Κώστα Μιντή ν. REPREVUS TRADING LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 2232/06, 19 Ιουνίου 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:A102 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. ΚΛΗΡΙΔΗ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2232/06 Μεταξύ: Κώστα Μιντή υπό την ιδιότητα του σαν διαχειριστής της περιουσίας του ανίκανου προσώπου Αντωνάκη Κωνσταντίνου Μιντή, από την Λεμεσό στην αίτηση με αριθμό 1/84 Ε.Δ. Λάρνακας Ενάγοντα και
- REPREVUS TRADING LTD
- Βασιλική Καρασαμάνη
- Σπυρούλλα Σολωμού Εναγόμενοι Αίτηση Ημερ. 9.3.07 για ΄Εκδοση Προσωρινών Διαταγμάτων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 19 Ιουνίου 2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα-Αιτητή: κ. Χριστόδ. Κληρίδης Για Εναγομένη 1 -Καθ΄ης η Αίτηση: κ. Κονναρής ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Θέμα Αποδοχής ή μή δύο Ενόρκων Δηλώσεων που καταχωρήθηκαν εκ μέρους του Αιτητή) Η ενοικιαστική σχέση μεταξύ ενάγοντα και εναγομένης 1 παρουσίασε προβλήματα σαν αποτέλεσμα των οποίων, μεταξύ άλλων ένδικων μέσων, καταχωρήθηκε και η παρούσα αγωγή. Επικαλούμενος την άσκηση δικαιώματος τερματισμού της σύμβασης ενοικίασης υποστατικών λόγω μη καταβολής ενός μηνιαίου ενοικίου, ο ενάγων διεκδικεί με την αγωγή του διάφορες θεραπείες, μεταξύ των οποίων διάταγμα ανάκτησης κατοχής, οφειλόμενο ποσό ενοικίου, αποζημιώσεις κλπ. Με αίτηση δια κλήσεως την οποία καταχώρησε, ο ενάγων επιζητεί την έκδοση παρεμπίπτοντος προστακτικού διατάγματος ανάκτησης κατοχής, απαγορευτικού διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται στην εναγομένη 1 να εισέρχεται στα υποστατικά και παρεμφερή προς τούτα διατάγματα. Η αίτηση υποστηριζόταν από ένορκη δήλωση του ίδιου του ενάγοντα και συνημμένα σ΄ αυτήν έγγραφα. Μετά την επίδοση σ΄ αυτήν αντιγράφου της αίτησης, η εναγομένη 1 ενέστη στην έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων και της παραχωρήθηκε χρόνος για καταχώρηση γραπτής ΄Ενστασης μέχρι την επόμενη δικάσιμο της 23.4.
- Κατά την εμφάνιση στο Δικαστήριο στην καθορισθείσα ημερομηνία, δεν είχε εν τω μεταξύ καταχωρηθεί η ΄Ενσταση, η δε δικηγόρος η οποία εμφανίστηκε εκ μέρους του ενάγοντα-αιτητή ζήτησε άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και χρόνο δύο εβδομάδων γι΄ αυτό τον σκοπό. Ο δικηγόρος της εναγομένης 1 δήλωσε ότι δεν είχε ένσταση για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και ζήτησε και ο ίδιος χρόνος για καταχώρηση ΄Ενστασης. Ενόψει αυτών των δηλώσεων, το Δικαστήριο ανέβαλε την αίτηση για οδηγίες στις 30.5.07 και έδωσε τόσο άδεια για καταχώρηση «συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης» εκ μέρους του αιτητή εντός 15 ημερών, όσο και παράταση χρόνου για καταχώρηση της ΄Ενστασης εντός 15 ημερών, όσο και παράταση χρόνου για καταχώρηση της ΄Ενστασης εντός 15 ημερών από της ημερομηνίας παράδοσης αντιγράφου της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. ΄Οπως διαπιστώνεται όμως, εκ μέρους του ενάγοντα-αιτητή καταχωρήθηκαν δύο νέες ένορκες δηλώσεις. Μιά του ίδιου του ενάγοντα-αιτητή, ημερ. 20.4.07 και άλλη από κάποια Σπυρούλλα Σολωμού η οποία ταυτοποιείται με την εναγομένη
- Κατά την εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου στις 30.5.07 η ΄Ενσταση δεν είχε ακόμα καταχωρηθεί και ζητήθηκε από τον δικηγόρο που εμφανίστηκε για την εναγομένη 1, παράταση χρόνου. Η αίτηση ορίστηκε για Ακρόαση στις 14.6.07 με οδηγίες όπως η ΄Ενσταση καταχωρηθεί μέχρι τις 8.6.
- Στις 8.6.07 καταχωρήθηκε η ΄Ενσταση. Σαν ένας από τους λόγους ΄Ενστασης προβλήθηκε η θέση ότι: «...οι συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις δεν θα πρέπει να ληφθούν υπόψιν από το Δικαστήριο καθότι είναι παράτυπες και/ή αντικανονικές και/ή λανθασμένες και/ή καταχωρήθησαν εν αντιθέση των οδηγιών του Δικαστηρίου...». Ενόψει του πιο πάνω λόγου ΄Ενστασης κρίθηκε ορθό όπως με την έναρξη της ακρόασης της αίτησης, προηγηθεί και αποφασισθεί προκαταρκτικά, το εγερθέν θέμα ως προς το κατά πόσο θα πρέπει ή όχι να ληφθούν υπόψη στην ενδιάμεση αυτή διαδικασία και οι δύο προαναφερθείσες ένορκες δηλώσεις. Υποστηρίζοντας την θέση για αποδοχή των δύο ενόρκων δηλώσεων σαν μέρους της Αίτησης, ο συνήγορος του ενάγοντα-αιτητή τόνισε ιδιαίτερα τις πρόνοιες της Δ.48 κ.4
(2)και το γεγονός ότι αυτές καταχωρήθηκαν μετά που ζητήθηκε και δόθηκε η άδεια του Δικαστηρίου. Αφ΄ ης δε στιγμής δόθηκε η άδεια του Δικαστηρίου σε ένα διάδικο, αυτός εδικαιούτο να καταχωρήσει νέες ενόρκους δηλώσεις και από πρόσωπα άλλα παρά τον ομνύοντα. Σαν επιχείρημα, προέβαλε το ότι εφ΄ όσον η αίτηση δεν είχε υποβληθεί μονομερώς (ex-parte), μπορεί ο αιτητής σε μεταγενέστερο στάδιο να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε νέα γεγονότα επιθυμεί, κατά τον ίδιο τρόπο που είχε και αρχικά το δικαίωμα να καταχωρούσε όσες και όποιες ενόρκους δηλώσεις έκρινε σκόπιμο. Εάν δε κρίνει το Δικαστήριο ότι παρατηρείται κάποια παρατυπία με την καταχώρηση των ενόρκων δηλώσεων, αυτή μπορεί να θεραπευτεί με βάση τις πρόνοιες της νέας Δ.64. Διαφωνώντας με τις πιο πάνω θέσεις, ο συνήγορος της εναγομένης 1-καθ΄ης η αίτηση, εντόπισε τη σπουδαιότητα η οποία αποδίδεται στις δύο ενόρκους δηλώσεις από τον αιτητή, στο να επιτύχει η αίτηση του, γεγονός που δεικνύει και την σοβαρότητα που πρέπει να αποδοθεί στο ζήτημα κατά πόσο πρέπει ή όχι να γίνουν αποδεκτές. Ουσιαστικά ο ομνύων στη «Συμπληρωματική ένορκη δήλωση» που είναι ο ενάγων-αιτητής αναφέρει ότι υπήρξαν λάθη και ελλείψεις στην αρχική του ένορκη δήλωση και αντί να περιοριστεί απλά να την συμπληρώσει με κάποια επιπρόσθετα στοιχεία, έρχεται και προβαίνει σε μια εξ΄ υπαρχής νέα εξ΄ ολοκλήρου ένορκη δήλωση με τόσο τα αρχικά στοιχεία όσο και νέα και συνοδευόμενη και από νέα έγγραφα. Σύμφωνα πάντα με τον συνήγορο της εναγομένης 1, η νέα Δ.64 δεν έχει σχετικότητα με το εξεταζόμενο θέμα. Ως προς το γεγονός πως όταν ζητήθηκε από τον ενάγοντα-αιτητή η άδεια του Δικαστηρίου για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ο ίδιος δεν είχε ένσταση, ο συνήγορος ανέφερε ότι ενήργησε έτσι επειδή αντιλήφθηκε ότι η πλευρά του αιτητή επροτίθετο απλά να συμπληρώσει κάποια γεγονότα και όχι να θέσει τη δική του πλευρά εξ΄ απροόπτου με την καταχώρηση δύο νέων ενόρκων δηλώσεων. ΄Οπως είναι φανερό, η νομική βάση του υπό εξέταση ζητήματος είναι οι πρόνοιες της Δ.48 κ. 4
(1)και
(2)το κείμενο της οποίας έχει επακριβώς ως εξής: «4.
(1)Αν πρόσωπο προς το οποίο επιδίδεται αίτηση προτίθεται να ενστεί, τουλάχιστο δύο ημέρες πριν από την ημερομηνία κατά την οποία ορίζεται η αίτηση για πρώτη εμφάνιση, θα καταχωρεί ειδοποίηση αυτής της πρόθεσής του σύμφωνα με τον Τύπο 47 και θα αφήνει αντίγραφο της για τον αιτητή στη διεύθυνση επίδοσής του. Η ειδοποίηση αυτή θα αναφέρεται στο συγκεκριμένο άρθρο του Νόμου ή στους συγκεκριμένους Διαδικαστικούς Κανονισμούς επί των οποίων βασίζεται η ένσταση και θα εξειδικεύει τους συγκεκριμένους λόγους της ένστασης. Οποιαδήποτε γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση τα οποία δεν είναι εμφανή από το φάκελο της διαδικασίας θα αναφέρονται σε μια ή περισσότερες ένορκες δηλώσεις οι οποίες θα συνοδεύουν την ειδοποίηση. Αντίγραφα αυτών των ένορκων δηλώσεων θα αφήνονται στον αιτητή μαζί με την ειδοποίηση.
(2)Το Δικαστήριο, ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης του προνοείται από τη Διαταγή 39 ....» Τα συμπεράσματα τα οποία εύκολα εξάγονται από την ανάγνωση του κειμένου της πιο πάνω δικονομικής πρόνοιας είναι κατ΄ αρχήν τα ακόλουθα:
- Πέραν της αρχικής ή των αρχικών ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την Αίτηση δια κλήσεως, ή την Ειδοποίηση Πρόθεσης ΄Ενστασης, το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων.
- Οι λέξεις «μπορεί να επιτρέψει» αφ΄ εαυτών υποδηλώνουν το ότι το Δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια κατά πόσο να επιτρέψει ή όχι την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης.
- Για να επιτρέψει το Δικαστήριο την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, θα πρέπει αυτός που την ζητά να καταδείξει την ύπαρξη «καλού λόγου» για τον οποίο θα έπρεπε να του επιτραπεί.
- Η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης χωρίς άδεια του Δικαστηρίου δεν επιτρέπεται από τον Θεσμό, και οποιαδήποτε καταχωρηθείσα χωρίς άδεια τέτοια ένορκη δήλωση, σύμφωνα με τη νομολογία θα πρέπει να παραγνωρίζεται. Στην πράξη, οι πρόνοιες του πιο πάνω Θεσμού εφαρμόζονται όταν μετά την καταχώρηση της ΄Ενστασης, ο αιτητής αισθάνεται την ανάγκη να απαντήσει, αντικρούσει ή αμφισβητήσει κάποια συγκεκριμένα επί μέρους θέματα που εγείρονται μέσω της ΄Ενστασης, οπότε και ζητεί είτε προφορικά, είτε με γραπτή αίτηση όπως του επιτραπεί να καταχωρήσει απαντητική-συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Παρ΄ όλον τούτου όμως, τίποτε στο κείμενο της ανωτέρου διαταγής δεν φαίνεται να εμποδίζει το να ζητηθεί και δοθεί άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε αιτητή, πριν από την καταχώρηση της ΄Ενστασης. Εκείνο όμως που πρέπει να τονιστεί είναι το γεγονός ότι αφ΄ ης στιγμής έχει καταχωρηθεί είτε η Αίτηση είτε η ΄Ενσταση συνοδευόμενες από το αποδεικτικό υλικό που επέλεξαν οι διάδικοι, πλέον το θέμα του αν θα επιτραπεί ή όχι άλλη, συμπληρωματική μαρτυρία, έχει ξεφύγει από τον έλεγχο και την επιθυμία τους. Απ΄ αυτό δε το σημείο και έπειτα, μόνο το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει αν θα δοθεί άλλη συμπληρωματική μαρτυρία, ποιάς έκτασης και επί ποιού θέματος. Το γεγονός ότι μέχρι προ του σταδίου εκείνου ήταν ο διάδικος που είχε το δικαίωμα να επιλέξει πόσα και ποια στοιχεία μαρτυρίας θα παρέθετε στο Δικαστήριο, είναι πλέον θέμα αδιάφορο. Ο έλεγχος της διαδικασίας έχει τώρα περιέλθει στο Δικαστήριο το οποίο ασκεί τη δική του διακριτική ευχέρεια. Στην παρούσα περίπτωση, το Δικαστήριο κατόπιν προφορικού αιτήματος εκ μέρους του αιτητή, και με τη σύμφωνη γνώμη της πλευράς της καθ΄ης η αίτηση, άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια και επέτρεψε την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της Αίτησης. Διαφωνώ όμως πλήρως με τη θέση ότι αφ΄ ης στιγμής έδωσε αυτή την άδεια το Δικαστήριο, τότε ο αιτητής ήταν ελεύθερος να καταχωρήσει όσες ενόρκους δηλώσεις επιθυμούσε, από όσα πρόσωπα έκρινε σκόπιμο. Κάτι τέτοιο θα είχε σαν αποτέλεσμα την απεριόριστη και εξ΄ υπαρχής έναρξη της διαδικασίας και ουσιαστικά την παραγνώριση των προνοιών της Δ.48 κ. 4
(2)που θέλει το Δικαστήριο να ασκεί διακριτική ευχέρεια, αν επιδεικνύεται καλός λόγος. Εδώ, το Δικαστήριο επέτρεψε την καταχώρηση μιας μόνο και συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς περαιτέρω υποστήριξη της Αίτησης. Επομένως η καταχωρηθείσα «΄Ενορκη Δήλωση» από την κα Σπυρούλλα Σολωμού, επιπρόσθετα της «Συμπληρωματικής ΄Ενορκης Δήλωσης» του αιτητή, αυθαίρετα ήταν που καταχωρήθηκε και θα πρέπει να αγνοηθεί. Στο σημείο δε τούτο θα πρέπει να παρατηρήσω ότι η επίκληση των προνοιών της νέας Δ.64 που αναφέρεται στη δυνατότητα θεράπευσης παρατυπιών, δεν έχει θέση όπου ούτε «παρατυπία» έχει εμφιλοχωρήσει, ούτε και επιζητήθηκε η θεραπεία παρατυπίας[1]. Ως προς την «Συμπληρωματική ΄Ενορκη Δήλωση» εκ μέρους του αιτητή-ενάγοντα, παρατηρώ τα εξής: Είναι αυταπόδεκτο γεγονός ότι αυτή δεν περιορίζεται στη συμπλήρωση κάποιων στοιχείων που παρατέθηκαν στην αρχική του ένορκη δήλωση. Ο ομνύων, αφού δέχεται ότι η αρχική δήλωση παρουσίαζε ελλείψεις και λάθη, επαναλαμβάνει τα βασικά στοιχεία της πρώτης, προσθέτει νέα στοιχεία και παρουσιάζει έτσι μια συμπληρωμένη, νέα ένορκη δήλωση. Περιορισμός στα θέματα τα οποία θα μπορούσαν να καταστούν αντικείμενο της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, δεν είχαν τεθεί από το Δικαστήριο όταν έδιδε την σχετική άδεια για καταχώρηση της. Κατά την άποψη μου, αυτός ο τρόπος παρουσίασης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου δεν είναι μεμπτός. ΄Οπως το αντιλαμβάνομαι ο, ομνύων αντί να παραθέτει αποσπασματικά και εκτός αρχικού κειμένου κάποιες διορθώσεις ή συμπληρωματικά στοιχεία, έχει επανασυντάξει ουσιαστικά την ένορκη δήλωση χρησιμοποιώντας την προγενέστερη, την οποία και διορθώνει ή διανθίζει με νέο υλικό για σκοπούς καλύτερης παρουσίασης, συνοχής και αυτοτέλειας. Για τούτο, καταλήγοντας κρίνω ότι η Συμπληρωματική ΄Ενορκη Δήλωση του αιτητή μπορεί και πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά την ακρόαση ενώ η πρόσθετη ΄Ενορκη Δήλωση της κας Σπυρούλλας Σολωμού δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη και θα αγνοηθεί. (Υπ.) .................................... Κ. Κληρίδης, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Remedica Ltd v. Bayer
(1998)1 AAΔ 1815, Πετρίχου ν. Χ΄Ιωσήφ
(1998)1 ΑΑΔ 81 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο