Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. THOMAS LIOBAY DEVELOPMENTS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 369/01, 31 Μαϊου 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:A89 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κληρίδη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 369/01 Μεταξύ: Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ., Εναγόντων και THOMAS LIOBAY DEVELOPMENTS LTD.,
- Ανδρέας Γ. Θωμά,
- Λοϊζος Γ. Θωμά, Εναγομένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 31 Μαϊου
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες: κ. Α. Ζαχαρίου Για τους Εναγόμενους: κ. Α. Μαθηκολώνης Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα αγωγή είναι μια από τις πολυάριθμες αγωγές οι οποίες εκκρεμούν και εκδικάζονται στο Δικαστήριο Λάρνακας-Αμμοχώστου και στις οποίες εγείρονται τα ίδια ή παρόμοια επίδικα θέματα. Πρόκειται για περιπτώσεις στις οποίες ο ενάγων χρηματοδοτικός οργανισμός διεκδικεί την απόδοση σ΄ αυτόν χρηματικών και άλλων θεραπειών επικαλούμενος παράβαση όρων συναφθείσας συμφωνίας ενοικιαγοράς, ενώ οι εναγόμενοι αντιτείνουν ότι η συμφωνία ήταν εικονική και συνιστούσε μια παράνομη δανειοδότηση. Πιο συγκεκριμένα, η συναφθείσα συμφωνία ενοικιαγοράς αναφερόταν στην ενοικίαση με δικαίωμα αγοράς διάφορων ειδών ξενοδοχειακού εξοπλισμού που περιγράφονται στην ΄Εκθεση Απαίτησης. Η εναγόμενη 1 είναι ιδιοκτήτρια 19 ξενοδοχειακών διαμερισμάτων στο Παραλίμνι γνωστών σαν Laromme Hotel Apartments και με την συμφωνία παραχωρήθηκε σ΄ αυτήν χρηματοδότηση ύψους £300.000 με την ρηθείσα συμφωνία ημερ. 4.10.99 και με τις εγγυήσεις και υποθήκη ακινήτου που δόθηκαν από άλλους εναγομένους. Σύμφωνα με την ενάγουσα, η εναγομένη 1 δεν κατέβαλε συμφωνηθέντα ενοίκια με αποτέλεσμα η ενάγουσα να τερματίσει τη συμφωνία και να απαιτεί το χρεωστικό υπόλοιπο εκ £162.703.20 πλέον τόκους, την επιστροφή των ενοικιαγορασθέντων αντικειμένων, εκποίηση της υποθήκης και συναφείς θεραπείες. Σε μια εκτεταμένη ΄Εκθεση Υπεράσπισης οι εναγόμενοι προτάσσουν σειρά από λόγους για τους οποίους ισχυρίζονται ότι η επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς δεν αποτελεί έγκυρη, εφαρμόσιμη και/ή πραγματική συμφωνία ενοικιαγοράς. Αυτοί οι λόγοι μπορούν να συνοψισθούν στους ακόλουθους: Επειδή οι ενάγοντες δεν ήσαν ή κατέστησαν ποτέ ιδιοκτήτες των αντικειμένων ή συμφώνησαν να τα ενοικιάσουν προς την εναγομένη
- Επειδή ο σκοπός της σύναψης της συμφωνίας ήταν η χρηματοδότηση της εναγομένης 1 για την αγορά αξιών στο Χ.Α.Κ. Επειδή η επίδικη συμφωνία ήταν εικονική αφού οι συμβαλλόμενοι ουδέποτε είχαν την πρόθεση και βούληση να καταρτίσουν πραγματική συμφωνία ενοικιαγοράς. Επειδή η επίδικη συμφωνία είναι παράνομη αφού αντίκειται προς τη δημόσια πολιτική της Κεντρικής Τράπεζας και σκοπούσε στην χρέωση τόκων με επιτόκιο που υπερέβαινε το υπό το νόμο προβλεπόμενο ανώτατο όριο. Περαιτέρω, στην Υπεράσπιση παρατίθενται με πολύ πιο αναλυτικό τρόπο επιμέρους λόγοι που καθάπτονται της εγκυρότητας της συμφωνίας, οι οποίοι είτε συνδέονται με τους ήδη παρατεθέντες λόγους ή είναι απότοκο τούτων, ή οι οποίοι δεν προωθήθηκαν κατά την ακρόαση της αγωγής. Συνεπείς δε προς τις πιο πάνω θέσεις τους, οι εναγόμενοι εγείρουν Ανταπαίτηση με την οποία διεκδικούν διάφορες, δηλωτικής φύσεως θεραπείες με τις οποίες να αναγνωρίζεται η ακυρότητα της επίδικης συμφωνίας και να διατάσσεται η ακύρωση της. Για την απόδειξη της Απαίτησης της η ενάγουσα παρουσίασε δύο μάρτυρες. Τον ΜΕ1 κ. Ε. Μεστιτζή, υπεύθυνο Λάρνακας Παρακολούθησης Λογαριασμών και Συμβολαίων και Διαχείρισης Επισφαλών Λογαριασμών και τον κ. Ν. Σοφοκλέους ο οποίος υπηρετούσε σαν Διευθυντής του γραφείου Λάρνακας των εναγόντων. Σύμφωνα με τον ΜΕ1 οι εναγόμενοι προσήλθαν στο κατάστημα των εναγόντων στη Λάρνακα κατά ή περί τον Σεπτέμβριο 1999 και ζήτησαν χρηματοδότηση πέριξ των £300.000 επειδή είχαν ανάγκη από χρήματα. Τους εξηγήθηκε ότι ο Οργανισμός ασχολείται με ενοικιαγορές και θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει περιουσία τους με ανάλογες εξασφαλίσεις. Επειδή η εναγομένη 1 είναι ιδιοκτήτρια των τουριστικών διαμερισμάτων Laromme Hotel Apartments, ζήτησε όπως προβεί σε ενοικιαγορά των επίπλων και εξοπλισμού των διαμερισμάτων αφού τα πωλήσει πρώτα προς τους ενάγοντες. Οι εναγόμενοι ετοίμασαν κατάλογο των προσφερομένων αντικειμένων και επειδή οι ενάγοντες γνώριζαν ότι οι εναγομένοι ήσαν αξιόχρεοι και διέθεταν ικανή ακίνητη περιουσία προς εξασφάλιση, προχώρησαν χωρίς έλεγχο των αντικειμένων. Η εναγόμενη 1 με τη συνεργασία των εναγομένων 2 και 3 διευθυντών της, πήραν αυτά τα χρήματα αλλά τελικά παρέβηκαν τη συμφωνία ενοικιαγοράς, η οποία παρουσιάζει χρεωστικό υπόλοιπο £185.630.56, περιλαμβανομένων των δικαιωμάτων ενοικιαγοράς. Ο ίδιος μάρτυρας παρουσίασε στο Δικαστήριο αριθμό εγγράφων που σχετίζονται με την πιο πάνω συναλλαγή και τα υπόλοιπα λογαριασμού, τα οποία έγγραφα σημειώθηκαν σαν τεκμήρια και στα οποία θα αναφερθώ λεπτομερώς εκεί όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο. Αντεξεταζόμενος ο ΜΕ1 διευκρίνισε ότι ο ίδιος δεν ήταν παρών κατά την επίσκεψη των εναγομένων ή την σύναψη του συμβολαίου και πληροφορήθηκε τις λεπτομέρειες από τον κ. Ν. Σοφοκλέους, τότε διευθυντή του γραφείου. Στη δική του μαρτυρία, ο κ. Ν. Σοφοκλέους (ΜΕ2) επανέλαβε με ταυτόσημο τρόπο τα όσα είχε καταθέσει και ο ΜΕ
- Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι εκ πείρας έκριναν ότι τα υπό χρηματοδότηση αντικείμενα δεν ήσαν ικανοποιητικής αξίας, γι΄ αυτό και απαίτησαν οι ενάγοντες από τους εναγομένους, όπως παράσχουν πρόσθετες εξασφαλίσεις με υποθήκες ακινήτων. Ακολούθησε δε η ετοιμασία εκτίμησης της αξίας των ακινήτων. ΄Οπως διευκρίνισε ο μάρτυρας, στον Οργανισμό πώλησε τα αντικείμενα η εναγομένη 1 εταιρεία σαν κάτοχος τους, για να τα χρηματοδοτήσει ο Οργανισμός. Ο μάρτυρας δέχθηκε επίσης ότι ακολούθησε η σύναψη ακόμα δύο συμβάσεων ενοικιαγοράς μεταξύ των διαδίκων η μια από τις οποίες έγινε στις 8.11.99 και η άλλη στις 8.5.00 γι΄ ακόμα £100.00 και £170.000 χρηματοδότηση αντίστοιχα. Σύμφωνα πάντα με τον ΜΕ2, ο ίδιος δεν γνωρίζει κατά πόσο το χρηματοδοτηθέντα ποσά κατατέθηκαν σε λογαριασμό των εναγομένων για να γίνουν επενδύσεις στο Χ.Α.Κ., αλλά, όπως πρόσθεσε, τα χρήματα θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για οποιονδήποτε σκοπό. Πληροφορήθηκε αργότερα από τους εναγομένους ότι αυτοί πρόσφεραν προς περαιτέρω εξασφάλιση των εναγόντων αριθμό μετοχών, οι οποίες και πράγματι ενεχυριάστηκαν γι΄ αυτό τον σκοπό. Σε άλλα σημεία από την εκτενή αντεξέταση του ΜΕ2 θα αναφερθώ αργότερα, εκεί όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο. Από της δικής τους πλευράς οι εναγόμενοι κάλεσαν σαν μάρτυρα, τον κ. Κυριάκο Γεωργίου - λογιστή (ΜΥ1) ο οποίος και ετοίμασε μελέτη ως προς το ετήσιο ποσοστό επιβάρυνσης σε συμφωνία ενοικιαγοράς, όπως η επίδικη για ποσό £300.
- Υπολόγισε το ποσοστό αυτό με δύο μεθόδους: Εάν οι πληρωμές λογίζονταν πρώτα για αποπληρωμή των τόκων και μετά του κεφαλαίου, τότε το ποσοστό επιβάρυνσης είναι 14,19%. Εάν οι πληρωμές λογίζονταν πρώτα έναντι του κεφαλαίου και στο τέλος εξοφλούνταν οι κεφαλαιοποιηθέντες τόκοι, τότε το ποσοστό επιβάρυνσης είναι 15,3%. Στη δική του μαρτυρία ο εναγόμενος 3 και διευθυντής της εναγομένης 1 ΜΥ2 Λοϊζος Θωμά, αναφέρθηκε εκτενώς στα γεγονότα που συνθέτουν τα επίδικα θέματα, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται ότι είχαν εξελιχθεί. Εκείνος και ο αδελφός του - εναγόμενος 2 αποτάθηκαν όπως είπε στη διάρκεια της φρενίτιδας για αγορά μετοχών κατά το 1999 στη Λαϊκή Τράπεζα για να εξασφαλίσουν δάνειο για αγορά μετοχών ύψους £300.
- Επισκέφθηκαν την Τράπεζα όπου τους λέχθηκε ότι μπορούσε να εξετασθεί το αίτημα τους αν είχαν ικανοποιητική ακίνητη περιουσία προς εξασφάλιση. Παρουσίασαν τίτλους ακινήτων, η Τράπεζα προέβηκε σε εκτιμήσεις της αξίας τους και τελικά τους λέχθηκε ότι όλα ήσαν εντάξει αλλά το δάνειο θα το έπαιρναν από τον ενάγοντα Οργανισμό με τον οποίο συνεννοήθηκαν, επειδή η Τράπεζα είχε περιορισμένη ρευστότητα και υφίστατο έλεγχο από την Κεντρική Τράπεζα. Επισκέφθηκαν τότε αυθημερόν τους ενάγοντες όπου τους λέχθηκε να συγκεκριμενοποιήσουν σε κατάλογο που θα ετοίμαζαν, αντικείμενα και εξοπλισμό που θα πρόσφεραν για ενοικιαγορά και δεν τους πείραζε το ότι τα υπάρχοντα αντικείμενα ήταν αξίας πολύ χαμηλότερης του χρηματοδοτουμένου ποσού των £300.000 δεδομένου ότι η χρηματοδότηση θα εξασφαλιζόταν με υποθήκη ακινήτου. Οι εναγόμενοι ετοίμασαν τον κατάλογο και έδωσαν στους ενάγοντες λευκά επιστολόχαρτα με την επωνυμία των τουριστικών διαμερισμάτων και ακολούθως προχώρησαν στην εγγραφή της υποθήκης. Μετά επέστρεψαν στα γραφεία του Οργανισμού και εκεί υπόγραψαν έγγραφα που ετοίμασαν οι ενάγοντες, περιλαμβανομένου τιμολογίου που είχαν οι ίδιοι οι ενάγοντες δακτυλογραφήσει στα λευκά επιστολόχαρτα των διαμερισμάτων των εναγομένων. Αργότερα, σε άλλη ημερομηνία, οι εναγόμενοι ειδοποιήθηκαν και προσήλθαν στα γραφεία των εναγόντων όπου ήταν έτοιμη η παραχώρηση των χρημάτων. Εκεί τους λέχθηκε ότι μέρος του ποσού με το οποίο θα εδανειοδοτούντο θα χρησιμοποιείτο για εξόφληση καθυστερημένων δόσεων σε άλλα συμβόλαια ενώ το ποσό των £280.000 θα κατετίθετο σε επενδυτικό λογαριασμό που με οδηγίες των εναγόντων ανοίχθηκε στην Λαϊκή Τράπεζα αφού οι επενδύσεις στο Χ.Α.Κ. θα γίνονταν μέσω της Λαϊκής Επενδυτικής. Αντεξεταζόμενος, ο μάρτυρας συμφώνησε ότι τα χρηματοδοτηθέντα αντικείμενα είναι υπαρκτά, ότι υπογράφηκε το επίδικο συμβόλαιο και ότι οι εναγόμενοι πήραν και χρησιμοποίησαν το ποσό των £300.
- Ερωτηθείς γιατί τότε αρνούνται οι εναγόμενοι να πληρώσουν το υπόλοιπο, ο μάρτυρας απάντησε πως ο λόγος είναι ότι τα χρήματα εκείνα τα χρησιμοποίησαν, όπως γνώριζαν οι ενάγοντες για επενδύσεις στο Χ.Α.Κ., έπεσαν οι τιμές των μετοχών και καταστράφηκαν οι εναγόμενοι και ο δικηγόρος τους συμβούλευσε να μη πληρώσουν. Ερωτηθείς περαιτέρω κατά πόσο είχε καμμιά διαφωνία με τον τρόπο που διατέθηκαν τα χρήματα, ο μάρτυρας απόλυτα απάντησε «Καμμία». Συνοψίζοντας τη θέση των εναγομένων, ο εναγόμενος 3 ανάφερε ότι ενώ τα χρηματοδοτηθέντα αντικείμενα ήσαν υπαρκτά, και οι υπογραφείσες δηλώσεις πραγματικές, εν τούτοις η συναλλαγή ήταν εικονική εφόσον τα χρησιμοποιηθέντα αντικείμενα καθόλου δεν είχαν τέτοια αξία ώστε να αποφέρουν χρηματοδότηση ύψους £300.
- Στη δική του μαρτυρία, ο εναγόμενος 2 και διευθυντής της εναγομένης 1 κ. Α. Θωμά (ΜΥ3) επανέλαβε ουσιαστικά τα όσα πρόβαλε στο Δικαστήριο και ο αδελφός του εναγόμενος
- Παρουσίασε δε σαν τεκμήρια καταστάσεις που τους παρέσχαν οι ενάγοντες από τις οποίες εμφαίνεται η χρησιμοποίηση μέρους του ποσού της επίδικης σύμβασης για εξόφληση καθυστερημένων δόσεων σε δύο άλλα συμβόλαια καθώς και καταστάσεις από τις οποίες φαίνεται η χρησιμοποίηση του χρηματοδοτηθέντος ποσού για επενδύσεις σε μετοχές μέσω λογαριασμού που ανοίχθηκε στη Λαϊκή Τράπεζα. Αντίγραφα όλων των εγκυκλίων που εκδόθηκαν από την Κεντρική Τράπεζα Κύπρου κατά την περίοδο 1999-2000 και απευθύνονταν προς τις εμπορικές τράπεζες παρουσίασε στο Δικαστήριο ο ΜΥ4 Γ. Ιωάννου του Τμήματος Ελέγχου Τραπεζών της Κεντρικής Τράπεζας. Παρουσίασε επίσης ετήσια στοιχεία για τις διακυμάνσεις των ποσών δανεισμού που είχε παράσχει ο ΄Ομιλος Λαϊκής Τράπεζας μεταξύ 1997-2004, προσθέτοντας ότι κατά το 1999 είχε επιβληθεί στη Λαϊκή Τράπεζα από την Κεντρική, ποινή προστίμου για υπέρβαση του ανώτατου επιτρεπόμενου ορίου δανεισμού. Για το 2000 είχε επιβληθεί στην Λαϊκή Τράπεζα ποινή προστίμου για παράβαση προνοιών των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας σε σχέση με την αγορά μετοχών. Ο λειτουργός στη Μονάδα Επενδυτικών Χορηγήσεων της Λαϊκής Τράπεζας κ. Κυριάκος Αναστασιάδης κλήθηκε επίσης από την πλευρά των εναγομένων (ΜΥ5) και παρουσίασε σαν τεκμήρια έγγραφα τα οποία αφορούν στο άνοιγμα επενδυτικού λογαριασμού της εναγομένης 1 με την Λαϊκή, πληρεξούσιο διενέργειας χρηματιστηριακών συναλλαγών προς την Λαϊκή Επενδυτική καθώς επίσης και αντίγραφα των καταστάσεων διακίνησης τραπεζικού λογαριασμού της εναγομένης 1 και αγοράς-πώλησης μετοχών. Ο λειτουργός στο Τμήμα Συναλλαγών του Χ.Α.Κ. κ. Μ. Χατζημάρκου (ΜΥ6) παρουσίασε στο Δικαστήριο αντίγραφα καταστάσεων που δείχνουν την καθημερινή τιμή κλεισίματος των μετοχών από 1.9.1999-24.11.06 για έξι συγκεκριμένες εταιρείες. Η κα Κατερίνα Λίλη του Τμήματος Επισφαλών Λογαριασμών της Λαϊκής Τράπεζας (ΜΥ7) κατέθεσε στοιχεία ως προς το άνοιγμα και τη διακίνηση λογαριασμού δανείου της εταιρείας A.G. Thomas & Brothers Estates Ltd. ΄Εγγραφα ως προς υποθήκες τις οποίες παρέσχε η ίδια εταιρεία προς εξασφάλιση της Λαϊκής Τράπεζας, παρουσίασε στο Δικαστήριο η ΜΥ8 Φλώρα Γεωργίου, βοηθός Κτηματολογικός Λειτουργός στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου. Η ΜΥ9 κα Χρύσω Κονή του Γραφείου Επιθεωρητών Αμμοχώστου του Κ.Ο.Τ. παρέσχε στοιχεία και έγγραφα που αφορούν στις αιτήσεις, εγκρίσεις και άδειες που παραχωρήθηκαν στα τουριστικά διαμερίσματα των εναγομένων Laromme Hotel Apartments στο Παραλίμνι καθώς επίσης και τους Κανονισμούς με βάση τους οποίους απαιτείται η ύπαρξη σε διαμερίσματα της ίδιας κατάταξης με αυτής των διαμερισμάτων των εναγομένων κάποιου συγκεκριμένου μίνιμουμ εξοπλισμού. Ο ΜΥ10 Α. Ξιναρής, ιδιοκτήτης εργοστασίου επίπλων από το 1967, είχε εξοπλίσει τα τουριστικά διαμερίσματα Laromme με τα αναγκαία έπιπλα για τα 19 διαμερίσματα γύρω στο
- Το κόστος της επίπλωσης ανερχόταν, απ΄ ότι ενθυμείτο, χωρίς να έχει στοιχεία, σε περίπου £19.000, για το σύνολο των κινητών επίπλων δηλαδή σαλονάκια, υπνοδωμάτια, τραπεζαρίες κλπ. Κατά την περίοδο 1999-2000 σύμφωνα πάντα με τον μάρτυρα, η αγορά ενός τέτοιου εξοπλισμού θα στοίχιζε περίπου το ίδιο με μια διαφορά τιμής κατά £150-200 μεγαλύτερη κατά διαμέρισμα, ενώ σήμερα θα στοίχιζε περί τις £1.500 κατά διαμέρισμα. ΄Οπως υπολόγισε ο μάρτυρας, κατά το 1999 τα έπιπλα του Laromme, μετά από 13 χρονών χρήση θα άξιζαν περίπου το μισό της τιμής κτήσης τους, αν βέβαια βρισκόταν κάποιος να τα αγοράσει. Οι εναγομένοι σαν μέρος της υπόθεσης τους παρουσίασαν επίσης τη μαρτυρία του Επιμετρητή Ποσοτήτων και Εκτιμητή Δομικών ΄Εργων κ. Χρ. Μονογιού (ΜΥ11). Ο μάρτυρας ετοίμασε έκθεση ως προς τα αντικείμενα που περιλαμβάνονταν στους καταλόγους με τον εξοπλισμό του Laromme που χρησιμοποιήθηκαν για χρηματοδότηση και έδωσε την εκτίμηση του ως προς την αξία τους. Αξία η οποία σε σχέση με τα εδώ επίδικα θέματα, αποκλείεται να ανερχόταν εν πάση περιπτώσει σε £300.000, ενώ κατά την επίσκεψη του στα τουριστικά αυτά διαμερίσματα κατά τον Νοέμβριο 2006, διάφορα πράγματα που αναφέρονταν στον κατάλογο δεν υπήρχαν όπως π.χ. «βιολογικός σταθμός πισίνας», όργανα γυμναστικής κλπ. Ο τελευταίος μάρτυρας των εναγομένων κ. Π. Βοντιτσιάνος (ΜΥ12) ο οποίος ασχολείται με την κατασκευή ιδιωτικών πισίνων προέβηκε σε κάποιες παρατηρήσεις επί συγκεκριμένων αντικειμένων που εμφανίζονταν στους καταλόγους χρηματοδοτηθέντων αντικειμένων και σχετίζονται με πισίνα. ΄Οτι π.χ. δεν υπάρχει βιολογικός σταθμός για καθαρισμό πισίνας και επομένως ούτε μηχανήματα για τέτοιο σκοπό, όπως αυτά αναφέρονται στους καταλόγους. Αγορεύοντας για τους εναγομένους ο κ. Μαθηκολώνης υπέβαλε ότι η επίδικη συμφωνία ήταν παράνομη για διάφορους λόγους όπως: α. Επειδή επρόκειτο για εικονική συμφωνία ενοικιαγοράς που αποσκοπούσε στην παραβίαση της περί Τόκου Νομοθεσίας με την χρέωση κεφαλαιοποιημένων τόκων υπό μορφή δικαιωμάτων ενοικιαγοράς, υπερβαίνοντας το εξ 9% ανώτατο επιτρεπόμενο όριο, που ίσχυε τότε. β. Επειδή η όλη συναλλαγή προωθήθηκε και καταρτίστηκε από τους ενάγοντες για παράνομο σκοπό, δηλαδή την παραβίαση των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας. γ. Επειδή μέσω της συμφωνίας οι ενάγοντες επέβαλαν στους εναγομένους όρους επαχθείς, ανήθικους και αντίθετους με τη δημόσια πολιτική. Για να υποστηρίξει τις πιο πάνω θέσεις του, ο συνήγορος των εναγομένων επικαλέστηκε σημεία της δοθείσας μαρτυρίας και νομικές αρχές που πηγάζουν από τη νομολογία και αυθεντίες στις οποίες και παρέπεμψε. Στη δική του αγόρευση, ο συνήγορος των εναγόντων υπέβαλε ότι επρόκειτο περί μιας καθ΄ όλα τυπικά και ουσιαστικά νόμιμης συμφωνίας ενοικιαγοράς. Και αν ακόμα είχε παραβιασθεί η περί Τόκου νομοθεσία, ένα τέτοιο εύρημα δεν συνεπάγεται ακυρότητα της όλης συναλλαγής παρά μόνο δεν επιδικάζονται οι καθ΄ υπέρβαση χρεωθέντες τόκοι. Σε περίπτωση δε κατά την οποία το Δικαστήριο συμφωνήσει με τη θέση των εναγομένων ως προς την αληθή φύση της συναλλαγής, εν πάση περιπτώσει οι ενάγοντες δικαιούνται στις εναλλακτικές θεραπείες αποκατάστασης , με την επιστροφή των χρημάτων που παραχώρησαν στους εναγομένους. Ο συνήγορος των εναγόντων επίσης παρέπεμψε σε σχετική επί των θεμάτων νομολογία και αυθεντίες για να υποστηρίξει τις θέσεις του, τις οποίες και βάσισε στη δοθείσα μαρτυρία. Στα κύρια σημεία των εκτενών αγορεύσεων των συνηγόρων θα αναφερθώ αργότερα, εκεί όπου αυτό κρίνεται σκόπιμο. ΄Οπως διαπιστώνεται από το σύνολο των στοιχείων που απασχόλησαν κατά τη δίκη, δύο είναι τα κύρια επίδικα θέματα που θα πρέπει να διαγνωσθούν στην παρούσα Απόφαση: Ποιά είναι η πραγματική φύση της επίδικης σύμβασης. Κατά πόσο η επίδικη σύμβαση ήταν εικονική και ψεύτικη. Κατά πόσο η επίδικη σύμβαση είναι παράνομη επειδή αντιβαίνει προς τη νομοθεσία, τις Εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας ή τη δημόσια πολιτική. Αναφορικά με τη νομική πτυχή του θέματα τούτου, παρατηρώ τα εξής: Κατ΄ αρχήν, ως προς το βάρος της απόδειξης των γεγονότων που συνθέτουν το θέμα της γνησιότητας και/ή εγκυρότητας της επίδικης συμφωνίας, αυτό το θέμα έχει ξεκαθαρίσει με παλαιότερες αλλά και με πρόσφατες αποφάσεις του Εφετείου. Παραπέμπω σχετικά στην πρόσφατη απόφαση Ανδρούλλα Κωνσταντίνου κ.άλλου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ[1]. Επιβεβαιώνοντας προηγούμενη νομολογία, το Εφετείο, παρέθεσε και τις ακόλουθες αρχές οι οποίες τυγχάνουν εφαρμογής σε τέτοιας φύσεως υποθέσεις: α. Ο χρηματοδοτικός οργανισμός έχει το βάρος να αποδείξει την έγκυρη κατάρτιση της ενοικιαγοράς σύμφωνα με το Νόμο. β. Για τον πιο πάνω σκοπό ο οργανισμός οφείλει να αποδείξει τη γραπτή σύμβαση και τις περιστάσεις υπογραφής της, σύμβαση η οποία αναφέρεται σε αντικείμενα υπαρκτά και τα οποία ο μισθωτής δηλώνει ότι τα παράλαβε και βρίσκονταν σε καλή κατάσταση. γ. Δεν είναι η υποχρέωση του οργανισμού να καλέσει σαν μάρτυρες πρόσωπα για να αποδείξει ότι τα αντικείμενα ήσαν πράγματι υπαρκτά, όπως τους προμηθευτές των αντικειμένων και άλλους για να αντικρούσουν τον ισχυρισμό του μισθωτή περί εικονικότητας τους. Ο ισχυρισμός αυτός, εγειρόμενος από τον μισθωτή, θέτει σ΄ αυτόν και το ανάλογο βάρος να το αποδείξει. (Βλπ. επίσης T.J.S. Enterprises Ltd κ.ά ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ.[2] και Barclays Bank Plc. κ.ά. ν. J.G.L. (Constr.) Ltd κ.ά.[3]. Ως προς την εισήγηση εκ μέρους των εναγομένων σύμφωνα με την οποία η ανυπαρξία Εμπόρου καθάπτεται της εγκυρότητας της επίδικης συμφωνίας ή συνηγορεί υπέρ της διάγνωσης εικονικότητας της συναλλαγής, και αυτό το θέμα απαντάται από την προαναφερθείσα απόφαση στην Πολ. ΄Εφεση
- Τόσο σε εκείνη την περίπτωση, όσο και εδώ, δεν παρενεβλήθη στη συναλλαγή ενοικιαγοράς έμπορος ο οποίος πωλούσε τα αντικείμενα και το σχετικό μέρος της σύμβασης που αναφέρεται στη «Δήλωση Εμπόρου» παρέμεινε κενό. Το Εφετείο απέρριψε εισήγηση ότι και αυτό το γεγονός έτεινε να αποδείξει την εικονικότητα-ακύρωση της συναλλαγής, επιβεβαιώνοντας ότι μια σύμβαση ενοικιαγοράς δεν πρέπει υποχρεωτικά να είναι τριμερής, περιλαμβάνουσα έμπορο, χρηματοδότη και μισθωτή. Η ύπαρξη και του εμπόρου, όπως τονίστηκε, υποδηλώνει απλώς το σύνηθες, πλην όμως δεν αποκλείεται τα αντικείμενα να ανήκουν αρχικά στον ίδιο τον ενοικιαγοραστή. ΄Οπως εξάλλου είχε επιβεβαιωθεί και στην προηγούμενη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Κωνσταντίνου κ.ά.[4], δεν υπάρχει οτιδήποτε που να εμποδίζει ιδιοκτήτη π.χ. οχήματος από του να το πωλήσει σε χρηματοδοτικό 11 οργανισμό, να εισπράξει το τίμημα και να το επιστρέψει με δόσεις. Και νοουμένου ότι η πώληση είναι γνήσια και όχι πλασματική, απολήγει ισχυρή η σύμβαση ενοικιαγοράς που την ακολουθεί, όσο και αν ο στόχος ήταν, σε τελική ανάλυση, ο δανεισμός χρημάτων με ασφάλεια το αντικείμενο της πώλησης - ενοικιαγοράς (βλπ. επίσης Eastern Distributors Ltd ν. Goldring[5], Kingsley v. Sterling Industrial Securities Ltd[6]). Πολύ χρήσιμες με το υπό εξέταση θέμα είναι επίσης και οι αναφορές που γίνονται στο σύγγραμμα The Law of Hire Purchase[7] στο οποίο παρέπεμψε ο συνήγορος των εναγομένων. ΄Οπως εκεί διευκρινίζεται, παρ΄όλον ότι οι «διευκολυντικές συναλλαγές» του τύπου «πώληση και ενοικίαση πίσω» πρέπει να αποφεύγονται από εταιρείες χρηματοδότησης, αυτό δεν σημαίνει ότι μια γνησία αγορά αντικειμένων από ένα ιδιοκτήτη συνοδευόμενη από μια γνήσια και ανεξάρτητη ενοικίαση πίσω των ίδιων αντικειμένων, αντιβαίνει τη νομοθεσία. Σε τέτοιες περιπτώσεις, όπως προστίθεται, δεν έχει σημασία ότι ο ενοικιαστής στην πραγματικότητα επιθυμεί να εξασφαλίσει δάνειο, νοουμένου ότι η συναλλαγή γίνεται μέσω μιας πραγματικής πώλησης και μιας αληθινής ενοικίασης. Σχετικοί δε παράγοντες οι οποίοι συνήθως δημιουργούν υποψία στα Δικαστήρια είναι και οι ακόλουθοι: Το ότι ο αγοραστής τυγχάνει δανειστής χρημάτων. Η έκδηλη ή σημαντική διαφορά μεταξύ της πραγματικής αξίας των αντικειμένων και του ποσού που παραχωρείται με την εξασφάλιση τους. Η ύπαρξη ασυνήθιστων όρων εναντίον του ενοικιαγοραστή. Η ακριβής απεικόνιση της συναλλαγής μέσα από τα καταρτισθέντα έγγραφα. Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στα γεγονότα της παρούσας αγωγής, που συνθέτουν ή περιβάλλουν το θέμα της πραγματικής φύσης της επίδικης συναλλαγής, παρατηρώ τα εξής: Αποδέχομαι κατ΄ αρχήν πλήρως την εκδοχή που προβλήθηκε από πλευράς των εναγομένων, σύμφωνα με την οποία επιζητούσαν δανειοδότηση και επισκέφθηκαν πρώτα τα γραφεία της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ, η οποία και επιλήφθηκε το αιτήματος τους και ζήτησε την ετοιμασία ΄Εκθεσης Εκτίμησης ως προς ακίνητη περιουσία των εναγομένων που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί προς εξασφάλιση. Αυτό δεν έτυχε διάψευσης από τους ενάγοντες και επιβεβαιώνεται από την ίδια την ΄Εκθεση Εκτίμηση των κ.κ. Αντ. Λοϊζου & Συνεργάτες ημ. 2.9.99 (Τεκμήριο 10) η οποία δεν απευθύνεται προς τους ενάγοντες αλλά προς «Διευθυντή Λαϊκής Τράπεζας Λτδ ΜΕΕ Κεντρικού Ταμία Λάρνακα - Δια προσ. κ. Στέλλα Χατζημιτσή». Επίσης αποδέχομαι ότι αργότερα η Λαϊκή Τράπεζα δεν παρέσχε οποιανδήποτε δανειοδότηση στους εναγομένους αλλά τους παρέπεμψε για χρηματοδότηση μέσω ενοικιαγοράς στην ενάγουσα εταιρεία η οποία ανήκει στον ίδιο όμιλο εταιρειών. Εκεί, ζητήθηκε από τους εναγομένους να ετοιμάσουν και υποβάλουν κατάλογο των επίπλων και εξοπλισμού που διέθεταν στα τουριστικά τους διαμερίσματα «Laromme» για να χρησιμοποιηθούν για ενοικιαγορά. Να τα αγοράσει δηλαδή η ενάγουσα καταβάλλοντας το ποσό των £300.000 στους εναγομένους οι οποίοι θα συνέχιζαν να είχαν την κατοχή και χρήση τους καταβάλλοντας στην ενάγουσα συμφωνηθέν ενοίκιο και με δικαίωμα αγοράς τους με την εξόφληση όλων των τμηματικών πληρωμών. Αποδέχομαι επίσης τη μαρτυρία των ΜΕ1 και ο ΜΕ2 σύμφωνα με την οποία από το είδος και τη φύση των αντικειμένων που προσφέρθηκαν από τους εναγομένους, εκ πείρας αντιλήφθηκαν ότι η αξία τους δεν ήταν ικανή να εξασφαλίσει την πράξη της ενοικιαγοράς και για τούτο απαίτησαν όπως δοθεί και περαιτέρω εξασφάλιση με την υποθήκευση ακινήτου ικανής αξίας, πράγμα που έγινε. Το ότι πράγματι η αξία των ενοικιαγορασθέντων αντικειμένων δεν ανταποκρινόταν προς το ποσό που θα παραχωρείτο σε αντάλλαγμα στους εναγομένους, επιβεβαιώνεται και από τη μαρτυρία και των δικών τους μαρτύρων, σύνοψη της οποίας έχω παραθέσει προηγουμένως. Βέβαια από τη μαρτυρία εκείνων των μαρτύρων δεν μπορεί να εξαχθεί κανένα ακριβές συμπέρασμα ως προς την πραγματική αξία των αντικειμένων κατά τον ουσιώδη χρόνο σύναψης της σύμβασης. ΄Ολες όμως οι ενδείξεις από τη μαρτυρία εκείνη είναι ότι η πραγματική αξία των αντικειμένων ήταν πράγματι σημαντικά χαμηλώτερη από το ποσό που παρέσχε η ενάγουσα για την αγορά τους. Το ασφαλές συμπέρασμα το οποίο εξάγεται είναι ότι η Λαϊκή Τράπεζα στην οποία αρχικά απευθύνθηκε η εναγομένη 1 για δανειοδότηση ύψους £300.000, αρνήθηκε να της παραχωρήσει το ζητούμενο δάνειο. Την παρέπεμψε στην ενάγουσα εταιρεία στην οποία αμέσως απευθύνθηκε η εναγομένη 1 και με την οποία συνήψε την επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς. Καμιά πίεση δεν ασκήθηκε, καμιά επιρροή δεν χρησιμοποιήθηκε για να πεισθεί η εναγομένη 1 να χρησιμοποιήσει τον εναλλακτικό εκείνο τρόπο χρηματοδότησης, με βάση υπαρκτά αντικείμενα. Πού έγκειται λοιπόν η παρανομία; Αυτή η συμφωνία αντίκειτο προς τις πρόνοιες των Εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας με τις οποίες ετίθεντο περιορισμοί στα κεφάλαια με τα οποία μπορούσαν να δανειοδοτήσουν οι τράπεζες ή στις δανειοδοτήσεις για σκοπούς επενδύσεων στο Χ.Α.Κ; (Βλπ. Εγκύκλιοι - Τεκμ.16). Καμιά εγκύκλιος δεν φαίνεται να έχει παραβιασθεί για τους ακόλουθους λόγους. α. Η Εγκύκλιος 11.1.1999 προς τις Τράπεζες μιλά απλά για τεθέντα στόχο επέκτασης των τραπεζικών πιστώσεων προς τον ιδιωτικό τομέα ο οποίος θα έπρεπε να ήταν της τάξης του 10% κατά το
- β. Με την Εγκύκλιο ημερ. 6.5.1999 παρατίθενται τα όρια δανείων και χορηγήσεων που θα ισχύουν, μεταξύ άλλων, για τη Λαϊκή Τράπεζα και προστίθεται ότι «...τυχόν υπερβάσεις τεθέντων τριμηνιαίων στόχων, θα αντιμετωπίζονται με βάση τους κανονισμούς που διέπουν την καταβολή τόκου επί των υπολοίπων στο Λογαριασμό Κατωτάτων Αποθεμάτων που διατηρείτε με την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ...». γ. Με την Εγκύκλιο ημερ. 12.5.1999 αναθεωρήθηκε η καταβολή τόκων από την Κεντρική Τράπεζα στους Λογαριασμούς Κατωτάτων Αποθεμάτων που διατηρούν οι Τράπεζες με την Κεντρική Τράπεζα και ουσιαστικά τιμωρείται κάθε τράπεζα που υπερβαίνει το ανώτατο πιστωτικό όριο που είχε καθορίσει γι΄ αυτήν η Κεντρική Τράπεζα με δραστική μείωση των τόκων που θα εδικαιούτο στο λογαριασμό της που τηρεί στην Κεντρική Τράπεζα. δ. Με την Εγκύκλιο ημερ. 12.7.1999 η Κεντρική Τράπεζα αναφέρεται σε αύξηση που παρατηρήθηκε στις πιστωτικές διευκολύνσεις γι΄ απόκτηση μετοχών στο Χ.Α.Κ. και καλεί τις Τράπεζες «.να περιορίσουν τα δάνεια αυτά, να αυξήσουν το ποσοστό περιθωρίου ασφάλειας (margin) και να υποδεικνύουν στους πελάτες τους όλους τους σχετικούς κινδύνους ...». Υπό το φως του περιεχομένου των πιο πάνω εγκυκλίων, τίθεται το ερώτημα πώς παραβιάστηκαν εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας με την σύναψη της επίδικης συμφωνίας. Κατ΄ αρχήν το μόνο συμπέρασμα το οποίο εξάγεται από τις πιο πάνω εγκυκλίους είναι ότι τέθηκαν κάποιοι περιορισμοί στα ανώτατα επιτρεπόμενα πιστωτικά όρια για κάθε τράπεζα και τυχόν υπέρβαση τους δεν ισοδυναμούσε με παρανομία αλλά συνεπαγόταν κυρώσεις εναντίον της τράπεζας με αποκοπή τόκων στους οποίους εδικαιούτο από την Κεντρική Τράπεζα. Αυτά δε ίσχυαν για κάθε μορφής πιστώσεις που παρέχονταν από τις τράπεζες. Ειδικότερα όσον αφορούσε σε παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων για απόκτηση μετοχών δεν απαγορεύτηκε μια τέτοια παροχή, παρά μόνο γενικά και αόριστα κλήθηκαν οι Τράπεζες να τα περιορίσουν και να αυξάνουν το ποσοστό περιθωρίου ασφάλειας τους. Είναι βέβαια γεγονός ότι η Κεντρική Τράπεζα με την επόμενη Εγκύκλιο της ημερ. 12.10.1999 προς όλες τις Τράπεζες ανέφερε ότι ανέμενε τώρα πως οι Τράπεζες δεν θα προσέφεραν πλέον σε νέους πελάτες ειδικούς λογαριασμούς για σκοπούς επενδύσεων και τελικά με την Εγκύκλιο της ημερ. 24.11.1999 ζητούσε καθαρά από τις Τράπεζες όπως μη προβαίνουν στην παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων όταν γνωρίζουν ή εύλογα υποψιάζονται ότι αυτές θα χρησιμοποιηθούν για αγορά μετοχών. ΄Ομως σε σχέση με αυτά, και αν ακόμα οι τελευταίες αυτές δύο εγκύκλιοι εκληφθούν ότι απαγόρευαν πλέον καθαρά την παραχώρηση πιστώσεων για αγορά μετοχών και πάλιν καθόλου δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η σύναψη της επίδικης συναλλαγής παραβίασε την απαγόρευση αφού η επίδικη συναλλαγή είχε γίνει στις 4.10.1999, δηλαδή προγενέστερα από την έκδοση των εγκυκλίων εκείνων που φέρουν ημερομηνία 12.10.1000 και 24.11.1999 αντίστοιχα. Κανένας δεν μπορεί να κατηγορηθεί ότι παρανόμησε παραβιάζοντας μια απαγόρευση, η οποία δεν τελούσε σε ισχύ όταν αυτός προέβαινε στην πράξη που του καταλογίζεται σαν παράνομη ή και σαν αντιβαίνουσα προς τη δημόσια πολιτική. Είναι όμως και το άλλο σημαντικό. Εάν κάποιος μπορούσε να θεωρηθεί ότι παρανόμησε παραβιάζοντας εγκυκλίους ή απαγορεύσεις της Κεντρικής Τράπεζας ή ότι καταστρατηγούσε τη δημόσια πολιτική που χαράσσεται από την Κεντρική Τράπεζα, αυτός δεν θα μπορούσε να είναι άλλος από την ίδια τη Λαϊκή Τράπεζα, η οποία όμως στην παρούσα περίπτωση, αρνήθηκε να προβεί στη σύναψη συμφωνίας δανειοδότησης, προφανώς λόγω περιορισμών στα όρια της και η οποία ούτε η ίδια, ούτε ο ευρύτερος ΄Ομιλος στον οποίο ανήκει, είναι διάδικος. Εκείνος που τελικά συνήψε την επίδικη συμφωνία ήταν ο ενάγων χρηματοδοτικός οργανισμός, ο οποίος όμως δεν είναι «τράπεζα» και δεν υπόκειται στους προαναφερθέντες περιορισμούς της Κεντρικής Τράπεζας. Τα πιο πάνω ισχύουν κατ΄ ανάλογο τρόπο και με τις εισηγήσεις των εναγομένων που αναφέρονται σε παρανομία λόγω υπέρβασης του ανωτάτου ορίου επιτοκίου που ήταν τότε 9% με βάση τις πρόνοιες του περί Τόκου Νόμου αρ. 2/79 που καταργήθηκε με το Νόμο αρ. 60(Ι)/99 από την 1.1.
- Σίγουρα δεν είχε εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση. Εδώ επρόκειτο περί συμφωνίας ενοικιαγοράς στην οποία επιβάλλονται «δικαιώματα» και όχι συμφωνία δανείου όπου επιβάλλεται «τόκος» μέσα στην έννοια της καταργηθείσας προαναφερθείσας νομοθεσίας. Βλπ. Αντωνιάδου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ[8]. Εξ΄ άλλου και αν εκαταστρατηγείτο η τότε ισχύουσα νομοθεσία ως προς το ανώτατο επιτόκιο, αυτό το γεγονός δεν θα καθιστούσε την σύμβαση παράνομη, παρά μόνο δεν θα επέτρεπε την χρέωση και είσπραξη του καθ΄ υπέρβαση τόκου. Νεοφύτου ν. Κυριακίδη[9], Τσιακλίδης ν. Τραπέζης Κύπρου Λτδ.[10] Επομένως, το μόνο ερώτημα που πρέπει να εξετασθεί έγκειται στο κατά πόσο η επίδικη συναλλαγή ήταν μια πραγματική σύμβαση ενοικιαγοράς ή αντίθετα μια ψεύτικη συμφωνία συγκεκαλυμμένης δανειοδότησης. ΄Εχω παραθέσει προηγουμένως τις βασικές νομολογιακές αρχές οι οποίες διέπουν το θέμα. Με βάση εκείνες τις αρχές, αδυνατώ πραγματικά να καταλήξω σε συμπέρασμα ότι η επίδικη συναλλαγή ενοικιαγορά ήταν είτε στους τύπους είτε στην ουσία πλασματική και ψεύτικη. Και τα αντικείμενα στα οποία η σύμβαση αναφερόταν ήταν υπαρκτά με βάση στοιχεία τα οποία έδωσαν οι ίδιοι οι εναγόμενοι ότι τους ανήκαν και πλήρης ταύτιση βούλησης ως προς τη φύση και το αντικείμενο της συναλλαγής ενυπήρχε μεταξύ των συμβαλλομένων. Δεν έχω αμφιβολία βέβαια ότι οι εναγόμενοι χρησιμοποίησαν εκείνη τη μέθοδο χρηματοδότησης υστερόβουλα και με τη γνώση των εναγόντων, για να επιτύχουν την εξασφάλιση χρημάτων που ήταν ο πρώτος και ο απώτερος σκοπός τους. ΄Ομως για την κατάρτιση και την υλοποίηση της συναλλαγής τηρήθησαν όλες οι νόμιμες διαδικασίες που προβλέπονταν από τη σχετική νομοθεσία και καμιά αρχή του περί Συμβάσεων νόμου είχε παραβιασθεί. Και τα αντικείμενα ήσαν υπαρκτά και κάποιας σημαντικής αξίας. Το εάν η ενάγουσα για να αποδεχθεί να χρηματοδοτήσει τη συναλλαγή με ποσό που δεν βεβαιώθηκε πως ήταν τουλάχιστο ισάξιο της αξίας των αντικειμένων που αγόραζε, δεν είναι γεγονός το οποίο μιαίνει τη συναλλαγή ούτε αλλοιώνει τη φύση της το ότι για εξασφάλιση της καταβολής των ενοικίων η ενάγουσα ζήτησε και πήρε περαιτέρω εξασφαλίσεις. Οι δε επαχθείς όροι της συναλλαγής, όπως τους αποκαλούν οι εναγόμενοι, δεν είναι τίποτε άλλο παρά τα συνήθη δικαιώματα τα οποία χρεώνονται σε ενοικιαγορές και τα οποία χωρίς κανένα αθέμιτο εξαναγκασμό ευχαρίστως φαίνεται να είχαν αποδεχθεί οι εναγόμενοι. ΄Ολα αυτά καταδεικνύουν την σύμπτωση βούλησης των συμβαλλομένων να αξιοποιήσουν τις παρεχόμενες από τη νομοθεσία διαδικασίες σαν εναλλακτικές της δανειοδότησης λύσεις. Και δεν μπορεί αργότερα ο ένας από τους συμβαλλόμενους, ο οποίος επωφελήθηκε από αυτή τη σύμπραξη να επικαλείται παρανομία και πλασματικότητα για να μη επιστρέψει τα χρήματα που πήρε και χρησιμοποίησε επειδή οι οικονομικοί του σχεδιασμοί απέτυχαν. ΄Αλλη μπορεί να ήταν η περίπτωση εάν τα υπό ενοικιαγορά τεθέντα αντικείμενα ήσαν ανύπαρκτα ή τελείως ευτελούς αξίας. Ως προς τον τρόπο με τον οποίο μπορεί κάποτε να ενεργούν οργανισμοί χρηματοδότησης και τη λεπτή διαφορά μεταξύ δανείου και ενοικιαγοράς πολύ χρήσιμο είναι πιστεύω το ακόλουθο απόσπασμα από την Αγγλική απόφαση Olds Discount Co. Ltd. v. John Playfair Ltd.[11] ".On the other hand, the defendants say that in fact there was no such sale at all that this so-called sale was merely a sham, and that this transaction was merely a method of borrowing money by Messrs Brights from the plaintiffs, and that therefore, the plaintiffs were moneylenders, and, not being registered as such, they cannot recover the money. There is something to be said for that argument, but what one has to remember - and I think that this might be said of almost all bodies which finance hire-purchase agreements (and they are very numerous at the present time) - is that their real function is the lending of money and it must necessarily be so. Although that may be the object and the intention for which they exist, the question is not with what object they employ their money, but the method they have of employing it. If the method employed constitutes a sale, then the transaction is not only the lending of the money but also a purchase of the goods, even although it is only for the purpose oflending money that it is being done in that way. Therefore it seems to me that the question to be decided in this case is whether the plaintiffs have succeeded, by means of the form they adopted, in making a real, though technical, purchase of the goods, or whether they have merely had a security on the goods, the goods always remaining the property of Messrs Bright´s Furniture Depositories, and never having passed to Messrs Olds Discount Co Ltd. .." ´Oπως πολύ σωστά εντοπίζεται στην πιο πάνω απόφαση, εάν η μέθοδος που ακολουθήθηκε από χρηματοδοτικό οργανισμό συνιστά πώληση, τότε η συναλλαγή δεν αποτελείται μόνο από το δανεισμό χρημάτων αλλά και την αγορά αντικειμένων, έστω και αν ο μόνος σκοπός για τον οποίο η συναλλαγή έγινε κατ΄ εκείνο τον τρόπο δεν ήταν άλλος παρά ο δανεισμός χρημάτων. Ακόμα δηλαδή και αν οι συμβαλλόμενοι τεχνηέντως χρησιμοποίησαν τη μέθοδο ενοικιαγοράς για να επιτύχουν το σκοπό τους, που δεν είναι άλλος παρά η χρηματοδότηση, δεν επηρεάζεται η φύση της συναλλαγής ενόσω σ΄ αυτήν εμπλέκεται και συμφωνηθείσα αγορά υπαρκτών αντικειμένων. ΄Ενα άλλο θέμα που απασχόλησε ήταν το γεγονός ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία των εναγομένων, το ποσό το οποίο εξασφαλίστηκε από την επίδικη συναλλαγή, χρησιμοποιήθηκε όπως προοριζόταν για την αγορά μετοχών, γεγονός το οποίο καταδεικνύει πτυχή παρανομίας αφού απαγορευόταν τότε η δανειοδότηση για σκοπούς αγοράς μετοχών. ΄Ενας τέτοιος ισχυρισμός δεν μπορεί παρά να πέσει στο κενό για αριθμό λόγων όπως είναι: α. Κατά τον ουσιώδη χρόνο σύναψης της σύμβασης δεν υπήρχε καμιά απαγόρευση δανειοδότησης για αγορά μετοχών. β. Η απαγόρευση που αργότερα τέθηκε αφορούσε μόνο τράπεζες ελεγχόμενες από την Κεντρική Τράπεζα και όχι την ενάγουσα. γ. Η τυχόν υπέρβαση του πιστωτικού ορίου από τράπεζες, δεν συνεπαγόταν ακυρότητα συγκεκριμένων συναλλαγών λόγω παρανομίας ή καταστρατήγησης δημόσιας πολιτικής, παρά μόνο όπως είναι και η δοθείσα μαρτυρία, εξέθετε την καθ΄ υπέρβαση τράπεζα σε επιβολή κυρώσεων. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν συμφωνώ ότι η επίδικη σύμβαση μιαίνεται από παρανομία ή από άλλο επιλήψιμο λόγο που επηρεάζει την εγκυρότητα της και καταλήγω ότι πρόκειται για μια ισχυρή νομικά σύμβαση ενοικιαγοράς, την οποία συνήψαν οι εναγόμενοι σαν ενοικιαγοραστές και εγγυητές και της οποίας παρέβηκαν ουσιώδεις όρους με την μη πληρωμή των συμφωνηθέντων ποσών. Θεωρώ δε αχρείαστο να ασχοληθώ με άλλα, παρεμφερή θέματα που απασχόλησαν κατά τη δίκη καθώς και με όγκο άλλης μαρτυρίας η οποία εξίσου αχρείαστα είχε προσκομιστεί. Το ύψος των διεκδικούμενων υπολοίπων οφειλής λόγω καθυστερημένων πληρωμών και οι άλλες διεκδικήσεις της ενάγουσας δεν έχουν αμφισβητηθεί και έχουν αποδειχθεί ικανοποιητικά μέσω της μαρτυρίας των Μ.Ε.1 Ε.Μεστιτζή και Μ.Ε.2 Ν.Σοφοκλέους καθώς και των καταστάσεων λογαριασμού - μέρους του Τεκμηρίου
- Γι΄ αυτούς τους λόγους, στην Απαίτηση η ενάγουσα δικαιούται σε απόφαση ως η Απαίτηση ενώ η Ανταπαίτηση αποτυγχάνει και θα πρέπει να απορριφθεί. Εκδίδεται απόφαση εναντίον των εναγομένων αλληλέγγυα και/ή προσωπικά ως η παρα. 8(Δ) και 8(Η) του αιτητικού της ΄Εκθεσης Απαίτησης και επιπρόσθετα, εκδίδονται εναντίον της εναγομένης 1 εταιρείας Διατάγματα ως αι παρα. 8(Α) και 8(Β). Επιδικάζονται επίσης υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων τα έξοδα της Απαίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων όπως επίσης θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................................ Κ.Κληρίδης Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΚΣ [1] Πολ. ΄Εφεση αρ. 12211 ημ. 8.9.06 [2] Πολ. ΄Εφεση 11538 ημ. 20.1.05 [3]
(2000)1 ΑΑΔ 1726 [4]
(2001)1 ΑΑΔ 1432 στη σελ. 1437 [5]
(1957)2 All E.R. 524 [6]
(1966)2 All E.R. 413 [7] A.G. Guest, The Law of Hire Purchase 1966 para.120-121 [8]
(2003)1 Α.Α.Δ. 530 [9]
(1999)2 Α.Α.Δ. 299 [10] Πολ.Εφ.11616, ημερ. 14.6.05 [11] [1938] 3 All E.R. 275 at p.281 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο