΄Ελλη Θεοδούλου ν. Δήμος Αραδίππου, Αρ. Αγωγής: 987/02, 6 Ιουνίου 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:A92 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. ΚΛΗΡΙΔΗ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 987/02 Μεταξύ: ΄Ελλη Θεοδούλου Ενάγουσα και Δήμος Αραδίππου Εναγομένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 6 Ιουνίου 2007 Αίτηση ημερ. 30.4.07 για Τροποποίηση της ΄Εκθεσης Απαίτησης ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγουσα - αιτήτρια: κα Ε.Ανδρέου Για εναγόμενους - καθ΄ ων η αίτηση: κος Χρ.Χριστάκη για κ.Α.Σ.Αγγελίδη Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η δίκη στην παρούσα αγωγή βρίσκεται σε εξέλιξη, με τον τρίτο μάρτυρα της ενάγουσας να έχει περατώσει την κύρια εξέταση του. Σ΄ αυτό το στάδιο υποβλήθηκε η παρούσα αίτηση με την οποία η ενάγουσα επιζητεί την τροποποίηση της ΄Εκθεσης Απαίτησης της. Με την αγωγή της η ενάγουσα διεκδικεί την καταβολή αποζημιώσεων από τον εναγόμενο Δήμο δυνάμει του Α.146.6 του Συντάγματος για ζημιά, την οποία ισχυρίζεται ότι υπέστη εξ αιτίας πράξης του εναγόμενου Δήμου, η οποία ακυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Η ενάγουσα μετά την εξασφάλιση Πολεοδομικής ΄Αδειας για ανάπτυξη τεμαχίου γης της με την ανέγερση πρατηρίου πετρελαιοειδών, αποτάθηκε στον εναγόμενο Δήμο για την έκδοση άδειας οικοδομής. Η αίτηση της όμως απορρίφθηκε και κατόπιν εκδίκασης προσφυγής της ενάγουσας στο Ανώτατο Δικαστήριο, ακυρώθηκε η άρνηση έκδοσης της άδειας. Ακολούθησε και απόρριψη έφεσης που είχε καταχωρήσει ο Δήμος εναντίον της πρωτόδικης ακυρωτικής απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παρά τούτο, ο εναγόμενος Δήμος συνέχισε να αρνείται όπως εκδώσει άδεια οικοδομής με αποτέλεσμα τελικά να λήξει η ισχύς της Πολεοδομικής ΄Αδειας και ενώ η ενάγουσα είχε συνάψει συμφωνία με την εταιρεία Λευκαρίτης Οϊλς Λτδ για την ενοικίαση προς αυτήν του ανεγερθησόμενου πρατηρίου. Σαν αποτέλεσμα, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι υπέστη ζημιές από την μη υλοποίηση εκείνης της σύμβασης, σε σχέση με τις οποίες διεκδικεί με την αγωγή της αποζημιώσεις, τις οποίες και περιγράφει στην ΄Εκθεση Απαίτησης της. Με την αίτηση της για τροποποίηση της ΄Εκθεσης Απαίτησης, η ενάγουσα επιδιώκει ουσιαστικά την διαφοροποίηση και επαύξηση των διεκδικούμενων αποζημιώσεων. ΄Οπως αναφέρεται σε ένορκη δήλωση, η οποία συνοδεύει την αίτηση, η τροποποίηση θεωρείται αναγκαία έτσι ώστε αφ΄ ενός να συνάδει με την δοθείσα μαρτυρία και μελέτη του εμπειρογνώμονα Μ.Ε.3 και αφ΄ ετέρου για να επεξηγεί τους ισχυρισμούς της ενάγουσας ως προς τη ζημιά που υπέστη για την περίοδο μετά την καταχώρηση της αγωγής. Ενώ ο αρχικός υπολογισμός των ζημιών έγινε πιο πρόχειρα, υπάρχει τώρα διαθέσιμη εξειδικευμένη και επιστημονική μαρτυρία από έμπειρο μελετητή. Διαφάνηκε στην πορεία ότι σε σχέση με τη διεκδίκηση απώλειας μελλοντικών εισοδημάτων δεν ήταν αρκετή η μαρτυρία και τα στοιχεία που ετοίμασε λογιστής. Ενιστάμενη στην έγκριση του αιτήματος, η πλευρά του εναγομένου Δήμου, εγείρει πολυάριθμες αντιρρήσεις, τις οποίες θα προσπαθήσω να συνοψίσω στις ακόλουθες: Οι όποιες διεκδικήσεις για μελλοντικές απώλειες κλπ. θα έπρεπε να είχαν τεθεί ενώπιον της Διοίκησης πριν την καταχώρηση της αγωγής και να είχαν εξειδικευθεί στο δικόγραφο της ενάγουσας ενώ η εσφαλμένη εκτίμηση των δικηγόρων ως προς το είδος της μαρτυρίας που χρειαζόταν δεν είναι δικαιολογία για έγκριση τροποποίησης. Παρόλον δε, ότι πράγματι η προτεινόμενη τροποποίηση φαίνεται να αποσκοπεί στο να συνάδει ήδη δοθείσα μαρτυρία με το δικόγραφο, αυτό καταδεικνύει ότι εσφαλμένα είχε επιτραπεί να δοθεί τέτοια μαρτυρία παρά την ένσταση των εναγομένων. Σύμφωνα πάντα με τον ομνύοντα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ΄Ενσταση, υπήρξε υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης. Σε άλλες πτυχές της ΄Ενστασης θα αναφερθώ αργότερα. Νομική πτυχή της αίτησης Οι αρχές που διέπουν τα της τροποποίησης δικογράφων έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου με την δέουσα σαφήνεια και δεν παρίσταται λόγος να τις επαναλάβω στην παρούσα απόφαση. Θα επικεντρώσω την προσοχή στο θέμα που δεσπόζει, αυτό της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος και της μη παροχής επαρκών εξηγήσεων γι' αυτήν. Μερικές πρόσφατες αποφάσεις, στις οποίες έγινε ενασχόληση με το θέμα τούτο είναι και οι αποφάσεις στις υποθέσεις SABA & CO (T.M.P) v. T.M.P. Agents, Πολ. Έφ. 8826 ημερ. 31.5.96, Ταξί Κυριάκος Λτδ. v. Ανδρέα Παύλου,
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, Astor Manufacturing & Exporting Co. κ.α. v. A.G. Leventis κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726. Κλασσική απόφαση που δείχνει την λεγόμενη τάση φιλελευθεροποίησης των τροποποιήσεων δικογράφων είναι η απόφαση στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ.
- ΄Οπως χαρακτηριστικά είχε λεχθεί εκεί, αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Διευκρινίζοντας ή περιορίζοντας τη γενικότητα με την οποία είχε αποδοθεί η πιο πάνω αρχή, το Ανώτατο Δικαστήριο παρατήρησε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ. v. Ανδρέα Παύλου (ανωτέρω) πως όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποιήσεων δικογράφων, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. ΄Οτι γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, είναι το σύνολο των περιστατικών και δεν εξικνείται με αναφορά μόνο στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο. Για παράδειγμα, σε εκείνη την υπόθεση κρίθηκε πως ορθά απορρίφθηκε αίτημα τροποποίησης, που υποβλήθηκε κατά την ημερομηνία ακρόασης, εφόσον κατά τη δικάσιμο που είχε οριστεί το 1988 είχε υποβληθεί αίτημα για αναβολή έτσι ώστε να γίνει διάβημα τροποποίησης, η υπόθεση ανεβλήθη παρά την ένσταση της άλλης πλευράς, με οδηγίες να υποβληθεί αίτηση τροποποίησης εντός δυο μηνών. Αίτηση δεν υποβλήθηκε ούτε απασχόλησε ξανά το θέμα παρά μόνο όταν κατά το 1990 η υπόθεση ορίστηκε ξανά για ακρόαση. Ειδικώτερα για το θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης θα παραθέσω όσα εύστοχα είχαν λεχθεί στην απόφαση στην υπόθεση Αstor Manufacturing & Exporting Co. κ.α (ανωτέρω): «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης.» (σελ. 730 Τόμου Αποφάσεων). Ως προς καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης για τροποποίηση δικογράφου, παραπέμπω μεταξύ άλλων στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents [1994] 1 A.A.Δ.
- ´Oπως λέχθηκε εκεί, σε σχέση με καθυστέρηση η οποία οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της καθυστέρησης και η σημασία της ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή, και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση βέβαια, δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως π.χ. την ανυπαρξία καλής πίστης (Tαξί Κυριάκος Λτδ. ν. Παύλου [1995] 1 Α.Α.Δ. 560). Σημαντική επί του θέματος και με αρκετά σημεία της κοινά με την παρούσα περίπτωση είναι και η απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Ν.Σιακόλα [1999] 1 Α.Α.Δ.
- Τα γεγονότα εκείνης της υπόθεσης καταδείκνυαν ότι η αίτηση για τροποποίηση της ΄Εκθεσης Απαίτησης καταχωρήθηκε 12 ολόκληρα χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής και μετά που η ακρόαση σ΄ αυτήν είχε αρχίσει δύο φορές ενώπιον του Δικαστηρίου με άλλη σύνθεση αλλά διακόπηκε. Το Εφετείο στην απόφαση του αν και δέχθηκε ότι όντως υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης και ότι θα έπρεπε να ήταν γνωστή στο συνήγορο η ανάγκη που στοχευόταν να καλυφθεί, εν τούτοις, όπως τόνισε, η έννοια της καθυστέρησης προϋποθέτει τη δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας. Η δυνατότητα αυτή δεν αξιοποιήθηκε λόγω σφάλματος και στην απουσία κάποιας ένδειξης ότι η καθυστέρηση δεν ήταν καλόπιστη, δεν θα μπορούσε αφ΄ εαυτής να αποκλείσει τη δυνατότητα έγκρισης του αιτήματος για τροποποίηση. Αγορεύοντας προς υποστήριξη της αίτησης, η κα Ανδρέου για την ενάγουσα αφού παρέπεμψε στις δικονομικές πρόνοιες και νομικές αυθεντίες που διέπουν τα της τροποποίησης δικογράφων, υπέβαλε ότι οι εξηγήσεις που δίνει στην αίτηση της η ενάγουσα είναι ικανοποιητικές και δεν πρόκειται να επηρεαστεί αρνητικά η θέση των εναγομένων από την έγκριση του αιτήματος. Ούτε προκαλείται απ΄ αυτήν καθυστέρηση στη διαδικασία η οποία να είναι δυσανάλογη προς την αναγκαιότητα της τροποποίησης, ή οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά στους εναγομένους. Η συνήγορος στην αγόρευση της απάντησε σε όλους τους εγειρόμενους στην ΄Ενσταση ισχυρισμούς ένα προς ένα. Δεν θα επαναλάβω εδώ τις θέσεις της, παρά μόνο θα αναφερθώ σ΄ αυτές αργότερα, εκεί όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο. Στη δική του αγόρευση, ο κ. Χριστάκη για τους εναγομένους στάθηκε ιδιαίτερα στη θέση του ότι δεν μπορεί τώρα να δικογραφηθεί αξίωση για αποζημίωση η οποία δεν τέθηκε ποτέ ενώπιον της διοίκησης πριν από την καταχώρηση της αγωγής. Υπέβαλε επίσης ότι η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης είναι αντικανονική και θα πρέπει να αγνοηθεί, εφόσον γίνεται από δικηγόρο, η οποία παραλείπει να αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένη από την ενάγουσα να προβεί στην ένορκη δήλωση, ή από τον δικηγόρο κ. Α. Ανδρέου ο οποίος εμφανίζεται για την ενάγουσα. Περαιτέρω, σύμφωνα πάντα με τον συνήγορο των εναγομένων, με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις γίνεται προσπάθεια εισαγωγής μιας νέας αξίωσης στηριζόμενης σε νέα, μή δικογραφημένα γεγονότα και υπολογισμούς. Η τυχόν έγκριση της τροποποίησης θα θέσει σε δυσμενή θέση τους εναγομένους εφόσον αυτοί αντεξέτασαν τους δύο πρώτους μάρτυρες της ενάγουσας έχοντας υπόψη τους την συγκεκριμένη ΄Εκθεση Απαίτησης. Υπάρχει δε υπέρμετρη καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος για τροποποίηση και δεν έχει επεξηγηθεί ούτε η καθυστέρηση ούτε η επιλογή αυτού του σταδίου της διαδικασίας για την υποβολή του. Θα εξετάσω τους κύριους λόγους ΄Ενστασης ξεχωριστά είτε αυτοτελώς είτε ομαδοποιώντας τους εκεί όπου διάφοροι λόγοι εμπίπτουν κάτω από την ίδια, γενικότερη αντίρρηση. α. Η θέση ότι η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης είναι αντικανονική και θα πρέπει να αγνοηθεί. Η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης έγινε από την κα Νάγια Οικονόμου, δικηγόρο στο γραφείο που εκπροσωπεί την ενάγουσα. Σχολιάζοντας επικριτικά αυτό το γεγονός, ο συνήγορος των εναγομένων, είχε αναφέρει και τα ακόλουθα στην αγόρευση του: «Κατ΄ αρχήν η υπό εξέταση αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου. Στην Thanos Hotels Ltd v. Δημήτρη Ιωάννου
(1999)1 ΑΑΔ 1036, τονίστηκε για άλλη μια φορά το ανεπιθύμητο της πρακτικής να προβαίνουν σε ένορκες δηλώσεις οι δικηγόροι των αιτητών γιατί, μεταξύ άλλων ο ενόρκως δηλών πρέπει να έχει προσωπική γνώση. Βεβαίως δεν υπάρχει οτιδήποτε που να απαγορεύει σε δικηγόρους να προβαίνουν σε ένορκες δηλώσεις και το γεγονός αυτό από μόνο του δε καθιστά μια ένορκη δήλωση αντικανονική....». Το πιο πάνω απόσπασμα από την αγόρευση του συνηγόρου των εναγομένων, πραγματικά εκπλήττει. ΄Οχι βέβαια για τη νομική θέση του, που είναι ορθή, αλλ΄ επειδή ο δικηγόρος ο οποίος τονίζει με κριτική διάθεση το πόσες φορές τονίστηκε από τα Δικαστήρια το ότι είναι ανεπιθύμητο να γίνονται ένορκες δηλώσεις από δικηγόρους και καθαρά ψέγει την πλευρά της ενάγουσας γι΄ αυτό, ξεχνά ή παραγνωρίζει το γεγονός πως και από την δική του πλευρά η ΄Ενσταση που καταχωρήθηκε υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση η οποία έγινε επίσης από δικηγόρο, τον κ. Σίμο Α. Αγγελίδη, δικηγόρο στο ίδιο γραφείο. Ως προς τις προαναφερθείσες άλλες θέσεις που καθάπτονται της εγκυρότητας της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης, τίποτε το επιλήψιμο δεν διαπιστώνω στον τρόπο σύνταξης και μεταφοράς γεγονότων και ισχυρισμών στο Δικαστήριο μέσω της ομνύουσας δικηγόρου. Ειδικώτερα, ως προς την προβληθείσα θέση ότι η ομνύουσα δεν αναφέρει ειδικά ότι είναι εξουσιοδοτημένη από τον δικηγόρο κ. Α. Ανδρέου να προβεί στην ένορκη δήλωση, δεν μπορώ παρά να παρατηρήσω ότι κατά τέτοιο θα ήταν αχρείαστο και υποτιμητικό για ένα δικηγόρο. Δικηγόρο μάλιστα ο οποίος ρητά αναφέρει ότι είναι στο ίδιο δικηγορικό γραφείο και ότι γνωρίζει τις λεπτομέρειες της αγωγής έχοντας διαβάσει τα δικόγραφα και έχοντας συζητήσει την υπόθεση με τον κ. Ανδρέου που χειρίζεται την υπόθεση. β. Η θέση ότι οι προτεινόμενες τροποποιήσεις δεν μπορούν να δικογραφηθούν τώρα επειδή δεν είχαν τεθεί ενώπιον της Διοίκησης (των εναγομένων) πριν την καταχώρηση της αγωγής ΄Εχω συνοψίσει την κύρια θέση των εναγομένων ως προς αυτό το θέμα νωρίτερα. Για να υποστηρίξει τη θέση του αυτή, ο συνήγορος των εναγομένων παρέπεμψε σε νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και κυρίως στις αποφάσεις στις υποθέσεις Νίκολας ν. Δημοκρατίας
(2001)1 Α.Α.Δ. και Στυλιανού ν. Σχολική Εφορία Αραδίππου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1312. Η γενική αρχή η οποία εξάγεται από τις πιο πάνω και άλλες αποφάσεις επί του ίδιου θέματος είναι ότι ο ενάγων δεν νομιμοποιείται στην καταχώρηση της αγωγής του κατά το λεκτικό του Α. 146.6 του Συντάγματος, εάν δεν απευθύνεται το πρώτον προς την διοίκηση με σαφή αξίωση και εφόσον αυτή δεν ικανοποιηθεί, τότε μόνο να καταχωρήσει πολιτική αγωγή ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Ειδικώτερα στην υπόθεση Γ. Στυλιανού (ανωτέρω) τόσο η αγωγή του ενάγοντα πρωτόδικα, όσο και η έφεση του αργότερα, είχαν απορριφθεί επειδή αυτός «δεν είχε υποβάλει και διατυπώσει οποιαδήποτε απαίτηση στη διοίκηση». Ας σημειωθεί ότι ο τότε δικηγόρος του ενάγοντα στην προαναφερθείσα υπόθεση, που ήταν ο ίδιος με τον εδώ δικηγόρο των εναγομένων, είχε αποστείλει επιστολή προς τη διοίκηση, πριν από την καταχώρηση της αγωγής με την οποία ζητούσε μόνο να πληροφορηθεί σε ποιες ενέργειες αυτή προέβηκε με βάση το Α. 146.6 του Συντάγματος μετά την ακυρωτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Νίκολας (ανωτέρω), ο Αρτεμίδης Δ. (όπως ήταν τότε) εκδίδοντας τη δική του ξεχωριστή απόφαση, συμφωνώντας όμως με την πλειοψηφία ως προς το αποτέλεσμα, πράγματι ανέφερε ότι η διοίκηση, μετά το ακυρωτικό αποτέλεσμα δεν είναι γνώστης της κατ΄ ισχυρισμό ζημιάς που υπέστη ο προσφεύγων, ώστε να προσφέρει αποζημίωση. Ως εκ τούτου, το Α. 146.6 επιβάλλει υποχρέωση σ΄ αυτόν που αξιώνει αποζημίωση να υποβάλει και διατυπώσει πρώτα την απαίτηση του στη διοίκηση και αν η τελευταία δεν ανταποκριθεί, να προχωρήσει τότε με αγωγή στο Δικαστήριο. Εξετάζοντας τα δεδομένα της παρούσας αγωγής υπό το φως των πιο πάνω αρχών δεν μπορώ παρά να παρατηρήσω ότι αυτά δεν δικαιολογούν την επίκληση αυτών των αρχών για την έγερση εμποδίου έγερσης και προώθησης της προτεινόμενης τροποποιημένης αξίωσης της ενάγουσας για αποζημιώσεις. Ας υπενθυμιστεί ότι είναι κοινά παραδεκτό και δικογραφημένο γεγονός ότι μετά από την ακύρωση της διοικητικής πράξης του εναγομένου Δήμου και πριν από την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, έγιναν επανειλημμένα διαβήματα από τους δικηγόρους της ενάγουσας προς το Δήμο για αποζημιώσεις. Χαρακτηριστικά δε, με την επιστολή ημερ. 13.2.02 (τεκμήριο 8) απαιτούσαν την καταβολή των ποσών που αναφέρονται στην αγωγή λόγω της αποστέρησης απ΄ αυτήν της δυνατότητας υλοποίησης της συμφωνίας που είχε κάνει με την εταιρεία Λευκαρίτης ΄Οϊλς Λτδ. Δεν υπήρξε καμμιά ανταπόκριση εκ μέρους του Δήμου και καταχωρήθηκε μετά από ένα και πλέον μήνα η παρούσα αγωγή. Κατά την άποψη μου δεν έχει έρεισμα θέση ότι εφόσον δεν έθεσε η ενάγουσα υπόψη των εναγομένων τις διαφοροποιημένες αξιώσεις για αποζημιώσεις που τώρα επιχειρεί να διεκδικήσει μέσω της τροποποίησης, αυτό συνιστά εμπόδιο στην τροποποίηση. Η βασική αξίωση, η φύση, το είδος και η αιτία της πρόκλησης σ΄ αυτή ζημιάς όπως και κάποιοι αριθμοί ως προς την εκτιμούμενη τότε οικονομική απώλεια είχαν δοθεί στη διοίκηση. Πέραν του ότι κατά την άποψη μου με αυτό τον τρόπο η ενάγουσα εξετέλεσε ικανοποιητικά το καθήκον που είχε να θέσει την αξίωση της για αποζημίωση ενώπιον της διοίκησης, προκλητικά προβάλλει και το ερώτημα ότι εφ΄ όσον η διοίκηση εκώφευσε τελείως στην οικονομική διεκδίκηση της ενάγουσας, την μικρότερη τότε, ποια επίπτωση θα είχε η μή προβολή της πιο εξειδικευμένης μεγαλύτερης αξίωσης; γ. ΄Αλλοι λόγοι ΄Ενστασης Είναι καλά καθιερωμένη η αρχή ότι ένας από τους λόγους για τους οποίους μπορεί να επιτραπεί μια τροποποίηση, είναι για να συνάδει το δικόγραφο με ήδη δοθείσα μαρτυρία. Βασιζόμενος σ΄ αυτή την αρχή και επικαλούμενος τη θέση της ενάγουσας ότι με την τροποποίηση επιδιώκεται και η εναρμόνιση του δικογράφου της με ήδη δοθείσα μαρτυρία, ο συνήγορος των εναγομένων υπέβαλε ότι με αυτά σαν δεδομένα αποδεικνύεται ότι δικαιώνεται η ένσταση που είχε υποβάλει κατά της αποδοχής της μαρτυρίας του μάρτυρα που βρίσκεται στο εδώλιο επειδή αυτή δεν καλυπτόταν από την ΄Εκθεση Απαίτησης. Και ότι προκαλεί αδικία και κατάχρηση να επιτραπεί τώρα η τροποποίηση. Θα διαφωνήσω με αυτή τη θέση. Το εάν είναι εσφαλμένα ή όχι που επιτράπηκε να δοθεί μαρτυρία δεν θα κριθεί ούτε σ΄ αυτό το στάδιο, ούτε απ΄ αυτό το Δικαστήριο. Οι λόγοι για τους οποίους επιτράπηκε έχουν καταγραφεί και δεν θα απασχολήσουν τώρα σαν ανασταλτικοί παράγοντες, όπως γίνεται η εισήγηση. Ως προς την εισήγηση περί καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης διαφωνώ και πάλι με τον λόγο αυτό Ένστασης και τη σχετική επιχειρηματολογία. Οι εξηγήσεις που έχουν δοθεί από την πλευρά της ενάγουσας είναι επαρκείς και αποκαλύπτουν ότι με την συνειδητοποίηση της αναγκαιότητας για πιο εξειδικευμένη επιστημονική διερεύνηση και διακρίβωση των αποζημιώσεων στις οποίες δικαιούται η ενάγουσα καθώς και με την αποκρυστάλλωση ζημιών μετά την καταχώρηση της αγωγής, υποβλήθηκε η αίτηση για τροποποίηση. Αν και θα μπορούσε και θα ήταν ορθότερο να υποβαλλόταν η αίτηση πριν από την κύρια εξέταση του Μ.Ε.3, εν τούτοις, με δεδομένο ότι ο μάρτυρας δεν αντεξετάσθηκε ακόμη και στην απουσία άλλου λόγου δεν νομίζω ότι αυτή η παράλειψη συνιστά εμπόδιο στην έγκριση της αίτησης. Ως προς την καθυστέρηση η οποία αναπόφευκτα θα προκληθεί λόγω της εκδίκασης και τυχόν έγκρισης της αίτησης, συμφωνώ ότι αυτό το κόστος είναι μικρότερο από την αναγκαιότητα όπως διαγνωσθεί κατά πόσο να επιτραπεί ή όχι η διεύρυνση της αξίωσης όπως επιζητείται. Στην αγόρευση του ο συνήγορος των εναγομένων προέβηκε και σε εκτενή ανάλυση της απόφασης του Εφετείου στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Ν. Σιακόλα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 223. Κατά την άποψη μου το κύριο θέμα που πραγματεύτηκε εκείνη η απόφαση είναι άσχετο με τα εδώ εξεταζόμενα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε εκεί εγκρίνει την αίτηση τροποποίησης για συμπερίληψη στην ΄Εκθεση Υπεράσπισης κάποιων στοιχείων που είχαν παραληφθεί λόγω αβλεψίας και παραδρομής των συνηγόρων του εναγομένου. Το Εφετείο διαφώνησε επειδή ο λόγος της αβλεψίας και παραδρομής είχε προβληθεί από τον ίδιο τον συνήγορο στην αγόρευση του και δεν περιλαμβανόταν σε ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης. Θα πρέπει όμως εδώ να σημειωθεί ότι αυτή η άποψη είναι αντίθετη με την άποψη που είχε εκφράσει το Εφετείο με άλλη σύνθεση στο πλαίσιο εκδίκασης προηγούμενης έφεσης σε αίτηση τροποποίησης στην ίδια αγωγή στην απόφαση Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1(Α) ΑΑΔ 44. Εκεί το Εφετείο ανέφερε πως έπρεπε να είχε γίνει δεκτή σαν ικανοποιητική η εξήγηση περί εσφαλμένης αντίληψης του συνηγόρου, η οποία είχε δοθεί προφορικά, στην αγόρευση του. Εν πάση όμως περιπτώσει, εδώ τέτοιο θέμα δεν εγείρεται. Ο δικηγόρος, ο οποίος υποβάλλει την αίτηση, ενόρκως αναφέρει πως όταν αντιλήφθηκε την αναγκαιότητα για διερεύνηση και εξακρίβωση των αποζημιώσεων με επιστημονικό - εξειδικευμένο τρόπο, ενήργησε προς αυτή την κατεύθυνση, χωρίς άλλη καθυστέρηση. ΄Αλλος λόγος που προβλήθηκε από τους εναγόμενους ήταν ότι θα τεθούν σε δυσμενή θέση αν επιτραπεί η τροποποίηση επειδή ήδη αντεξέτασαν δύο μάρτυρες της ενάγουσας, οι οποίοι είχαν θέσει το θέμα αποζημιώσεων με διαφορετικό τρόπο και ότι θα δημιουργηθεί αντίφαση μεταξύ ήδη δοθείσας μαρτυρίας και της νέας. Κατά την άποψη μου ούτε αυτή η θέση ευσταθεί σαν λόγος ένστασης. Οι ήδη καταθέσαντες μάρτυρες, ναι, αντεξετάστηκαν στη βάση των όσων είχαν καταθέσει και ο μάρτυρας που είναι τώρα στο εδώλιο θα αντεξετασθεί στη βάση των όσων απέδωσε στην κύρια εξέταση του. Τις όποιες αντιθέσεις, αντιφάσεις, διαστάσεις κλπ. μεταξύ δοθείσας μαρτυρίας είναι έργο του Δικαστηρίου να τις εντοπίσει και να τις αξιολογήσει. ΄Ενα ενδεχόμενο είναι όπως αντιφατική μαρτυρία μεταξύ μαρτύρων της ίδιας πλευράς, επηρεάσει αρνητικά την ίδια την υπόθεση της πλευράς που τους κάλεσε, αλλ΄ αδυνατώ να διακριβώσω οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων της αντίδικης πλευράς. Ως προς την εισήγηση ότι με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις επιχειρείται η εισαγωγή νέας αξίωσης, στηριζόμενης σε νέα γεγονότα και πάλι δεν θα συμμεριστώ αυτή την άποψη. Τα γεγονότα ήταν και είναι εκεί και ήσαν τα ίδια, καθώς και η αξίωση για αποζημιώσεις στη βάση της μη πραγμάτωσης των όσων ανέμενε να αποκομίσει η ενάγουσα από τη σύμβαση η οποία δεν εφαρμόστηκε. Είναι απλά ο τρόπος αποτίμησης της κατ΄ ισχυρισμό ζημιάς που επιχειρείται να αλλάξει, και ασφαλώς το τελικό ύψος της. Ούτε νέα βάση αγωγής επιχειρείται να εισαχθεί ούτε αλλάζει η υφιστάμενη. Γενικά, μπορώ να πω ότι από το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου μέσω της αίτησης και της ΄Ενστασης, αδυνατώ να διακριβώσω την ύπαρξη οποιασδήποτε κακοπιστίας, οποιασδήποτε ασυγχώρητης παράλειψης ή αμέλειας, αδικαιολόγητης καθυστέρησης ή οποιουδήποτε παράγοντα ο οποίος θα επιδρούσε δυσμενώς στα δικαιώματα των εναγομένων εάν εγκρινόταν το αίτημα ή ζημιά η οποία δεν θα μπορούσε να αποκατασταθεί με διαταγή εξόδων. Για τούτο η αίτηση εγκρίνεται και ακολουθώντας καθιερωμένη πρακτική, τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και οποιαδήποτε έξοδα χάνονται λόγω της τροποποίησης, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της δίκης. (Υπ.)...................... Κ.Κληρίδης Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο