← Κύπρος

Κυριάκου Αλαμπρίτη ν. Χριστίνας Χατζηβασιλείου, Αρ. Αγωγής: 1159/04, 2 Ιουλίου 2007

Κυριάκου Αλαμπρίτη ν. Χριστίνας Χατζηβασιλείου, Αρ. Αγωγής: 1159/04, 2 Ιουλίου 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:A110 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1159/04 Μεταξύ: Κυριάκου Αλαμπρίτη Ενάγοντα -και- Χριστίνας Χατζηβασιλείου Εναγομένης ____________________ Ημερομηνία: 2 Ιουλίου 2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα: Ο κ. Χρίστος Σκορδής. Για την Εναγόμενη: Ο κ. Βασίλης Κωνσταντίνου. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγοντας με την παρούσα αγωγή αξιώνει από την εναγόμενη Λ.Κ.1.295 ως υπόλοιπο εκτελεσθείσας εργασίας και / ή ως αδικαιολόγητο πλουτισμό και / ή άλλως πώς, νόμιμο τόκο, έξοδα και Φ.Π.Α.. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης κατά ή περί το έτος 2003 ο ενάγοντας, ο οποίος διατηρούσε επιπλοποιείο στην Αραδίππου, και / ή υπάλληλος του μετά από συμφωνία και παραγγελία της εναγόμενης προέβη στην κατασκευή διαφόρων ξυλουργικών εργασιών στο κατάστημα της εναγόμενης στη Λάρνακα για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.3.

  1. Η εναγόμενη πλήρωσε σε διάφορες ημερομηνίες το ποσό των Λ.Κ.2.500 παρέμεινε δε οφειλέτης για το υπόλοιπο ποσό, Λ.Κ.1.
  2. Για το πιο πάνω πάνω πόσο των Λ.Κ.1.295 η εναγομένη είχε εκδώσει τραπεζική επιταγή της Σ.Π.Ε. Κοντέας υπ. αρ. 01522578 ημερομηνίας 4.11.2003 επ΄ ονόματι του ενάγοντα, την οποία περί ή κατά την 20.11.2003 ο ενάγοντας παρουσίασε προς πληρωμή, αλλά δεν πληρώθηκε, μετά από οδηγίες της εναγόμενης προς την Τράπεζα. Παρά τις οχλήσεις του ενάγοντα και τις υποσχέσεις της ότι θα ξοφλούσε μέχρι σήμερα η εναγόμενη αρνείται να εξοφλήσει το οφειλόμενο ποσό. Στην υπεράσπιση της η εναγόμενη αρνείται την οποιαδήποτε συμφωνία με τον ενάγοντα. Αναφέρει ότι τις αρχές Σεπτεμβρίου 2003 συμφώνησε με κάποιο Λούκα Ευαγγέλου, ξυλουργό από την Αραδίππου να της κατασκευάσει ράφια και πάγκους για το κατάστημα της στη Λάρνακα. Η συμφωνία, η οποία ήταν προφορική, προέβλεπε ότι για την κατασκευή των ραφιών και των πάγκων η εναγόμενη θα κατέβαλλε το ποσό των Λ.Κ.1.000 στον πιο πάνω ως αμοιβή πλέον το κόστος των υλικών που θα χρησιμοποιούντο, δηλαδή της ξυλείας που θα τοποθετείτο. Στην ίδια συμφωνία συμφωνήθηκε το είδος και η ποιότητα των υλικών που θα χρησιμοποιούντο για την κατασκευή των ραφιών και των πάγκων. Τέλος δε, συμφωνήθηκε ότι όλες οι κατασκευές θα ήταν έτοιμες μέχρι την 18.10.2003, ημέρα λειτουργίας του καταστήματος. Στην παράγραφο 4 της έκθεσης υπεράσπισης της η εναγόμενη αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι ο Ευαγγέλου και ο ενάγοντας, ο οποίος ανέλαβε να τον βοηθήσει την ενημέρωσαν ότι δεν ήταν δυνατή η περάτωση των εργασιών μέχρι την προθεσμία. Όταν οι πάγκοι τοποθετήθηκαν ούτε το χρώμα ούτε η ποιότητα εργασίας ήταν όπως συμφωνήθηκε. Της ζήτησαν χρήματα για επιπρόσθετες εργασίες αφού της υποσχέθηκαν να τα διορθώσουν και εξέδωσε δύο επιταγές μεταχρονολογημένες εκ των οποίων η μια για το ποσό των Λ.Κ.1.295 με ημερομηνία 4.11.2003 και αρ. 045-01522578 της Σ.Π.Ε. Κοντέας. Επειδή η εργασία δεν έγινε όπως συμφωνήθηκε έδωσε οδηγίες να μην πληρωθεί η επιταγή Λ.Κ.1.295 (stop payment). Λόγω των πιο πάνω η εναγόμενη είναι υποχρεωμένη να αντικαταστήσει τον πάγκο και τα ράφια και ως εκ τούτου θα αναγκαστεί να κλείσει το κατάστημα της και θα έχει ζημιές, έξοδα και διαφυγόν κέρδος. Για τους πιο πάνω λόγους ανταπαιτεί από τον ενάγοντα, μεταξύ άλλων, Λ.Κ.1.800 ως αποζημιώσεις για «κακές εκτελεσθείσες εργασίες» και διάταγμα που να διατάσσει τον ενάγοντα να αντικαταστήσει τον πάγκο και τα ράφια. Στην απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση ο ενάγων αρνείται όλους τους ισχυρισμούς της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης πλην όσων ρητά παραδέχεται. Αναφέρει δε, μεταξύ άλλων, ότι οι εργασίες ολοκληρώθηκαν στις 29.10.2003 και ότι η εναγόμενη έμεινε ευχαριστημένη από τις εργασίες, τις οποίες επιθεώρησε. Ο Μ.Ε.1 ήταν ο ενάγοντας, ο οποίος είναι επιπλοποιός. Γνώρισε την εναγόμενη μέσω του Λούκα Ευαγγέλου ο οποίος είχε κάνει συμφωνία μαζί της και δεν μπορούσε να τελειώσει τη δουλειά. Οι τρεις τους συμφώνησαν να κάνει τη δουλειά ο Μ.Ε.
  3. Κατασκεύασαν ράφια για να μπαίνουν πάνω τα ρούχα, τόσο στο πατάρι όσο και στο ισόγειο του καταστήματος της εναγόμενης. Η δουλειά ήταν αξίας Λ.Κ.3.
  4. Κάθε βράδυ τέλειωναν τη δουλειά η ώρα εννέα και επειδή η εναγόμενη δεν είχε αυτοκίνητο την έπαιρναν σπίτι της. Οι εργασίες άρχισαν το Σεπτέμβριο και τελείωσαν στις 29 Οκτωβρίου
  5. Η εναγόμενη, μετά που τέλειωσαν οι εργασίες, τους πλήρωσε με δύο επιταγές Λ.Κ.1.295 και Λ.Κ.1.
  6. Η πρώτη, η οποία φέρει ημερομηνία 4.11.2003, (Τεκμήριο 1), δόθηκε στις 4.11.2003 και κατατέθηκε στην Τράπεζα στις 19.11.2003, αφού η εναγόμενη τον παρακάλεσε να περιμένει λίγο. Όταν κατατέθηκε, η εναγόμενη του είπε ότι σταμάτησε την επιταγή. Ο Μ.Ε.1 απέστειλε την επιστολή Τεκμήριο 2 μέσω του δικηγόρου του, στην εναγόμενη. Η τελευταία ουδέποτε του παραπονέθηκε ότι δεν της έκαναν καλή δουλειά. Δεν είχε συμφωνηθεί πότε θα τέλειωνε η δουλειά. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι η παραγγελία αφορούσε ξυλουργικές εργασίες, ράφια στο πατάρι, γραφείο «κάτω» και έπιπλα σε όλο το κατάστημα. Η παραγγελία της εναγόμενης δεν ήταν αναλυτική, όπως ο Μ.Ε.1 ανέφερε χαρακτηριστικά: «ήταν εκεί κάμναμε το ένα ράφι για το επόμενο κάμετε το τζιείνο, ήταν κοντά μας δεν είχε σχέδια η ίδια να μου πει κάμε τα αυτά και ούτε γνώριζε τι ήθελε κάμναμε το μετά ξηλώναμε το, ξανακάμναμε το». Η τιμή συμφωνήθηκε στο τέλος των εργασιών. Το τιμολόγιο Τεκμήριο 3 το συμπλήρωσε η εναγόμενη στο τέλος της δουλειάς. Σε ερώτηση ποια ήταν η ημερομηνία παράδοσης απάντησε ότι η παράδοση έγινε στις 29.10.2003 όταν τέλειωσαν. Η ημερομηνία παράδοσης δεν θα μπορούσε να συμφωνηθεί πριν αφού δεν υπήρχε σχέδιο. Στο Τεκμήριο 3 δεν αναφέρονται οι εργασίες αναλυτικά επειδή δεν του ζητήθηκε. Πριν την έκδοση του τιμολογίου έλαβε Λ.Κ.500 ο ίδιος και Λ.Κ.1.000 ο Λούκας για να αγοράσουν τη ξυλεία. Αρνήθηκε υποβολή ότι το τιμολόγιο δεν το έδωσε ταυτόχρονα με τη λήψη της επιταγής. Σε υποβολή ότι «οιαδήποτε συμφωνία συμφώνησαν με την εναγόμενη δεν την τήρησαν δηλαδή το χρώμα της ξυλείας ήταν πολύ διαφορετικό από αυτό που συμφώνησαν και η κατασκευή κακής ποιότητας» απάντησε, χαρακτηριστικά, «εφόσον δεν ήταν καλά γιατί με πλήρωσε, δεν καταλάβω». Σε υποβολή ότι η επιταγή έγινε stop-payment γιατί δεν παραδόθηκαν οι ξυλουργικές εργασίες μέχρι τις 18.10.2003 και λόγω της διαφοράς στο χρώμα του ξύλου όταν έγινε η παραγγελία απάντησε ότι η εναγόμενη ήταν συνέχεια παρούσα και ότι τους πλήρωσε. Όταν τέλειωσαν ήταν ευχαριστημένη και δεν είχαν κανένα πρόβλημα. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι στο Τεκμήριο 3 εκτός από το ποσό η εναγόμενη συμπλήρωσε τα στοιχεία που φαίνονται γιατί ο ίδιος είναι αγράμματος. Ο Μ.Ε.2, Λούκας Ευαγγέλου, παράγγειλε τη ξυλεία για να ξεκινήσει δουλειά στο κατάστημα της εναγόμενης. Επειδή του ζήτησε κάποια άλλα πράγματα και της ανέφερε πως αδυνατούσε μόνος του της παρουσίασε το Μ.Ε.1 και ο Μ.Ε.2 θα τον βοηθούσε για να τελειώσει. Κατά τη διάρκεια των εργασιών η εναγόμενη ήταν παρούσα. Όταν υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα τους το υπεδείκνυε και διορθωνόταν. Πριν ξεκινήσουν τη δουλειά συμφώνησαν για συγκεκριμένο χρώμα και ποιότητα ξύλου, τα ράφια ήταν μπροστά της πριν στηθούν τα είδε και τα δέχθηκε. Του έδωσε δύο επιταγές για να πληρώσει τη ξυλεία. Οι επόμενες επιταγές ήταν στο όνομα του Μ.Ε.
  7. Στην επιταγή Τεκμήριο 1 συμπλήρωσε ο ίδιος το όνομα και το ποσό γιατί η εναγόμενη δεν γνώριζε καλά τη γλώσσα ήταν «της Αγγλίας». Οι εργασίες τέλειωσαν στις 29.10.
  8. Η εναγόμενη δεν τους έκανε οποιοδήποτε παράπονο για κακοτεχνία ενώ έλεγε πως ήταν πολύ ευχαριστημένη. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι η αρχική συμφωνία ήταν να της παραδώσει ράφια στο πατάρι για Λ.Κ.1.
  9. Στην πορεία όταν έφερε το ξύλο η εναγόμενη του είπε ότι ήθελε ράφια και στο κατάστημα κάτω. Δούλευαν από τις εννέα το πρωί μέχρι και αργά το βράδυ για να παραδώσουν το κατάστημα όσο πιο γρήγορα μπορούσαν για να ανοίξει. Αρνήθηκε υποβολή ότι δεν δούλεψαν «τόσες ώρες όσες ισχυρίζονται» γι΄ αυτό και έγιναν τόσες κακοτεχνίες. Το τιμολόγιο εκδόθηκε μετά το πέρας της δουλειάς και την έκδοση των επιταγών. Ήταν παρών κατά την έκδοση του τιμολογίου. Η επιταγή επιστράφηκε απλήρωτη επειδή δεν υπήρχαν μετά λεφτά. Σε υποβολή ότι η επιταγή έγινε stop-payment λόγω παραβίασης της συμφωνίας, δηλαδή το χρώμα του ξύλου και ο χρόνος παράδοσης ήταν διαφορετικά και έγιναν κακοτεχνίες απάντησε ότι η εναγόμενη παράλαβε τη δουλειά, ήταν δε παρούσα όταν γίνονταν οι δουλειές ουδέποτε δε έγινε συμφωνία για συγκεκριμένη ημερομηνία παράδοσης της δουλειάς. Αρνήθηκε υποβολή ότι οι επιταγές ήταν υπογραμμένες στο γραφείο της εναγόμενη και ότι τις πήρε μόνος του, τις συμπλήρωσε αφήνοντας της το τιμολόγιο. «Εγώ δεν ξανάκουσα να υπογράφουν επιταγές ανοιχτές και εγώ να την πάρω και να φεύγω και να βάλλω ότι θέλω πάνω», είπε χαρακτηριστικά. Η Μ.Ε.3 Άντρη Αρτέμη είναι βοηθός γραμματεύς και υπεύθυνη για την τήρηση των λογαριασμών στην Σ.Π.Ε. Κοντέας. Η επιταγή Τεκμήριο 1 φέρει ημερομηνία 4.11.
  10. Η επιταγή παρουσιάστηκε μέσω Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας στην Τράπεζα της. Στην κόκκινη σφραγίδα στην επιταγή ημερομηνίας 20.11.2003 υπάρχουν οδηγίες της Τράπεζας να μην πληρωθεί. Υπήρχε γραπτή εντολή ημερομηνίας 19.11.2003 της εναγόμενης να μην πληρωθεί η επιταγή, Τεκμήριο
  11. Στην εντολή δεν αναφέρεται ο λόγος που σταμάτησε η πληρωμή. Στις 4.11.2003 μέχρι την ημερομηνία που δόθηκε η εντολή δεν υπήρχε ποσό που να καλύπτει την επιταγή. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι το υπόλοιπο του λογαριασμό της εναγόμενης ήταν πέραν του επιτρεπτού ορίου. Αρνήθηκε υποβολή ότι υπήρχαν λεφτά για εξαργύρωση της επιταγής. Η Μ.Υ.1 ήταν η εναγόμενη. Κατά το 2003 κάποιος γνωστός της της σύστησε κάποιο Λούκα για την κατασκευή πάγκων. Συναντήθηκαν με το Λούκα (Μ.Ε.2) και συζήτησαν για τους πάγκους. Πήγαν στην Αραδίππου για να δουν ξύλα, διάλεξε η ίδια το ξύλο. Ο Μ.Ε.2 της είπε να συμφωνήσουν «Λ.Κ.1.000 κόπο και τα υλικά πάνω της», και πως δεν δούλευε με Φ.Π.Α. και θα παρακαλούσε τον άνθρωπο με τα υλικά «να το βγάλει». Δεν επέβλεπε τις εργασίες. Σε ερώτηση αν ήταν ευχαριστημένη κατά τη διάρκεια των εργασιών απάντησε ότι ο Μ.Ε.2 της έφερε τον ενάγοντα σπίτι της και της είπε να μην ανησυχεί και όπως μπορούσαν θα βοηθούσαν. Έδωσε τρεις φορές Λ.Κ.500 και τις δύο επιταγές. Η ίδια δεν έκανε οποιαδήποτε συμφωνία με τον ενάγοντα. Ο ενάγοντας πήγε σπίτι της νύκτα και της είπε να μην στεναχωριέται αλλά δεν μπορεί να ανοίξει το κατάστημα στις 18.10.2003 και μετά ψώνισαν και κάτι πράγματα. Σε ερώτηση αν συμφώνησε με το Μ.Ε.2 να της τελειώσει το κατάστημα στις 18.10.2003 απάντησε θετικά. Σε ερώτηση «τελικά πότε τέλειωσαν οι εργασίες;», απάντησε «ήταν όλα με τον Άη Λουκά». Είχαν τα τηλέφωνα κλειστά. Την πήραν τηλέφωνο της είπαν θα έρθουν Σαββατοκύριακο «να τα τελέψουν». Σε ερώτηση αν τους ανέφερε ότι δεν ήταν ευχαριστημένη απάντησε αρνητικά. Έστησαν το πάνω κατάστημα, μετά δεν απαντούσαν τα τηλέφωνα, βιάστηκαν. Προσπάθησε να φέρει άλλους που δεν ήθελαν να αναλάβουν τη δουλειά Μετά τα βρήκαν, ήρθαν και έφεραν τους πάγκους κάτω. Σε ερώτηση αν τους ανέφερε ότι δεν ήταν ευχαριστημένη απάντησε θετικά, «πωλοάται ο Λούκας και της λέει έχει διαφορά το χρώμα του ξύλου», μετά που άρχισαν και τους έφτιαχναν είχαν δυσκολία να τους βάλουν και έβαλαν καρφιά που δεν μπορούσε να τα ακουμπήσει οποιοσδήποτε, τραβούσαν τα εσώρουχα και τρυπήθηκαν δύο τρεις πελάτισσες. Της έκαναν και ένα πάγκο στη μέση και της είπε «σου κάναμε ένα γουμά των πεζουνιών», δεν έγινε καλά. Δέχθηκε ότι έδωσε εντολή μη πληρωμής της επιταγής με αρ.
  12. Άφησε δύο επιταγές για το Μ.Ε.2 να πληρώσει τον Κυριάκο, που δούλεψε δύο - τρεις ώρες Σάββατο και Κυριακή και ακόμη δύο φορές. Την πήρε τηλέφωνο η υπάλληλος της Κοντέας σε σχέση με την ύπαρξη της επιταγής και η Μ.Υ.1 της είπε να την σταματήσει. Την σταμάτησε γιατί δεν ήξερε το ποσό, η Τράπεζα της είπε Λ.Κ.1.000 δεν ήξερε ότι «οι επιταγές που γεμίσασειν ήταν τόσο μεγάλο ποσό». Σε ερώτηση αν ενημέρωσε τους ενάγοντες ότι σταμάτησε τις επιταγές απάντησε αρνητικά. Δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό, αυτοί της χρωστούν τους έδωσε Λ.Κ.2.500, ζητά να της δώσουν «μερικά λεφτά πίσω». Έφερε ανθρώπους στο κατάστημα και της είπαν η ξυλεία δεν είναι πάνω από Λ.Κ.
  13. Ζητά Λ.Κ.1.800 ως αποζημίωση για κακώς εκτελεσθείσες εργασίες. Δεν ζητά διάταγμα επειδή δεν το έκλεισε το κατάστημα, το πούλησε. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι αρχικά τους είχε δώσει προθεσμία να τελειώσουν μέχρι 18.10.2003, μετά έδωσε νέα προθεσμία μέχρι τις 1.11.
  14. Εκείνη τη μέρα έκανε τα εγκαίνια του καταστήματος. Τις επιταγές των Λ.Κ.1.000 και Λ.Κ.1.295 τις άφησε στο κατάστημα πριν φύγουν από το κατάστημα. Σε υποβολή ότι έκδωσε την επίδικη επιταγή στις 1.11.2003 με ημερομηνία 4.11.2003 απάντησε ότι τις επιταγές τις πήραν άδειες. Σε ερώτηση ποιες είναι οι ζημιές που ισχυρίζεται ότι της έκαναν απάντησε ότι οι πάγκοι είχαν καρφιά. Σε ερώτηση αν τους το ανέφερε απάντησε ότι τους το είπε πριν φύγουν από το κατάστημα. Σε ερώτηση γιατί αφού είχε διαπιστώσει ότι υπήρχαν ζημιές έκδωσε τις επιταγές ανέφερε επί λέξει «εσύ δουλεύεις μούχτι;». Οι Λ.Κ.1.500 δεν ήταν αρκετές διότι υποσχέθηκαν να πάνε μετά σιγά - σιγά να της τα φτιάξουν. Αρνήθηκε υποβολή ότι δεν ανέφερε τίποτε για τις ζημιές και ότι επέβλεπε καθημερινά τις εργασίες. Σε υποβολή ότι η μάρτυρας της Τράπεζας κατάθεσε ότι ο λογαριασμός της δεν είχε λεφτά απάντησε «εν πρόβλημα της», δεν είχε σημασία τι είπε η μάρτυρας, κάποιος Ευριπίδης της είπε άλλα. Η Μ.Υ.2, Γεωργία Δημητριάδου, ήταν η κόρη της εναγόμενης. Περί το τέλος του 2003 στους πάγκους η δουλειά δεν ήταν καθόλου καλή, είχε «σπόντες ξικαρφωμένες», όπως είπε, και δεν μπορούσαν να δουλέψουν σωστά. Η δουλειά ήταν μισοτελειωμένη, τα συρτάρια έπεφταν. Πρόσεξε τις ατέλειες στους πάγκους από τότε που άνοιξε το κατάστημα. Αντεξεταζόμενη σε ερώτηση αν είναι σε θέση να διαπιστώσει τις ατέλειες απάντησε ότι και ένα μωρό μπορούσε να καταλάβει. Οι «σπόντες ήταν ξεκάρφωτες». Σε υποβολή ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να βοηθήσει τη μητέρα της απάντησε «έτσι ανάγκη εγώ δεν έχω, εγώ ήρτα να πω την αλήθεια». Ο Μ.Υ.3 ήταν ο Χρίστος Πατσαλίδης, ο δικηγόρος της εναγόμενης κατά το χρόνο καταχώρησης της υπεράσπισης. Είχε επισκεφθεί πολλές φορές το κατάστημα λόγω της ιδιότητας του. Η εναγόμενη από την πρώτη του επίσκεψη του είχε παραπονεθεί έντονα για τις κατασκευές που είχε ζητήσει από τον ξυλουργό της. Περίγραψε τη διαρρύθμιση του ισογείου του καταστήματος. Περίπου στο κέντρο του του καταστήματος υπήρχε πάγκος - μπροστά και πίσω είχε ράφια - κουτιά. Ένα από τα παράπονα της εναγόμενης ήταν ότι δεν μπορούσε να βάλει ρούχα γιατί δεν υπήρχε κάτι να τα συγκρατεί, αφού έπεφταν. Ένα άλλο παράπονο της ήταν ότι οι βίδες που συγκρατούσαν τα ράφια προεξείχαν με κίνδυνο να καταστραφούν τα εσώρουχα που πωλούσε. Ο ίδιος είδε στα αριστερά του πάγκου βίδες που προεξείχαν, δεν ήταν βιδωμένες καλά. Δεν θυμάται αν υπήρχαν και σε άλλα μέρη. Αντεξεταζόμενος σε ερώτηση αν έχει ειδικότητα σε ξυλουργικές εργασίες απάντησε ότι ο ίδιος ανέφερε όσα του είχε αναφέρει η εναγόμενη. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν και να εξετάσω τη μαρτυρία τους και καταλήγω στα πιο κάτω: Ο Μ.Ε.1 μου έκανε καλή εντύπωση. Η μαρτυρία του ήταν θετική και σταθερή, και δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Κρίνω σκόπιμο στο σημείο αυτό να σημειώσω ότι η δικογραφημένη θέση της υπεράσπισης ότι η εναγόμενη δεν συμβλήθηκε μαζί του δεν υπεβλήθη στο μάρτυρα. Αντίθετα, υπεβλήθησαν στο μάρτυρα τα ακόλουθα: «Σου υποβάλλω κ. μάρτυρα ότι οιαδήποτε συμφωνία συμφωνήσετε μαζί με την εναγόμενη δεν την τηρήσετε, δηλαδή το χρώμα της ξυλείας ήταν πολύ διαφορετικό από αυτό που συμφωνήσατε. Και επίσης η κατασκευή σας ήταν κακής ποιότητας ...». Η πιο πάνω υποβολή είναι δε ενδεικτική της γενικότητας και αοριστίας στη θέση της υπεράσπισης. Από τη συνίστατο η κακή ποιότητα ή ποιο ήταν το χρώμα που δεν συμφωνήθηκε δεν υπεβλήθησαν στο μάρτυρα. Ούτε βεβαίως δικογραφούνται τέτοιες λεπτομέρειες. Προσθέτω επίσης ότι η υποβολή στο μάρτυρα ότι οι εργασίες δεν παραδόθηκαν μέχρι τις 18.10.2003 δεν συνάδει με τη μαρτυρία της ίδιας της εναγόμενης η οποία κατέθεσε ότι είχε δώσει νέα προθεσμία - όπως εξάλλου προκύπτει από το δικόγραφο της. Καλή εντύπωση μου έκανε επίσης ο Μ.Ε.
  15. Η μαρτυρία του είχε συνοχή και ήταν πειστικός. Σημειώνω ότι η θέση του ότι η εναγόμενη είχε δει και δεχθεί το χρώμα και την ποιότητα του ξύλου των ραφιών πριν στηθούν και ότι ήταν παρούσα κατά τη διεξαγωγή των εργασιών, δεν αμφισβητήθηκε. Κρίνω δε σκόπιμο, πρόσθετα, να σημειώσω ότι η υποβολή ότι πήρε μόνος του από το γραφείο της εναγόμενης την επιταγή Τεκμήριο 2 συμπληρώνοντας την στερείται πειστικότητας και αντίκειται στη λογική πέραν τούτου δεν αποτελεί μέρος της έκθεσης υπεράσπισης της. Στο σημείο αυτό θεωρώ σκόπιμο να σημειώσω ότι το ποσό του τιμολογίου, Τεκμήριο 3, δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Αποδέχομαι τη μαρτυρία των πιο πάνω. Η Μ.Ε.3 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Αποδέχομαι τη μαρτυρία της η οποία ήταν τυπική και δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση της. Η Μ.Υ.1 δεν μου έκανε καλή εντύπωση και δεν μου έδωσε την εντύπωση πως ήρθε στο Δικαστήριο να πει την αλήθεια. Η μαρτυρία της ήταν νεφελώδης, σε πολλά σημεία αντιφατική και στερείτο πειστικότητας. Σε σχέση με πολλά σημεία της μαρτυρίας της η Μ.Υ.1 φαινόταν να τελούσε υπό σύγχυση. Κατ΄ αρχήν θα ήθελα να επισημάνω ότι η μαρτυρία της εναγόμενης, η οποία έφερε το βάρος να αποδείξει ότι η εργασία που έγινε ήταν κακής ποιότητας ήταν γενική και αόριστη. Η Μ.Υ.1 δεν ήταν σε θέση σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας της να δώσει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες ως προς την κακή, κατά τη θέση της, ποιότητα των εργασιών. Η φύση και η έκταση των εν λόγω εργασιών παρέμεινε εντελώς αδιευκρίνιστη. Εξάλλου ελλείπουν και ως προς τούτο οποιεσδήποτε δικογραφημένες λεπτομέρειες. Ο ισχυρισμός της ότι «έβαλαν καρφιά» τα οποία τραβούσαν τα εσώρουχα παρέμεινε επίσης αδιευκρίνιστος και κατά συνέπεια μετέωρος. Ούτε και ήταν σε θέση η Μ.Υ.1 να αναφέρει τι ήταν το πρόβλημα με το χρώμα του ξύλου το οποίο μάλιστα, όπως ανέφερε στην κυρίως εξέταση της, είχε διαλέξει η ίδια. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να αναφέρω ότι καμιά επιστημονική ή άλλη μαρτυρία δεν έχει προσκομιστεί ως προς τα πιο πάνω, πλην της μαρτυρίας των Μ.Υ.2 και Μ.Υ.3 σε σχέση με την ύπαρξη καρφιών ή βιδών, στην οποία θα αναφερθώ πιο κάτω. Μηδαμινή βαρύτητα μπορεί να δοθεί και στη θέση της Μ.Υ.1 ότι έφερε «ανθρώπους» να δουν τη ξυλεία και ότι η ξυλεία δεν ήταν αξίας πέραν των Λ.Κ.700 αφού οι πιο πάνω άνθρωποι δεν προσήλθαν να καταθέσουν. Χωρίς ίχνος στήριξης τέθηκε τόσο το ποσό που η Μ.Υ.1 ζητά να της επιστραφεί (Λ.Κ.1.800) αλλά και η θέση περί αναγκαιότητας αντικατάστασης των πάγκων και ραφιών. Εν πάση όμως περιπτώσει από την ίδια της τη μαρτυρία προκύπτει ότι δεν τίθεται θέμα αντικατάστασης αφού έχει πωλήσει το κατάστημα. Η δε θέση της Μ.Υ.1 ότι πλήρωσε τον ενάγοντα και το Μ.Ε.2 ενώ γνώριζε για τις κακοτεχνίες είναι αντιφατική αφ΄ εαυτής και αντίκειται στη λογική. Στερείται επίσης πειστικότητας η θέση της ότι δεν γνώριζε τα ποσά των επιταγών που «είχε αφήσει» για τους Μ.Ε.1 και Μ.Ε.
  16. Η Μ.Υ.2, κόρη της εναγόμενης, δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Η μαρτυρία της ήταν γενική, αόριστη και ασαφής. Ενώ κατά την κυρίως εξέταση της μιλούσε γενικά για τη δουλειά ότι «δεν ήταν καθόλου καλή» κατά την αντεξέταση της την προσδιόρισε στα ακόλουθα: «οι σπόντες ήταν ξεκάρφωτες». Παρέμεινε όμως αδιευκρίνιστος ο αριθμός τους, ή η θέση τους. Επίσης ελλείπει η οποιαδήποτε περιγραφή τους. Ο Μ.Υ.3 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Η βαρύτητα όμως που μπορεί να δοθεί στη μαρτυρία του είναι μηδαμινή αφού όπως ο ίδιος ανέφερε κατά την αντεξέταση του επανέλαβε απλώς στο Δικαστήριο τα παράπονα της Μ.Υ.1 σε σχέση με τις ξυλουργικές εργασίες. Περαιτέρω, τα περί βιδών που δεν ήταν καλά βιδωμένες (τις οποίες ο ίδιος είδε) πέραν του ότι τέθηκαν αδιευκρίνιστα δεν συνάδουν με τη μαρτυρία των Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2, οι οποίες μίλησαν για καρφιά ξεκάρφωτα. Έχοντας αποδεχθεί την εκδοχή του ενάγοντα και του Μ.Ε.2 προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Καταλήγω με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία ότι ο ενάγοντας μαζί με το Μ.Ε.2 εκτέλεσε ξυλουργικές εργασίες προς όφελος της εναγόμενης. Το συνολικό κόστος των εργασιών αναγράφεται στο τιμολόγιο, Τεκμήριο
  17. Οι εργασίες τέλειωσαν στις 29.10.
  18. Η εναγόμενη πλήρωσε το ποσό των Λ.Κ.2.500, η επιταγή όμως Τεκμήριο 1, για το ποσό των Λ.Κ.1.295 δηλαδή το υπόλοιπο, που έκδωσε στον ενάγοντα και παρουσιάστηκε μέσω της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας στην Σ.Π.Ε. Κοντέας, επιστράφηκε από την τελευταία στις 20.11.2003 μετά από οδηγίες της εναγόμενης, Τεκμήριο 4, να μην πληρωθεί. Συνεχίζει συνεπώς η εναγόμενη να οφείλει στον ενάγοντα το ποσό των Λ.Κ.1.295, σχετική δε είναι η επιστολή, Τεκμήριο
  19. Η εναγόμενη η οποία ήταν παρούσα κατά την εκτέλεση των εργασιών δεν υπέβαλε είτε στον Μ.Ε.1 είτε στο Μ.Ε.2 οποιοδήποτε παράπονο σε σχέση με την ποιότητα των εργασιών. Κατά συνέπεια, εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγόμενης για το ποσό των Λ.Κ.1.295, πλέον νόμιμο τόκο επί του πιο πάνω ποσού από την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως, και έξοδα ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή. Σε σχέση με την ανταπαίτηση καταλήγω ότι με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία δεν έχει αποδειχθεί οτιδήποτε μεμπτό σε σχέση με την ποιότητα της εργασίας και κατά συνέπεια η ανταπαίτηση απορρίπτεται, χωρίς έξοδα, ενόψει του ότι τα θέματα που ηγέρθησαν στην ανταπαίτηση εκδικάστηκαν στα πλαίσια της αγωγής. (Υπ.) ......................................... Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. /Λ.Σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.