ΒΙΟΛΕΤΑΣ ΚΑΦΟΥΡΙΔΗ ν. ΘΕΟΦΑΝΙΑΣ ΧΑΤΖΗΤΤΟΦΗ κ.α., Αρ. Αγωγής: 879/97, 1.6.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:A91 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Τ. Θ. Οικονόμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 879/97 Μεταξύ: ΒΙΟΛΕΤΑΣ ΚΑΦΟΥΡΙΔΗ Ενάγουσας -και-
- ΘΕΟΦΑΝΙΑΣ ΧΑΤΖΗΤΤΟΦΗ 2.(α) ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΡΕΣΙΟΥ (β) ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ, υπό την ιδιότητα τους ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Κωστάκη Καρεσίου. Εναγομένων Μονομερής Αίτηση για ενδιάμεσο διάταγμα ημερ. 29.5.
- Ημερομηνία: 1.6.
- Εμφανίσεις: Για ενάγουσα-αιτήτρια: Ο κ. Λουκαϊδης (για ν΄ ακούσει απόφαση για κο Ποιητή) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα-αιτήτρια απαιτεί £100.000,- ως δάνειο. Είναι η θέση της ότι σε διάφορες ημερομηνίες από το 2003 παρεχώρησε ως δάνειο από κοινού στην εναγόμενη 1 και στον Κωστάκη Καρεσίου, αποβιώσαντα πλέον, διάφορα ποσά που συμποσούνται σε £100.000,- με υπόσχεση τους ότι θα τα επέστρεφαν εντός τριών ετών. Η ενάγουσα ζητά τώρα την έκδοση ενδιαμέσου διατάγματος με το οποίο να εμποδίζονται οι διαχειριστές της περιουσίας του εν λόγω αποβιώσαντος να μεταβιβάσουν κλπ ένα συγκεκριμένο κτήμα. Η αίτηση έγινε μονομερώς. Το δικαστήριο ζήτησε να ακούσει επιχειρηματολογία προς υποστήριξη της αίτησης θέτοντας τα εξής θέματα: Λαμβάνοντας υπόψη ότι η αίτηση στρέφεται εναντίον των διαχειριστών σε συνάρτηση με απαίτηση εναντίον της περιουσίας αποβιώσαντος, τέθηκε το ερώτημα, σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32[1] του Ν.14/60, κατά πόσο θα έπρεπε για σκοπούς της αξιολόγησης της «πιθανότητας επιτυχίας» να αποκαλυφθούν στοιχεία που να συσχετίζονται με ό,τι απαιτούν οι πρόνοιες του Άρθρου 7 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9.[2] Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση υπεδείχθη από το Δικαστήριο ότι η αιτήτρια αναφέρεται σε πληροφορίες για πρόθεση αποξένωσης χωρίς να αποκαλύπτει την πηγή και σε κίνδυνο ανεπανόρθωτης ζημίας χωρίς περαιτέρω εξήγηση. Τέλος υπεδείχθη ότι η αιτήτρια αναφέρεται στο ότι το ζήτημα είναι «εξαιρετικά επείγον» χωρίς περαιτέρω αναφορά. Επιχειρηματολογώντας ο ευπαίδευτος δικηγόρος της αιτήτριας, εισηγήθηκε, με αναφορά σε πρόσφατη απόφαση του αδελφού δικαστή Κ. Κληρίδη, Π.Ε.Δ., στην αγωγή αρ. 2907/06, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας[3] ότι σ΄ αυτό το στάδιο δεν εξετάζονται λεπτά νομικά σημεία ή ζήτημα αξιοπιστίας. Εισηγήθηκε επίσης ότι δεν είναι τώρα η κατάλληλη ώρα να εξεταστεί το ζήτημα της ενισχυμένης μαρτυρίας. Για τον κίνδυνο αποξένωσης, είπε, εκείνο που μετρά είναι η πιθανότητα αποξένωσης. Είναι ορθή βέβαια η εισήγηση ότι σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο δεν διαγιγνώσκει την ουσία της αγωγής, αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης και δεν εξετάζει αμφισβητούμενα γεγονότα πέραν του ό,τι είναι αναγκαίο για τους περιορισμένους σκοπούς της διαδικασίας για προσωρινό διάταγμα. Ο περιορισμένος δε σκοπός της παρούσας διαδικασίας συνίσταται στη διαπίστωση κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Ν.14/60.[4] Όμως το ερώτημα ετέθη ακριβώς σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32, δηλαδή την ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία. Όπως εξηγείται στην Odysseos ν. A. Pieris Estates Ltd κ.α.
(1982)1 C.L.R. 557, αυτή η προϋπόθεση συσχετίζεται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα, οπότε το Δικαστήριο οφείλει να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης εκείνου του διάδικου που ζητά ενδιάμεσο διάταγμα. Το απαιτούμενο βέβαια επίπεδο δεν είναι πολύ ψηλό. Ό,τι απαιτείται είναι να καταδειχθεί πιθανότητα επιτυχίας, δηλαδή κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων», που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. Παρά λοιπόν την παραδεγμένη ως άνω αρχή ότι το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε θέματα ουσίας, είναι εξίσου σαφές ότι οφείλει να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της μαρτυρίας που διαθέτει ο αιτητής, για τους συγκεκριμένους περιορισμένους σκοπούς και έχοντας κατά νου το συγκεκριμένο περιορισμένο επίπεδο. Εν προκειμένω η αιτήτρια αναφέρει, ως άνω, ότι εδάνειζε την εναγόμενη 1 και τον Καρεσίου ποσά σε διάφορες ημερομηνίες. Δεν έχει παρουσιάσει οποιοδήποτε έγγραφο που να προέρχεται από τους κατ΄ ισχυρισμό οφειλέτες. Έχει επισυνάψει μόνο στοιχεία από δικούς της λογαριασμούς που δείχνουν ότι προέβαινε σε αναλήψεις χρημάτων από την τράπεζα. Σ΄ αυτά τα στοιχεία, ας σημειωθεί, περιλαμβάνονται μεταφορές χρημάτων ή αναλήψεις που προηγούνται ή προηγούνται κατά πολύ του 2003, χρόνου που θέτει η αιτήτρια ως αρχή των επίδικων συναλλαγών. Δεν θα προχωρήσω όμως σε αξιολόγηση της μαρτυρίας σ΄ αυτήν την βάση. Εκείνο που έχει σημασία είναι το ερώτημα κατά πόσο ενόψει των προνοιών του Άρθρου 7 του Κεφ. 9, η προϋπόθεση περί πιθανότητας επιτυχίας, επιβάλλει στον αιτητή να αποκαλύψει κατά πόσο έχει ενισχυτική μαρτυρία ή κατά πόσο υπάρχουν τέτοια περιστατικά που να μην απαιτείται ενισχυτική μαρτυρία. Θεωρώ ότι η απάντηση πρέπει να είναι καταφατική εφόσον διαφορετικά το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αξιολογήσει την «πιθανότητα επιτυχίας». Η ύπαρξη ενισχυτικής μαρτυρίας ή περιστατικών που να την καθιστούν αχρείαστη με την έννοια που εξηγείται στο Άρθρο 7 δεν συσχετίζεται μόνο με την πιθανότητα να επιτύχει η απαίτηση, αλλά και με αυτή τούτη τη βασιμότητα της απαίτησης, όπως προκύπτει από τις πρόνοιες του Άρθρου 7. Έτσι θα μπορούσε να λεχθεί ότι η αποκάλυψη των εν λόγω δεδομένων συναρτάται και με την πρώτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 περί στοιχειοθέτησης συζητήσιμης υπόθεσης («σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση»). Εν προκειμένω η αιτήτρια επικαλείται μόνο το δικό της λόγο. Τα στοιχεία που περαιτέρω παρουσίασε δεν έχουν την έννοια ενισχυτικής μαρτυρίας. Πέραν τούτου έχει αναφέρει ότι «επιφυλάσσεται να παρουσιάσει και άλλες αποδείξεις». Θα έπρεπε όμως και μάλιστα στα πλαίσια μονομερούς αίτησης, να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη οποιωνδήποτε ουσιωδών στοιχείων που είναι σχετικά με τις αναγκαίες προϋποθέσεις προς έκδοση διατάγματος. Ως εκ των άνω, η αιτήτρια δεν έχει καταδείξει ότι η απαίτηση της εναντίον των διαχειριστών έχει «πιθανότητα επιτυχίας». Πέραν τούτου: Η αιτήτρια, ως άνω, αναφέρεται σε πληροφορίες για πρόθεση αποξένωσης χωρίς να αποκαλύπτει την πηγή, ενώ όταν ένας ενόρκως δηλών επικαλείται πληροφορίες οφείλει να αποκαλύψει την πηγή και να δώσει τους λόγους επί των οποίων στηρίζεται η πεποίθηση του επί των πληροφοριών. (Δ.39 κ.2 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, ΤΕΚΜΑ Ε.Π.Ε. v. «ΠΗΓΑΣΟΣ»
(2004)1 Α.Α.Δ. 1491). Έχει βέβαια όντως νομολογηθεί ότι δεν είναι αναγκαία η προσαγωγή μαρτυρίας για πρόθεση αποξένωσης και ότι εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης.[5] Όπως όμως εξηγεί ο δικαστής Γ. Νικολάου στην MARKETRENDS (CAPITAL MARKET) LTD v. ΓΕΩΡΓΙΟΥ
(2002)1 Α.Α.Δ. 1759, η δυνατότητα έκδοσης συντηρητικού διατάγματος σε σχέση με περιουσία που δεν αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής «πρέπει να ασκείται με φειδώ, όχι ως μέτρο γενικής εξασφάλισης ενάγοντα που βρίσκεται αντιμέτωπος με τη μη πληρωμή χρέους.» Την ίδια αρχή επαναλαμβάνει ο ίδιος δικαστής στην SPIDERTRADE CO. FINANCE LTD v. ΧΑΤΖΗΓΑΒΡΙΗΛ
(2003)1 Α.Α.Δ. 121, όπου εξηγεί ότι η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος για περιουσία η οποία δεν αποτελεί αντικείμενο της αγωγής δεν δικαιολογείται παρά μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις, «ήτοι σε εκείνες όπου καταδεικνύεται ότι ισχυρή αιτία αγωγής θα παρέμενε χωρίς αντίκρισμα λόγω άμεσου, απτού κινδύνου απομάκρυνσης περιουσιακών στοιχείων στο εξωτερικό προς παρεμπόδιση ικανοποίησης της αναμενόμενης απόφασης στην αγωγή». Στην MARKETRENTS αναφέρθηκε στις περιστάσεις άμεσου κίνδυνου απομάκρυνσης περιουσιακών στοιχείων στο εξωτερικό ως «κλασσικό παράδειγμα της εξαίρεσης». Σημείωσε στη συνέχεια την απροθυμία του Ανωτάτου Δικαστηρίου να αποφανθεί ότι αυτές οι περιπτώσεις εξαντλούν τις δυνατότητες αλλά θεώρησε ότι δεν ήταν ανάγκη να προβούν σε εξαντλητική αναφορά. Ενώ στην SPIDERTRADE το Ανώτατο Δικαστήριο με την ίδια σύνθεση θέτει, ως άνω, το θέμα πιο περιορισμένα. Έχει επίσης λεχθεί στην SPIDERTRADE ότι ένας ενάγοντας δεν πρέπει να αναμένει από το δικαστήριο την εξασφάλιση του λαβείν του μέσα από την διαδικασία για συντηρητικό διάταγμα, για την οποία εξασφάλιση δεν μερίμνησε ο ίδιος εκ των προτέρων. Εν προκειμένω η ενάγουσα επιδιώκει τη δέσμευση περιουσίας η οποία δεν είναι το αντικείμενο της αγωγής, οπότε εφαρμογή θα είχε το Άρθρο 4 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Προς τούτο δε, επικαλείται ως άνω αδιευκρίνιστες πηγές για τον κίνδυνο αποξένωσης στον οποίο αναφέρεται γενικόλογα όπως γενικόλογη είναι και η αναφορά της στο ενδεχόμενο ανεπανόρθωτης ζημίας. Οι αναφορές της αυτές είναι πιο γενικές και από τους ισχυρισμούς του ενάγοντα στην υπόθεση RESOLA (CYPRUS) LTD v. ΧΡΙΣΤΟΥ
(1998)1 Α.Α.Δ. 598[6] οι οποίοι χαρακτηρίστηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο ως αφεαυτών αόριστοι. Λαμβανομένου δε υπόψη και του ότι τέθηκαν χωρίς να αποκαλύπτεται η πηγή των πληροφοριών, κρίθηκε ότι θα έπρεπε να αγνοηθούν. Το ίδιο πρέπει να γίνει και εν προκειμένω. Με τα όσα αναφέρει η αιτήτρια δεν καταδεικνύονται περιστάσεις ώστε να δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος, έστω και αν δούμε το θέμα υπό την κάπως ευρύτερη σκοπιά της MARKETRENTS. Οπότε δεν στοιχειοθετείται ούτε η τρίτη προϋπόθεση. Αλλά αόριστος είναι και ο ισχυρισμός περί «εξαιρετικά επείγοντος» ζητήματος. Η αναφορά και μόνο ότι το ζήτημα είναι εξαιρετικά επείγον δεν συνιστά παρά αξιολογική κρίση. Γεγονότα δεν παρατίθενται. Κατ΄ εφαρμογή του Άρθρου 9
(1)του Κεφ. 6[7] «μόνο εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση». (RESOLA ανωτέρω). Η υποχρέωση του αιτητή σε μονομερή αίτηση να αποκαλύψει όλα τα ουσιώδη γεγονότα, περιλαμβάνει και την υποχρέωση να αποκαλύψει εκείνα τα γεγονότα που καθιστούν το αίτημα του κατεπείγον.[8] Όπως εξηγείται δε στη RESOLA, το επείγον για την παροχή θεραπείας μονομερώς αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Εξ αυτού, το διάταγμα που εκδίδεται μονομερώς χωρίς να έχει καταδειχθεί το κατεπείγον της έκδοσής του είναι άκυρο λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Εν προκειμένω η αιτήτρια δεν έχει καταδείξει με ισχυρισμούς επί γεγονότων είτε το κατεπείγον είτε άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, ούτε τέτοια στοιχεία προκύπτουν από όσα επικαλείται. Ως εκ τούτου δεν έχει στοιχειοθετήσει τις προϋποθέσεις ώστε το δικαστήριο να μπορεί να αναλάβει δικαιοδοσία. Για όλους τους παραπάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται. (Υπ.).................. Τ. Θ. Οικονόμου, Α.Ε.Δ. /ΣΣΑ [1] α. σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. β. πιθανότητα να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία. γ. δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν δοθεί το διάταγμα. [2] Άρθρο 7, Κεφ. 9. «Αξίωση επί κληρονομιάς, που στηρίζεται σε ισχυρισμό χρέους ή δωρεάς δεν γίνεται δεκτή με μη ενισχυμένη μαρτυρία του προσώπου που αξιώνει, εκτός αν φαίνονται ή αποδεικνύονται περιστατικά που καθιστούν την αξίωση εκ των προτέρων πιθανή ή που μεταθέτουν το βάρος της αναίρεσης αυτής στους αντιπροσώπους του αποθανόντα.» [3] MARNIMEL LTD v. OSMAN κ.α., ημ. 25.5.07. [4] Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Demades Overseas Ltd v. Studio Ma. St. Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 799. Bacardi & Co Ltd v. Vimco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 788. PARICO ALUMINIUM DESIGNS LTD v. MUSKITA ALUMINIUM CO LTD κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015. [5] C.PHASARIAS (AUTOMOTIVE) CENTRE LTD v. ΣΚΥΡΟΠΟΙΪΑ «ΛΕΩΝΙΚ» ΛΤΔ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785. LARTICON CO. v. DETERGENTA DEVELOPMENTS LTD
(2004)1 Α.Α.Δ. 1121. ΚΟΥΤΣΟΥ ν. ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΛΤΔ
(2005)1 Α.Α.Δ.1165. [6] «Εξ όσων κάλλιον γνωρίζω και ως έχω πληροφορηθεί από κύκλους φιλικά προσκείμενους προς τους εναγομένους καθυστερούν να με πληρώσουν καθώς προσπαθούν να αποξενώσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία για να με αποκλείσουν από το να ικανοποιήσω οποιανδήποτε απόφαση εκδοθεί υπέρ εμού. Εάν επιτραπεί τούτο τότε οποιαδήποτε απόφαση εκδοθεί υπέρ εμού δεν θα μπορεί να ικανοποιηθεί γιατί οι εναγόμενοι δεν έχουν άλλα περιουσιακά στοιχεία εντός της δικαιοδοσίας των κυπριακών δικαστηρίων. [7] Άρθρο 9
(1)1, Κεφ. 6. «Κάθε διάταγμα, το οποίο το δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει δύναται, όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις να εκδοθεί με αίτηση του ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλο». [8] TIMBERLAND CO v. EVANS & SONS LTD κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1179. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο