← Κύπρος

Φ. Κυριακίδης Υιός Λτδ ν. Saverac Trading Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 1687/03, 9 Ιουλίου, 2007

Φ. Κυριακίδης Υιός Λτδ ν. Saverac Trading Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 1687/03, 9 Ιουλίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:A114 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1687/03 Μεταξύ: Φ. Κυριακίδης & Υιός Λτδ, Ενάγουσας, και

  1. Saverac Trading Ltd,
  2. Σάββα Ηρακλέους, Εναγόμενων. ------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 9 Ιουλίου,
  3. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: κα Μ. Μικελλίδου για Κ. Ανδρέου. Για τους Εναγόμενους: κ. Ν. Νικολάου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αγωγή της η Ενάγουσα εταιρεία αξιώνει το ποσό των Λ.Κ. 2.002,17 δυνάμει ακάλυπτης επιταγής καθώς και τόκο 9% από τις 15.2.
  4. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας οι Εναγόμενοι εξέδωσαν την επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αριθμό 28592202 για το ποσό των £2.002,17 πληρωτέα στην Ενάγουσα έναντι νομίμου ανταλλάγματος. Όταν η Ενάγουσα παρουσίασε την συγκεκριμένη επιταγή στην τράπεζα καταθέτοντάς την αυτή δεν εξαργυρώθηκε λόγω του ότι οι Εναγόμενοι σταμάτησαν την πληρωμή της. Παρά τις επανειλλειμένες οχλήσεις της Ενάγουσας οι Εναγόμενοι δεν κατέβαλαν έναντι της αξίας της επιταγής οποιοδήποτε ποσό και συνεχίζουν μέχρι σήμερα να παραλείπουν την καταβολή του. Ο Εναγόμενος 2, στην κοινή Υπεράσπιση που καταχωρίστηκε από τους Εναγόμενους 1 και 2, αρνείται ότι είχε οποιαδήποτε συνεργασία ή και συναλλαγή ή και δοσοληψία με την Ενάγουσα εταιρεία υπό την προσωπική του ιδιότητα. Και οι δύο Εναγόμενοι προβάλλουν την θέση ότι στα πλαίσια της συνεργασίας της Εναγομένης 1 με την Ενάγουσα, για την αγορά ποσότητας του φρουτοποτού Rio Energy Drink, με απώτερο σκοπό την μεταπώλησή του στην κυπριακή αγορά, εξέδωσαν μεταχρονολογημένη επιταγή. Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η συνεργασία τους ήταν με κάποιον κ. Ανδρέα Κυριακίδη με τον οποίο έρχονταν σε επαφή για όλα τα θέματα που αφορούσαν την συνεργασία τους για το συγκεκριμένο φρουτοποτό. Είναι περαιτέρω η θέση της Εναγόμενης 1 ότι έχει εξοφλήσει την συγκεκριμένη επιταγή ή/και την αντικατέστησε ή/και κατέβαλε το ισάξιο ποσό σε μετρητά προς τον κ. Αντρέα Κυριακίδη πριν ή/και κατά την ημερομηνία που η εν λόγω επιταγή θα καθίστατο πληρωτέα. Η εξόφληση της επιταγής έγινε στον κ. Αντρέα Κυριακίδη για λογαριασμό της εταιρείας A. Κυριακίδης και Φ. Κυριακίδης Λτδ και έλαβε εξοφλητική απόδειξη. Επιπρόσθετα, ισχυρίζονται ότι μεταξύ της ημερομηνίας έκδοσης της επιταγής και της ημερομηνίας που η επιταγή θα καθίστατο πληρωτέα ο διευθυντής της Ενάγουσας εταιρείας ειδοποίησε τους Εναγόμενους ότι όλες οι συναλλαγές που αφορούσαν το φρουτοποτό Rio Energy Drink θα γίνονταν από την εταιρεία Α. Κυριακίδης και Φ. Κυριακίδης Λτδ και ότι όλες οι δοσοληψίες που εκκρεμούσαν θα εκχωρούνταν ή και θα μεταφέρονταν από την εταιρεία Φ. Κυριακίδης και Υιός Λτδ στην εταιρεία Α. Κυριακίδης και Φ. Κυριακίδης Λτδ, στην οποία ήταν και ο κος Φίλιππος Κυριακίδης Διευθυντής. Για την Ενάγουσα εταιρεία κατέθεσαν τρεις μάρτυρες. Πρώτος κατέθεσε ο διευθυντής της, κ. Φίλιππος Κυριακίδης (Μ.Ε.1) ο οποίος δήλωσε ότι είναι ο κύριος μέτοχος και διευθυντής της εταιρείας. Ήταν η θέση του ότι γνωρίζει τους Εναγόμενους από το 2001 όταν άρχισε η συνεργασία τους για την διάθεση του φρουτοποτού Rio που εισάγει η Ενάγουσα εταιρεία στην Κύπρο. Κατέθεσε το Τεκμήριο 1 το οποίο διαλαμβάνει τη συμφωνία για την αποκλειστική διανομή του ποτού από την Ενάγουσα εταιρεία στην Κύπρο. Ήταν η θέση του ότι ο ίδιος επισκέφθηκε τον Εναγόμενο 2 τρεις, τέσσερις φορές στη Λεμεσό στο περίπτερο που διατηρεί και ότι ο Εναγόμενος 2 τον επισκέφθηκε στην Λάρνακα άλλες τρεις, τέσσερις φορές. Η μεταξύ τους συμφωνία αφορούσε την διάθεση του προϊόντος στην αγορά της Λεμεσού από τους Εναγόμενους. Όμως, όλες οι προωθητικές ενέργειες, δηλαδή η διαφήμιση, στο ραδιόφωνο και οι παροχή δωρεάν ποτών, αναλήφθηκαν από την Ενάγουσα εταιρεία. Είχε περαιτέρω συμφωνηθεί ότι τα τιμολόγια θα εκδίδονταν στο όνομα του Εναγόμενου 2 και θα πληρώνονταν από την Εναγόμενη 1, της οποίας διευθυντής ήταν ο Εναγόμενος
  5. Η συνεργασία τους ξεκίνησε τον Σεπτέμβρη του 2001 και ήταν πολύ καλή. Οι επιταγές της Εναγόμενης εταιρείας 1 πληρώνονταν κανονικά και η Ενάγουσα παρέδιδε εμπορεύματα στις αποθήκες του Εναγόμενου
  6. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του Μ.Ε.1 τα τιμολόγια εκδίδονταν συνήθως από τον υιό του, ο οποίος είναι γραμματέας της εταιρείας και ήταν ο ίδιος που τα έπαιρνε για υπογραφή στον κ. Ηρακλέους, ο οποίος εξέδιδε μεταχρονολογημένη επιταγή της Εναγόμενης 1 για εξόφλησή τους. Μέσα στα πλαίσια αυτής της συνεργασίας εκδόθηκαν δύο τιμολόγια στις 22.11.01, ύψους £2.002,17, τα οποία ο Μ.Ε.1 κατέθεσε ως Τεκμήρια 2 και
  7. Και τα δύο υπεγράφησαν τόσο από του υιό του καθώς και από τον Εναγόμενο
  8. Προς εξόφλησή τους εξεδώθη μεταχρονολογημένη επιταγή της Εναγόμενης 1 με ημερομηνία πληρωμής 15.2.
  9. Η συγκεκριμένη επιταγή κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  10. Όταν παρουσιάστηκε για πληρωμή στην Alpha Bank δεν κατέστη δυνατή η πληρωμή της λόγω του ότι η Εναγόμενη εταιρεία 1 είχε σταματήσει την πληρωμή της. Σε επικοινωνία που είχε ο ίδιος με τον Εναγόμενο 2 του ανέφερε ότι ο λόγος για τον οποίο είχε σταματήσει την πληρωμή της επιταγής ήταν γιατί πλήρωσε κάποιον κ. Ανδρέα Κυριακίδη σε μετρητά. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, (Μ.Ε.1), με τον κ. Ανδρέα Κυριακίδη είχαν ιδρύσει το 1999 στην Ελλάδα άλλη εταιρεία και ήταν συνεργάτες. Προς το τέλος του 2001 είχαν συμφωνήσει να συνεργαστούν και στην Κύπρο και είχαν εγγράψει, για τον σκοπό αυτό, την εταιρεία Α. Κυριακίδης και Φ. Κυριακίδης Λτδ στις 8.11.
  11. Κατέθεσε το πιστοποιητικό σύστασης της εταιρείας ως Τεκμήριο
  12. Η εταιρεία αυτή θ΄ ασχολείτο με την πώληση οποιουδήποτε εμπορεύματος και το φρουτοποτό Rio, ήταν σύμφωνα με το μάρτυρα, πιθανόν εμπόρευμα. Ισχυρίστηκε όμως ότι η εταιρεία αυτή δεν λειτούργησε ποτέ παρά το γεγονός ότι είχε ανοιχθεί και λογαριασμός επ΄ ονόματί της στην Universal Bank. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 6, δέσμη εγγράφων που αφορούσαν την κίνηση λογαριασμού της συγκεκριμένης εταιρείας. Προώθησε τη θέση ότι η νεοσυσταθείσα εταιρεία Α. και Φ. Κυριακίδης Λτδ δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με την πώληση που είχε γίνει στους Εναγόμενους. Ο ίδιος είχε ρωτήσει τον Εναγόμενο 2 γιατί είχε προβεί σε αυτήν την ενέργεια και αυτός ισχυρίστηκε ότι ο κος Α. Κυριακίδης τον έπεισε ότι είχε οικονομικά προβλήματα γι΄ αυτό του τα έδωσε μετρητά. Ανέφερε ότι το ίδιο πράγμα είχε ξαναγίνει με άλλο συνεργάτη της Ενάγουσας εταιρείας στην Λάρνακα ο οποίος συνεργάτης όμως ζήτησε την επιστροφή των λεφτών από τον κ. Α. Κυριακίδη. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο κ. Α. Κυριακίδης συνόδευε τον ίδιον στη Λεμεσό, λόγω δικής του φιλίας με τον Εναγόμενο 2, τον οποίον σύστησε ως φίλο και συνεργάτη του στην Αθήνα, και ότι ουδέποτε του ανέφερε ότι ο κος Α. Κυριακίδης είχε πληρεξούσιο ν΄ ενεργεί για την Ενάγουσα εταιρεία. Αρνήθηκε ότι είχε αναφέρει στους συνεργάτες της Ενάγουσας ότι οι εργασίες της Φ. Κυριακίδης και Υιός Λτδ μεταφέρθηκαν στην εταιρεία Α. και Φ. Κυριακίδης Λτδ. Λόγω όμως του γεγονότος ότι χάλασαν οι σχέσεις μεταξύ του μάρτυρα και του κ. Α. Κυριακίδη δεν έχουν πλέον οποιαδήποτε επαφή μεταξύ τους. Η εταιρεία που δημιούργησαν οι δύο τους υπάρχει μέχρι και σήμερα και γίνονται ενέργειες διάλυσής της λόγω του ότι ο κ. Ανδρέας Κυριακίδης είχε εκδώσει επιταγές μέχρι το παραχωρηθέν όριο από την τράπεζα Universal. Η Ενάγουσα εταιρεία ακολουθούσε ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα προώθησης του φρουτοποτού. Για την προώθηση αυτή ο ίδιος ο μάρτυρας βρισκόταν τακτικά στην Κύπρο ενώ ο υιός του, κατά την περίοδο της συνεργασίας μεταξύ της Ενάγουσας και των Εναγομένων, βρισκόταν επίσης στην Κύπρο. Τελειώνοντας, ανέφερε ότι όταν ζήτησε την αξία της επιταγής, από τον Εναγόμενο 2, αυτός του ανέφερε ότι την είχε ήδη πληρώσει στον κο Α. Κυριακίδη και δεν προτίθετο να την ξαναδώσει. Κατά την αντεξέταση ο μάρτυρας Μ.Ε.1 ισχυρίστηκε ότι η Ενάγουσα εταιρεία υφίσταται μέχρι σήμερα και ασχολείται με την προώθηση ενός ισπανικού ποτού. Ήταν η θέση του ότι ενημερώθηκε ότι η επιταγή δεν τιμήθηκε στις 21.2.02 από την τράπεζά του, Alpha Bank. Ανέφερε ότι και τα δύο περιστατικά απόσπασης χρημάτων, από τον κ. Ανδρέα Κυριακίδη, έλαβαν χώρα την ίδιαν ημερομηνία. Ενώ ο κος Α. Κυριακίδης στην συνέχεια δεν ήθελε ν΄ έχει οποιαδήποτε επικοινωνία μαζί του. Αντεξετασθείς για το θέμα του ποιος του χρωστούσε ισχυρίστηκε ο μάρτυρας ότι ο ίδιος ο Εναγόμενος 2 του ανέφερε ότι ήταν διευθυντής της Εναγόμενης 1 και είχε διαμορφώσει την άποψη αυτή γιατί στις αποθήκες που ανήκαν στον Εναγόμενο 2 υπήρχε πινακίδα στην οποία αναγραφόταν το όνομα της Εναγόμενης
  13. Σε ερώτηση του δικηγόρου των Εναγομένων, που αφορούσε την συνεργασία τους, ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν υπήρχε γραπτή συμφωνία αλλά η πρώτη επιταγή, την οποία είχε πάρει από την Εναγόμενη εταιρεία 1 για ποσό των £2.323,20, είχε πληρωθεί κανονικά. Κατέθεσε το Τεκμήριο 7 προς υποστήριξη του ισχυρισμού του. Προώθησε τη θέση, σε αριθμό ερωτήσεων που του τέθηκαν από τον συνήγορο των Εναγομένων, ότι η συμφωνία ήταν προφορική και ότι είχε γίνει με τον Εναγόμενο
  14. Μεταξύ των όρων αυτής της προφορικής συμφωνίας ήταν και ότι οι επιταγές που θα εκδίδονταν για αποπληρωμή των τιμολογίων θα ήταν επ΄ ονόματι της Ενάγουσας εταιρείας. Επίσης, μεταξύ των συμφωνηθέντων ήταν και το γεγονός ότι η προώθηση του προϊόντος στη Λεμεσό θα γινόταν από τον Εναγόμενο 2, ότι τα τιμολόγια θα εκδίδονταν με την παράδοση των προϊόντων επ΄ ονόματι του Εναγόμενου 2 και θα εκδίδονταν μεταχρονολογημένες επιταγές από την Εναγόμενη 1 για την πληρωμή τους. Παραδέχθηκε ότι ο ίδιος μοίραζε το χρόνο του μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου. Όμως, υποστήριξε ότι κατά τον επίδικο χρόνο, τον Φεβρουάριο του 2002, ήταν στην Κύπρο καθώς και ότι ο ίδιος έδινε οδηγίες στις αποθήκες της εταιρείας Napo Wear για την αποδέσμευση του ποσού. Επίσης παραδέχθηκε ότι είχε συσταθεί εταιρεία στην Ελλάδα, με συνέταιρο τον κ. Ανδρέα Κυριακίδη όμως η συνεργασία τους δεν έληξε ομαλά και τερματίστηκε τον Απρίλιο του
  15. Στην Κύπρο είχαν κάνει την εταιρεία με σκοπό να διαθέσουν διάφορα προϊόντα, όχι μόνο το φρουτοποτό Rio. Ισχυρίστηκε, ότι η Ενάγουσα εταιρεία μέχρι και σήμερα εισάγει το συγκεκριμένο φρουτοποτό και συνεχίζει τις προωθητικές ενέργειες τις οποίες είχε αναλάβει και δεν μπορούσε να μεταβιβάσει σ΄ οποιονδήποτε άλλο τα δικαιώματά της. Σε υποβολή του δικηγόρου ότι ο Εναγόμενος 2 αντικατέστησε την επιταγή ημερομηνίας 15.2.02 με άλλη επιταγή που εκδόθηκε επ΄ ονόματι του κ. Α. Κυριακίδη, ο μάρτυρας απάντησε ότι ο ίδιος δεν γνώριζε κάτι τέτοιο και ότι για πρώτη φορά το άκουγε. Ο ίδιος γνώριζε ότι είχαν δοθεί κάποια χρήματα μετρητά στον κο Α. Κυριακίδη. Ο ίδιος παρουσιάστηκε στην Alpha Bank για να παραλάβει την χρεωστική σημείωση για την επιστροφή της επιταγής, την οποία και κατέθεσε ως Τεκμήριο
  16. Δεύτερη κατέθεσε η κα Βάσω Καραγιάννη (Μ.Ε.2) η οποία είναι τραπεζική υπάλληλος και είναι διευθύντρια του υποκαταστήματος Εφτάπατο της Τράπεζας Κύπρου στη Λεμεσό. Είναι επιφορτισμένη με τον έλεγχο των πελατών του υποκαταστήματος καθώς και με τον έλεγχο των πληρωμών των επιταγών. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 4 και ανέφερε ότι η επιταγή ανακλήθηκε με γραπτές οδηγίες του εκδότη, πελάτη της τράπεζάς της, μια μέρα πριν την παρουσίασή της δηλαδή στις 14.2.
  17. Οι οδηγίες για την μη πληρωμή της, σύμφωνα με την μάρτυρα, δόθηκαν από τον κ. Σ. Ηρακλέους διευθυντή της εταιρείας. Όταν κατατέθηκε στην Alpha Bank, λόγω του ότι στο ηλεκτρονικό υπολογιστή ήταν καταχωρημένη να μην πληρωθεί, αυτή επεστράφηκε. Κατά την αντεξέτασή της ισχυρίστηκε ότι μεταξύ των καθηκόντων της είναι και ο έλεγχος των επιταγών που επιστρέφονται με οδηγίες «refer to drower" και «stop payment». Η συγκεκριμένη επιταγή Τεκμήριο 4, ήταν η θέση της, ότι ανήκει στην εταιρεία Severac Trading η οποία είναι πελάτης της τράπεζάς της. Οι οδηγίες που έλαβε από τον διευθυντή της εταιρείας Severac ήταν γραπτές και τις είχε στην κατοχή της. Τις κατέθεσε ως Τεκμήριο
  18. Ανέφερε ότι στο παρελθόν δεν ζητείτο ο λόγος που κάποιος σταματούσε την πληρωμή της επιταγής. Τώρα, η τράπεζα ζητά τον λόγο ο οποίος και καταγράφεται. Ο τελευταίος μάρτυρας της Ενάγουσας ήταν ο κ. Πανίκος Βασιλείου (Μ.Ε.3), ο οποίος εργάζεται στην Alpha Bank και είναι υπεύθυνος των εξερχόμενων και εισερχόμενων επιταγών. Ήταν η θέση του ότι η Ενάγουσα εταιρεία είναι πελάτες της τράπεζας και ότι ο ίδιος είχε χειριστεί το θέμα της μη πληρωμής του Τεκμηρίου
  19. Ισχυρίστηκε, ότι η συγκεκριμένη επιταγή κατατέθηκε στον λογαριασμό της Ενάγουσας και μετά την πάροδο 6 ημέρων επεστράφη απλήρωτη με την δικαιολογία "Stop Payment". Επιβεβαίωσε, ο ίδιος, ότι έγινε η απαιτούμενη εγγραφή στο λογισμικό πρόγραμμα, τυπώθηκε το ανάλογο έντυπο και δόθηκαν οδηγίες όπως τηλεφωνηθεί ο δικαιούχος για να παραλάβει την επιταγή, η οποία και παραλήφθηκε από τον κ. Φ. Κυριακίδη. Κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι δεν είχε οποιοδήποτε στοιχείο για την ημέρα παράδοσης της επιταγής στον κ. Κυριακίδη λόγω του ότι το συγκεκριμένο έγγραφο που εκδίδεται για την επιστροφή της επιταγής παραδίδεται στον δικαιούχο της. Η τράπεζα καταχωρεί την επιστροφή της στο λογισμικό σύστημα και χρεώνεται ανάλογα ο πελάτης της. Λόγω της θέσης του γνωρίζει ότι οι επιστροφές τέτοιων επιταγών πρέπει να γίνονται εντός 1 βδομάδας. Οπόταν, γίνονται συχνά τηλέφωνα στον πελάτη για να παραλάβει την επιταγή το συντομότερο. Πρώτος μάρτυρας της Υπεράσπισης ήταν ο κ. Α. Κυριακίδης (Μ.Υ.1) ο οποίος ανέφερε ότι τον κ. Φ. Κυριακίδη τον γνώρισε το 1994 στην Ελλάδα και μαζί δημιούργησαν την εταιρεία Κυριακίδης ΕΤΕ, η οποία εισήγαγε το ποτό Shark Energy Drink στην Ελλάδα. Ισχυρίστηκε, ότι αυτή η συνεργασία επεκτάθηκε και στην Κύπρο το 2001 με την δημιουργία της εταιρείας Ανδρέας Κυριακίδης και Φ. Κυριακίδης Λτδ σκοπός της οποίας ήταν η εισαγωγή του ποτού Rio Energy Drink. Το ποτό αυτό το εισήγαγε στην Κύπρο αρχές του 2001 η εταιρεία Φ. Κυριακίδης και Υιός μέχρι να εγγραφεί η εταιρεία Α. και Φ. Κυριακίδης. Ήταν ο ισχυρισμός του ότι τον αποκλειστικό χειρισμό της προώθησης του ποτού Rio στην Κύπρο τον είχε ο ίδιος λόγω του ότι ο κ. Φ. Κυριακίδης διέμενε στην Ελλάδα. Αναφορικά με την Εναγόμενη εταιρεία 1, ανέφερε ότι αυτή ήταν η αντιπρόσωπος, της εταιρείας Α. και Φ. Κυριακίδης, για την διανομή του ποτού Rio στη Λεμεσό. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 4 ως την επιταγή που η Εναγόμενη 1 έδωσε για παράδοση προϊόντων. Η επιταγή ήταν μεταχρονολογημένη και, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, όταν ιδρύθηκε η εταιρεία Α. και Φ. Κυριακίδης ο ίδιος τηλεφώνησε στον κ. Φ. Κυριακίδη ο οποίος του είπε να αλλάξει τις επιταγές αυτές και να τις καταθέσει στην καινούργια εταιρεία που είχε ιδρυθεί τέλος του
  20. Τότε, ο ίδιος ζήτησε την έκδοση επιταγής επ΄ όνοματι της εταιρείας Α. και Φ. Κυριακίδης Λτδ με την οποία αντικαταστάθηκε η επιταγή Τεκμήριο
  21. Εξέδωσε και σχετική απόδειξη την οποία και κατέθεσε ως Τεκμήριο Α προς αναγνώριση. Ισχυρίστηκε, ότι τα λεφτά μπήκαν σε λογαριασμό της εταιρείας Α. και Φ. Κυριακίδης. Η ίδια ανταλλαγή επιταγών είχε γίνει και με άλλους αντιπροσώπους, της εταιρείας. Στη συνέχεια ανέφερε ότι η συνεργασία τους δεν υπάρχει πια διότι έχουν παρεξηγηθεί μεταξύ τους. Περί τα τέλη του 2002 οι σχέσεις μεταξύ τους διασαλευθήκαν λόγω του ότι από την εταιρεία, που είχαν από κοινού δημιουργήσει στην Ελλάδα, είχε απωλεσθεί ένα σεβαστό ποσό. Για αυτήν την απώλεια λεφτών, ήταν ο ισχυρισμός του, ότι έχει εγείρει δικαστικές διαδικασίες εναντίον του Φ. Κυριακίδη. Προώθησε τη θέση ότι ο κ. Φ. Κυριακίδης γνώριζε ότι ο ίδιος πήρε τα λεφτά λόγω του ότι χειρίζονταν τον λογαριασμό, μετά από εξουσιοδότηση του κ. Φ. Κυριακίδη, στη τράπεζα Universal ενόψει της απουσίας του κ. Φ. Κυριακίδη στην Ελλάδα. Ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος ουδέποτε αντιμετώπισε οποιαδήποτε οικονομικά προβλήματα. Αναφορικά με την εταιρεία Saverac ανέφερε ότι ο ίδιος την γνώρισε στον κ. Φ. Κυριακίδη. Του την είχε συστήσει ο υιός του, ο οποίος ήταν ο εισαγωγέας του ποτού Energy Shark και προμήθευε την Εναγόμενη 1 με το συγκεκριμένο ποτό. Προώθησε τη θέση ότι ο κ. Φ. Κυριακίδης δεν έκανε οποιαδήποτε συμφωνία με την Εναγόμενη εταιρεία 1 και ούτε είδε ποτέ τον διευθυντή της. Ο ίδιος έβρισκε τους αντιπροσώπους και ο ίδιος τους μετέφερε τα ποτά αφού ο κος Φ. Κυριακίδης απουσίαζε στην Ελλάδα. Κατά την αντεξέταση ισχυρίστηκε ότι η συνεργασία τους στην Ελλάδα ξεκίνησε στα μέσα του 1999 και ότι ο κ. Φ. Κυριακίδης απ΄ αυτήν την συνεργασία καταχράστηκε Ευρώ 66 εκατομμύρια. Όσον αφορά το ποτό ήταν η θέση του κατά την αντεξέταση ότι πρώτα άρχισαν την διανομή του στην Ελλάδα αλλά επειδή εκεί δεν προτιμήθηκε αποφάσισαν να το εισάγουν στην Κύπρο. Μέχρι την εγγραφή της εταιρείας Α. και Φ. Κυριακίδης αποφάσισαν να διανέμουν το ποτό και να εκδίδουν τιμολόγια επ΄ ονόματι της εταιρείας Φ. Κυριακίδης και Υιός. Τα λεφτά που πληρώθηκαν £30.000, για να επιτραπεί η εισαγωγή του ποτού αυτού, δεν τα πλήρωσε η εταιρεία Φ. Κυριακίδης και Υιός αλλά τα πλήρωσε η κοινή εταιρεία και των δύο τους στην Ελλάδα. Ήταν η θέση του ότι ο λογαριασμός στην τράπεζα Universal ανοίχθηκε μετά την ίδρυση της κοινής εταιρείας Α. και Φ. Κυριακίδης προς το τέλος του 2001 και η εταιρεία αυτή, σε αντίθεση με τον ισχυρισμό του κ. Φ. Κυριακίδη, λειτούργησε για πολύ καιρό και εξέδωσε και τιμολόγια τα οποία ο ίδιος είχε στην κατοχή του. Ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος έστελλε τα τιμολόγια στην Εναγόμενη εταιρεία ενώ κάποτε ο ίδιος μαζί με τον υιό του κ. Φ. Κυριακίδη τα εξέδιδαν από κοινού. Ο ίδιος υπέγραφε τα τιμολόγια για την εταιρεία Φ. Κυριακίδης και Υιός. Προώθησε αρχικά τη θέση ότι το Τεκμήριο 4, δηλαδή την επιταγή, την είχε παραλάβει ο ίδιος. Ενώ στην συνέχεια ισχυρίστηκε ότι μπορεί να την είχε πάρει ο Φίλιππος και να του την έδωσε στην συνέχεια αφού δεν μπορούσε ο ίδιος να τις εξαργυρώσει. Για να καταλήξει ότι δεν θυμόταν ακριβώς. Αυτό που θυμόταν ήταν ότι ο ίδιος εξέδωσε την απόδειξη για αλλαγή της συγκεκριμένης επιταγής. Όμως, δεν θυμόταν κατά πόσο η συγκεκριμένη επιταγή ανταλλάχθηκε με άλλη επιταγή ή πληρώθηκε σε μετρητά. Επίσης, δεν θυμόταν κατά πόσο ήταν μαζί με τον υιό του κ. Φ. Κυριακίδη την ημέρα που η Εναγόμενη εταιρεία εξέδωσε την συγκεκριμένη επιταγή. Ήταν η θέση του μάρτυρα (Μ.Υ.1) ότι ο κ. Φ. Κυριακίδης έλειπε από την Κύπρο και ότι ερχόταν μόνο για μια-δύο μέρες μια φορά το μήνα. Ισχυρίστηκε ότι είχε εκδοθεί ακόμα μια επιταγή επ΄ ονόματι της εταιρείας Φ. Κυριακίδης και Υιός από την εταιρεία Saverac, η οποία είχε εξαργυρωθεί. Οι επιταγές εκδίδονταν σύμφωνα με τα τιμολόγια, αφού ακόμα δεν υπήρχε η εταιρεία Α. και Φ. Κυριακίδης. Όμως, επέμενε στη θέση του ότι ο ίδιος εκτελώνιζε το ποτό από τις εταιρείες αποθηκεύσεως και συγκεκριμένα από την εταιρεία Nakis Bonded με την καταβολή συγκεκριμένου ποσού και ότι ο ίδιος πλήρωνε για τα διαφημιστικά για την προώθηση του ποτού. Δεύτερος κατάθεσε ο Διευθυντής της Εναγόμενης εταιρείας Σάββας Ηρακλέους (Μ.Υ.2) ο οποίος ισχυρίστηκε ότι το 2001 είχε συμφωνήσει να είναι αντιπρόσωπος κάποιου ποτού. Τη συγκεκριμένη συμφωνία την είχε συνάψει με τον κ. Α. Κυριακίδη με τον οποίο είχε συναντηθεί αρκετές φορές. Ισχυρίστηκε ότι τον κ. Φ. Κυριακίδη τον γνώρισε μετά που ξεκίνησε η συνεργασία για το ποτό. Του τον γνώρισε ο κ. Α. Κυριακίδης. Ήταν η θέση του ότι η συνεργασία ήταν πάντοτε με τον κ. Αντρέα Κυριακίδη. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 4 ως την επιταγή που εξέδωσε ο ίδιος κατά ή περί τον Οκτώβρη με Νοέμβρη του 2001, όπως ήταν και η συμφωνία μεταξύ τους, για την πληρωμή των προϊόντων με μεταχρονολογημένες επιταγές. Στη συνέχεια του τηλεφώνησε ο κ. Α. Κυριακίδης και του ζήτησε την αντικατάσταση της επιταγής γιατί δημιουργήθηκε μια νέα εταιρεία και του εξέδωσε σχετική απόδειξη για την αντικατάσταση. Η νεοδημιουργηθείσα εταιρεία ήταν η Α. και Φ. Κυριακίδης. Εξέδωσε καινούργια επιταγή επ΄ ονόματι της εταιρείας που γράφει η απόδειξη την οποία αναγνώρισε στο Τεκμήριο Α προς αναγνώριση και έγινε το Τεκμήριο
  22. Κατά την αντεξέταση επέμενε στη θέση του ότι συναντήθηκε με τον κ. Α. Κυριακίδη μέσα στο 2001 για να ξεκινήσουν συνεργασία αναφορικά με το προϊόν Rio. Ο ίδιος θ΄ αναλάμβανε την προώθηση του προϊόντος στη Λεμεσό με αντάλλαγμα μια έκπτωση της τάξης 25% με 30% από την αξία του προϊόντος. Παράγγειλε προϊόντα 2 με 3 φορές σε μεγάλη ποσότητα. Ο κ. Αντρέας Κυριακίδης του τα μετέφερε με κάποιον οδηγό τον οποίον δεν γνώριζε. Πλήρωνε με μεταχρονολογημένες επιταγές της εταιρείας του, οι οποίες εκδίδονταν επ΄ ονόματι της Α. Κυριακίδης και Υιός που ήταν η εταιρεία που εξέδιδε το τιμολόγιο. Επέμενε στη θέση του ότι τον κ. Φ. Κυριακίδη τον γνώρισε μετά που ξεκίνησε η συνεργασία. Του τον σύστησε ο κ. Αντρέας Κυριακίδης κατά την διάρκεια προώθησης των προϊόντων σε ένα σχολείο, ως συνέταιρό του. Στη συνέχεια ανέφερε ότι έγιναν και άλλα «promotions» του προϊόντος στη Λάρνακα και ότι τα «promotions» αυτά γινόντουσαν σε περίπτερα και στους δρόμους. Όμως, δεν θυμόταν ακριβώς που έγιναν. Θυμόταν μόνο ότι έγιναν περίπου δέκα και ότι μπορεί ν΄ ήταν παρών ο κος Φ. Κυριακίδης αλλά δεν θυμόταν σε ποια ήταν παρών. Ισχυρίστηκε ότι τις επιταγές τις έδιδε στον κ. Ανδρέα Κυριακίδη και ότι το υιό του κ. Φ. Κυριακίδη δεν τον γνώριζε ή δεν θυμόταν αν τον γνώρισε. Ο κ. Ανδρέας Κυριακίδης του είχε ζητήσει την αντικατάσταση της συγκεκριμένης επιταγής 10 μέρες μετά που την εξέδωσε. Η ημέρα που εκδόθηκε η επιταγή ήταν η ημέρα παράδοσης των προϊόντων. Ισχυρίστηκε, σε αυτό το σημείο της μαρτυρίας του, ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί το όνομα της νέας εταιρείας. Την ημέρα που αντικατέστησε την επιταγή την ίδια μέρα σταμάτησε την πληρωμή της στην τράπεζα, δηλαδή στις 15.2.
  23. Σε ερώτηση που του τέθηκε δεν μπορούσε να θυμηθεί κατά πόσο ο κ. Φ. Κυριακίδης τον επισκέφθηκε στη Λεμεσό ενώ στη συνέχεια ανέφερε ότι οι συναντήσεις του ήταν με τον κ. Α. Κυριακίδη ο οποίος κάποτε συνοδευόταν και από κάποιον άλλον. Ο ίδιος δεν γνώριζε αν αυτό το τρίτο πρόσωπο ήταν ο υιός του κ. Φ. Κυριακίδη. Στη συνέχεια της μαρτυρίας του ανέφερε ότι δεν γνώριζε ποια είναι η περιοχή Αμμοχώστου και θεωρούσε ότι τα «promotions» είχαν γίνει στη Λάρνακα. Σε αυτά τα «promotions» που έγιναν στην Λάρνακα παρών ήταν και ο κ. Φ. Κυριακίδης. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας οι συνήγοροι και των δύο πλευρών αγόρευσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο κ. Νικολάου για τους Εναγόμενους 1 και 2 ισχυρίστηκε ότι παρόλο που αμφισβητήθηκε η θέση του κ. Φ. Κυριακίδη, ως διευθυντή της εταιρείας, δεν προσκομίστηκαν οποιαδήποτε στοιχεία για να καθορίσουν την ιδιότητά του από την πλευρά των Εναγόντων. Επιπρόσθετα, εισηγήθηκε ότι ο Εναγόμενος 2 δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με τα επίδικα θέματα αφού η επιταγή αφορά την εταιρεία Severac και όχι οποιονδήποτε άλλο. Προώθησε τη θέση ότι η ανάκληση της πληρωμής έγινε για συγκεκριμένο λόγο και το ποσό παραλήφθηκε από την εταιρεία Α. και Φ. Κυριακίδης για τους σκοπούς για τους οποίους εκδόθηκε η επιταγή. Το συγκεκριμένο ποσό δόθηκε, ήταν η θέση του, στο διευθυντή της εταιρείας η οποία συστάθηκε και άσκησε εμπορική δραστηριότητα, τον κ. Α. Κυριακίδη, τον οποίον και γνώριζε. Η κα Μικελλίδου για τους Ενάγοντες εισηγήθηκε ότι η αγωγή κινήθηκε από την Ενάγουσα μέσω του διευθυντή της, ο οποίος ανέφερε με τη σειρά του πως γνώρισε τον Εναγόμενο 2 και για την συμφωνία που επιτεύχθηκε μεταξύ τους. Επέσυρε την προσοχή του Δικαστηρίου στο γεγονός ότι ο κοινός λογαριασμός που ανοίχθηκε για την εταιρεία Α. και Φ. Κυριακίδης ανοίχθηκε στις 28.2.02 ενώ δόθηκαν οδηγίες για την μη πληρωμή της επιταγής στις 14.2.
  24. Επίσης, παρέπεμψε στη μαρτυρία του Μ.Υ.2 Ηρακλέους ο οποίος ισχυρίστηκε ότι έδωσε επιταγή σε αντικατάσταση της επιταγής ενώ στην καταχωρισθείσα Υπεράσπισή του ισχυρίζεται ότι την αντικατέστησε με μετρητά. Εισηγήθηκε στην συνέχεια ότι υπήρχαν στην μαρτυρία αντιφάσεις ανεξήγητες όπως γιατί σταμάτησε μόνο η μια επιταγή και όχι οι άλλες και γι΄ αυτό η εκδοχή της Υπεράσπισης δεν είναι αποδεκτή. Αξιολόγηση της μαρτυρίας Συνήθως, η πιο δύσκολη δικαϊκή αποστολή είναι η αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Όμως, είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες ενόσω έδιναν μαρτυρία στο Δικαστήριο και η αξιολόγησή τους είναι κατά την άποψή μου απλή. Ο διευθυντής της Ενάγουσας, κος Φ. Κυριακίδης (Μ.Ε.1), δεν έπεισε το Δικαστήριο. Αντίθετα, στην κυρίως εξέταση άφησε το Δικαστήριο μ΄ αναπάντητα ερωτήματα. Ενώ ο ίδιος ανέφερε ότι με τον κο Α. Κυριακίδη είχαν εγγράψει την εταιρεία Α. και Φ. Κυριακίδης Λτδ, στις 8.11.01, με σκοπό την προώθηση οποιουδήποτε εμπορεύματος και μεταξύ αυτών του ποτού Rio στην συνέχεια ανέφερε ότι η νεοσυσταθείσα εταιρεία δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με την πώληση του ποτού Rio στους Εναγόμενους στις 22.11.01, δηλαδή λίγες μέρες μετά την σύσταση της συγκεκριμένης εταιρείας. Παράλληλα, την ίδια στιγμή παραδέχθηκε ότι μαζί με τον κο Α. Κυριακίδη (Μ.Υ.1) επισκέφθηκε τον Εναγόμενο 2 και του τον σύστησε ως συνεργάτη. Ενώ, κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι «.. Κάναμε την εταιρεία με τον Α. Κυριακίδη για να διαθέτει οποιονδήποτε προϊόν όχι μόνο το Rio». Αυτό που ξένισε ιδιαίτερα το Δικαστήριο ήταν η θέση του ότι η εταιρεία δεν λειτούργησε ποτέ και υποστήριξε τον ισχυρισμό του αυτό με το Τεκμήριο 6, του οποίου το περιεχόμενο δείχνει ότι υπήρχε κίνηση στον λογαριασμό της εταιρείας Α και Φ Κυριακίδης με εμβάσματα στον συγκεκριμένο λογαριασμό ακόμη και μετά το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο ίδιος ο κος Φ. Κυριακίδης ισχυρίστηκε ότι διασαλεύθηκαν οι σχέσεις του με τον κο Α. Κυριακίδη δηλαδή 21.2.
  25. Δεν έχω καμία αμφιβολία, έχοντας κατά νου την συνολική εικόνα του μάρτυρα, ότι προσήλθε στο Δικαστήριο με διάθεση να παραστήσει γεγονότα προς εξυπηρέτηση της υπόθεσής του και ειδικότερα την εξασφάλιση δικαστικής απόφασης. Ήταν φανερό, κατά το στάδιο που έδινε μαρτυρία για την εταιρεία Α. και Φ. Κυριακίδης ότι προσπαθούσε μ΄ έξυπνο τρόπο να πείσει το Δικαστήριο ότι η Α. και Φ. Κυριακίδης δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με την πώληση του ποτού Rio. Όμως, όταν ο κος Α. Κυριακίδης (Μ.Υ.1), μετά που του είχε ζητηθεί από την πλευρά της Ενάγουσας, έφερε αποδεικτικά στοιχεία ότι η εταιρεία Α. και Φ. Κυριακίδης λειτούργησε και αναμίχθηκε ενεργά στις διαφημιστικές καμπάνιες του ποτού Rio δεν του ζητήθηκε να τα καταθέσει οποιονδήποτε έγγραφο στην κατοχή του αφήνοντας στο σκοτάδι το Δικαστήριο αναφορικά με την πραγματική κατάσταση. Ο κος Α. Κυριακίδης (Μ.Υ.1) φάνηκε στο Δικαστήριο ένας πολύ απλός άνθρωπος. Ο ίδιος είπε ότι είχε τελειώσει μόνο το δημοτικό σχολείο. Η συμπεριφορά του ήταν αυτή που συνήθως παρουσιάζει κάποιος άνθρωπος όταν τον πνίγει το δίκαιο. Παρόλο που δεν θυμόταν χρονολογίες και έκανε μερικά «άκακα» λάθη δεν κλονίστηκε η βασική του θέση ότι το ποτό Rio αρχικά εισήχθηκε από την Α. Κυριακίδης Λτδ και όταν αυτό έγινε τότε οι επιταγές που είχαν εκδοθεί επ΄ ονόματι της Φ. Κυριακίδης και Υιος Λτδ αντικαταστάθηκαν και δόθηκε σχετική απόδειξη στην Εναγόμενη 1, το Τεκμήριο
  26. Ο Εναγόμενος 2 στην προσπάθειά του να αποφύγει την έκδοση οποιασδήποτε απόφασης εναντίον του είχε επιλεκτική μνήμη σε τέτοιο βαθμό που δεν θυμόταν τ΄ όνομα της νέας εταιρείας στην οποία είχε δώσει εκ νέου τα λεφτά για τα προϊόντα που είχε παραλάβει, ούτε και θυμόταν αν η αντικατάσταση έγινε με μετρητά ή με την έκδοση άλλης επιταγής. Δεν γνώριζε επίσης που βρίσκεται η Αμμόχωστος. Καταλήγω λοιπόν ότι η προσκομισθείσα μαρτυρία εκ μέρους της Ενάγουσας ήταν αντιφατική και αναξιόπιστη. Γι΄ αυτό και δεν την δέχομαι και την απορρίπτω. Έχοντας απορρίψει την μαρτυρία της Ενάγουσας ως αναξιόπιστη το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σ΄ οποιοδήποτε συμπέρασμα ή ν΄ εξάξει οποιοδήποτε εύρημα. Στην υπόθεση Kades v. Nicolaou and another (ανωτέρω) αναφέρθηκαν τ΄ ακόλουθα σχετικά: «If the evidence of a witness is rejected as unworthy credit, there is nothing to weight thereafter. The rules defining the burden of proof and the circumstances of its discharge, have nothing to do with the credibility of witnesses. A witness may either be believed or disbelieved (wholly or in party) according to the view taken of this credibility by the Court. A question of discharge of the burden of proof can only arise if there is credible evidence to way on the two sides. If there is no credible evidence to support the case of the party upon whom the burden of proof lies, as in the case, there is nothing to weigh thereafter». Ενώ, σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης Αθανασίου ν. Κουνούνη

(1997)1 Α.Α.Δ. 614 στην σελίδα 640: «Αναξιόπιστη μαρτυρία δεν αποτελεί αποδεικτικό υλικό. Δεν αποδεικνύει τίποτε. Μόνο αξιόπιστη μαρτυρία βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων. Η αποτίμηση της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα δεν μετράται με το ισοζύγιο των πιθανοτήτων αλλά, με την κρίση του Δικαστηρίου για το αξιόπιστο της μαρτυρίας του. Απίθανη, κατά τη συνήθη ροή των πραγμάτων εκδοχή, γίνεται παραδεκτή, εφόσον ο μάρτυρας κρίνεται αξιόπιστος. Και αντίθετα, εκδοχή πιθανολογούμενη ως ορθή απορρίπτεται εφόσον ο μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος.» Με βάση το σκεπτικό της πιο πάνω απόφασης από τι στιγμή που έκρινα αναξιόπιστο το κύριο μάρτυρα της Ενάγουσας τον Μ.Ε.1, δεν μπορώ να δεχθώ την εκδοχή που προβλήθηκε ότι η επιταγή δεν τιμήθηκε γιατί σταμάτησε την πληρωμή της ο Εναγόμενος 2 εκ μέρους της Εναγόμενης 1. Ούτε και μπορώ να δεχθώ την εκδοχή ότι η δημιουργία της Α. και Φ. Κυριακίδης έγινε για σκοπούς μελλοντικής συνεργασίας την στιγμή που τα ίδια άτομα είχαν ήδη συνεργαστεί στην Ελλάδα μ΄ εγγραφή εταιρείας εκεί με τους ίδιους σκοπούς. Οπόταν, η μόνη επιλογή που έχει το Δικαστήριο είναι ν΄ απορρίψει την αγωγή. Αναφορικά με τα έξοδα των Εναγομένων 1 και 2 θ΄ αντλήσω καθοδήγηση από την απόφαση Μενοίκου ν. Χριστοδουλίδη
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1711. Η Υπεράσπιση που υποβλήθηκε από τους Εναγόμενους 1 και 2 ήταν κοινή το ίδιο και η διεξαγωγή της ακροαματικής διαδικασίας. Θεωρώ δίκαιο υπό τις περιστάσεις όπως επιδικάσω μόνο ένα σετ εξόδων αφού η δικηγορική εργασία, για την οποία δικαιολογείται η πληρωμή αμοιβής, ήταν κοινή και για τους δύο Εναγόμενους. Συνεπακόλουθα, η αγωγή απορρίπτεται μ΄ έξοδα σε βάρος της Ενάγουσας όπως αυτά θ΄ υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........................... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.