Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Σταύρου Ανδρέα Γρηγορίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3792/02, 27 Ιουνίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:A108 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3792/02 Μεταξύ: Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Ενάγουσας, ν.
- Σταύρου Ανδρέα Γρηγορίου,
- Γιαννάκη Παπαπέτρου,
- J.P.P. Enterprises Ltd,
- J. Papapetrou (Imports-Exports) Ltd, Εναγόμενων. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 27 Ιουνίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα: κ. Μ. Χ" Χριστοφής. Για Εναγόμενο 1: κ. Γ. Χριστοφίδης. Για Εναγόμενους 2, 3 και 4: κ. Γ. Παπαντωνίου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα Τράπεζα με την τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησής της αξιώνει από τους Εναγόμενους 1-4 το ποσό των £7.132,04 το οποίο της οφείλουν ως υπόλοιπο του χρεωστικού λογαριασμού του δανείου το οποίο οι ίδιοι συνήψαν με την Ενάγουσα, πλέον τόκο προς 11,5% από 24.7.
- Είναι ο ισχυρισμός της Ενάγουσας ότι κατά ή περί τον Νοέμβριο του 1998 συμφώνησε γραπτώς με τον Εναγόμενο 1 να του παρέχει δάνειο τακτής προθεσμίας για το ποσό των £7.
- Μεταξύ των όρων της συμφωνίας ήταν και το ποσοστό του τόκου, το οποίο θα ήταν 8% ετησίως ή και σύμφωνα με το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο επιτοκίου, καθώς και η αποπληρωμή του δανείου με μηνιαίες δόσεις £200, με την πρώτη δόση καταβλητέα την 1.1.
- Επίσης, καθορίζετο στην σύμβαση, σύμφωνα με τον ισχυρισμό της Ενάγουσας, ότι η Ενάγουσα θα δικαιούτο να τερματίσει την συμφωνία χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίηση ή και να καταστήσει οποιονδήποτε δάνειο απαιτητό και να ζητήσει την άμεση πληρωμή του οφειλόμενου υπολοίπου. Ως εξασφάλιση του δανείου ή και των υποχρεώσεων του Εναγόμενου 1 παρείχαν εγγύηση οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα. Το έγγραφο εγγυήσεως ενσωματώθηκε στην συμφωνία δανείου. Μετά την παραχώρηση του δανείου ανοίχθηκε ο λογαριασμός δανείου με αριθμό 535/339295-03/98 ο οποίος στη συνέχεια λόγω αλλαγής του μηχανογραφικού συστήματος μεταριθμήθηκε σε 535339295-
- Στις καταστάσεις λογαριασμού που κατ΄ ισχυρισμό στάληκαν στον Εναγόμενο 1, μέχρι 12.2.1999, καταγραφόταν ο παλαιός αριθμός λογαριασμού, 339295-
- Από τις 15.2.99, όταν έγινε η νέα μηχανογράφηση, ο λογαριασμός περιγραφόταν σαν 535339295-
- Στις 24.7.02 ο συγκεκριμένος λογαριασμός έδειχνε οφειλόμενο χρεωστικό υπόλοιπο £7.132,04 πλέον ο τόκος προς 11,5%. Λόγω του ότι ο Εναγόμενος 1 παρέλειψε να καταβάλει τις ληξιπρόθεσμες δόσεις, η Ενάγουσα ζήτησε την πληρωμή του οφειλομένου ποσού τόσο από τον Εναγόμενο 1 καθώς και από τους Εναγόμενους 2, 3 και 4 χωρίς οποιοδήποτε αποτέλεσμα. Με επιστολή της, ημερομηνίας 24.7.02, η Ενάγουσα τερμάτισε την λειτουργία του συγκεκριμένου λογαριασμού και μετέφερε το υπόλοιπο στις οριστικές καθυστερήσεις με νέο αριθμό λογαριασμού, τον 535399096-3 και απαίτησε την πληρωμή του οφειλομένου υπολοίπου εντός 15 ημερών. Όμως, οι Εναγόμενοι δεν ανταποκρίθηκαν γι΄ αυτό και καταχωρίστηκε εναντίον τους η παρούσα αγωγή. Ο Εναγόμενος 1, στην Υπεράσπισή του, αρνείται ότι υπέγραψε την ισχυριζόμενη συμφωνία ή και οποιαδήποτε άλλη συμφωνία. Ισχυρίζεται, ότι δεν του καταβλήθηκε ή και του χορηγήθηκε οποιοδήποτε ποσό αλλά αυτό χορηγήθηκε σε τρίτο πρόσωπο κατά παράβαση της ισχυριζόμενης, υπό της Ενάγουσας, συμφωνίας δανείου. Οπόταν, δεν υπήρχε οποιοδήποτε αντάλλαγμα στην ισχυριζόμενη συμφωνία. Είναι περαιτέρω η θέση του Εναγόμενου 1 ότι η Ενάγουσα δεν τερμάτισε την ισχυριζόμενη συμφωνία και ότι η υπό εκδίκαση αγωγή είναι πρόωρη. Ισχυρίζεται επίσης ότι ο υπολογισμός του τόκου είναι παράνομος, αφού υπολογίστηκε τόκος επί του τόκου καθώς και ότι οι υπόλοιπες χρεώσεις είναι παράνομες. Καταλήγει, ότι η Ενάγουσα συμφώνησε με τους Εναγόμενους 2, 3 και 4 όπως οι ίδιοι αναλάβουν την εξόφληση του ισχυριζόμενου δανείου. Οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 ισχυρίζονται με την σειρά τους, στην δική τους Υπεράσπιση, ότι ουδέποτε υπέγραψαν ως εγγυητές. Οι Εναγόμενοι 3 και 4 προβάλουν τον ισχυρισμό ότι δεν δικαιούνταν, δυνάμει του ιδρυτικού και καταστατικού εγγράφου τους, να υπογράψουν ως εγγυητές στην επίδικη συμφωνία. Είναι περαιτέρω η θέση τους ότι δεν έλαβαν οποιαδήποτε επιστολή τερματισμού της οποιασδήποτε σύμβασης. Επίσης, επικαλούνται την αλλαγή στους αριθμούς των λογαριασμών και ισχυρίζονται ότι η Ενάγουσα Τράπεζα δεν είχε δικαίωμα αυθαίρετα ν΄ αλλάζει ή να μετατρέπει τους λογαριασμούς ή/και να μεταφέρει οποιοδήποτε υπόλοιπο χωρίς την άδεια ή και την ενημέρωση των Εναγομένων. Καταλήγουν, ότι το οφειλόμενο ποσό δημιουργήθηκε από παράνομες χρεώσεις, τόκων ή και εξόδων τα οποία επεβλήθηκαν χωρίς την συγκατάθεσή τους. Αυτές ήταν οι γραπτές θέσεις των μερών. Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατέθεσαν στο Δικαστήριο τέσσερις μάρτυρες για την προώθηση της υπόθεσης της Ενάγουσας. Οι Εναγόμενοι επέλεξαν να μην προσκομίσουν οποιαδήποτε μαρτυρία. Πρώτος, κατέθεσε ο κ. Νίκος Γεωργίου (Μ.Ε.1), ο οποίος εργαζόταν στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ως Προϊστάμενος του Τμήματος Καθυστερήσεων Λάρνακος-Αμμοχώστου. Το 1998 εκτελούσε χρέη Αναπληρωτή Διευθυντή στο κατάστημα Λάρνακας. Τους Εναγόμενους τους γνώριζε προσωπικά και σύμφωνα με την μαρτυρία του παραχωρήθηκε δάνειο στο Σταύρο Γρηγορίου ύψους £7.000 και ανοίχθηκε ο λογαριασμός με αριθμό 533/339295-3 ο οποίος είναι και ο αριθμός που καταγράφτηκε στην σύμβαση παροχής δανείου. Εγγυήθηκαν την παραχώρηση δανείου ο Εναγόμενος 2 και οι εταιρείες. Λόγω εγκατάστασης νέου συστήματος στην τράπεζα δόθηκε νέος μηχανοποιημένος αριθμός λογαριασμού ο οποίος καταγράφεται σε μεταγενέστερα έγγραφα. Η σύμβαση δανείου καταρτίστηκε σύμφωνα, με την μαρτυρία του, στις 20.11.98 στη Λάρνακα και είχε αριθμό 535/33929503/98 και ως πρωτοφειλέτης υπέγραψε ο Σταύρος Γρηγορίου ενώ ως εγγυητές υπέγραψαν ο κ. Παπαπέτρου και οι άλλες δύο εταιρείες. Εκ μέρους της Τράπεζας υπέγραψαν ο κ. Ανθούσης, Περιφερειακός Διευθυντής Λάρνακας-Αμμοχώστου και η κα Παρπόττα, Προϊστάμενη. Ως μάρτυρες υπέγραψαν οι υπάλληλοι της Εθνικής Τράπεζας κ. Χατζησάββας και κ. Ευαγγέλου. Κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι τώρα έχει αφυπηρετήσει. Ως Αναπληρωτής Διευθυντής του καταστήματος Λάρνακος είχε υπόψη του ότι συνομολογήθηκε η σύμβαση δανείου όμως δεν υπεγράφη από τον ίδιον και ούτε ήταν παρών κατά την υπογραφή της ή την υπογραφή της σύμβασης εγγύησης. Ήταν ο ισχυρισμός του ότι ο κ. Σταύρος Γρηγορίου είχε υπογράψει την σύμβαση δανείου αφού ο ίδιος είχε υποβάλει σχετικό αίτημα για την παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων και πήρε τα λεφτά όπως φαίνεται και από τα χαρτιά της τράπεζας. Υπέγραψε την ανάληψη δανείου και εκδόθηκε η επιταγή επ΄ ονόματί του. Ερωτηθείς κατά πόσο δόθηκε η συγκεκριμένη επιταγή στον κ. Γρηγορίου, ανέφερε ότι δεν γνώριζε ότι δεν εδόθη. Αυτό που γνώριζε ήταν ότι εάν η επιταγή εκδόθηκε επ΄ ονόματί του, τότε εξυπακούεται, κατά τον ίδιο, ότι ο κος Γρηγορίου θα ήταν ο παραλήπτης των χρημάτων. Όσον αφορά το δικαίωμα των Εναγομένων 3 και 4 να παρέχουν εγγυήσεις, ερωτηθείς ο μάρτυρας ανέφερε ότι είχε ελεγχθεί το συγκεκριμένο θέμα από τα καταστατικά των δύο αυτών εταιρειών αφού οι Εναγόμενοι 3 και 4 είχαν και άλλες συνεργασίες με τη συγκεκριμένη Τράπεζα. Ισχυρίστηκε, απαντώντας σε ερώτηση του συνηγόρου των Εναγομένων 2,3 και 4 ότι η επιστολή που αφορά τις καθυστερήσεις στην αποπληρωμή του δανείου, η οποία αποστέλλεται στον πρωτοφειλέτη, κοινοποιείται και στους εγγυητές. Όσον αφορά το επιτόκιο ήταν η θέση του ότι αυτό είναι καταγραμμένο στην ίδια την σύμβαση και γίνεται σε αυτή πρόβλεψη για την αύξηση του επιτοκίου. Ενώ, αναφορικά με την καθυστέρηση λήψης μέτρων είχε την άποψη ότι οφείλετο στο γεγονός ότι οι εγγυητές ήταν πελάτες της Ενάγουσας. Ο κ. Γεώργιος Δημητρίου (Μ.Ε.2) ανέλαβε τον Τομέα Καθυστερήσεων στην θέση του Μ.Ε.1 και σύμφωνα με τη μαρτυρία του παρέλαβε το αρχείο των υποθέσεων του τομέα των καθυστερήσεων καθώς και όλα τα έγγραφα που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 την σύμβαση δανείου καθώς και επιστολές που στάληκαν κατά τον ισχυρισμό του στα εμπλεκόμενα μέρη, ως Τεκμήριο 2 καταστάσεις λογαριασμών που αφορούν την συγκεκριμένη σύμβαση δανείου και ως Τεκμήριο 3 τη σημερινή κατάσταση του οφειλόμενου ποσού. Ήταν η θέση του ότι μέχρι τις 12.2.99 ο αριθμός της σύμβασης δανείου παρέμεινε ο ίδιος με τον αριθμό 535 ν΄ υποδηλώνει το κατάστημα που τηρείτο ο λογαριασμός και το 98 να δηλώνει την χρονολογία που έγινε η σύμβαση. Μετά τις 15.2.99 λόγω εισαγωγής νέου μηχανογραφικού συστήματος προστέθηκε μπροστά από τον αριθμό λογαριασμού ο αριθμός του καταστήματος και στο τέλος μετά την παύλα ο αριθμός 3 αντί του αριθμού
- Εξήγησε, ότι ο αριθμός 535 αφορά το κωδικό του καταστήματος της Τράπεζας. Όσον αφορά τις υπογραφές που υπάρχουν στη σύμβαση, Τεκμήριο 1, ισχυρίστηκε ότι αυτές είναι του οφειλέτη και των τριών εγγυητών ενώ από πλευράς της Τράπεζας υπάρχουν οι υπογραφές δύο μαρτύρων, του κ. Χατζησάββα και του κ. Ευαγγέλου οι οποίοι ήταν υπάλληλοί της. Διέκρινε και την υπογραφή του κ. Ανθούση και της κας Παρπόττα λόγω του ότι τις γνώριζε πολύ καλά. Με αναφορά στο Τεκμήριο 2 υπέδειξε την αλλαγή στον αριθμό και συνεπακόλουθα την μεταφορά του, στις 24.7.02 στα καθυστερημένα υπόλοιπα και την αλλαγή εκ νέου του συγκεκριμένου αριθμού λογαριασμού σε 535399096-
- Ερωτηθείς για τις εγγυήτριες εταιρείες 3 και 4 ο ίδιος ανέφερε ότι είχαν σταλεί τα ιδρυτικά έγγραφα των εταιρειών αυτών στο γραφείο της Εθνικής Τράπεζας στη Λευκωσία και κατέθεσε τα δύο ιδρυτικά έγγραφα ως Τεκμήρια 4 και
- Παρέπεμψε, στον όρο 3(ν) των καταστατικών ο οποίος επιτρέπει την υπογραφή τέτοιων δανείων από τις εταιρείες. Ήταν η θέση του ότι στις 20.11.98 αφού υπογράφτηκαν τα χαρτιά ο πρωτοφειλέτης υπέγραψε την ανάληψη και έδωσε εντολή να εκδοθεί επιταγή επ΄ ονόματί του. Ο κ. Χατζησάββας ετοίμασε το έντυπο, Τεκμήριο 6, ότι ο Εναγόμενος 1 έλαβε το συγκεκριμένο ποσό. Αφού αφαιρέθηκαν τα χαρτόσημα και τα άλλα έξοδα ετοιμάστηκε επιταγή στο όνομα του Εναγόμενου 1 για το ποσό των £6.
- Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 7, το απόκομμα του αντιγράφου της επιταγής που παρεδόθη. Με την υπογραφή του Τεκμηρίου 7, ήταν η θέση του μάρτυρα, δίδεται η επιταγή στον εντολέα καθώς και αντίγραφο του συγκεκριμένου εγγράφου. Όπως προκύπτει από τα αρχεία η επιταγή φαίνεται να παραδόθηκε στον Εναγόμενο 2 και μαζί με μετρητά τα κατέθεσε ο ίδιος στον λογαριασμό της Εναγόμενης
- Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 8, το γραμμάτιο είσπραξης. Κατά την αντεξέταση ο ίδιος ο μάρτυρας (Μ.Ε.2) παραδέχθηκε ότι δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή των εγγράφων ή κατά την παράδοση της επιταγής στον Εναγόμενο
- Όμως, από τα αρχεία είχε εντοπίσει υπογραμμένη αίτηση από τον Εναγόμενο 1, με ημερ. 19.11.98 για την παραχώρηση δανείου, η οποία εξετάστηκε από τον αρμόδιο διευθυντή και εγκρίθηκε. Ο σκοπός παραχώρησης του δανείου ήταν για την αντιμετώπιση εκτάκτων οικονομικών αναγκών του κ. Γρηγορίου. Όμως, ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να αναφέρει ποιες ήταν αυτές οι έκτακτες ανάγκες ούτε και αν ικανοποιήθηκαν. Ισχυρίστηκε, ότι δεν υπήρχαν όροι στην συγκεκριμένη σύμβαση δανείου αλλά ούτε και οποιεσδήποτε πρόνοιες για την παραχώρηση του συγκεκριμένου δανείου Ενώ, στην συνέχεια, παραδέχθηκε ότι υπήρχαν όροι στην παραχώρηση του δανείου όπως η αποπληρωμή του με μηνιαίες δόσεις £
- Ήταν η θέση του μάρτυρα (Μ.Ε.2) ότι μπορούσε να αναγνωρίσει τις υπογραφές των συναδέλφων του, οι οποίες φαίνονται στα συγκεκριμένα έγγραφα, λόγω του ότι είναι γνώστης των υπογραφών τους. Όμως, παραδέχθηκε ότι δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσει την υπογραφή των Εναγομένων 1 και
- Παρά το γεγονός ότι στην κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι έβλεπε την υπογραφή του κου Γρηγορίου στην σύμβαση. Ερωτηθείς ανέφερε ότι ο αριθμός της σύμβασης είναι ο ίδιος με τον αριθμό λογαριασμού που ανοίγεται με την μόνη διαφορά ότι μπροστά υπάρχει ο αριθμός του καταστήματος 535 καθώς και η χρονολογία 98 όπως φαίνεται και από το ένταλμα πληρωμής. Όταν ερωτήθηκε γιατί το Τεκμήριο 2 καταγράφει, ως αριθμό λογαριασμού, τον αριθμό 339295-03 ενώ ο ίδιος ανέφερε ότι ο αριθμός λογαριασμού ήταν 535/339295-03/98, απάντησε ότι λόγω του ότι το κομπιούτερ δεν μπορούσε να καταγράψει όλους τους αριθμούς κατέγραφε μόνο τον αριθμό λογαριασμού με δύο κωδικούς μέχρι και τις 12.2.
- Μετά την αναβάθμιση του συστήματος, που έγινε στις 15.2.99, καταγράφτηκε και ο αριθμός του καταστήματος μπροστά και μετά την παύλα καταγράφτηκε ακόμα ένας αριθμός. Αναγνώρισε τον καινούργιο αριθμό στο κάτω δεξιό μέρος της σύμβασης, ο οποίος είχε τοποθετηθεί χειρόγραφα μετά την υπογραφή της σύμβασης. Ήταν η θέση του ότι στις 24.7.02 που έκλεισε ο λογαριασμός στάληκε επιστολή στον πελάτη για το κλείσιμο του λογαριασμού με παράλληλη κοινοποίηση του νέου αριθμού λογαριασμού 5353990966-
- Ισχυρίστηκε, ο μάρτυρας, ότι το Τεκμήριο 6 αφορά χρέωση λογαριασμού με αριθμό 339295-03 και τα λεφτά, ήταν η θέση του, χορηγήθηκαν στον Σταύρο Ανδρέα Γεωργίου απευθείας αφού εκδόθηκε επιταγή επ΄ ονόματί του. Ήταν περαιτέρω ο ισχυρισμός του ότι τα λεφτά δόθηκαν στον κ. Παπαπέτρου από τους δικαιούχους αφού σύμφωνα με την πρακτική ο δικαιούχος υπογράφει ότι παραλαμβάνει την επιταγή. Η επιταγή στη συνέχεια κατατέθηκε μαζί με μετρητά από τον κ. Παπαπέτρου στον λογαριασμό της εταιρείας J.P.P. Enterprises Ltd. Όλα αυτά τα γνώριζε λόγω της πρακτικής της Τράπεζας και όχι γιατί ήταν παρών. Επέμενε ότι οφειλέτης του ποσού των £6.825 ήταν ο Εναγόμενος 1, Σταύρος Ανδρέα Γρηγορίου και ότι το παραχωρηθέν δάνειο μπορούσε να του δοθεί είτε σε μετρητά λεφτά είτε σε επιταγή. Ο ίδιος προτίμησε την έκδοση της επιταγής. Το ότι πήρε τα λεφτά ο Εναγόμενος 1 ο ίδιος το γνώριζε από το έντυπο της ανάληψης το οποίο καταρτίστηκε στις 20.11.98, ημερομηνία υπογραφής των συμβάσεων. Όμως, δεν γνώριζε κατά πόσο ο Εναγόμενος 1 ήταν παρόν στην Τράπεζα στις 23.11.
- Όμως, η κατάθεση του ποσού έγινε στις 23.11.98 γιατί σύμφωνα με τον μάρτυρα ήταν Παρασκευή, η 20.11.98 και το ταμείο είχε κλείσει. Στη συνέχεια, σε ερώτηση του δικηγόρου του Εναγόμενου 1, υποστήριξε ότι παρόλο που δεν γνώριζε, κατά την άποψή του, η επιταγή δόθηκε μετά το κλείσιμο του ταμείου μαζί με £210 μετρητά, από τον κ. Παπαπέτρου, Εναγόμενο 2, για να γίνουν κατάθεση στο λογαριασμό του. Ήταν η θέση του ότι ο υπάλληλος της Τράπεζας που έκδωσε την επιταγή την παρέδωσε στον κ. Παπαπέτρου, ενώ στη συνέχεια διόρθωσε την απάντησή του λέγοντας ότι «οι επιταγές παραδόθησαν στους δικαιούχους». Στο γραμμάτιο είσπραξης, όπως παραδέχθηκε και ο μάρτυρας, δεν υπάρχει η υπογραφή του καταθέτη. Επικαλέστηκε αμέλεια του Εναγόμενου 2 ή και του υπαλλήλου της Τράπεζας για την μη υπογραφή. Όμως, παραδέχθηκε ότι ο Εναγόμενος 2 την ημέρα που έγινε η κατάθεση ήταν παρών αφού ήταν η ημέρα που υπογράφτηκαν οι συμβάσεις. Σε ερώτηση κατά πόσο η κατάθεση της επιταγής θα μπορούσε να είχε γίνει απευθείας στον λογαριασμό του κ. Παπαπέτρου, ο ίδιος ανέφερε ότι επειδή δεν ήταν παρών δεν μπορούσε να το γνωρίζει. Ζητήθηκε από τον μάρτυρα η κατάθεση της συγκεκριμένης επιταγής η οποία κατατέθηκε και έγινε Τεκμήριο
- Παραδέχθηκε, ο Μ.Ε.2, ότι η συγκεκριμένη επιταγή δεν ήταν οπισθογραφημένη ενώ οι άλλες δύο που κατατέθηκαν μαζί μ΄ αυτήν ήταν οπισθογραφημένες και ότι κατά τη συγκεκριμένη περίοδο για να μπορεί να κατατεθεί επιταγή σε λογαριασμό τρίτου θα έπρεπε να ήταν υπογραμμένη. Επίσης παραδέχθηκε ότι μια επιταγή η οποία κατατίθεται από τρίτο πρόσωπο, που δεν είναι ο δικαιούχος, δεν μπορεί να κατατεθεί ή να μετατραπεί σε μετρητά χωρίς να οπισθογραφηθεί. Όσον αφορά την μεταφορά του αρχικού λογαριασμού στο λογαριασμό καθυστερήσεων, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι στις 24.7.02 μετέφεραν και έκλεισαν τον λογαριασμό δανείου με αριθμό 535339295-
- Το υπόλοιπο του λογαριασμού αυτού μεταφέρθηκε στον λογαριασμό 535399096-
- Έγινε εισήγηση από τον δικηγόρο του Εναγόμενου 1, ότι στην κατάσταση λογαριασμού ημερομηνίας 24.7.03 - Τεκμήριο 2 - εξοφλήθηκε ο συγκεκριμένος λογαριασμός με πίστωση £7.132,04, εισήγηση με την οποία συμφώνησε ο μάρτυρας, πλην όμως ισχυρίστηκε ότι ο συγκεκριμένος λογαριασμός εξοφλήθηκε και μεταφέρθηκε το υπόλοιπο στον λογαριασμό καθυστερήσεων. Συμφώνησε με την εισήγηση του δικηγόρου του Εναγόμενου 1 ότι το 1998 επιταγή που δεν ήταν οπισθογραφημένη δεν μπορούσε να μεταβιβαστεί ή να κατατεθεί σε λογαριασμό τρίτου προσώπου. Ενώ επέμενε ότι από ενημέρωση που είχε από τον κο Ανθούση, ο Εναγόμενος 1 και οι άλλοι είχαν παρουσιαστεί από τον κο Παπαπέτρου ως συνεργάτες του. Αναφορικά με τις επιστολές που στάλησαν εκ μέρους της Τράπεζας προς τους Εναγόμενους, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι οι επιστολές στάλησαν με απλό ταχυδρομείο και δεν επεστράφησαν, οπόταν κατά την άποψή του παραλήφθησαν. Ερωτηθείς για πληρωμές που έγιναν και που αφορούσαν το συγκεκριμένο δάνειο ο μάρτυρας απάντησε ότι αυτές έγιναν από μεταφορές από τους λογαριασμούς των εταιρειών J. Papapetrou Import-Export Ltd και J.P.P. Enterprises Ltd και αυτό γινόταν κατόπιν εξουσιοδότησης του κ. Παπαπέτρου προς την Ενάγουσα. Ο συγκεκριμένος μάρτυρας αντεξετασθείς από τον δικηγόρο των Εναγομένων 2, 3 και 4 ισχυρίστηκε ότι πελάτης της Ενάγουσας ήταν ο κος Παπαπέτρου και όχι ο κος Γρηγορίου. Ήταν η θέση του ότι οι επιστολές τερματισμού στάλησαν στην ταχυδρομική θυρίδα του κ. Παπαπέτρου και όχι στην διεύθυνση που κατέγραφε η σύμβαση δανείου γιατί αυτές ήταν οι εντολές του «πελάτη» τους του κου Παπαπέτρου. Όταν του υποβλήθηκε ότι τα έγγραφα τα οποία αφορούν τις Εναγόμενες εταιρείες αποστέλλονται από την Ενάγουσα στην διεύθυνση των Εναγομένων εταιρειών στην Αγία Βαρβάρα ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν είχε οποιαδήποτε ενημέρωση επί του θέματος. Τρίτος κατέθεσε ο κ. Γεώργιος Βασιλείου (Μ.Ε.3) ο οποίος εκτελεί χρέη ταμία στην Ενάγουσα τράπεζα από το
- Από το 1983 μέχρι και το 2003 ήταν κλητήρας της Ενάγουσας και μεταξύ των καθηκόντων του ήταν και η διεκπεραίωση της αλληλογραφίας. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ακολουθείται μια συγκεκριμένη διαδικασία για την αποστολή επιστολών την οποία και επεξήγησε. Ισχυρίστηκε ότι αφού παραληφθούν οι επιστολές από τον Διευθυντή της Τράπεζας ή και από άλλους υπαλλήλους, αριθμίζονται και καταχωρούνται οι επιστολές σε συγκεκριμένο έντυπο της Τράπεζας. Στην συνέχεια παιρνούνται και από την μηχανή γραμματοσήμων. Διαχωρίζονται όμως οι συστημένες επιστολές. Όσον αφορά το Τεκμήριο 1 και συγκεκριμένα την επιστολή ημερομηνίας 24.7.02 ισχυρίστηκε ότι πάνω στην φωτοτυπία υπάρχει ο αριθμός 2355 τον οποίο ο ίδιος κατέγραψε. Υποστήριξε τη θέση του ότι η επιστολή στάληκε στον κ. Γρηγορίου και στους εγγυητές λόγω του ότι στο το δικό του έντυπο, το οποίο ετοίμαζε ο ίδιος, καταγράφεται η αποστολή τους. Κατέθεσε το συγκεκριμένο έντυπο ως Τεκμήριο
- Υποστήριξε ότι ο ίδιος πήγε στο ταχυδρομείο και έστειλε τις συγκεκριμένες επιστολές. Ενώ, ήταν η θέση του, ότι το πρωτότυπο του εντύπου, Τεκμήριο 10, κατατίθεται στο ταχυδρομείο ενώ η Τράπεζα κρατά αντίγραφο. Κατατέθηκε, ως Τεκμήριο 11, πιστοποιητικό για την κατάσταση της μηχανής των γραμματοσήμων που ανήκει στην Ενάγουσα. Στη συνέχεια της μαρτυρίας του ισχυρίστηκε ότι οι επιστολές που δεν παραλαμβάνονται επιστρέφονται πίσω στην Τράπεζα. Όταν επιστραφούν τις ελέγχει, τις ανοίγει και τις παραδίδει στον τμηματάρχη. Στη συνέχεια διευκρίνισε ότι αυτό αφορά μόνο τις συστημένες επιστολές και όχι τις επιστολές που στέλνονται με απλό ταχυδρομείο, οι οποίες δεν επιστρέφονται. Κατά την αντεξέταση ισχυρίστηκε ότι στους Εναγόμενους στάληκε απλή επιστολή και ο ίδιος δεν μπορούσε να γνωρίζει αν αυτή επεστράφηκε. Αυτό που γνώριζε ήταν ότι ο ίδιος έστειλε τις επιστολές στις 24.7.2002 όμως δεν μπορούσε να γνωρίζει αν αυτές είχαν παραληφθεί. Όταν του υποδείχθηκε ότι η επιστολή με ημερομηνία 31.10.01 στάληκε στην οδό Γ. Σεφέρη 24 αντί στην οδό Γ. Σεφέρη 11, που είναι η διεύθυνση του Εναγόμενου 1 η οποία έχει δηλωθεί στην σύμβαση δανείου, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι το Δάλι είναι μικρό χωριό και μπορεί να εντοπιστεί εύκολα ο παραλήπτης της. Επίσης, ισχυρίστηκε ότι καταχωρούνται στο έντυπο, Τεκμήριο 10, τόσο οι επιστολές που στέλνονται με απλό ταχυδρομείο καθώς και οι επιστολές που στέλνονται συστημένες. Επιπρόσθετα, ήταν η θέση του ότι η Τράπεζα αποστέλλει την πρωτότυπη επιστολή. Παραδέχθηκε όμως ότι στο Τεκμήριο 1 είναι κατατεθημένη η πρωτότυπη επιστολή ημερομηνίας 24.7.
- Όμως, ο ίδιος δεν γνώριζε κατά πόσο η συγκεκριμένη επιστολή επεστράφη. Για να καταλήξει ότι αν επιστραφεί, η απλή επιστολή, τότε θα καταχωρηθεί στον φάκελο του πελάτη. Τελευταίος κατέθεσε ο κ. Αντώνης Χ" Σάββας (Μ.Ε.4) ο οποίος ήταν υπάλληλος στην Εθνική Τράπεζα το
- Ήταν η θέση του ότι ο κ. Παπαπέτρου ήταν για χρόνια πελάτης της Ενάγουσας καθώς και οι εταιρείες του, στις οποίες ήταν ο κύριος μέτοχος και ο διευθυντής. Όταν του υποδείχθηκε στο Τεκμήριο 1, η σύμβαση δανείου, αναγνώρισε την υπογραφή του ως πρώτος μάρτυρας των υπογραφών, στη δεύτερη σελίδα της σύμβασης. Ο δεύτερος μάρτυρας, σύμφωνα με την μαρτυρία του, ήταν ο κ. Χαράλαμπος Ευαγγέλου, πρώην συνάδελφός του. Αναγνώρισε ότι εκ μέρους της Ενάγουσας Τράπεζας υπέγραψαν ο Περιφερειακός Διευθυντής, κ. Θεόδωρος Ανθούσης και η Προϊσταμένη κα Παρπότα. Αναγνώρισε επίσης τις υπογραφές των Εναγομένων. Ήταν η θέση του ότι ο οφειλέτης, Εναγόμενος 1, υπέγραψε την ανάληψη του δανείου. Όσον αφορά το Τεκμήριο 7 ήταν η θέση του ότι ήταν το αντίγραφο μιας επιταγής η οποία εκδόθηκε από την Ενάγουσα γιατί «δεν ήθελαν να πάρουν μετρητά». Αναγνώρισε το Τεκμήριο 8 ως το γραμμάτιο είσπραξης, δηλαδή κατάθεσης, η οποία είχε γίνει δυνάμει της οποίας κατατέθηκαν £210 σε μετρητά και 3 επιταγές £6.825 η κάθε μια. Απ΄ ότι αντιλαμβανόταν η μια απ΄ αυτές τις επιταγές ήταν εκείνη που εκδόθηκε στο όνομα του Εναγόμενου 1 και κατατέθηκε στο λογαριασμό της Εναγόμενης
- Αναγνώρισε την επιταγή, στην οποία αναφερόταν, ως το Τεκμήριο
- Ήταν η θέση του ότι ο ίδιος δαχτυλογράφησε την σύμβαση μετά που τον κάλεσε ο Διευθυντής της Ενάγουσας Τράπεζας και του ανέθεσε την δαχτυλογράφηση τριών συμβάσεων δανείου για £7.000 η κάθε μια. Την ημέρα εκείνη που του ανατέθηκε το καθήκον αυτό στο γραφείο του διευθυντή βρισκόταν ο κ. Παπαπέτρου με τρία άλλα άτομα, τα οποία ο ίδιος δεν γνώριζε. Ο ίδιος πήρε τα στοιχεία των τριών ατόμων για να ετοιμάσει τις συμβάσεις. Όταν υπογράφησαν οι συμβάσεις, από τον οφειλέτη και τους εγγυητές, ο ίδιος υπέγραψε ως πρώτος μάρτυρας και ο Χαράλαμπος Ευαγγέλου ως δεύτερος. Στη συνέχεια ετοίμασε την ανάληψη του δανείου όμως, όπως φαίνεται, δεν χρησιμοποιήθηκε η ανάληψη για να «πιάσουν» μετρητά αλλά εκδόθηκαν οι επιταγές και υπογράφτηκε το συγκεκριμένο έγγραφο Τεκμήριο
- Σύμφωνα με το μάρτυρα «του παρέδωσα τις επιταγές. Ακολούθως ετοιμάστηκε το Τεκμήριο 8 όπου είναι η κατάθεση των επιταγών και £210 μετρητά.» Ερωτηθείς ανέφερε ότι η κατάθεση των τριών επιταγών φέρει ημερομηνία 20.11.98 ενώ η σφραγίδα του ταμία φέρει ημερομηνία 23.11.
- Από ότι μπορούσε ν΄ αντιληφθεί ο λόγος που φέρουν διαφορετική ημερομηνία είναι διότι 20.11.1998 ήταν Παρασκευή, το ταμείο είχε κλείσει και οι επιταγές φυλάχθηκαν στο χρηματοκιβώτιο και παρουσιάστηκαν στο ταμείο στις 23.11.
- Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας (Μ.Ε.4) ανέφερε ότι κατά την ημερομηνία που έγιναν οι συμβάσεις δανείου, το 1998, ο ίδιος υπηρετούσε στο Τμήμα Χορηγήσεων και ήταν επιφορτισμένος με την ετοιμασία των συμβάσεων. Αναγνώρισε την υπογραφή του στο Τεκμήριο 6 και στο Τεκμήριο 8 και ισχυρίστηκε ότι η υπογραφή η δική του, ως λογιστή, προηγήθηκε της υπογραφής του Περιφερειακού Διευθυντή, ο οποίος είχε υπογράψει ως ελεγκτής. Ερωτηθείς ανέφερε ότι δεν γνώριζε πότε τέθηκε η συγκεκριμένη απόδειξη στον κ. Ανθούση για υπογραφή. Όμως, όσον αφορά τον εαυτό του ήταν σίγουρος ότι υπέγραψε στις 20.11.98 γιατί συνήθως μόλις τελειώσει τα εντάλματα, την ανάληψη και την κατάθεση, τα μονογραφεί. Όσον αφορά το Τεκμήριο 6 ήταν η θέση του ότι μόλις ετοιμάστηκαν οι συμβάσεις και υπογράφτηκαν ο ίδιος ετοίμασε την ανάληψη του δανείου για να πάει ο δικαιούχος στο ταμείο να εισπράξει τα λεφτά. Για κάποιο λόγο δεν ήθελε τα λεφτά και ζήτησε από το μάρτυρα να ετοιμαστεί επιταγή, πράγμα που έγινε. Υπέγραψε εκεί που αναφέρει η αίτηση «εντολέας» στο Τεκμήριο 7 και επειδή υπέγραψε στην αίτηση για την έκδοσή της θα του δόθηκε και η επιταγή. Συμφώνησε με τη θέση του συνήγορου του Εναγόμενου 1 ότι ο Εναγόμενος 1 δεν έλαβε λεφτά χρησιμοποιώντας το Τεκμήριο 6 και ότι δεν έλαβε οποιοδήποτε ποσό δυνάμει του Τεκμηρίου
- Ισχυρίστηκε, ότι το συγκεκριμένο τεκμήριο παραμένει στο ταμείο για να συμφωνήσει το ταμείο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Τεκμήριο 6 χρησιμοποιήθηκε για να ισοζυγίσει η είσπραξη που φαίνεται στο Τεκμήριο
- Αντεξετασθείς εκτεταμένα επί του θέματος, ποιος πραγματικά είχε αιτηθεί το δάνειο, ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν γνώριζε. Αυτό που γνώριζε ήταν ότι στο γραφείο του Περιφερειακού Διευθυντή κου Ανθούση όταν του δόθηκε εντολή να ετοιμάσει τις συμβάσεις, βρισκόταν ο κ. Παπαπέτρου μαζί με άλλα τρία άτομα τα οποία ο ίδιος δεν γνώριζε και των οποίων είχε ζητήσει τα στοιχεία για να ετοιμάσει τις συμβάσεις. Ήταν ο ισχυρισμός του ότι ο ένας απ΄ αυτούς ήταν ο Εναγόμενος 1, ο άλλος ήταν ο αδελφός του και ο τρίτος ήταν κάποιος κύριος Ευαγόρου, τους οποίους είχε φέρει στην τράπεζα ο κ. Παπαπέτρου. Τον μόνο που γνώριζε από τους τέσσερεις ήταν τον κο Παπαπέτρου. Ήταν η θέση του ότι επειδή ο ίδιος είχε ετοιμάσει την επιταγή συνεπακόλουθα την παρέδωσε στον Εναγόμενο 1 όμως, δεν είχε κάτι το οποίο να επιμαρτυρεί την παραλαβή της. Παρέπεμψε στο Τεκμήριο 6 στο οποίο κατεγράφη ότι ο Εναγόμενος 1 έλαβε μετρητά. Όμως, παράλληλα παραδέχθηκε ότι ο Εναγόμενος 1 δεν έλαβε οποιαδήποτε λεφτά δυνάμει του Τεκμηρίου 6, καθώς επίσης και ότι το συγκεκριμένο τεκμήριο ετοιμάστηκε για να καταδείξει την ανάληψη μετρητών. Παραδέχθηκε ότι με το Τεκμήριο 7 δόθηκε εντολή στην Ενάγουσα ν΄ εκδώσει την επιταγή. Θυμόταν, ο μάρτυρας (Μ.Ε.4) ότι καταθέτης των επιταγών που παρουσιάζονται στο Τεκμήριο 8 ήταν ο κ. Παπαπέτρου. Πλην όμως, ο κ. Παπαπέτρου είχε παραλείψει να υπογράψει ως καταθέτης. Παραδέχθηκε ότι ήταν παράλειψη η μη υπογραφή του Τεκμηρίου
- Επέμενε στη θέση του ότι όντως ήταν απλή παράλειψη να μην διασφαλιστεί ούτε από τον ίδιον ούτε από τον κ. Ανθούση, ο οποίος έλεγξε τις υπογραφές ως ελεγκτής, ότι δεν είχε υπογραφτεί το Τεκμήριο
- Ήταν η θέση του ότι από την εμπειρία του στην Ενάγουσα τράπεζα μια επιταγή μπορεί να μεταβιβαστεί σε τρίτο πρόσωπο με οπισθογράφηση. Αν δεν υπάρχει αυτή η οπισθογράφηση τότε η επιταγή δεν μπορεί να μεταβιβαστεί. Αναγνώρισε ότι το Τεκμήριο 9, η επιταγή, δεν ήταν οπισθογραφημένη. Παραδέχθηκε ότι ο ίδιος την παράλαβε για να ετοιμάσει την κατάθεση και ότι δεν την έλεγξε. Εξήγησε ότι ο λόγος που την παρέλαβε ήταν γιατί οι οφειλέτες ήθελαν να την καταθέσουν στον λογαριασμό του Παπαπέτρου. Όταν ο δικηγόρος επέμενε ότι από μόνος του ο κ. Παπαπέτρου πήρε την επιταγή ο μάρτυρας απάντησε ότι «εγώ το μόνο που ξέρω μας τις έδωσε ο Παπαπέτρου μαζί με £210 για να τις κάνουμε κατάθεση στον λογαριασμό του πράγμα που έγινε, με το Τεκμήριο 8». Ερωτηθείς, ανέφερε ότι η συγκεκριμένη επιταγή, η οποία δεν είχε οπισθογραφηθεί, βρέθηκε κατατεθημένη στο λογαριασμό της εταιρείας J.P.P. Enterprises Ltd και ότι τα λεφτά αυτά χρησιμοποιήθηκαν από τον νόμιμο εκπρόσωπο της J.P.P. Enterprises Ltd. Ενώ τελειώνοντας παραδέχθηκε ότι λόγω αβλεψίας και παράλειψης παραλήφθηκε η επιταγή, Τεκμήριο 9, χωρίς να είναι οπισθογραφημένη. Οι δικηγόροι των Εναγομένων επέλεξαν να μην προσκομίσουν οποιαδήποτε μαρτυρία και η υπόθεση προχώρησε με τις αγορεύσεις των μερών. Ο κος Χατζηχριστοφής εισηγήθηκε ότι υπήρξαν υπερασπίσεις που δεν προωθήθηκαν από τους Εναγόμενους. Δηλαδή, παρόλο που ο Εναγόμενος 1 είχε αρνηθεί την υπογραφή της συμφωνίας κατά την ακρόαση δεν αμφισβητήθηκε η υπογραφή ή η παρουσία των Εναγομένων στην Τράπεζα. Επιπρόσθετα, παρόλο που είχαν αμφισβητηθεί οι χρεώσεις του τόκου από τους Εναγόμενους 2, 3 και 4 η θέση αυτή δεν προωθήθηκε. Ούτε και ο ισχυρισμός του Εναγόμενου 1 ότι είχε γίνει διευθέτηση μεταξύ της Ενάγουσας και των Εναγομένων 2, 3 και 4 για την πληρωμή του δανείου υποστηρίχθηκε. Ήταν η θέση του κου Χατζηχριστοφή ότι δεν υπήρχαν καθορισμένες τοποθετήσεις από την πλευρά των Εναγομένων και αυτοί ενεργούσαν ανάλογα με την εξέλιξη της μαρτυρίας. Δηλαδή, ότι ο Εναγόμενος 1 δεν πήρε την επιταγή αφού δεν την οπισθογράφησε. Οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 ισχυρίστηκαν ότι οι εταιρείες δεν μπορούσαν να εγγυηθούν το δάνειο ενώ παράλληλα ισχυρίστηκαν ότι δεν έλαβαν γνώση της ανάκλησης του δανείου. Τους ισχυρισμούς αυτούς τους αντέκρουσε ο κος Χατζηχριστοφής μ΄ αναφορά στους όρους της συμφωνίας του δανείου και συγκεκριμένα στους όρους 3, 5, 9, 17 και
- Εισηγήθηκε, ότι η παροχή του δανείου ολοκληρώθηκε με την παράδοση της επιταγής. Εάν ο Εναγόμενος 1 δεν την παρέλαβε όφειλε, ήταν η θέση του, να διαφωτίσει το Δικαστήριο αναφορικά με το τι έγινε η επιταγή και πως βρέθηκε στα χέρια του Εναγόμενου 2 μ΄ άλλες 2 επιταγές και μετρητά για κατάθεση. Όσον αφορά την μη οπισθογράφηση της επιταγής ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας παρέπεμψε στο σύγγραμμα του Χρ. Λουκά για να καταλήξει ότι επειδή η επιταγή ήταν της τράπεζας, η τράπεζα γνώριζε πως εξεδώθη γι΄ αυτό και δέχθηκε την κατάθεσή της καλόπιστα. Γι΄ αυτό και η Ενάγουσα προστατεύεται δυνάμει των προνοιών του άρθρου 82(Α) του Ν.32/
- Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγόμενου 1 προώθησε την θέση ότι το δάνειο ουδέποτε χορηγήθηκε στον Εναγόμενο 1 οπόταν, τ΄ αντάλλαγμα της συμφωνίας δόθηκε σε τρίτο πρόσωπο μ΄ αποτέλεσμα ο Εναγόμενος 1 να μην χρωστά οποιοδήποτε ποσό στους Ενάγοντες και υποστήριξε την θέση του αυτή μ΄ αποσπάσματα από την μαρτυρία που προσκομίστηκε από την Ενάγουσα. Με παραπομπή στην μαρτυρία του Μ.Ε.2, ο οποίος είπε ότι ο Εναγόμενος 1 έλαβε τα λεφτά δυνάμει του Τεκμήριου 6, υπέδειξε την αντίθεση με την μαρτυρία του Μ.Ε.4, ο οποίος είπε ότι ο Εναγόμενος 1 δεν έλαβε τα λεφτά δυνάμει του Τεκμηρίου 6 αλλά ζήτησε την έκδοση επιταγής. Ήταν περαιτέρω η εισήγησή του ότι δεν αποδείχθηκε η παράδοση της επιταγής στον Εναγόμενο
- Αντίθετα, βρέθηκε κατατεθημένη στον λογαριασμό νομικού προσώπου μαζί με δύο άλλες επιταγές ενώ το Τεκμήριο 8 δεν καταγράφει ποιος τις κατέθεσε και ο Μ.Ε.4 δεν μπορούσε να θυμηθεί τι πραγματικά είχε γίνει. Ενώ, σύμφωνα με την μαρτυρία του Μ.Ε.2, υπήρχε "Standing order" της Εναγόμενης 3 για την αποπληρωμή του συγκεκριμένου δανείου. Κατέληξε, ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε παράβαση συμφωνίας εκ μέρους του Εναγόμενου 1 αφού η υπόσχεση της Ενάγουσας να του χορηγήσει το δάνειο δεν εκπληρώθηκε. Δεν δόθηκε η απαιτούμενη αντιπαροχή, οπόταν δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία για να τερματιστεί. Ενώ για το θέμα της οπισθογράφησης της επιταγής παρέπεμψε στις πρόνοιες του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ.
- Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγομένων 2, 3 και 4 εισηγήθηκε ότι από τι στιγμή που το ποσό δεν παραδόθηκε ποτέ στον Εναγόμενο 1 είναι άσχετο το γεγονός ότι κατατέθηκε στο λογαριασμό της Εναγόμενης
- Προώθησε την άποψη ότι ο εγγυητής καθίσταται υπόλογος μόνο αν βρεθεί ευθύνη στον πρωτοφειλέτη μ΄ αναφορά στο σύγγραμμα στον Halsbury´ s Laws of England, 3η έκδ., τόμος 18, παρά
- Επίσης, εισηγήθηκε ότι λόγω του ότι η Ενάγουσα είχε ολοκληρώσει τις διαδικασίες σε μικρό χρονικό διάστημα δεν πάρθηκε απόφαση του διοικητικού συμβουλίου για την παροχή της εγγύησης προς τον Εναγόμενο
- Παράλληλα, ισχυρίζεται ότι αυθαίρετα η Ενάγουσα άλλαξε τους όρους της σύμβασης δανείου, δηλαδή δεν ενέγραψε υποθήκη σε περιουσία του Εναγόμενου 1, ως όφειλε, δυνάμει των όρων του δανείου. Αξιολόγηση της Μαρτυρίας Το γεγονός ότι δόθηκε μαρτυρία μόνο από την πλευρά της Ενάγουσας δεν επηρεάζει μ΄ οποιονδήποτε τρόπο την υποχρέωση του Δικαστηρίου, έχοντας πάντα κατά νου το Νόμο και τις αρχές που ρυθμίζουν το εκάστοτε υπό συζήτηση θέμα, να κρίνει αυθύπαρκτα τη δύναμη της υπόθεσης της Ενάγουσας και κατά πόσο η τελευταία έχει, με την προσκομισθείσα και ενδεχομένως κριθείσα ως αξιόπιστη μαρτυρία, υπερβεί το ύψος του πήχη του συγκεκριμένου βαθμού απόδειξης που απαιτείται να υπερπηδηθεί σε κάθε περίπτωση. Βλ. Kades v. Nicolaou and Another
(1986)1 C.L.R. 212 και Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ν. Χ" Νέστωρος
(1990)1 Α.Α.Δ.
- Με τα πιο πάνω κατά νου έρχομαι τώρα στο πιο δύσκολο έργο του Δικαστηρίου την αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Ο πρώτος μάρτυρας, ο αφυπηρετήσας Προϊστάμενος του Τμήματος Καθυστερήσεων Λάρνακος - Αμμοχώστου, κος Γεωργίου, παρά το γεγονός ότι στην κυρίως εξέτασή του έκαμε αναφορά στην κατάρτιση της συγκεκριμένης σύμβασης δανείου και στα γεγονότα που την περιέβαλαν κατά την αντεξέταση παραδέχθηκε ότι δεν ήταν παρόν κατά την υπογραφή της. Προώθησε την άποψή του, ότι όντως ο Εναγόμενος 1 υπέγραψε την σύμβαση δανείου, βασιζόμενος μόνο στο γεγονός ότι ο ίδιος ο Εναγόμενος 1 είχε αιτηθεί την παραχώρηση των πιστωτικών διευκολύνσεων όχι γιατί πραγματικά γνώριζε. Ενώ, αναφορικά με το θέμα κατά πόσο δόθηκε η συγκεκριμένη επιταγή στον Εναγόμενο 1 ανέφερε ότι δεν γνώριζε ότι δεν εδόθη οπόταν θεωρούσε ότι του εδόθη. Ο συγκεκριμένος μάρτυρας δεν διαφώτισε το Δικαστήριο αναφορικά με τα γεγονότα της υπό εκδίκαση υπόθεσης. Άφησε το Δικαστήριο με την εντύπωση ότι απλώς μιλούσε εκ πείρας, δηλαδή τι γίνεται συνήθως όταν παρέχονται πιστωτικές διευκολύνσεις και όχι τι έγινε στην υπό εξέταση υπόθεση αφού σύμφωνα με δική του παραδοχή δεν ήταν παρών. Δεν μπορώ να βασιστώ πάνω στην δική του μαρτυρία για ν΄ εξάγω οποιαδήποτε συμπεράσματα αναφορικά με το τι πραγματικά έγινε στην υπό εξέταση περίπτωση αφού ο ίδιος ο μάρτυρας δεν έκαμε οποιαδήποτε αναφορά στα συγκεκριμένα γεγονότα της υπόθεσης αλλά υπέθεσε ότι έγιναν τα γεγονότα όπως συνήθως. Ο δεύτερος μάρτυρας, ο κος Δημητρίου (Μ.Ε.2) ήταν ο διάδοχος του κου Γεωργίου (Μ.Ε.1) στη θέση του Προϊστάμενου Τμήματος Καθυστερήσεων και παρέλαβε τον φάκελο που αφορά τα υπό εξέταση γεγονότα από τον κο Γεωργίου (Μ.Ε.1). Κατάθεσε τα Τεκμήρια 1-9 από το φάκελο. Όμως, και αυτός, κατά την αντεξέταση, παραδέχθηκε ότι δεν είχε προσωπική ανάμειξη στην υπόθεση και ότι δεν παρεβρέθηκε στην υπογραφή των εγγράφων. Επιπρόσθετα, ο συγκεκριμένος μάρτυρας υπέπεσε σε αρκετές αντιφάσεις κατά την αντεξέταση. Και διευκρινίζω: Ενώ αρχικά είχε πει, κατά την αντεξέταση, ότι δεν υπήρχαν όροι στην παροχή του δανείου στην συνέχεια συμφώνησε ότι είχε τεθεί ως όρος ότι ο Εναγόμενος 1 θα πλήρωνε το δάνειο με μηνιαίες δόσεις εκ £200, από 1.1.
- Ενώ ισχυρίστηκε ότι τα λεφτά του δανείου δόθηκαν στον Εναγόμενο 1 με την έκδοση επιταγής επ ονόματί του στην συνέχεια ανέφερε τ΄ ακόλουθα: «Ε. ... Μπήκαν σε λογαριασμό τα λεφτά αυτά; Α. Μετά την έκδοση της επιταγής. Οι επιταγές φαίνεται από τα στοιχεία της τράπεζας ότι δόθηκαν στον κ. Παπαπέτρου και τα έβαλε στο λογαριασμό του. ............................ Ε. Άρα η επιταγή ουδέποτε μετακινήθηκε από την τράπεζα. Α. Αυτό δεν το γνωρίζω αλλά πιστεύω ότι οι επιταγές όταν εκδόθηκαν και οι οποίες πρέπει να έγιναν μετά το κλείσιμο του ταμείου πιθανόν δόθησαν στον κ. Παπαπέτρου και ο κ. Παπαπέτρου μαζί με £210 μετρητά τα παρέδωσε για να γίνουν κατάθεση στον λογαριασμό του. Ε. Από ποιόν δόθησαν οι επιταγές; Α. Πιστεύω από τον κ. Παπαπέτρου. Ε. Δεν γνωρίζετε δηλαδή; Α. Δεν ήμουν παρών. Ε. Στον κ. Παπαπέτρου ποιος έδωσε τις επιταγές; Α. Ο συνάδελφος που τις έκδωσε. Συγνώμη. Οι επιταγές παρεδόθησαν στους δικαιούχους και οι δικαιούχοι στον κ. Παπαπέτρου. ............................ Ε. Έχετε το Τεκμήριο 8 το γραμμάτιο είσπραξης. Υπάρχει υπογραφή υπό του καταθέτη; Α. Εξ΄ όσων φαίνεται όχι. Ε. Γιατί; Α. Ίσως από αμέλεια του κ. Παπαπέτρου ή του συναδέλφου να του πει να υπογράψει. .......................... Ε. Και μου είπατε ότι δεν είναι απαραίτητο. Α. Στις καταθέσεις ναι, αλλά σε αυτήν την περίπτωση ήταν παρών ο κ. Παπαπέτρου που υπέγραψε τις συμβάσεις. Αν ήταν σε διαφορετική ημερομηνία μπορούσε να στείλει υπάλληλό του να κάνει την κατάθεση. Δεν έρχονται όλοι οι πελάτες μας για καταθέσεις στην τράπεζα. Στέλλουν και υπαλλήλους τους. ......................... Α. Στην συγκεκριμένη χρονική περίοδο έπρεπε να είχε υπογραφεί. Ε. Και δεν υπεγράφη; Α. Κατά λάθος δεν υπεγράφη. Ε. Από την πρακτική και την εμπειρία που έχετε τόσα χρόνια στην τράπεζα μια επιταγή η οποία κατατίθεται από τρίτο πρόσωπο όχι τον δικαιούχο μπορεί να κατατεθεί ή να γίνει σε μετρητά χωρίς οπισθογράφηση; Α. Όχι.» Προσπαθούσε, ο μάρτυρας ενώ στην πραγματικότητα δεν γνώριζε, να πείσει το Δικαστήριο ότι ήταν γνώστης των γεγονότων και όταν συνειδητοποίησε τι είπε στο Δικαστήριο αμέσως έσπευσε να το διορθώσει. Στο μυαλό του υπήρχε μια σύγχυση στον αριθμό λογαριασμού, που αφορούσε την υπό εξέταση υπόθεση και στις αλλαγές που επήλθαν σ΄ αυτόν λόγω αλλαγής του συστήματος καθώς και όταν μεταφέρθηκε στους λογαριασμούς καθυστερήσεων. Ενώ τα όσα κατέθετε, αναφορικά με την μεταφορά των λογαριασμών, δεν συμφωνούσαν με το περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων. Έκαμε αναφορά στην επιστολή ημερομηνίας 24.7.02, μέρος του Τεκμηρίου 1, για να πείσει το Δικαστήριο ότι τόσο ο Εναγόμενος 1 αλλά και οι εγγυητές είχαν ενημερωθεί για τις αλλαγές που επήλθαν στους αριθμούς λογαριασμών που είχαν δοθεί. Το περιεχόμενο της συγκεκριμένης επιστολής δεν προωθεί την θέση του αυτή. Συγκεκριμένα ανέφερε: «Ε. Δεν γράφει όμως μεταφορά από 535/399096-
- Άρα είναι αντίθετα από εκείνα που μας είπατε προηγουμένως. Α. Όχι. Μεταφέραμε αυτόν τον λογαριασμό των καθυστερήσεων στον λογαριασμό του δανείου για να εξοφλήσουμε το δάνειο και μεταφέραμε τα χρήματα , το ποσό του λογαριασμού που ήταν το υπόλοιπό του και κλείσαμε τον λογαριασμό. .......................... Ε. Συμφωνάτε μαζί μου ότι γράφει εξόφληση; Α. Μάλιστα. Γράφει. Ε. Συμφωνάτε ότι γράφει εξόφληση λογαριασμού με πίστωση £7.132,
- Α. Από μεταφορά όμως. Συνεχίζεται. Είναι η ίδια παράγραφος. Δεν το χωρούσε να το γράψει όλο μαζί το κομπιούτερ , εξόφληση λογαριασμού, μεταφορά από ....» Προσπάθησε με κάθε τρόπο να πείσει το Δικαστήριο ότι η μη οπισθογράφηση της επιταγής ήταν μια απλή παράλειψη καθώς και το γεγονός ότι δεν υπογράφτηκε το έντυπο κατάθεσης, στις 20.11.98, ενώ η κατάθεση οριστικοποιήθηκε στις 23.11.
- Για να παραδεχθεί, στην συνέχεια, ότι τελικός δικαιούχος της επιταγής ήταν η Εναγόμενη 3 - J..P.P. Enterprises Ltd, στης οποίας τον λογαριασμό κατατέθηκε η επιταγή και από τον λογαριασμό της οποίας μεταφέρονταν λεφτά για την αποπληρωμή του δανείου. Τέτοια ήταν η σύγχυση στο μυαλό του που ενώ στην αρχή δήλωσε ότι η παροχή του συγκεκριμένου δανείου δεν ήταν τμηματική στην συνέχεια ανέφερε ότι: «Ε. Πείτε μου με ποιον τρόπο ο κ. Γρηγορίου έλαβε ως ισχυρίζεστε εσείς το ποσό των £7.000 το οποίο σε επικαλείστε ότι συμφώνησε να λάβει και να αποπληρώσει. Πείτε μου. Α. Στην σύμβαση που υπέγραψε και η πληρωμή θα γινόταν με μηνιαίες δόσεις και η αποπληρωμή με μηνιαίες δόσεις.» Έχοντας κατά νου τις ανακρίβειες καθώς και την σύγχυση κάτω από την οποία τελούσε ο ίδιος ο μάρτυρας (Μ.Ε.2) και λαμβανομένης υπόψη της παραδοχής του ότι δεν ήταν παρόν όταν συνέβαιναν όλα όσα ο ίδιος εξιστορούσε, δεν μπορώ να δεχθώ την μαρτυρία του ως αξιόπιστη. Ούτε και μπορώ να την θεωρήσω ως ορθή εξιστόρηση των γεγονότων όπως αυτά πραγματικά έγιναν. Ο κος Βασιλείου (Μ.Ε.3) αναφέρθηκε σε γεγονότα τ΄ οποία ο ίδιος γνώριζε, την αποστολή επιστολών για την οποία ο ίδιος ήταν υπεύθυνος, σύμφωνα με την μαρτυρία του, για 20 χρόνια. Ήταν σίγουρος ότι η επιστολή ημερομηνίας 24.7.02 στάληκε στους Εναγόμενους, με απλό ταχυδρομείο, όμως δεν γνώριζε αν επεστράφηκαν ή κατά πόσο οι συγκεκριμένες επιστολές παρελήφθησαν. Παραδέχθηκε, ότι στο Τεκμήριο 1 ευρίσκεται η πρωτότυπη επιστολή καθώς και ότι η συγκεκριμένη επιστολή είχε σταλεί σε λανθασμένη διεύθυνση και όχι στην διεύθυνση που είχε δηλωθεί στην σύμβαση, αναφορικά με τον Εναγόμενο
- Η μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα θα μπορούσε να γίνει αποδεχτή στην έκταση που αφορά ενέργειες στις οποίες προέβη ο ίδιος. Όμως, το Δικαστήριο δεν μπορεί να παραβλέψει το γεγονός ότι είπε ψέματα. Ενώ στο τέλος της κυρίως εξέτασής του ανέφερε ότι οι επιστολές που αποστέλλονται με απλό ταχυδρομείο δεν επιστρέφονται. Κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι αν επιστρεφόταν επιστολή που στάληκε με απλό ταχυδρομείο θα την καταχωρούσε στον φάκελο του πελάτη. Ο τελευταίος μάρτυρας των Εναγόντων ήταν αυτός που είχε ενεργό ανάμειξη στην κατάρτιση της σύμβασης, ο κος Χατζησάββας (Μ.Ε.4). Όμως, ούτε αυτός μπόρεσε να βοηθήσει το Δικαστήριο. Δεν γνώριζε ποιος είχε ζητήσει το δάνειο, από τα τέσσερα άτομα που βρισκόντουσαν στο γραφείο του Προϊστάμενού του, όταν του έδωσε οδηγίες για την κατάρτιση των συμβάσεων. Από τα τέσσερα αυτά άτομα γνώριζε μόνο τον Εναγόμενο
- Ήταν σίγουρος ότι την επιταγή, Τεκμήριο 9, την οποία είχε ετοιμάσει ο ίδιος την είχε επίσης παραδώσει στον Εναγόμενο 1 δυνάμει του Τεκμηρίου 6 πλην όμως, σ΄ αντίθεση με τ΄ όσα είχε αναφέρει, παραδέχθηκε ότι ο Εναγόμενος 1 δεν έλαβε λεφτά δυνάμει του Τεκμηρίου
- Όλα αυτά ήταν σε αντίθεση με τ΄ όσα ανέφερε κατά την κυρίως εξέτασή του. Είπε κατά την κυρίως εξέταση: «Ε. Δείξετε στο Δικαστήριο που εννοείτε. Α. Στο Τεκμήριο αριθμός 7 που γράφει εδώ «υπογραφή». Του παρέδωσα τις επιταγές. Ακολούθως ετοιμάστηκε το Τεκμήριο 8 όπου είναι η κατάθεση των επιταγών και £210 μετρητά.» Ενώ κατά την αντεξέταση ανέφερε: «Α. Και μου υπέγραψε ως εντολέας, του την παρέδωσα εγώ. Ε. Έχετε κάτι που να δεικνύει την παραλαβή της; Α. Όχι. Ε. Όταν κάποιος παραλαμβάνει λεφτά από την τράπεζα υπογράφει κάτι; Α. Βεβαίως. Ε. Όταν παραλαμβάνει επιταγές; Α. Εδώ υπέγραψε ότι για τις £7.000 στο Τεκμήριο 6, αντί μετρητά πήρε την επιταγή.» .......................... Ε. Άρα μου λέτε ότι το Τεκμήριο 6 ετοιμάστηκε και για άλλο σκοπό, να καταδείξει την παραλαβή της επιταγής; Α. Όχι. Να καταδείξει ανάληψη μετρητών. Ε. Και συμφωνάτε μαζί μου ότι μετρητά δεν έλαβε. Α. Το είπαμε. Ε. Πόσες πράξεις κάνετε την ημέρα τέτοιου είδους; Α. Εννοείτε πόση ώρα μου παίρνει κάθε σύμβαση; Ε. Περίπου καθημερινώς πόσες πράξεις διεκπεραιώνεται εσείς τραπεζικές εργασίες δηλαδή ετοιμασία και παράδοση επιταγών; Πόσες; Α. Δεν ήταν και πολύ συνηθισμένο φαινόμενο.» Όμως, δεν ήταν το ίδιο σίγουρος για το ποιος κατέθεσε την συγκεκριμένη επιταγή αφού ανέφερε τ΄ ακόλουθα: «Ε. Ποιος ήταν ο καταθέτης; Α. Εξ΄ όσων θυμάμαι, μας τις κατάθεσε ο κ. Παπαπέτρου μαζί με £210 μετρητά. Ε. Γιατί μιλάτε απ΄ όσα θυμάστε και όχι με βεβαιότητα; Α. Διότι παρέλειψε να υπογράψει ως καταθέτης. Ε. Δεν ήταν παρών; Α. Για να μας δώσει £210 ήταν παρών. Ε. Γίνεται να καταθέτει κάποιος στον λογαριασμό του χωρίς να υπογράφει την κατάθεση; Έχει υπογραφή του καταθέτη κύριε; Α. Όχι δεν έχει. Ε. Γίνεται κάποιος να καταθέτει στον λογαριασμό του £20.685 και να μην ζητάτε την υπογραφή του; Α. Ίσως να είναι μια παράληψη. ........................ Α. Ίσως να μην του εζητήθη. Ε. Ποιός έπρεπε να του ζητήσει; Α. Ή ο ταμίας ή εγώ που ετοίμασα .. Ε. Καλά ο κ. Ανθούσης τι έλεγξε όταν υπέγραφε ως ελεγκτής; Α. Θα του διέφυγε και αυτού πιθανόν. Έτσι υποθέτω. ........................ Α. Εγώ το μόνο που ξέρω, μας τις έδωσε ο Παπαπέτρου μαζί με £210 για να τις κάνουμε κατάθεση στον λογαριασμό του πράγμα που έγινε, με το Τεκμήριο
- Ε. Δεν είναι οπισθογραφημένη η συγκεκριμένη επιταγή. Μπορούσε να μεταβιβαστεί από τον κ. Γρηγορίου χωρίς οπισθογράφηση σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο; Α. Όχι. Ε. Αλλά βρέθηκε κατατεθειμένη στην τράπεζα. Α. Μάλιστα. Ε. Και βρέθηκε κατατεθειμένη σε λογαριασμό ποιού; Α. Του κ. Παπαπέτρου, της J.P.P. Enterprises Ltd. Ε. Προσώπου που υποθέτουμε ότι ήταν ο κ. Παπαπέτρου; Α. Μάλιστα. Ε. ...... Σε ποιου την χρήση ήταν το ποσό του δανείου; Α. Του νόμιμου εκπροσώπου της J.P.P. Enterprises , του κ. Παπαπέτρου.» μαΗ H Η Όλα αυτά τ΄ ανέφερε έχοντας ήδη πει, αμέσως πριν, ότι δεν γνώριζε τ΄ άλλα τρία άτομα που ήταν με τον κο Παπαπέτρου στο γραφείο του κου Ανθούση. Ενώ στην συνέχεια ήταν σίγουρος ότι παρέδωσε την επιταγή στον Εναγόμενο
- Έχοντας κατά νου το σύνολο της μαρτυρίας του Μ.Ε.4 κου Χατζησάββα, ο οποίος ήταν και το πρόσωπο κλειδί αφού βίωσε την όλη συναλλαγή, δεν μπορώ να οδηγηθώ σ΄ άλλο συμπέρασμα παρά στο γεγονός ότι ο μάρτυρας ήρθε στο Δικαστήριο μ΄ απώτερο σκοπό να βοηθήσει τους εργοδότες του και όχι για να πει την αλήθεια. Παραδέχθηκε τις σοβαρές παραλήψεις της Ενάγουσας και προσπάθησε με την συμπεριφορά του να πείσει το Δικαστήριο ότι δεν ήταν και τόσο σοβαρές όπως φαίνονται. Κρίνω λοιπόν ότι η μαρτυρία του δεν ήταν ειλικρινής αλλά αντίθετα είχε ως μόνο κίνητρο την προώθηση της υπόθεσης της Ενάγουσας χωρίς πραγματική επιθυμία για αποκάλυψη της αλήθειας προς το Δικαστήριο. Καταλήγω λοιπόν ότι η προσκομισθείσα μαρτυρία, εκ μέρους της Ενάγουσας, είχε ως σκοπό να καλυφθούν οι σοβαρές παραλείψεις που είχαν γίνει από μέρους της στην σύναψη αυτού του δανείου και όχι η αποκάλυψη της αλήθειας αναφορικά με το τι διαδραματίστηκε γι΄ αυτό και την κατατάσσω αναξιόπιστη, δεν την δέχομαι και την απορρίπτω. Έχοντας απορρίψει την μαρτυρία της Ενάγουσας ως αναξιόπιστη το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σ΄ οποιοδήποτε συμπέρασμα ή ν΄ εξάξει οποιοδήποτε εύρημα. Στην υπόθεση Kades v. Nicolaou and another (ανωτέρω) αναφέρθηκαν τ΄ ακόλουθα σχετικά: «If the evidence of a witness is rejected as unworthy credit, there is nothing to weight thereafter. The rules defining the burden of proof and the circumstances of its discharge, have nothing to do with the credibility of witnesses. A witness may either be believed or disbelieved (wholly or in party) according to the view taken of this credibility by the Court. A question of discharge of the burden of proof can only arise if there is credible evidence to way on the two sides. If there is no credible evidence to support the case of the party upon whom the burden of proof lies, as in the case, there is nothing to weigh thereafter». Ενώ, σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης Αθανασίου ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614 στην σελίδα 640: «Αναξιόπιστη μαρτυρία δεν αποτελεί αποδεικτικό υλικό. Δεν αποδεικνύει τίποτε. Μόνο αξιόπιστη μαρτυρία βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων. Η αποτίμηση της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα δεν μετράται με το ισοζύγιο των πιθανοτήτων αλλά, με την κρίση του Δικαστηρίου για το αξιόπιστο της μαρτυρίας του. Απίθανη, κατά τη συνήθη ροή των πραγμάτων εκδοχή, γίνεται παραδεκτή, εφόσον ο μάρτυρας κρίνεται αξιόπιστος. Και αντίθετα, εκδοχή πιθανολογούμενη ως ορθή απορρίπτεται εφόσον ο μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος.» Με βάση το σκεπτικό της πιο πάνω απόφασης από την στιγμή που έκρινα αναξιόπιστους τους μάρτυρες της Ενάγουσας δεν μπορώ να δεχθώ την εκδοχή τους, ότι οι παραλήψεις της Ενάγουσας ν΄ αποδεχθεί μη οπισθογραφημένη επιταγή, να μην διασφαλίσει όπως υπογραφεί η παράδοση της επιταγής στον δικαιούχο, να μην μεριμνήσει ν΄ υπογραφτεί το έντυπο κατάθεσης και να διεκπεραιώσει την κατάθεση τρεις μέρες μετά που αυτή έγινε, ήταν καλόπιστες ή/και απλώς τυχαίες. Οπόταν, δεν υπάρχει άλλη επιλογή, ενόψει της κατάληξής μου αναφορικά με την μαρτυρία, παρά η απόρριψη της αγωγής. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Όμως, ακόμη και αν μ΄ έπειθαν οι μάρτυρες της Ενάγουσας ότι έλεγαν την αλήθεια η αγωγή θα ήταν και πάλι καταδικασμένη σ΄ απόρριψη. Από τα τεκμήρια που κατατέθηκαν από τον κο Δημητρίου (Μ.Ε.2) και συγκεκριμένα η πρόχειρη κατάσταση λογαριασμού ημερομηνίας 27.3.06, που αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 2, καταγράφει ότι έγινε εξόφληση του λογαριασμού 5353392953 με μεταφορά από τον λογαριασμό 535/399096-3 και δεν υπάρχει υπόλοιπο. Εξηγώντας το Τεκμήριο αυτό ο μάρτυρας ανέφερε: «Α. Όχι. Μεταφέραμε αυτόν τον λογαριασμό των καθυστερήσεων στον λογαριασμό του δανείου για να εξοφλήσουμε το δάνειο και μεταφέραμε τα χρήματα , το ποσό του λογαριασμού που ήταν το υπόλοιπό του και κλείσαμε τον λογαριασμό.» ......................... Α. Είναι μεταφορά από λογαριασμό εκεί. Ε. Έτσι είναι; Α. Ναι. Ε. Συμφωνάτε μαζί μου ότι γράφει εξόφληση; Α. Μάλιστα. Γράφει.» Δηλαδή, σύμφωνα με την μαρτυρία του Μ.Ε.2 το δάνειο είχε εξοφληθεί. Δεν υπήρξε θετική εξήγηση αυτού του θέματος από τον συγκεκριμένο μάρτυρα, ο οποίος κατά την αντεξέταση, επί του συγκεκριμένου θέματος, δεν ήταν σταθερός και αμφιταλαντευόταν. Οπόταν, το Δικαστήριο από αυτό και μόνο το μέρος του Τεκμηρίου 2, στο οποίο έγινε αναφορά, γιατί στις άλλες καταστάσεις που αποτελούν το Τεκμήριο 2 δεν έγινε οποιαδήποτε αναφορά ή/και δεν επεξηγήθηκαν, θα μπορούσε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο λογαριασμός δανείου είχε εξοφληθεί στις 24.7.
- Επίσης, ενώ σύμφωνα με την μαρτυρία του Μ.Ε.2 γίνονταν πληρωμές προς εξόφληση του δανείου, αφού πληρώνονταν δόσεις από τον Εναγόμενο 2, το Τεκμήριο 3 που κατατέθηκε καταγράφει ότι δεν έγινε οποιαδήποτε πληρωμή έναντι του δανείου μέχρι σήμερα. Δηλαδή δεν είναι σωστό το ποσό τ΄ οποίο αξιώνεται με την αγωγή ή/και υπάρχει κάποιο κενό στην μαρτυρία που προσκομίστηκε. Επιπρόσθετα, δεν δόθηκε οποιαδήποτε επεξήγηση για το πώς βρέθηκαν τα πρωτότυπα των επιστολών με ημερομηνίες 31.10.01, 30.3.01 και 24.7.02 και κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 1 αντί τ΄ αντίγραφα αυτών. Ο Εναγόμενος 1 υπέγραψε την σύμβαση με την ρητή υπόσχεση της Ενάγουσας ότι θα του παραχωρούσαν δάνειο. Δεν προσκομίστηκε μαρτυρία ότι ο Εναγόμενος 1 πήρε την επιταγή - Τεκμήριο
- Η μαρτυρία που προσκομίστηκε αφορούσε το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 1 έδωσε εντολές για την έκδοση της επιταγής αλλά δεν προκύπτει από την προσκομισθείσα μαρτυρία ότι την παρέλαβε. Αντίθετα, προέκυψε ότι ο αποδέκτης της επιταγής ήταν ο Εναγόμενος 2, ο οποίος στην συνέχεια την κατέθεσε σε δικό του λογαριασμό καθώς επίσης ότι οι δόσεις που καταβλήθηκαν προήλθαν από λογαριασμούς των Εναγομένων 2, 3 και
- Δηλαδή, η υπόσχεση της Ενάγουσας τράπεζας να του παραχωρήσει δάνειο £7.000, όπως καταγράφεται στο Τεκμήριο 1, δεν εκπληρώθηκε. Διότι μπορεί η επιταγή - Τεκμήριο 9 - να εκδόθηκε επ΄ ονόματι του Εναγόμενου 1 όμως ποτέ δεν του παραδόθηκε και ποτέ δεν οπισθογραφήθηκε από τον ίδιο έτσι ώστε η παραχώρησή της σε τρίτο πρόσωπο να είναι νόμιμη. Εν ολίγης, δεν έλαβε οποιαδήποτε λεφτά αλλά ούτε και τα παραχώρησε οικιοθελώς για χρήση τρίτου, όπως ισχυρίζεται η Ενάγουσα Τράπεζα. Θεωρώ ότι ήταν ουσιώδης όρος της σύμβασης η καταβολή του ποσού των £7.000, από την πλευρά της Ενάγουσας στον Εναγόμενο
- Όμως, από τα τεκμήρια που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο Εναγόμενος 1 έδωσε εντολή να εκδοθεί επιταγή - Τεκμήριο 7 - πλην όμως δεν υπάρχει μαρτυρία ότι έλαβε την συγκεκριμένη επιταγή στα χέρια του. Αντίθετα, υπάρχει μαρτυρία ότι δεν έλαβε οποιαδήποτε μετρητά δυνάμει του Τεκμηρίου 6, σύμφωνα με τον μάρτυρα Χατζησάββα (Μ.Ε.4), δεν οπισθογράφησε την επιταγή που υποτίθεται ότι έλαβε και η συγκεκριμένη επιταγή, Τεκμήριο 9, βρέθηκε κατατεθημένη μαζί μ΄ άλλες σε λογαριασμό ξένο προς τον Εναγόμενο 1, στις 23.11.1998 με ανυπόγραφο, από τον καταθέτη, το γραμμάτιο είσπραξης, Τεκμήριο
- Η παραβίαση αυτού του ουσιώδους όρου, της υποχρέωσης παράδοσης του χρηματικού ποσού στον Εναγόμενο 1, πλήττει την βάση της σύμβασης και δίδει το δικαίωμα στο αναίτιο μέρος να θεωρεί τον εαυτό του ελεύθερο από οποιεσδήποτε υποχρεώσεις προκύπτουν από την σύμβαση. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Chitty on Contracts - General Principles, 27η έκδ., σελ. 1177, παρα 24-043: «Position of the innocent party. Where the innocent party is entitled to, and does, treat himself as discharged by the other´s breach, he is thereby released from future performance of his obligations under the contract.» Η Ενάγουσα ήταν αμελής και δεν εκπλήρωσε την βασική και κύρια υποχρέωσή της να παραδώσει τα λεφτά στον Εναγόμενο
- Παρόλο που οι μάρτυρες της Ενάγουσας ήταν όλοι σύμφωνοι ότι σκοπός του δανείου ήταν για να αντιμετωπίσει ο Εναγόμενος 1 έκτακτες οικονομικές του ανάγκες. Ούτε καν διασφάλισε, η Ενάγουσα, την νομιμότητα της ισχυριζόμενης μεταβίβασης της επιταγής από τον Εναγόμενο 1 σε τρίτο πρόσωπο. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Cheshire, Fifoot & Furmston´s "Law of Contract", 15η έκδοση, στην σελίδα 661 αναφέρονται τ΄ ακόλουθα: «Before this intention has been declared, however, the cheque is not a negotiable instrument, for delivery alone does not entitle the deliveree to demand payment. An order, called an endorsement, must be added by the payee Coke. If he merely signs his own name on the back, he is said to endorse the cheque in blank, and the result is that the bank will pay any person who tenders the instrument and demands payment. In other words, the effect of an endorsement in blank is to render the cheque payable to bearer and thus to confer upon the holder for the time being a good title.» Το άρθρο 31 εδάφιο 3 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.32
(1)/97, προβλέπει ότι «συναλλαγματική πληρωτέα σε διαταγή διαπραγματεύεται με οπισθογράφηση του κατόχου που συμπληρώνεται με παράδοση». Στην υπό εξέταση υπόθεση ελλείπουν τα δύο αυτά στοιχεία. Δεν υπάρχει οπισθογράφηση του κατόχου και δεν υπάρχει μαρτυρία για την παράδοση της επιταγής στο τρίτο πρόσωπο από τον κάτοχο. Από την μαρτυρία προέκυψε ότι βρέθηκε, χωρίς να είναι οπισθογραφημένη η συγκεκριμένη επιταγή, κατατεθειμένη 3 μέρες μετά την έκδοσή της χωρίς να υπάρχει καν η υπογραφή του καταθέτη στο έντυπο είσπραξης - Τεκμήριο 8 - στο λογαριασμό της Εναγόμενης
- Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας επικαλέστηκε την προστασία που προσφέρουν οι πρόνοιες του άρθρου 82(Α) του Κεφ.
- Το άρθρο 82(Α) προνοεί ότι: «Στην περίπτωση όπου τραπεζίτης με καλή πίστη και κατά τη συνήθη διεξαγωγή των εργασιών πληρώνει επιταγή η οποία έχει συρθεί επ΄ αυτού και η οποία δεν είναι οπισθογραφημένη ή είναι μη κανονικά οπισθογραφημένη, με αυτή του την πράξη δε φέρει ευθύνη για μόνο το λόγο της απουσίας ή της αντικανονικότητας της οπισθογράφησης και συνεπώς θεωρείται ότι έχει πληρώσει την επιταγή κατά προσήκοντα τρόπο.» Κατά την άποψή μου η Ενάγουσα δεν μπορεί να επωφεληθεί των προνοιών του συγκεκριμένου άρθρου. Σύμφωνα με το σύγραμμα του Χρ. Λουκά «Τραπεζική Επιταγή» , τόμος 2, 2η έκδ., η τράπεζα οφείλει να επιδεικνύει επιμέλεια απέναντι στο πελάτη της και το καθήκον αυτό επιβάλλεται από τον ίδιο τον Νόμο. Στην αγγλική υπόθεση Lloyd´s Bank v. Chartered Bank of India, Australia and China
(1929)1 KB 40 στη σελ. 69 αυτής αναφέρθηκε ότι το καθήκον επιμέλειας της τράπεζας έναντι του πραγματικού δικαιούχου είναι διπλό και συνίσταται πρώτον, στην άσκηση της ίδιας φροντίδας και επιμέλειας σε σχέση με την επιταγή την οποία θα επεδείκνυε ένας λογικός άνθρωπος για παρόμοιες δικές του υποθέσεις και δεύτερον, στην πρόσληψη ικανού προσωπικού να διεξάγει τις εργασίες αυτές. Το καθήκον επιμέλειας κρίνεται πάντοτε με βάση τις περιβάλλουσες περιστάσεις. Αυτό υποστηρίζεται και από το σύγγραμμα του Halsbury´s Laws of England, 3η έκδ, τόμος 2, παρα 343 στο οποίο με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας. Το συγκεκριμένο απόσπασμα διαλαμβάνει τ΄ ακόλουθα: «The alternative liability arising from negligence renders the question of good faith practically superfluous; and it is seldom, if ever, raised. Negligence in this connexion is breach of a duty to the possible true owner, not the customer, created by the statute itself, the duty being not to disregard the interests of such true owner. The test of negligence is whether the transaction of paying in any given cheque coupled with the circumstances antecedent and present was so out of the ordinary course that it ought to have aroused doubts in the banker´ s mind and caused him to make inquiry......................... Disregard of the bank´s own regulations may be evidence of negligence.» Στην υπό κρίση υπόθεση οι τραπεζικοί υπάλληλοι επέδειξαν παντελή έλλειψη επιμέλειας. Και εξηγώ: Ο κος Χατζησάββας (Μ.Ε.4) ετοίμασε το Τεκμήριο 6, τ΄ οποίο καταγράφει ότι πληρώθηκαν £7.000 σε μετρητά στον Εναγόμενο 1, πράγμα που δεν ανταποκρίνεται στην μετέπειτα μαρτυρία του. Ο ίδιος παραδέχθηκε ότι ποτέ δεν δόθηκαν λεφτά δυνάμει του συγκεκριμένου εγγράφου στον Εναγόμενο
- Είναι όμως υπογεγραμμένο από τον ταμία και τον Εναγόμενο
- Στην συνέχεια καταρτίστηκε το Τεκμήριο 7 με τ΄ οποίο δόθηκαν από τον Εναγόμενο 1 οδηγίες για την έκδοση επιταγής. Το έντυπο αυτό είναι υπογραμμένο μόνο από την κα Παρπόττα ενώ η επιταγή Τεκμήριο 9, η οποία είναι αναπόσπαστο κομμάτι του Τεκμηρίου 8 και πιστό αντίγραφό του, σύμφωνα με την μαρτυρία του κου Χατζησάββα, είναι υπογεγραμμένη από την κα Παρπόττα και από τον κο Ανθούση. Δεν υπάρχει οπισθογράφηση της επιταγής ή οποιοδήποτε έγγραφο παραλαβής της από τον Εναγόμενο
- Ούτε υπάρχει οποιοδήποτε έντυπο που να καταδεικνύει ποιος της κατέθεσε ούτε και υπήρξε οποιαδήποτε θετική μαρτυρία επί του θέματος. Ενώ όταν ο μάρτυρας (Μ.Ε.4) ρωτήθηκε για την πρακτική της Τράπεζας, σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, ανέφερε ότι όταν κάποιος παραλαμβάνει λεφτά από την τράπεζα υπογράφει κάποιο έντυπο, το ίδιο και όταν κάποιος καταθέτει λεφτά. Ο κος Χατζησάββας (Μ.Ε.4) χαρακτήρισε τις πιο πάνω σοβαρές παραλήψεις ως "παραλείψεις" του ιδίου, του ταμία και του κου Ανθούση. Δεν μπορώ να δεχθώ αυτό τον χαρακτηρισμό ιδιαίτερα από τραπεζικό υπάλληλο με 20 χρόνια πείρα. Όφειλε η Ενάγουσα Τράπεζα ή/και οι υπαλλήλοι της να είναι πιο προσεκτικοί στην διεξαγωγή των εργασιών τους έτσι ώστε να διασφαλίζουν το λαβείν της. Δεν το έπραξαν και θα πρέπει τώρα ν΄ υποστεί η Ενάγουσα τις συνέπειες των παραλείψεων της, ήτοι την απόρριψη της αγωγής. Η πιο πάνω κατάληξη οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο πρωτοφειλέτης, Εναγόμενος 1, θα πρέπει ν΄ απαλλαγεί από τις υποχρεώσεις του λόγω των παραβιάσεων των υποχρεώσεων της Ενάγουσας προς αυτόν. Συνεπακόλουθα, εφαρμόζοντας τις πρόνοιες του άρθρου 92 του περί Συμβάσεως Νόμου, απαλλάσσονται και οι εγγυητές αφού «πράξη ή παράλειψη του πιστωτή, η οποία επιφέρει κατά νόμο απαλλαγή του πρωτοφειλέτη, απαλλάσσει και τους εγγυητές από κάθε ευθύνη». Η απαίτηση της Ενάγουσας εναντίον των εγγυητών πρέπει ν΄ απορριφθεί για ακόμη ένα λόγο. Η παράγραφος 9 του εγγράφου εγγυήσεως προβλέπει ότι: «Η υποχρέωσις μου προς πληρωμήν θα άρχηται αφ΄ ης στιγμής, ειδοποιηθώ προς τούτο υπό «της Τραπέζης» δι επιστολής ταχυδρομουμένης εις της διευθυνσίν μου ή παραδιδομένης προσωπικώς εις εμέ εις τον συνήθη τόπον εργασίας μου ή εις την συνήθη κατοικίαν μου Αγία Βαρβάρα, Λευκωσία.» Το θέμα αυτό προβλήθηκε από τον δικηγόρο των Εναγομένων 2-4, ότι οι εγγυητές ουδέποτε ενημερώθηκαν για οποιαδήποτε καθυστέρηση στην αποπληρωμή του δανείου αλλά ούτε και τους στάληκε κάποια επιστολή. Γεννάται λοιπόν το ερώτημα κατά πόσο δόθηκε η συμβατικά αποδεκτή ειδοποίηση προς τους εγγυητές. Όπως διαφαίνεται από το Τεκμήριο 1 - την σύμβαση παροχής δανείου - η Ενάγουσα τράπεζα καθώς και οι εγγυητές κατέστησαν μέρος της συμφωνίας της εγγύησης την αναγκαιότητα παροχής γραπτής ειδοποίησης προς αυτούς έτσι ώστε ν΄ άρχεται η δυνατότητα ανάκτησης του οφειλομένου ποσού βλ. Lombard Natwest Ltd v. Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ.
- Όπως ανάγεται από το λεκτικό της παραγράφου 9 του εγγράφου εγγυήσεως η απαίτηση θα πρέπει να είναι γραπτή και να σταλεί ταχυδρομικώς στην Αγ. Βαρβάρα στη Λευκωσία ή να δοθεί προσωπικά στους εγγυητές - Εναγόμενους 2-
- Σύμφωνα με την μαρτυρία που προσκομίστηκε από την Ενάγουσα, στάληκαν η επιστολή ημερομηνίας 30.10.01 και η επιστολή ημερομηνίας 24.7.02, μέρος του Τεκμηρίου 1, στους εγγυητές στην Λάρνακα, σύμφωνα και με το Τεκμήριο 10, χωρίς να καθορίζεται συγκεκριμένη διεύθυνση. Στις επιστολές καταγράφεται ως διεύθυνση των εγγυητών ταχυδρομικό κιβώτιο στην Λάρνακα και όχι η Αγία Βαρβάρα. Με βάση τα πιο πάνω δεν μπορούν οι Εναγόμενοι εγγυητές να θεωρηθούν ότι πήραν την ειδοποίηση, της οποίας θα πρέπει να σημειωθεί ότι το πρωτότυπο κατατέθηκε στο Δικαστήριο, αφού η διεύθυνση που αναγράφεται σ΄ αυτή, Τ.Θ. 42236, δεν γνωρίζει κανείς αν είναι η ορθή διεύθυνση των Εναγομένων 2-4 αφού δεν δηλώθηκε στην συμφωνία εγγύησης σαν τέτοια οπότε θα ήταν δεσμευτική. Το γεγονός δε ότι οι επιστολές που απευθύνονται προς τους εγγυητές κατατέθηκαν και σημειώθηκαν ως μέρος του Τεκμηρίου 1 δεν μπορεί να πληρώσει το κενό. Στην υπόθεση Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Ε.Τ. Autospares Enterprises κ.ά
(1998)1 Α.Α.Δ. 849 αναφέρθηκε ότι το αποδεκτό ενός εγγράφου ως μαρτυρίας και η τοποθέτηση ως προς αυτό διαχωρίζονται από την κατ΄ ουσία, ανάλογα με την περίπτωση, αποδεικτική του δύναμη. Δεν μπορεί επομένως η κατάθεση των επιστολών, από μόνη της, να θεωρηθεί ότι πληρούσε τον όρο 9 της συμφωνίας εγγύησης. Η κατάθεση των επιστολών το μόνο που έτεινε ν΄ αποδείξει ήταν ότι η Ενάγουσα απέστειλε προς τους εγγυητές επιστολές μ΄ εκείνο το περιεχόμενο και προς εκείνη την διεύθυνση που αναφέρεται στις επιστολές. Μόνο αυτό και τίποτα περισσότερο. Υπό τις περιστάσεις, δεν μπορεί να θεωρηθεί, λαμβανομένης υπόψη της έλλειψης μαρτυρίας ως προς την σωστή διεύθυνση των εγγυητών, ότι η όποια αποστολή των επιστολών συνιστά καλή επίδοση σύμφωνα με τον όρο 9 της συμφωνίας εγγύησης. Οπόταν, δεν έχει αποδειχθεί η απόδοση απαίτησης πληρωμής προς τους Εναγόμενους 2, 3 και 4. Συνεπακόλουθα, δεν ενεργοποιήθηκε το δικαίωμα της Ενάγουσας για ανάκτηση οποιονδήποτε ποσών που κάλυπτε η εγγύηση από τους εγγυητές. Και γι΄ αυτό τον λόγο η αγωγή εναντίον τους θα πρέπει ν΄ απορριφθεί. Τα πιο πάνω όμως, επαναλαμβάνω, θα ίσχυαν στην περίπτωση που η προσκομισθείσα μαρτυρία, επί του συνόλου της, θα κρινόταν ως αξιόπιστη. Όμως, την έχω ήδη απορρίψει για τους λόγους που κατέγραψα. Καταλήγω λοιπόν ότι η αξίωση της Ενάγουσας δεν μπορεί να πετύχει και η αγωγή θα πρέπει ν΄ απορριφθεί με έξοδα σε βάρος της και υπέρ των Εναγομένων 1-4 όπως αυτά θ΄ υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θ΄ εγκριθούν από το Δικαστήριο. Λόγω του ότι η πορεία της υπόθεσης όσον αφορά τους Εναγόμενους 2, 3 και 4 ήταν κοινή, δηλαδή καταχωρίστηκε κοινή υπεράσπιση για όλους και έγινε ο ίδιος χειρισμός κατά την δίκη για όλους, θεωρώ ορθό και δίκαιο ν΄ επιδικάσω ένα σετ εξόδων και για τους τρεις Εναγόμενους 2, 3 και 4, σύμφωνα και με το σκεπτικό της απόφασης Μενοίκου ν. Χριστοδουλίδη
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1711. (Υπ.) ........... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Γ.Γ./ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο