τριτοδιαδίκου έστω και αν προέκυψε από την αντεξέταση του δικηγόρου του εφεσείοντα, ήταν μαρτυρία που σχετιζόταν και περιοριζόταν στο θέμα της ευθύνης του τριτοδιάδικου έναντι της εφεσίβλητης για αποζημίωση ή συνεισφορά με βάση τη μεταξύ τους συμφωνία, που ήταν και το επίδικο θέμα στη χωριστή Διαδικασία Τριτοδιαδίκου και δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί όσο ευνοϊκή και αν ήταν για τον εφεσείοντα για να αποδείξει αυτός την υπόθεσή του στην αγωγή του εναντίον της εφεσίβλητης". Ο δικηγόρος της ενάγουσας εισηγήθηκε, ότι (α) το γεγονός ότι ο εναγόμενος 1 οδηγούσε στην δεξιά λωρίδα του δρόμου όταν από την δεξιά πλευρά του σταθμευμένου οχήματος RB859 υπήρχε ελεύθερος δρόμος πλάτους 5.60 μέτρα και το αυτοκίνητο του είναι πλάτους 1.60 μέτρα και άφησε στα δεξιά του οχήματος του ελεύθερο μέρος του δρόμου περί τα 2.30 ενώ μπορούσε να αφήσει περί τα τέσσερα
(4)μέτρα οδηγώντας έτσι στην δική του αριστερή λωρίδα, (β) ότι δεν έλαβε υπόψη την πιθανότητα να εισέλθει κάποιος από την πάροδο της Κουρίου, την οποία γνώριζε, στην κύρια οδό Σ. Χριστοδούλου, (γ) ότι δεν ελάττωσε ταχύτητα όταν πλησίαζε το σταθμευμένο όχημα RB 859 αν και το είδε από απόσταση 150 μέτρων περίπου, (δ) ότι δεν ήχησε την σειρήνα του οχήματός του για να προειδοποιήσει για την παρουσία του στη δεξιά λωρίδα του δρόμου και (ε) ότι ως είπε ο εναγόμενος 1 δεν κινήθηκε αριστερότερα μήπως ξεπροβάλει κάποιο παιδί πίσω από το σταθμευμένο όχημα, αποτελούν αμελείς πράξεις για τις οποίες το Δικαστήριο θα πρέπει να τον κρίνει υπεύθυνο για συντρέχουσα αμέλεια. Παρέπεμψε δε το Δικαστήριο στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κάττου ν. Δημητρίου
(1999)1 (Β) ΑΑΔ 1029, Μένοικου ν. Μαραθεύτη
(1992)1 ΑΑΔ 616, Μιλτιάδους ν. Χ¨Στεφάνου
(2000)1 (Γ) ΑΑΔ 1776 όσον αφορά την κατάληψη της δεξιάς λωρίδας του δρόμου από κάποιο οδηγό και την υπόθεση Ανδρέου ν. Γρηγορίου κ.α.
(1999)1 ΑΑΔ 58 όσον αφορά την ήχηση της σειρήνας. Στην υπόθεση Κάττου (ανωτέρω) ο οδηγός του οχήματος που κινείτο στον κύριο δρόμο οδηγούσε το όχημα του σαράντα
(40)εκατοστά από την άκρη της δεξιάς πλευράς του δρόμου, σύμφωνα με την πορεία του και έτσι ο οδηγός που βγήκε από την πάροδο χωρίς να σταματήσει και εισήλθε στον κύριο δρόμο με κλίση αριστερά και κατά σαράντα
(40)εκατοστά από την νοητή γραμμή της συμβολής των δύο οδών δεν είχε περιθώριο να κινηθεί αριστερότερα αφού το πλάτος του οχήματος του ήταν μεγαλύτερο από τα σαράντα
(40)εκατοστά του ελεύθερου δρόμου που άφησε ο οδηγός του κύριου δρόμου. Στην συγκεκριμένη υπό εξέταση περίπτωση, η σύγκρουση επήλθε στα 2.30 μέτρα από την άκρα της δεξιάς λωρίδας του δρόμου σε σχέση με την πορεία του εναγομένου
- Το πλάτος του δρόμου που έμεινε ελεύθερο χωρούσε άνετα το όχημα που οδηγούσε ο τριτοδιάδικος 2 αφού το πλάτος του οχήματός του είναι 1.50 μέτρα. Να λεχθεί ακόμη ότι όταν αφαιρέσουμε τα 2.30 μέτρα από τα 5.60 μέτρα που ήταν ο ελεύθερος δρόμος από τη δεξιά πλευρά του σταθμευμένου οχήματος RB859 παραμένουν 3.30 μέτρα. Αν απ΄ αυτά αφαιρέσουμε το πλάτος του οχήματος που οδηγούσε ο εναγόμενος 1, ήτοι 1.60 μέτρα παραμένουν 1.70 μέτρα. Εάν απ΄ αυτά αφαιρέσουμε και το πλάτος των εξωτερικών καθρεπτακιών, 15-20 εκατοστά το κάθε ένα, δηλαδή 15-20 εκατοστά το εξωτερικό καθρεπτάκι της δεξιάς πλευράς του σταθμευμένου οχήματος RB859, και 15-20 το εξωτερικό αριστερό καθρεπτάκι του TPW567, ήτοι σύνολο 30-40 εκατοστά τα δύο εξωτερικά καθρεπτάκια, παραμένει ελεύθερος δρόμος στην πορεία του εναγομένου 1 προς τα αριστερά του μεταξύ 1.30 μέτρα και 1.40 μέτρα. Αφού υπολογίσουμε και μια λογική απόσταση μεταξύ των καθρεπτακιών των οχημάτων για να μπορούν να κινούνται τα οχήματα χωρίς να συγκρουστούν καταλήγουμε ότι η πορεία που επέλεξε να οδηγήσει το όχημα του ο εναγόμενος 1 υπό τις περιστάσεις και το μέρος του δρόμου που άφησε από την αριστερή πλευρά του οχήματος του προς την δεξιά πλευρά του σταθμευμένου οχήματος RB859 ήταν λογική, αφού άφησε και από τα δεξιά του 2.30 μέτρα και χωρούσε να περάσει το όχημα του τριτοδιάδικου
- Θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν πρέπει να κρίνουμε μικροσκοπικά μια οδική συμπεριφορά αλλά στα πλαίσια των δεδομένων και συνθηκών της δεδομένης στιγμής. Επομένως δεν είναι ίδιες οι συνθήκες και περιστάσεις της υπόθεσης Κάττου (ανωτέρω) με την υπό εξέταση υπόθεση. Ούτε η υπόθεση Μενοίκου (ανωτέρω) είναι ίδια με την υπό εξέταση υπόθεση, τόσο σε σχέση με την διαμόρφωση του δρόμου όσο και σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης. Όπως δεν είναι ίδια η υπό εξέταση υπόθεση με την υπόθεση Μιλτιάδους (ανωτέρω). Στην περίπτωση που τώρα εξετάζει το Δικαστήριο κρίνω, με τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω, ότι ο εναγόμενος 1 δεν ήταν εύκολα δυνατό να οδηγήσει αριστερότερα το όχημα του υπό τις συνθήκες που αναφέρθηκαν. Εκτός αυτού όπως ανάφερα πιο πάνω και επαναλαμβάνω και τώρα ο τριτοδιάδικος 2 είχε την ευκαιρία και δυνατότητα να οδηγήσει το όχημα του αριστερότερα στην οδό Σ. Χριστοδούλου και να μην προκληθεί η σύγκρουση. Στην υπόθεση Παύλου ν. Παπακυπριανού
(2000)1 (Β) ΑΑΔ 974 λέχθηκε ότι έχει νομολογηθεί ότι το καθήκον για επιμελή οδήγηση δεν επεκτείνεται στην λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας άλλων οδηγών. Ο νουνεχής οδηγός μπορεί εύλογα να υποθέσει ότι όπως ο ίδιος έτσι και οι άλλοι οδηγοί θα εκπληρώσουν το καθήκον της επιμέλειας έναντι του ίδιου και άλλων οδηγών (βλ. Varnakides v. Police
(1969)2 CLR, Νικολαίδης κ.α. ν. Κλεοβούλου
(1992)1 ΑΑΔ 428 και Κυριάκου κ.α. ν. Κανάρη
(1997)1 ΑΑΔ 1436). Στην ίδια υπόθεση (Παύλου ανωτέρω) αναφέρθηκε ότι σε σχέση με τον οδηγό οχήματος που οδηγεί κατά μήκος κύριου δρόμου, έχει νομολογηθεί ότι, δεν χρειάζεται εκτός αν υπάρχουν συνθήκες τέτοιες που να προδιαθέτουν για ένα τέτοιο ενδεχόμενο, να προβλέψει ότι άλλος οδηγός θα μπει από πάροδο στον κύριο δρόμο χωρίς πρώτα να σταματήσει και να βεβαιωθεί ότι είναι ασφαλές να το πράξει (βλ. Vavnkides v. Papamichael and other
(1970)1 CLR 367 και Χατζηγιάννη ν. Κουμασή κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 150, 154). Δεν έχει καθήκον να λάβει εξαιρετικές προφυλάξεις εκτός εάν είχε οποιαδήποτε προειδοποίηση ή ένδειξη ότι άλλος οδηγός που χρησιμοποιεί το δρόμο θα εισέρχετο στον κύριο δρόμο από πάροδο χωρίς να σταματήσει στη συμβολή των δύο δρόμων και να βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλές να προχωρήσει (βλ. Τουλουπή ν. Λαμπασκή
(1997)1 ΑΑΔ 1172 και Σοφοκλέους ν. Χαριλάου
(1998)1 ΑΑΔ 1645). Στην ίδια υπόθεση (Παύλου) και πιο κάτω στην σελίδα 983 αναφέρεται ότι στην απουσία ένδειξης ότι ο άγνωστος οδηγός δεν θα σταματούσε στη συμβολή των δύο δρόμων ο εφεσείων δεν είχε υποχρέωση να ελαττώσει την ταχύτητα του. Καθώς έχει νομολογηθεί η ταχύτητα από μόνη της δεν είναι αρκετή για να οδηγήσει σε συμπέρασμα για αμέλεια (βλ. Demov v. Constantinou and another
(1979)1 CLR 21, Ioakim v. Soteriades
(1984)1 C.L.R. 175, Alexandrou v. Gamble
(1974)1 C.L.R. 5, Βρυωνίδης ν. Σωφρονίου
(1997)1 ΑΑΔ 1180 και Ξυπτερά ν. Κυπριανού
(1997)1 ΑΑΔ 1696). Έχει διαπιστωθεί επανειλημμένως σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι οδηγοί των οχημάτων που κατευθύνονται κατά μήκος της κύριας οδού έχουν προτεραιότητα και εύλογα μπορεί να αναμένουν ότι οι οδηγοί οχημάτων που προσεγγίζουν την κύρια οδό δεν θα παρεμβάλουν εμπόδια στην πορεία τους. Κάθε παρέμβαση στο δικαίωμα αυτό συνιστά παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας που βαρύνει τους οδηγούς αυτούς (βλ. υποθέσεις Christophorou v. Asproftas and others
(1998)1 CLR 441, Χριστοδούλου ν. Γρηγορίου
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 178, Ξυπτερά ν. Κυπριανού
(1997)1 ΑΑΔ 1696, Χριστοδούλου ν. Μπίλλυ
(1998)1 ΑΑΔ 164 και Παναγιώτου ν. Χατζιηγιάννη
(1994)1 ΑΑΔ 178). Επίσης ως έχει νομολογηθεί υποχρέωση για τήρηση της αριστερής πλευράς του δρόμου υπάρχει μόνο όταν το επιβάλλουν τα δικαιώματα άλλου προσώπου για την χρήση του ίδιου δρόμου όπως εκείνων που έρχονται από αντίθετη κατεύθυνση ή που επιθυμούν να προσπεράσουν το προπορευόμενο όχημα. Κατά τα άλλα η υποχρέωση του οδηγού είναι να κάμνει λογική χρήση του δρόμου χωρίς ειδικό περιορισμό ως προς την πλευρά στην οποία πρέπει να οδηγεί (βλ. Χριστοδούλου ν. Γρηγορίου
(1989)1 (Ε) ΑΑΔ 198). Στην συγκεκριμένη περίπτωση πέραν του γεγονότος ότι ο εναγόμενος 1 οδηγούσε με ταχύτητα 30-35χ.α.ω και επομένως με μικρή ταχύτητα, δεν υπήρχε οποιαδήποτε ένδειξη ότι έπρεπε να οδηγεί με ακόμη μικρότερη ταχύτητα. Η ύπαρξη του σταθμευμένου οχήματος RB859 στην αριστερή λωρίδα δεν υποδείκνυε χωρίς άλλη ένδειξη ότι έπρεπε να ελαττώσει ταχύτητα σε μικρότερη από την ήδη μικρή ταχύτητα. Όσον αφορά την μη ήχηση της σειρήνας, η παρούσα περίπτωση διαφέρει από την υπόθεση Ανδρέου ν. Γρηγορίου κ.α.
(1999)1 (Α) ΑΑΔ 58 καθ΄ ότι σε εκείνη την περίπτωση ο οδηγός επιχείρησε να προσπεράσει το σταθμευμένο όχημα σε κλειστή στροφή του δρόμου, του οποίου το πλάτος ήταν 5.50 μέτρα και από την στάθμευση του οχήματος αφήνετο ελεύθερος δρόμος 3.40 μέτρα και υπήρχε περιορισμένη ορατότητα. Γι΄ αυτούς τους λόγους καθίστατο αναγκαία η ήχηση της σειρήνας. Στην υπό κρίση υπόθεση, η προσπέραση του σταθμευμένου οχήματος επιχειρήθηκε από τον εναγόμενο σε δρόμο με πλάτος 7.20 μέτρα εκεί που ήταν σταθμευμένο το όχημα RB859 και 6.10 μέτρα εκεί που έγινε η σύγκρουση, με ορατότητα 150 μέτρων, αφήνετο περισσότερος ελεύθερος δρόμος από την δεξιά πλευρά του σταθμευμένου οχήματος RB859, ήτοι 5.60 μέτρα και το κυριότερο, από τα δεξιά του οχήματος του εναγομένου 1 υπήρχε ελεύθερος δρόμος περί τα 2.30 μέτρα και χωρούσε άνετα το όχημα του τριτοδιάδικου 2 το οποίο είναι πλάτους 1.50 μέτρα. Όσον αφορά την δικογραφημένη θέση των εναγομένων 1 και 2 ότι ευθύνη έχουν και οι τριτοδιάδικοι 1 κατ΄ ισχυρισμό ιδιοκτήτες του σταθμευμένου οχήματος RB859 πρέπει να πω ότι δεν προωθήθηκε με ειδική αναφορά σε τι συνιστάται η ευθύνη τους. Εκλαμβάνω ότι η θέση τους είναι ότι η ευθύνη των τριτοδιάδικων 1 προκύπτει από το γεγονός και μόνο ότι ήταν σταθμευμένο στο δρόμο. Δεν συνδέθηκε όμως εν πάσει περιπτώσει η ύπαρξη του σταθμευμένου οχήματος ως μέρος της γενεσιουργού αιτίας πρόκλησης του δυστυχήματος. Δηλαδή ότι ως εμπόδιο στο δρόμο ήταν μια από τις αιτίες σύγκρουσης των δύο πιο πάνω αναφερθέντων οχημάτων. Εδώ θα ήθελα να αναφέρω ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 δεν παρουσίασαν μαρτυρία ικανή να αποδείξει ότι ιδιοκτήτες του οχήματος RB859 ήταν οι τριτοδιάδικοι 1. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω και να αναλύσω κρίνω ότι ο τριτοδιάδικος 2 παρέβει το καθήκον επιμέλειας και φροντίδας έναντι των άλλων οδηγών και δη του εναγομένου 1, εισερχόμενος από την πάροδο Κουρίου, αριστερά στην κύρια οδό Σ. Χριστοδούλου όταν μπορούσε να έχει ορατότητα 150 μέτρα ενώ ήταν σε μικρή απόσταση από το όχημα του εναγομένου 1, χωρίς να σταματήσει στο ΑΛΤ της παρόδου Κουρίου, χωρίς να κοιτάξει, ελέγξει και παρατηρήσει αριστερά στην οδό Σ. Χριστοδούλου ότι δεν έρχετο άλλο όχημα και όταν δεν ήταν σίγουρος ότι μπορούσε να κινηθεί αριστερά χωρίς να προκαλέσει δυστύχημα. Μόνο τότε μπορούσε να προχωρήσει αριστερά στην οδό Σ. Χριστοδούλου όταν θα ήταν σίγουρος ότι δεν έρχετο άλλο όχημα και δεν υπήρχε κίνδυνος για πρόκληση σύγκρουσης. Επίσης υπήρχε ελεύθερος δρόμος 2.30 μέτρα και εάν το χρησιμοποιούσε ορθά και συνετά μπορούσε να οδηγήσει το όχημα σ΄ αυτόν χωρίς να προκαλέσει την σύγκρουση. Ως εκ τούτου κρίνεται αμελής. Ο εναγόμενος 1 που οδηγούσε στην οδό Σ. Χριστοδούλου με την μικρή ταχύτητα 30-35χ.α.ω ορθά οδήγησε το όχημα του δεξιότερα στην άλλη λωρίδα για να συνεχίσει την πορεία του αφού όταν το έπραττε τούτο, δεν υπήρχε άλλο όχημα να κινείται από απέναντι του και έκανε λογική χρήση του δρόμου και μάλιστα στα λογικά πλαίσια από το σταθμευμένο όχημα. Η μη επαναφορά του οχήματος του στην αριστερή πλευρά του δρόμου είναι δικαιολογημένη αφού το μπροστινό μέρος τους οχήματος RB859 εβρίσκετο περί τα 10 μέτρα από το σημείο σύγκρουσης Χ, το μήκος του οχήματος που οδηγούσε ο εναγόμενος 1 είναι 5.20 μέτρα και τα ίχνη τροχοπέδησης του οχήματος που οδηγούσε ο εναγόμενος 1 λιγότερο από τέσσερα
(4)μέτρα από το μπροστινό μέρος του σταθμευμένου οχήματος που καταδεικνύει ότι δεν μπορούσε να επαναφέρει ο εναγόμενος 1 το όχημα του στην αριστερή λωρίδα όταν εισήλθε ο τριτοδιάδικος 2 χωρίς να σταματήσει στο ΑΛΤ από την πάροδο Κουρίου στην κύρια οδό Σ. Χριστοδούλου. Εν τούτοις με την είσοδο του οχήματος που οδηγούσε ο τριτοδιάδικος 2 στην οδό Σ. Χριστοδούλου ο εναγόμενος 1 αντέδρασε αμέσως χρησιμοποιώντας τα φρένα του οχήματός του, αφήνοντας ίχνη τροχοπέδησης 2 και 2.50 μέτρα επί της ασφάλτου ως φαίνεται με τα γράμματα Β1 και Β2 επί των Τεκμηρίων 5 και
- Κρίνω ενόψει των πιο πάνω ότι αποκλειστική ευθύνη για το δυστύχημα έχει ο τριτοδιάδικος
- Καμία ευθύνη δεν έχει ο εναγόμενος 1, και κατ΄ επέκταση οι εναγόμενοι 2, για το δυστύχημα. Επομένως η ενάγουσα έχει αποτύχει να αποδείξει την υπόθεση της και υπόκειται σε απόρριψη. Όπως βέβαια σε απόρριψη υπόκειται και η απαίτηση των εναγομένων 1 και 2 για συνεισφορά του τριτοδιαδίκου
- Κατά συνέπεια η αγωγή της ενάγουσας εναντίον των εναγομένων 1 και 2 απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων 1 και 2 και εναντίον της ενάγουσας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η απαίτηση για συνεισφορά των εναγομένων 1 και 2 εναντίον του τριτοδιαδίκου 1 απορρίπτεται χωρίς έξοδα. Η απαίτηση για συνεισφορά των εναγομένων 1 και 2 εναντίον του τριτοδιαδίκου 2 έχει επιτύχει στην βασική τους θέση ότι για το δυστύχημα ευθύνεται ο τριτοδιάδικος
- Ως εκ τούτου, επιδικάζονται έξοδα στην διαδικασία τριτοδιαδίκου υπέρ των εναγομένων 1 και 2 και εναντίον του τριτοδιάδικου
- Εκεί που τα έξοδα είναι κοινά με την αγωγή της Ενάγουσας, να είναι ένα σετ εξόδων. Επίσης αφού οι εναγόμενοι 1 και 2 ήγειραν κοινή υπεράσπιση και αντιπροσωπεύθηκαν από τον ίδιο δικηγόρο θα υπάρχει ένας κατάλογος εξόδων. (Υπ.) ............ Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο