← Κύπρος

ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ (ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΙΣ) ΛΤΔ ν. ΠΟΛΥΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 780/04, 20 Ιουνίου 2007

ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ (ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΙΣ) ΛΤΔ ν. ΠΟΛΥΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 780/04, 20 Ιουνίου 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:A103 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 780/04 Μεταξύ: ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ (ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΙΣ) ΛΤΔ Εναγόντων -και-

  1. ΠΟΛΥΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΗΣ
  2. ΠΑΝΙΚΚΟΣ ΠΟΥΛΛΗΣ
  3. ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΟΥΛΛΗΣ
  4. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΟΥ Εναγομένων ____________________ Ημερομηνία: 20 Ιουνίου 2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες: Ο κ. Κουμής και η κα Παπαξενοπούλλου. Για τους Εναγόμενους 1 έως 4: Ο κ. Χριστοφίδης. ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των εναγομένων το ποσό των Λ.Κ.7.676,25 σεντ ως καθυστερημένα και πληρωτέα ενοίκια ή / και ως αποζημιώσεις για παράβαση συμβολαίου ενοικιαγοράς, Λ.Κ.419,16 ως οφειλόμενους τόκους καθυστερήσεως ή / και ως αποζημιώσεις μέχρι την 17.11.2003, ημερομηνία τερματισμού, πλέον τόκους 9% επί του ποσού των Λ.Κ.4.162,50 από 17.11.2003 και 8% επί του ποσού των Λ.Κ.3.513,78 από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως και Λ.Κ.10 δικαίωμα ενοικιαγοράς. Αξιώνουν επίσης διάταγμα για επιστροφή των αντικειμένων της ενοικιαγοράς και των αυτοκινήτων που έχουν δεσμευτεί προς εξασφάλιση των εναγόντων και την πώληση τόσο των αντικειμένων όσο και των αυτοκινήτων με δημόσιο πλειστηριασμό. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, όπως αυτή τροποποιήθηκε με διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 14.4.2006, οι ενάγοντες, οι οποίοι είναι εταιρεία που ασχολείται με χρηματοδοτήσεις με συμφωνία ενοικιαγοράς ημερομηνίας 14.2.2000, ενοικίασαν στον εναγόμενο 1 τα έπιπλα και εξοπλισμό σπιτιού που περιγράφονται στο τιμολόγιο με αριθμό 21144 ημερομηνίας 14.2.2000, υπό την αλληλέγγυο εγγύηση των εναγομένων 2, 3 και
  5. Η συμπεφωνημένη τιμή ενοικιαγοράς ήταν Λ.Κ.10.000 και τα δικαιώματα ενοικιαγοράς Λ.Κ.3.
  6. Ο εναγόμενος 1 ανέλαβε την υποχρέωση όπως καταβάλει το σύνολο μισθώσεως Λ.Κ.13.875 με εξήντα μηνιαίες δόσεις εκ Λ.Κ.231,25, μέχρι εξοφλήσεως πλέον Λ.Κ.10 για δικαιώματα αγοράς. Προς περαιτέρω εξασφάλιση της πληρωμής των συμφωνηθέντων ποσών δεσμεύτηκαν τα αυτοκίνητα με αρ. εγγραφής ΕΤΝ950, ΕΤΝ958, ΕΤΝ956 και ΕΒΧ881, ιδιοκτησίας της εταιρείας P.P.P.E. Hi - grade Computers Ltd της οποίας οι εναγόμενοι 1 και 2 είναι διευθυντές, με βάση συμφωνιών ημερομηνίας 14.2.
  7. Το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΕΤΝ958 αποδεσμεύτηκε μετά από την καταβολή Λ.Κ.1.
  8. Σύμφωνα πάντα με την έκθεση απαίτησης ο εναγόμενος κατά τον τερματισμό της συμφωνίας καθυστερούσε δόσεις ύψους Λ.Κ.4.162,
  9. Στις 17.11.2003 οι ενάγοντες τερμάτισαν τη συμφωνία και κάλεσαν τους εναγόμενους όπως ξοφλήσουν το οφειλόμενο ποσό. Στην τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης τους οι εναγόμενοι πλην του γεγονότος ότι υπεγράφη συμφωνία μεταξύ τους και των εναγομένων αρνούνται τους υπόλοιπους ισχυρισμούς των εναγόντων. Ειδικότερα στην παράγραφο 5 της έκθεσης υπεράσπισης οι εναγόμενοι ισχυρίζονται πως οι ενάγοντες ουδέποτε ήταν ιδιοκτήτες των αντικειμένων που αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης και ότι ουδέποτε παρέδωσαν στον εναγόμενο 1 τα αναφερόμενα στην έκθεση απαίτησης αντικείμενα. Συνέπεια των πιο πάνω οι εναγόμενοι ισχυρίζονται πως ουδέποτε συνήψαν με τους ενάγοντες συμφωνία ενοικιαγοράς για την ενοικίαση με το δικαίωμα αγοράς των αντικειμένων που αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό τους στις 14.2.2000 οι ενάγοντες συμφώνησαν με τον εναγόμενο 1 υπό την εγγύηση των εναγομένων 2 - 4 όπως οι ενάγοντες δανειοδοτήσουν τον εναγόμενο 1 με το ποσό των Λ.Κ.14.000 με αποπληρωμή σε πέντε χρόνια με την καταβολή εξήντα δόσεων. Σύμφωνα πάντα με την έκθεση υπεράσπισης η κατ΄ ισχυρισμό συμφωνία ενοικιαγοράς δεν ήταν πραγματική αλλά «επινόηση για να συγκαλυφθεί το δάνειο», καθότι τα αντικείμενα δεν υπήρχαν, ήταν εικονική και / ή παράνομη και / ή άκυρη και κατά συνέπεια οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να προβάλλουν οποιαδήποτε αξίωση. Στην τροποποιημένη απάντηση στην υπεράσπιση οι ενάγοντες ισχυρίζονται, μεταξύ άλλων, ότι οι εναγόμενοι κωλύονται λόγω των πράξεων τους να προβάλουν τους ισχυρισμούς της έκθεσης υπεράσπισης τους. Περαιτέρω, ισχυρίζονται ότι η συμφωνία ενοικιαγοράς είναι γνήσια, νόμιμη και έγκυρη. Στα αρχικά στάδια της ακροαματικής διαδικασίας ο συνήγορος των εναγόντων περιόρισε την αξίωση του στην πιο πάνω βάση αγωγής εγκαταλείποντας τις διαζευκτικές αξιώσεις 19 Θ και Ι της έκθεσης απαίτησης του. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατάθεσε πρώτος εκ μέρους των εναγόντων ο υπάλληλος τους, Γιώργος Σιεκκερής, Μ.Ε.1, ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο ήταν λειτουργός χρηματοδοτήσεων. Σύμφωνα με το μάρτυρα ο εναγόμενος 1 ήταν πρωτοφειλέτης - ενοικιαγοραστής στο συμβόλαιο ενοικιαγοράς ημερομηνίας 14.2.2000, Τεκμήριο Ι Β, και οι εναγόμενοι 2, 3, 4 ήταν εγγυητές. Η συμφωνία αφορούσε αγοραπωλησία ηλεκτρικών ειδών και επίπλων, που φαίνονται στο τιμολόγιο, Τεκμήριο Ι Α. Ο εναγόμενος 1 δεν ήταν συνεπής στις υποχρεώσεις του και η Τράπεζα με επιστολή ημερομηνίας 17.11.2003, Τεκμήριο 2, τερμάτισε το συμβόλαιο. Πέραν από τις προσωπικές εγγυήσεις σε σχέση με το συμβόλαιο ενοικιαγοράς είχαν δοθεί ως επιπλέον εξασφαλίσεις τέσσερα αυτοκίνητα, το ΕΒΧ881, ΕΤΝ950, ΕΤΝ958 και ΕΤΝ956 σε σχέση με τα οποία υπογράφτηκαν έγγραφα δέσμευσης, σε σχέση με το πρώτο, το Τεκμήριο 3 και με τα άλλα τρία το Τεκμήριο
  10. Το αρχικό ποσό της χρηματοδότησης ήταν Λ.Κ.10.000 πλέον Λ.Κ.3.875 δικαιώματα, πληρωτέο με εξήντα μηνιαίες δόσεις ύψους Λ.Κ.231,25 έκαστη. Τα αυτοκίνητα έχουν σήμερα αποδεσμευτεί αφού έχει πληρωθεί το ποσό των Λ.Κ.1.000 στις 28.4.2004, μετά την καταχώρηση της αγωγής. Το ποσό της χρηματοδότησης με οδηγίες του πωλητή, Πανίκου Πουλλή (δικαιούχου), εναγόμενου 2, κατατέθηκε στο λογαριασμό του εναγόμενου
  11. Ο μάρτυρας κατάθεσε καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήριο 5 Α, ημερομηνίας 24.11.2005 και 5Β, ημερομηνίας 18.10.
  12. Το αντικείμενο της ενοικιαγοράς δεν έχει επιστραφεί. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι η ενάγουσα ασχολείται αποκλειστικά με συμβόλαια ενοικιαγοράς και όχι με την παραχώρηση δανείων. Στην παρούσα περίπτωση ο έμπορας ήταν ο εναγόμενος 2 τον οποίο γνωρίζει, ο οποίος το χρόνο σύναψης της σύμβασης ασχολείτο με πωλήσεις ηλεκτρικών ειδών, δηλαδή computer και παρεμφερή. Διατηρούσε κατάστημα στη Λεωφόρο Αρτέμιδος. Δεν γνωρίζει αν πωλούσε σαλόνια ή άλλα έπιπλα κατά την υπογραφή της συμφωνίας. Κατά την υπογραφή της συμφωνίας ο Μ.Ε.1 ήταν παρών. Στο τιμολόγιο, Τεκμήριο Ι Α συμπλήρωσε το μέρος που αφορά την ποσότητα και την περιγραφή των αντικειμένων. Δεν έλεγξε αν υπήρχαν τα αντικείμενα, ούτε τα είδε, δεν ήταν δουλειά τους. Σε υποβολή ότι ο εναγόμενος 2 δεν πωλούσε τα αντικείμενα που αναφέρονται στο τιμολόγιο απάντησε ότι ήταν πελάτης τους και δεν αμφισβητούσαν το τι τους έλεγε. Σε ερώτηση αν γνώριζε αν τα αντικείμενα στα τιμολόγια τα οποία παρουσιάζεται ότι πωλούσε, ανήκαν στον εναγόμενο 2 απάντησε θετικά. Σύμφωνα με το ότι δήλωσε, ήταν δικά του, δεν εξετάζονται τα αντικείμενα της κάθε ενοικιαγοράς. Σύμφωνα με τους όρους του συμβολαίου τόσο ο πωλητής όσο και ο αγοραστής έχουν ελέγξει και δεχθεί την κατάσταση των αντικειμένων. Ως θέμα πρακτικής των τραπεζών τόσο ο πωλητής, ο εναγόμενος 2 στην προκειμένη περίπτωση, όσο και ο αγοραστής, ο Πόλυς Ευαγγελίδης στην προκειμένη περίπτωση, υπογράφουν το τιμολόγιο. Δεν γνωρίζει την αξία του κάθε αντικειμένου που αναφέρεται στο τιμολόγιο γιατί αποδέχθηκαν το συνολικό ποσό ως είχε. Δεν επιθεώρησαν τα αντικείμενα, αποδέχθηκαν δε την προέλευση τους όπως την παρουσίασε ο πωλητής. Η εταιρεία P.P.P.E. Hi - grade Computers Ltd είχε δεσμεύσει κάποια αυτοκίνητα τα οποία έχουν αποδεσμευτεί (Βλ. Τεκμήρια 3 και 4). Την αποδέσμευση ζήτησε ο εναγόμενος 2 εκ μέρους της Εταιρείας. Η εταιρεία εδράζεται στον ίδιο χώρο του εναγόμενου
  13. Σε υποβολή ότι η συμφωνία ήταν εικονική και ότι ο σκοπός της δανειοδότησης ήταν η αγορά μετοχών της P.P.P.E. Hi - grade Computers Ltd, η οποία είχε υποβάλει σχετική αίτηση για εισαγωγή στο Χρηματιστήριο, ο Μ.Ε.1 απάντησε ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει. Ο Μ.Ε.2, Σταύρος Σταύρου, κατέθεσε το Τεκμήριο 5, απόδειξη κατάθεσης και το Τεκμήριο 6, εντολή πληρωμής από τον πωλητή στο συμβόλαιο. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι το Τεκμήριο 6 αφορά εντολή προς τρεχούμενο λογαριασμό όχι λογαριασμό χρηματοδότησης όπως τα Τεκμήρια 5 Α και 5 Β. Πρόκειται για διαφορετικούς λογαριασμούς. Βάσει της εντολής του εναγόμενου 2 στο Τεκμήριο 6 πιστώθηκε ο τρεχούμενος λογαριασμός του Πόλυ Ευαγγελίδη. Ο μοναδικός μάρτυρας για την Υπεράσπιση ήταν ο Πόλυς Ευαγγελίδης, Μ.Υ.
  14. Κατέθεσε και υιοθέτησε γραπτή κατάθεση, Τεκμήριο 7, στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρει τα ακόλουθα: Τον Φεβρουάριο του 2000 κατείχε τη θέση του Διευθυντή στην εταιρεία Ρ.Ρ.Ρ.Ε High-grade Computers Ltd η οποία μετονομάσθηκε σε Hi-grade Computers Cy. Ltd. Ο εναγόμενος 2 επίσης κατείχε τη θέση του Διευθυντή. Το Φεβρουάριο του 2000 αποτάθηκε μαζί με τον εναγόμενο 2 στην Ελληνική Τράπεζα Λτδ για να υποβάλουν αίτηση δανείου ο καθένας ξεχωριστά για την αγορά μετοχών στην εταιρεία Hi-grade Group Ltd η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο είχε υποβάλει αίτηση εισαγωγής της στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Λόγω περιορισμών που είχε θέσει η Κεντρική Τράπεζα στην παροχή δανείων για αγορά μετοχών αλλά και λόγω του ότι δεν ήταν σε θέση να τους δανειοδοτήσει ολόκληρο το αιτούμενο ποσό τους παρέπεμψαν στην Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ θυγατρική εταιρεία της Ελληνικής Τράπεζας Λτδ με την οποία ως εταιρεία Ρ.Ρ.Ρ.Ε Hi-grade Computers Ltd είχαν συνεργαστεί και στο παρελθόν, όπως αναφέρει, «ώστε να λάβουμε δάνειο υπό μορφή εικονικής χρηματοδότησης και εικονικής σύμβασης ενοικιαγοράς. Μας τόνισαν δε πως ήταν πιο εύκολος τρόπος να πάρουμε δάνειο μέσω της χρηματοδοτήσεως δηλαδή με εικονική ενοικιαγορά αντί να περιμένουμε από το εμπορικό τμήμα της Τράπεζας.» Στις 14.2.2000 αποτάθηκε στους ενάγοντες για τη δανειοδότηση του με ενοικιαγορά με τον εναγόμενο
  15. Τους υποδείχθηκε ότι έπρεπε να γίνει και τιμολόγιο με το οποίο να φαίνεται ότι αγοράστηκαν αντικείμενα. Ετοιμάστηκε το τιμολόγιο από τους ίδιους τους ενάγοντες στο οποίο παρουσιάστηκε ο εναγόμενος 2 ως έμπορος και πωλητής κάποιων αντικειμένων. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά: «Κατά τον αντίστοιχο τρόπο ετοιμάστηκε και δεύτερο τιμολόγιο για να χρησιμοποιηθεί σε εικονική σύμβαση ενοικιαγοράς του εναγόμενου 2 σύμφωνα με την οποία παρουσιάστηκα εγώ σαν έμπορας και πωλητής των αντικειμένων.» Ο εναγόμενος 2 εργαζόταν μαζί του ως Διευθυντής της εταιρείας Hi-grade Computers Cy Ltd η οποία καμία σχέση δεν είχε με τηλεοράσεις, καναπέδες, έπιπλα βεράντας και άλλα είδη που αναφέρονται στο τιμολόγιο. Δεν διατηρούσε επιχείρηση ή κατάστημα που να εμπορευόταν τα αντικείμενα που αναφέρονται στο τιμολόγιο. Στην παράγραφο 10 και 11 της γραπτής κατάθεσης του ο Μ.Υ.1 αναφέρει επί λέξει: «
  16. Αντικείμενα δεν υπήρχαν, ούτε αγοράστηκαν ούτε παραδόθηκαν και ούτε χρήματα πήρε ο εναγόμενος 2 απλώς έκανε το τιμολόγιο όπως μας είχαν πει και τα λεφτά τα οποία πήρα εγώ. Συγκεκριμένα με την υπογραφή του συμβολαίου ενοικιαγοράς και των σχετικών εγγυήσεων το ποσό των Λ.Κ.10.000 το έλαβα εγώ ως ήταν η συνεννόηση μας.
  17. Η υπογραφή του συμβολαίου ενοικιαγοράς έγινε σύμφωνα με τον τρόπο που μας είχαν αναφέρει οι ενάγοντες και έχοντας πλήρη γνώση των δεδομένων ότι δηλαδή ο σκοπός που γινόταν ήταν η εξασφάλιση δανείου Λ.Κ.10.000 και όχι η ενοικιαγορά αντικειμένων που εν πάση περιπτώσει δεν υπήρχαν. Η σύμβαση ενοικιαγοράς ήταν εικονική και έγινε για να συγκαλύψει την πραγματική φύση της συναλλαγής που δεν ήταν άλλη παρά η δανειοδότηση μου.» Πρόσθεσε ο Μ.Υ.1 ότι τα αντικείμενα του Τεκμηρίου Ι Α δεν τα έλαβε και ούτε υπήρχαν. Αντεξεταζόμενος σε ερώτηση κατά πόσο είναι ο ενοικιαγοραστής των επίδικων αντικειμένων απάντησε ότι δεν αγόρασε ή ενοικίασε οποιαδήποτε αντικείμενα. Σε ερώτηση αν συνήψε το συμβόλαιο ενοικιαγοράς ημερομηνίας 14.2.2000 απάντησε ότι είχε πάρει δάνειο. Δέχθηκε ότι υπέγραψε το συμβόλαιο ενοικιαγοράς, Τεκμήριο Ι Β ως μισθωτής, αναγνώρισε δε την υπογραφή του στο Τεκμήριο. Αναγνώρισε επίσης την υπογραφή του εναγόμενου 2 κάτω από τη «δήλωση εμπόρου». Υπέγραψε το Τεκμήριο Ι Β στην Ελληνική Τράπεζα Χρηματοδοτήσεις στη Λάρνακα υπό την προσωπική του ιδιότητα. Το υπόλοιπο χρηματοδότησης που αναγράφεται στο Τεκμήριο Ι Β το έλαβε. Σε ερώτηση αν οι ενάγοντες τον χρέωσαν με τα δικαιώματα ενοικιαγοράς που αναγράφονται στο Τεκμήριο Ι Β απάντησε ότι τον χρέωσαν Λ.Κ.3.875 που ήταν τόκοι δανείου. Σύμφωνα με το Μ.Υ.1 το Τεκμήριο 1 Α είναι το τυπικό τιμολόγιο που υπέγραψαν για να πάρουν το δάνειο. Το υπέγραψε ως αγοραστής και ο εναγόμενος 2 ως πωλητής, όμως ο εναγόμενος 2 δεν ήταν πωλητής και «δεν του πούλησε τίποτε». Σε ερώτηση αν συμφωνεί με την περιγραφή των αντικειμένων στο Τεκμήριο Ι Α, τιμολόγιο, απάντησε πως εξ όσων θυμάται τα αντικείμενα τα συμπλήρωσε η Τράπεζα. Ο ίδιος ούτε ενοικιαγόρασε ούτε και είδε ποτέ του τέτοια αντικείμενα. Σε ερώτηση αν διαφωνεί με τη δήλωση του εναγόμενου 2 ως έμπορα απάντησε ότι αποτάθηκαν μαζί με τον εναγόμενο 2 για να πάρουν δάνειο και ότι οι υπογραφές τους στο έντυπο ήταν με οδηγίες της Τράπεζας για να παρακάμψουν το σύστημα. Δεν υπάρχει κατάστημα στο οποίο ο εναγόμενος 2 να πουλά κομπιούτερ και έπιπλα κήπου. Διαφωνεί με τη δήλωση του εναγόμενου 2 ότι «τα αγαθά είναι αποκλειστική του ιδιοκτησία». Ο εναγόμενος 2 δεν έκανε τέτοια δήλωση, απλά υπέγραψε το έντυπο για να εξυπηρετηθούν. Το ίδιο έντυπο υπέγραψε και ο ίδιος για δανειοδότηση του εναγόμενου
  18. Τις Λ.Κ.10.000 τις πήρε κατόπιν οδηγιών του εναγόμενου 2 (Τεκμήριο 6). Σε ερώτηση αν έναντι του συμβολαίου ενοικιαγοράς έκανε πληρωμές απάντησε ότι πλήρωνε τη δόση του δανείου Λ.Κ.230 το μήνα. Δεν πλήρωνε μέχρι τις 28.4.2004 αλλά μέχρι τις 12.10.
  19. Σε ερώτηση αν για εξασφάλιση του συμβολαίου ενοικιαγοράς δέσμευσαν τα αυτοκίνητα ΕΝΤ950, ΕΝΤ958, ΕΝΤ956 και το Peugeot ΕΒΧ881 απάντησε ότι εξ όσων θυμάται τους είχε ζητηθεί από την Τράπεζα επειδή δεν υπήρχαν αντικείμενα, να δεσμευτούν τα αυτοκίνητα. Τη συγκεκριμένη περίοδο τα αυτοκίνητα ήταν δεσμευμένα σε χρηματοδότηση της εταιρείας και η εταιρεία αποδέσμευσε και πούλησε ένα από τα αυτοκίνητα. Η πληρωμή Λ.Κ.1.850 που φαίνεται στο Τεκμήριο 5 Β ότι έγινε στις 3.6.2002 δεν έχει να κάνει με το αυτοκίνητο, το οποίο πωλήθηκε αργότερα. Το ποσό Λ.Κ.1.000 στις 28.4.2004 δεν θυμάται ποιος το πλήρωσε. Όταν έγινε η δέσμευση δεν γνώριζαν ότι υπέγραψαν και για τα αυτοκίνητα, όπως τους λέχθηκε σε μεταγενέστερο στάδιο, «τα έβαλαν διότι δεν υπήρχαν πράγματι αντικείμενα προς εξασφάλιση». Ο ίδιος το έμαθε το 2004 από τον εναγόμενο 2 όταν ο τελευταίος στην προσπάθεια του να πωλήσει τα αυτοκίνητα διαπίστωσε ότι ήταν δεσμευμένα. Ο μάρτυρας αναγνώρισε την υπογραφή του στα έγγραφα δέσμευσης Τεκμήρια 3 και 4 τα οποία υπέγραψε στις 14.2.
  20. Ο ίδιος δεν είχε δικαίωμα να υπογράψει γι΄ αυτά τα αυτοκίνητα «για προσωπική του διαπραγμάτευση» γι΄ αυτό το 2004 η Τράπεζα αναγνώρισε την «παραπλάνηση που έγινε» και ελευθέρωσε τα αυτοκίνητα. Σε ερώτηση κατά πόσο κατάγγειλαν την υπόθεση στην Αστυνομία αφού η Τράπεζα τους ξεγέλασε δεσμεύοντας τα αυτοκίνητα χωρίς να το γνωρίζουν απάντησε «δεν θα μπορούσα να το αποδείξω, μας παραπλάνησε η Τράπεζα και υπογράψαμε και αυτό το έντυπο το οποίο δεν θυμάμαι». Η δέσμευση των αυτοκίνητων δεν έχει σχέση με την ενοικιαγορά έγινε για σκοπούς της Τράπεζας γιατί στο δάνειο που πήραν δεν υπήρχε άλλη εξασφάλιση. Σε ερώτηση αν υπέβαλε γραπτή αίτηση για να του δοθεί το δάνειο που ανέφερε στην κατάθεση του απάντησε επί λέξει «από ότι θυμάμαι πήρα και άλλες φορές διευκολύνσεις από την Τράπεζα και ουδέποτε είχα κάμει αίτηση γραπτή». Το ποσό των Λ.Κ.10.000 δανείου που αναφέρει στην κατάθεση του είναι το ορθό και όχι το ποσό των Λ.Κ.14.000 που αναφέρει στην έκθεση υπεράσπισης του. Ο εναγόμενος 2 μπήκε εγγυητής στο δάνειο του. Ο εναγόμενος 2 ούτε εμπορεύετο ούτε πουλούσε τα αναγραφόμενα στο εικονικό τιμολόγιο (Τεκμήριο Ι Α). Ακολούθησαν τις οδηγίες της τράπεζας για να εξυπηρετηθεί το αίτημα τους για δανειοδότηση. Το Τεκμήριο Ι Α από την εμπειρία του ως έμπορας δεν είναι κανονικό τιμολόγιο από αυτά που κυκλοφορούν στην αγορά. Η εταιρεία Hi-grade Computers Cy Ltd στην οποία ο Μ.Υ.1 εργαζόταν με τον εναγόμενο 2 ασχολείτο με την προμήθεια και τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών υπολογιστών, και είχε γραφεία τόσο στη Λάρνακα όσο και στη Λευκωσία. Σε ερώτηση αν η εταιρεία είχε εξοπλισμό, έπιπλα απάντησε «ποια εταιρεία, δεν είχα εγώ εταιρεία». Σε ερώτηση αν γνωρίζει αν ο εναγόμενος 2 έχει στο σπίτι του τα αντικείμενα του τιμολογίου, Τεκμήριο 1 Α, απάντησε ότι ο εναγόμενος 2 δεν τον προμήθευσε τίποτε. Σε υποβολή ότι από τις 14.2.2000 γνώριζε για τη δέσμευση απάντησε πως δεν θα μπορούσε να δεσμεύσει περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας για προσωπικούς του λόγους και δεν θα το έκανε ποτέ αν το γνώριζε. Επανεξεταζόμενος ανέφερε ότι τα αυτοκίνητα που δεσμεύτηκαν ανήκαν στην Εταιρεία, της οποίας είναι διευθυντής, η οποία υπέγραψε τη δέσμευση. Ο λογαριασμός του Τεκμηρίου 6 στον οποίον κατατέθηκαν οι Λ.Κ.10.000 είναι δικός του. Στην τελική του αγόρευση ο κος Χριστοφίδης για τους εναγόμενους εισηγήθηκε ότι η επίδικη συμφωνία ήταν εικονική, παρέπεμψε δε σε στοιχεία και γεγονότα τα οποία αποδεικνύουν την εικονικότητα της επίδικης συναλλαγής. Ειδικότερα παρέπεμψε στη μαρτυρία του Μ.Ε.1 σύμφωνα με την οποία ο πιο πάνω δεν είδε τα αντικείμενα αλλά και στη μαρτυρία του Μ.Υ.1 σύμφωνα με την οποία οι ενάγοντες ετοίμασαν το τιμολόγιο με ανύπαρκτα αντικείμενα παρουσιάζοντας τον εναγόμενο 2 ως έμπορο, ενώ ο ίδιος δεν διατηρούσε επιχείρηση που εμπορευόταν τέτοια αντικείμενα, ενώ κατέθεσαν το ποσό των Λ.Κ.10.000 στο λογαριασμό του εναγόμενου 1 αντί στον εναγόμενο 2, έμπορο. Ο κος Κουμής στη δική του αγόρευση με αναφορά σε νομολογία εισηγήθηκε ότι οι εναγόμενοι απέτυχαν να αποδείξουν την εικονικότητα που ισχυρίζονται, ενώ είχαν το βάρος απόδειξης. Υπέβαλε δε πως δεν έχει αποδειχθεί ούτε και οποιοδήποτε στοιχείο παρανομίας. Κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 ως προϊόν ύστερης σκέψης. Παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες και έχοντας εξετάσει τη μαρτυρία τους καταλήγω στα πιο κάτω: Ο Μ.Ε.1 μου έκανε καλή εντύπωση, τον δέχομαι ως αξιόπιστο μάρτυρα. Εξιστόρησε τα γεγονότα με τρόπο πειστικό, σαφή και χωρίς υπεκφυγές. Η μαρτυρία του ουδόλως κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του. ΟΙ απαντήσεις του ήταν φυσικές και αυθόρμητες και πολλές φορές αποστομωτικές. Ενδεικτικά παραθέτω την απάντηση του στην υποβολή ότι ο εναγόμενος 2 δεν πωλούσε τα αντικείμενα στο τιμολόγιο «δεν είμαστε να αμφισβητήσουμε τι μας έλεγε ο κ. Πουλλής διότι ο κ. Πουλλής ήταν πελάτης μας και δεν αμφισβητούσαμε το τι μας έλεγε». Αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Κρίνω σκόπιμο στο σημείο αυτό να σημειώσω ότι η θέση της υπεράσπισης ότι η δέσμευση των αυτοκινήτων ουδεμία σχέση είχε με την ενοικιαγορά και ότι κατά το χρόνο της δέσμευσης οι εναγόμενοι δεν γνώριζαν ότι υπέγραφαν για τα αυτοκίνητα αλλά είχαν παραπλανηθεί δεν υπεβλήθη στο μάρτυρα. Σημειώνω, περαιτέρω, ότι η υποβολή του συνηγόρου υπεράσπισης ότι η σύμβαση έγινε για σκοπούς δανείου Λ.Κ.10.000 δεν συνάδει με τη δικογραφημένη της θέση περί δανειοδότησης ύψους Λ.Κ.14.
  21. Και κάτι άλλο: οι υπογραφές στο συμβόλαιο και το τιμολόγιο δεν αμφισβητήθηκαν. Δεν αμφισβητήθηκε επίσης η κατάσταση λογαριασμού ή η είσπραξη του ποσού των Λ.Κ.10.
  22. Ο Μ.Ε.2 μου έκανε επίσης καλή εντύπωση και αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Η μαρτυρία του ήταν βεβαίως τυπική και δεν αμφισβητήθηκε στην ουσία της. Ο εναγόμενος 1, Μ.Υ.1, μου έκανε πενιχρή εντύπωση ως μάρτυρας και απορρίπτω τη μαρτυρία του χωρίς ενδοιασμό. Η μαρτυρία του ήταν γεμάτη από υπεκφυγές και αοριστίες. Η προσπάθεια του να αποποιηθεί των ευθυνών του παραδεχόμενος όμως ότι υπέγραψε τόσο τη σύμβαση, Τεκμήριο 1 Β, όσο και το τιμολόγιο, Τεκμήριο 1 Α, ήταν φανερή. Άλλα δήλωσε ο Μ.Υ.1 κατά την 14.2.2000 για να πάρει τα λεφτά και άλλα δηλώνει σήμερα που βρίσκεται υπό πίεση να τα επιστρέψει. Ξενίζει με πόση ευκολία ο Μ.Υ.1 ισχυρίστηκε ενόρκως ότι αναληθώς ως μισθωτής δήλωνε υπογράφοντας στο Τεκμήριο 1 Β ότι παρέλαβε τα αγαθά του τιμολογίου 1 Α και έμεινε απόλυτα ικανοποιημένος. Αναμένει λοιπόν ο Μ.Υ.1 από το Δικαστήριο να πιστέψει τον ισχυρισμό του ότι οι τότε δηλώσεις του δεν ήταν αληθινές. Ειδικότερα τώρα που καλείται να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από τις ίδιες τις δηλώσεις του. Το οξύμωρο του συλλογισμού είναι εμφανές. Η εκδοχή του ότι επρόκειτο περί δανείου, το οποίο μάλιστα αιτήθηκε προφορικά όπως συνήθιζε και με άλλες διευκολύνσεις που έπαιρνε από την Τράπεζα δεν πείθει. Ούτε και η θέση του ότι ακολουθούσε τις οδηγίες της Τράπεζας για να εξυπηρετηθούν και για να παρακάμψουν το σύστημα, πείθει. Ο δε ισχυρισμός του εναγόμενου 1 περί παραπλάνησης του από την Τράπεζα σε σχέση με την υπογραφή των δεσμεύσεων των αυτοκινήτων, Τεκμήρια 3 και 4, κρίνεται ως εξωπραγματικός και ύστερη σκέψη. Με ποιο τρόπο και ως προς τι παραπλανήθηκε ο Μ.Υ.1 παρέμεινε ασαφές και αόριστο. Η δε εξήγηση που έδωσε ως προς το γιατί δεν γνώριζε για τη δέσμευση δεν βρίσκει έρεισμα στη λογική. Όπως δε ανέφερα πιο πάνω οι πιο πάνω θέσεις δεν τέθηκαν στο Μ.Ε.
  23. Δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Υ.
  24. Στην πρόσφατη υπόθεση Ανδρούλλα Κωνσταντίνου και άλλου v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, Πολ. Έφ. Αρ. 12211, ημερομηνίας 8.9.2006 επαναβεβαιώθηκε ότι η Τράπεζα έχει το βάρος απόδειξης της έγκυρης κατάρτισης της συμφωνίας ενοικιαγοράς σύμφωνα με το Νόμο. Εκεί είχε προσκομιστεί η γραπτή σύμβαση και με τη μαρτυρία των υπαλλήλων της Τράπεζας εξηγήθηκαν ακόμη και οι περιστάσεις της υπογραφής της. Η σύμβαση αναφερόταν σε έπιπλα υπαρκτά τα οποία και περιγράφονταν σε πίνακα, τα οποία η μισθωτής αναγνώρισε πώς παρέλαβε και πως βρίσκονταν σε καλή κατάσταση. Όσον αφορά το θέμα κατά πόσον τα αντικείμενα ήταν υπαρκτά υιοθετήθηκαν τα όσα λέχθηκαν στις υποθέσεις T.J.S. Enterprises Ltd κ.ά. v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ

(2005)1 Α.Α.Δ. 108 και Barclays Bank Plc v. J.G.L. (Constructions) Ltd κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1726 με αναφορά στο πιο κάτω απόσπασμα από τη σελ. 1733 από την τελευταία: «Κατά τα λοιπά, δεν μπορεί να ευσταθήσει η εισήγηση ότι ήταν υποχρέωση της Τράπεζας να καλέσουν ως μάρτυρες τους προμηθευτές των αντικειμένων των ενοικιαγορών και άλλους για να αντικρούσουν τον ισχυρισμό των εναγομένων περί εικονικότητας τους. Ο ισχυρισμός αυτός, εγειρόμενος από τους εναγόμενους, έθετε σε αυτούς και το ανάλογο βάρος να τον αποδείξουν.» Για τη στοιχειοθέτηση εικονικότητας πρέπει να διαφανεί ότι και οι δύο πλευρές στόχευαν στη σύναψη συμφωνίας που στην πραγματικότητα δεν θα λειτουργούσε με βάση τους όρους που προέβλεπε. Όπως λέχθηκε χαρακτηριστικά στην υπόθεση Snook v London and West Riding Investment Ltd [1967] 2 Q.B 786 ,802 από τον Lord Diplock : « ....that for acts or documents to be a sham with whatever legal consequences follow from this , all the parties thereto must have a common intention that the acts or documents are not to create the legal rights and obligations which they give the appearance of creating. No unexpressed intentions of a "shammer" affect the rights of a party whom he deceived . There is an express finding in this case that the defendants were not parties to the alleged "sham" . So this contention fails .» Καταλήγω ότι ο εναγόμενος 1 συνήψε στις 14.2.2000 το συμβόλαιο ενοικιαγοράς, Τεκμήριο 1 Β με την Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ το οποίο υπέγραψε ο ίδιος ως μισθωτής και οι εναγόμενοι 2, 3, 4 ως εγγυητές. Δόθηκαν ως επιπλέον εξασφαλίσεις τέσσερα αυτοκίνητα σε σχέση με τα οποία υπογράφηκαν τα έγγραφα δέσμευσης, Τεκμήρια 3 και 4. Τα αντικείμενα της ενοικιαγοράς φαίνονται στο τιμολόγιο, Τεκμήριο 1 Α. Σύμφωνα με τις δηλώσεις του εναγόμενου 2 τα αντικείμενα της ενοικιαγοράς ήταν δικά του, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε από το Μ.Ε.1 ο οποίος δεν έλεγξε ότι όντως υπήρχαν τα αντικείμενα. Στη «δήλωση εμπόρου» στο Τεκμήριο 1 Β την οποία υπέγραψε ο εναγόμενος 2 υπάρχει δήλωση του ότι η περιγραφή των αντικειμένων είναι ορθή ότι είναι κατάλληλα για το σκοπό για τον οποίο χρειάζονται και ότι τα αντικείμενα είναι στην αποκλειστική του ιδιοκτησία και έχει το δικαίωμα να τα πωλήσει. Περαιτέρω στη «συμφωνία και διακήρυξη του μισθωτή» ο εναγόμενος 1 δηλώνει υπεύθυνα ότι παρέλαβε τα αγαθά σε καλή κατάσταση και ύστερα από προσωπική εξέταση τα βρήκε από όλες τις απόψεις κατάλληλα και απόλυτα ικανοποιητικά. Επίσης στην παράγραφο 4 καλεί την ενάγουσα «η οποία δεν είδε τα αγαθά, να βασιστεί στην παραπάνω διαβεβαίωση ... και να τον αφήσει να τα κατέχει σύμφωνα με τους όρους αυτού του Συμβολαίου Ενοικιαγοράς». Στο τιμολόγιο Τεκμήριο 1 Α περιγράφονται τα αντικείμενα του συμβολαίου 1 Β και υπογράφεται από τον εναγόμενο 1 ως αγοραστή και εναγόμενο 2 ως πωλητή. Επειδή ο εναγόμενος 1 δεν ήταν συνεπής στις υποχρεώσεις του η ενάγουσα τερμάτισε το συμβόλαιο με επιστολή Τεκμήριο 2, ημερομηνίας 17.11.2003, καλώντας τον και τους εγγυητές του να πληρώσουν το ποσό που όφειλαν. Με την πληρωμή Λ.Κ.1.000 στις 28.4.2004, μετά δηλαδή από την καταχώρηση της αγωγής τα αυτοκίνητα των Τεκμηρίων 3 και 4 αποδεσμεύτηκαν. Το οφειλόμενο υπόλοιπο φαίνεται στα Τεκμήρια 5 Α και 5 Β. Έχω την άποψη ότι οι δηλώσεις των εναγομένων 1 και 2 στα επίδικα έγγραφα εμποδίζουν τους εναγόμενους να ισχυρίζονται ότι τα αντικείμενα είναι ανύπαρκτα, προσκομίζοντας εν πάση περιπτώσει αναξιόπιστη μαρτυρία. Από τη δήλωση του εναγόμενου 2 που περιέχεται στο συμβόλαιο ότι τα αντικείμενα ήταν στην αποκλειστική του ιδιοκτησία με δικαίωμα να τα πωλήσει και τη δήλωση του εναγόμενου 1 ότι είχε εξετάσει και παραλάβει τα αντικείμενα καθώς και από τις δηώσεις στο τιμολόγιο φαίνεται ότι είχαν παραστήσει ότι τα έπιπλα υπήρχαν και ότι είχαν πωληθεί. Όπως και στην υπόθεση Ιωάννου Γιαννάκης v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(1995)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1522 η συμπεριφορά τους οδήγησε την Τράπεζα να αποδεχθεί την εισήγηση για τη χρηματοδότηση με ενοικιαγορά της συναλλαγής σε βαθμό που θα ήταν άδικο να τους επιτραπεί να ενεργήσουν με τρόπο ασυμβίβαστο με την πιο πάνω συμπεριφορά τους. (Βλ. επίσης T. J. S. Enterprises Ltd κ.ά. v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ (ανωτέρω). Σύμφωνα με τη μαρτυρία του αξιόπιστου Μ.Ε.1 στηρίχτηκαν στις δηλώσεις του πελάτη τους. Εφαρμόζοντας τις αρχές που προκύπτουν από τη νομολογία, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι οι ενάγοντες προέβηκαν στον καταρτισμό μιας καθόλα νόμιμης και γνήσιας συμφωνίας ενοικιαγοράς των αντικειμένων που περιγράφονται σε αυτή και με τους όρους που περιέχονται σε αυτή. Θεωρώ δε ότι η συμφωνία τερματίστηκε νόμιμα και σύμφωνα με τους όρους της. Έγινε λόγος από την υπεράσπιση για την καταβολή του ποσού των Λ.Κ.10.000 στον εναγόμενο 1 αντί στον εναγόμενο
  1. Είναι γεγονός ότι σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Ε.1 ο εναγόμενος 2 έδωσε οδηγίες στην Τράπεζα το ποσό των Λ.Κ.10.000 να πιστωθεί στον εναγόμενο
  2. Δεν θεωρώ ότι το πιο πάνω στοιχείο συνηγορεί υπέρ της θέσης ότι επρόκειτο για εικονική συναλλαγή. Η υπόθεση Ανδρούλλα Κωνσταντίνου κ.ά. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Χρηματοδοτήσεις Λτδ (ανωτέρω) πραγματεύτηκε το θέμα του τρόπου διάθεσης του ποσού της χρηματοδότησης. Λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ο τρόπος με τον οποίο διατέθηκε το ποσό της χρηματοδότησης που παραδεκτώς πληρώθηκε δεν είναι στοιχείο της σύμβασης που είχε συναφθεί. Είναι ζήτημα επόμενο και ως μη, μάλιστα, συναρτημένο προς οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία, αφορούσε σε άλλες σχέσεις, ιδίως της εφεσείουσας και του συζύγου της υπέρ του οποίου και συνεργάτη του αναφέρθηκε ότι διατέθηκε το ποσό.» Για όλους τους πιο πάνω λόγους και δεδομένου ότι τα υπόλοιπα, η παράβαση της σύμβασης εκ μέρους των εναγομένων και το δικαιολογημένο του τερματισμού δεν έχουν στην ουσία τους αμφισβητηθεί, η Απαίτηση θα πρέπει να επιτύχει. Ως αποτέλεσμα εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων: (α) Απόφαση ως οι παράγραφοι 19 Α και Γ της Έκθεσης Απαίτησης εναντίον όλων των εναγομένων ομού και / ή κεχωρισμένως μείον Λ.Κ.1.000 ποσό πληρωθέν στις 28.4.2004 με τις αναγκαίες τροποποιήσεις ως προς τον τόκο. (Για τον τρόπο υπολογισμού των αποζημιώσεων παραπέμπω στην υπόθεση Ελληνική Τράπεζα Λτδ v. Τσαρτελλή
(2003)1 Α.Α.Δ. 246 έχοντας υπόψη ότι το συμβόλαιο έχει λήξει). (β) Διάταγμα εναντίον του εναγόμενου 1 ως οι παράγραφοι 19 Ε και Στ της Έκθεσης Απαίτησης. Οι αξιώσεις 19 Ζ και Η της Έκθεσης Απαίτησης απορρίπτονται. Επιδικάζονται τα έξοδα της απαίτησης υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ......................................... Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. /Λ.Σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.