Α. Σοφοκλείδη Σια Λτδ ν. MICHALAKI DIOGENOUS CO LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1876/04, 30.8.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:A119 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1876/04 Μεταξύ: Α. Σοφοκλείδη & Σια Λτδ Εναγόντων -και- 1. MICHALAKI DIOGENOUS & CO LTD 2. Μιχαλάκης Διογένους Εναγομένων ____________________ Ημερομηνία: 30.8.2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες: Η κα Αγαθοκλέους. Για τους Εναγόμενους 1 και 2: Ο κ. Μιχαηλίδης. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των εναγομένων «Λ.Κ.5.000,00σ ως αναγνωρισμένο χρέος και / ή ως υπόλοιπο λογαριασμού και / ή ως ποσό οφειλόμενο υπό των Εναγομένων 1 και / ή 2 προς τους Ενάγοντες δυνάμει τραπεζικής επιταγής και / ή συναλλαγματικής και / ή γραμματίου και / ή εγγράφου αναγνωρίσεως οφειλής εκδοθέντος υπό των εναγομένων 1 και / ή 2 προς όφελος και / ή εις διαταγή των Εναγόντων και / ή ως αποζημιώσεις δια παράβαση συμφωνίας και / ή άλλως πως.» Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης κατά ή περί τη 14.2.2002 υπεγράφη μεταξύ των εναγόντων και του εναγόμενου 2, διευθυντή των εναγομένων 1 και πελάτη των εναγόντων συμφωνία για τελικό διακανονισμό των οφειλών του τελευταίου προς τους ενάγοντες. Ήταν ρητός όρος της πιο πάνω συμφωνίας ότι ο εναγόμενος 2 θα παρέδιδε στους ενάγοντες επιταγή και / ή γραμμάτιο και / ή έγγραφο αναγνωρισμένης οφειλής και / ή συναλλαγματική για το ποσό των Λ.Κ.5.000 πληρωτέο κατά την 30.3.2004. Ο εναγόμενος 2 υπέγραψε και / ή εξέδωσε και / ή παρέδωσε στους Ενάγοντες μια επιταγή και / ή συναλλαγματική και / ή γραμμάτιο και / ή έγγραφο αναγνώρισης οφειλής της εναγόμενης 1 με αρ. 27883181 δίδοντας οδηγίες και / ή ζητώντας και / ή διατάττοντας τη Τράπεζα Κύπρου να πληρώσει στους ενάγοντες κατά την 30.3.2004 το ποσό των Λ.Κ.5.000 προς μερική ικανοποίηση του συνολικού ποσού της συμφωνίας και / ή προς μερικό διακανονισμό των οικονομικών εκκρεμοτήτων του εναγόμενου 2 προς τους ενάγοντες. Οι ενάγοντες παρουσίασαν την πιο πάνω επιταγή και / ή συναλλαγματική και / ή γραμμάτιο και / ή έγγραφο αναγνώρισης οφειλής προς εξαργύρωση αλλά δεν τιμήθηκε και επιστράφηκε απλήρωτη και / ή χωρίς αντίκρισμα. Στην έκθεση υπεράσπισης τους οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ο εναγόμενος 2 ουδέποτε υπήρξε πελάτης των εναγόντων ούτε και συνεβλήθη μαζί τους. Περαιτέρω ισχυρίζονται τα ακόλουθα στην παράγραφο 2 της έκθεσης υπεράσπισης τους: (α) Ουδεμία συμφωνία υπεγράφη προσωπικά με τον εναγόμενο 2 και ουδεμία οφειλή είχε αυτός προς τους ενάγοντες. (β) Οποιοδήποτε ισχυριζόμενο έγγραφο ήταν μεταχρονολογημένη επιταγή που λήφθηκε το 2002 και ως εκ τούτου είναι άκυρο. (γ) Οποιοδήποτε ποσό οφείλετο στους ενάγοντες αυτό έχει εξοφληθεί. Ο πρώτος και μοναδικός μάρτυρας των εναγόντων ήταν ο Κωστάκης Σοφοκλείδης. Κατάθεσε και υιοθέτησε γραπτή δήλωση, Τεκμήριο 1, στην οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Είναι ο διευθυντής και ένας εκ των μετόχων των εναγόντων. Οι τελευταίοι είναι Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης, έχουν τα γραφεία τους στη Λευκωσία και ασχολούνται μεταξύ άλλων με την πώληση χρυσού και άλλων συναφών εμπορευμάτων. Οι εναγόμενοι 1 είναι επίσης εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα εργασιών της τη Λάρνακα. Ο εναγόμενος 2, ο οποίος ήταν διευθυντής της εταιρείας, ήταν πελάτης των εναγόντων. Από την συνεργασία του με τους Ενάγοντες ο Εναγόμενος 2 δημιούργησε οφειλές προς αυτούς οι οποίες προέρχονταν από συναλλαγματικές και προσωπικές του επιταγές. Ένεκα της αδυναμίας του να εξοφλήσει τα ποσά αυτά προχώρησε στη σύναψη γραπτής συμφωνίας με τους Ενάγοντες προς πλήρη και τελικό διακανονισμό των μεταξύ τους οικονομικών εκκρεμοτήτων. Η συμφωνία υπεγράφη στις 14.2.2002 και ανάμεσα στ΄ άλλα προέβλεπε την εξασφάλιση από τον Εναγόμενο 2 της υπογραφής συμφωνίας η οποία ήταν Παράρτημα Α σε αυτήν, με την οποία θα πωλείτο και μεταβιβαζόταν σε αυτούς ένα ακίνητο στην Επαρχία Λάρνακας. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος 2 θα κατέβαλλε με την υπογραφή της συμφωνίας το ποσό των Λ.Κ.12.000 με προσωπικές του επιταγές. Τέλος οι Ενάγοντες θα κατέβαλλαν το ποσό των Λ.Κ.33.250 προς εξόφληση της υποθήκης επί του πιο πάνω ακινήτου. Προς υλοποίηση των όρων της συμφωνίας αυτής πράγματι εξασφαλίστηκε η υπογραφή της συμφωνίας πώλησης του ακινήτου και το εν λόγω ακίνητο πωλήθηκε και μεταβιβάστηκε. Επίσης ο Εναγόμενος 2 του παρέδωσε τρεις επιταγές πληρωτέες το 2004 για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.12.000. Οι επιταγές αυτές όμως αντί προσωπικές ήταν των Εναγομένων 1. Μια εκ των τριών επιταγών είναι η υπ΄ αριθμό 27883181 επιταγή της Τράπεζας Κύπρου για το ποσό των Λ.Κ.5.000 πληρωτέα στις 30.3.2004, προς όφελος των Εναγόντων που αναφέρεται στην παράγραφο 5 της Εκθέσεως Απαιτήσεως. Εκδότες της εν λόγω επιταγής είναι οι Εναγόμενοι 1. Την επιταγή αυτή την υπέγραψε και του την παρέδωσε ο Εναγόμενος 2. Ο λόγος για τον οποίο η επιταγή που του παραδόθηκε το 2002 έφερε ημερομηνία 30.3.2004 είναι γιατί ο Εναγόμενος 2 ζήτησε και πάλι ευκολία στον τρόπο αποπληρωμής της οφειλής του προς τους Ενάγοντες. Έτσι η επιταγή κατέστη πληρωτέα στις 30.3.2004 και στις 31.3.2004 κατατέθηκε προς εξόφληση στην Τράπεζα. Στις 5.4.2004 η επιταγή επεστράφη από την Τράπεζα των Εναγομένων 1 απλήρωτη καθ΄ ότι ο λογαριασμός των Εναγομένων 1 ήταν κλειστός. O ίδιος προσωπικά επικοινώνησε με τον Εναγόμενο 2, αφού αυτοί αυτόν ήξεραν, και του ανέφερε ότι η επιταγή ημερομηνίας 30.3.2004 επιστράφηκε από την Τράπεζα απλήρωτη. Ο Εναγόμενος 2 ζήτησε ολιγοήμερη πίστωση χρόνου για να διευθετήσει την εξόφληση της επιταγής. Του έδωσαν χρόνο αλλά επειδή δεν συμμορφώθηκε έδωσαν οδηγίες στους δικηγόρους τους να κινηθούν δικαστικά εναντίον του και εναντίον των Εναγομένων 1. Ο Μ.Ε.1 κατέθεσε τη συμφωνία ημερομηνίας 14.2.2002 ως Τεκμήριο 2 και την επιταγή με αριθμό 27883181 ως Τεκμήριο 3. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι ασχολείται με την εμπορία πολύτιμων μετάλλων και τα μηχανήματα και εργαλεία χρυσοχοΐας. Εξ΄ όσων γνωρίζει με την εναγόμενη 1 εταιρεία δεν είχε δοσοληψίες. Δοσοληψίες είχε με τον εναγόμενο 2 σε σχέση με τις οποίες εξέδωσε αρκετά τιμολόγια. Η επιταγή, Τεκμήριο 3, εκδόθηκε από την εναγόμενη 1 και υπογράφτηκε από τον εναγόμενο 2. Δέχθηκε την επιταγή γιατί δεν είχε προσέξει ότι ήταν της εταιρείας. Σε υποβολή ότι οι συναλλαγές τους ήταν με την εναγόμενη 1 και όχι προσωπικά με τον εναγόμενο 2 ανέφερε, ξανά, ότι κατέχει αρκετά τιμολόγια εκδομένα στον εναγόμενο 2. Συμφώνησε πως οι τρεις επιταγές που έλαβε με βάση τη συμφωνία Τεκμήριο 2 ήταν μεταχρονολογημένες. Στον εναγόμενο 2 όπως και στους άλλους πελάτες μετά το τέλος του χρόνου έστελλαν κατάσταση λογαριασμού. Από το 2001 η εταιρεία του βρίσκεται σε αδράνεια και λειτουργεί προς είσπραξη των χρεών. Ο Μ.Ε.1 αρνήθηκε υποβολή ότι το κατ΄ ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό είναι μικρότερο από αυτό της αγωγής. Σε ερώτηση γιατί η συμφωνία, Τεκμήριο 2 είναι μεταξύ της εταιρείας του και του εναγόμενου 2 ενώ η συμφωνία πώλησης μεταξύ του Μ.Ε.1 και του εναγόμενου 2 απάντησε ότι η εταιρεία σταμάτησε να λειτουργεί και ανέλαβε προσωπικά τις υποχρεώσεις των «κακών πελατών» του προς την εταιρεία. Διαφώνησε με υποβολή ότι με τη μεταβίβαση του κτήματος στο όνομα του ξοφλήθηκε το συνολικό ποσό που του όφειλαν οι εναγόμενοι και ότι ζήτησε να του δοθούν επιταγές για να τις παρουσιάσει στην εταιρεία. Ο εναγόμενος 2 χρωστούσε στην εταιρεία Α. Σοφοκλείδης και Σια Λτδ και ο εναγόμενος 2 δέχθηκε να πληρώσει στον Μ.Ε.1 ο οποίος ανέλαβε τις υποχρεώσεις του εναγόμενου 2 προς την εταιρεία. Αρνήθηκε υποβολή ότι οι εναγόμενοι δεν του οφείλουν κανένα ποσό και ότι οποιοδήποτε ποσό του όφειλαν ξοφλήθηκε με τη μεταβίβαση του ακινήτου επ΄ ονόματι του. Το ποσό που του οφείλουν είναι πέραν των Λ.Κ.12.000, της αξίας των επιταγών. Ο Μ.Ε.1 συμφώνησε ότι η ημερομηνία εξαργύρωσης της επιταγής, Τεκμήριο 3, είναι 30.3.2004 και ότι κατατέθηκε στην Εθνική Τράπεζα στις 31.3.2004. Η επιταγή η οποία εκδόθηκε στο όνομα της Εταιρείας πρέπει να κατατέθηκε στο λογαριασμό της τελευταίας. Επικοινώνησε με τους εναγόμενους περισσότερο από μια φορά σχετικά με την επιταγή. Μια από τις φορές ο εναγόμενος 2 του απάντησε «έτο σιήστες κουμπάρε», άλλη δε φορά του πρότεινε να του δώσει το ποσό των Λ.Κ.4.000 «για να πάει πάσα κακό για όλες τις επιταγές». Οι επιταγές του εδόθησαν στο Κτηματολόγιο, την ώρα της μεταβίβασης. Επανεξεταζόμενος ως κατέθεσε χωρίς ένσταση τιμολόγια, Τεκμήριο 4, που εκδόθηκαν στον εναγόμενο 2. Η Υπεράσπιση δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία. Η συμφωνία ημερομηνίας 14.2.2002, Τεκμήριο 2, προνοεί τα ακόλουθα: «ΣΥΜΦΩΝΙΑ γενόμενη σήμερα την 14.2.2002 ΜΕΤΑΞΥ της εταιρείας Α. SOFOCLIDES & CO LTD, εκ Λευκωσίας αφ΄ ενός και του κ. Μιχαήλ Διογένους, αρ. ταυτ. ....................... εκ Λάρνακος, αφ΄ ετέρου. ΜΑΡΤΥΡΟΙ ΤΑ ΑΚΟΛΟΥΘΑ: ΕΠΕΙΔΗ ο κ. Διογένους οφείλει διάφορα ποσά στην εταιρεία Α. SOFOCLIDES & CO LTD (εν τοις εφεξής καλουμένης «η Εταιρεία» και ΕΠΕΙΔΗ τα μέρη επιθυμούν τον πλήρη και τελικό διακανονισμό των μεταξύ τους οικονομικών εκκρεμοτήτων. ΝΥΝ ΔΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΗΣ ΣΥΜΦΩΝΟΥΝΤΑΙ ΤΑ ΑΚΟΛΟΥΘΑ: 1. . 2. . Α. ... Β. Ταυτόχρονα με την υπογραφή της παρούσης συμφωνίας καταβάλει το ποσόν των Λ.Κ.12.000 στον κ. Κωστάκη Σοφοκλείδη δια της εκδόσεως, υπογραφής και παραδόσεως εις αυτόν προσωπικών του επιταγών δια τα κάτωθι ποσά πληρωτέων κατά τις κάτωθι αναφερόμενες ημερομηνίες: (ι) επιταγή δια το ποσόν των Λ.Κ.5.000 πληρωτέα κατά την 30.3.2004. (ιι) επιταγή δια το ποσόν των Λ.Κ.5.000 πληρωτέα κατά την 30.12.2004. (ιιι) επιταγή δια το ποσόν των Λ.Κ.2.000 πληρωτέα κατά την 30.8.2004. (
- iv)επιταγή δια το ποσόν των Λ.Κ. ......... πληρωτέα κατά την ........ 3. .... Α. ... Β. ... Γ. ... 4. ... Το παρών εγένετο εις διπλούν και έκαστο μέρος έλαβε ανά εν αντίγραφον. ΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΑ ΜΕΡΗ 1. ........................... ............................................ A. SOFOCLIDES & CO LTD 2. ........................... .............................. Μιχαήλ Διογένους» Αγορεύοντας, η συνήγορος του ενάγοντα υποστήριξε κυρίως ότι από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 προκύπτει ότι ο εναγόμενος 2 υπέγραψε την επιταγή προς εξόφληση δικών του οφειλών προς υλοποίηση των όρων της συμφωνίας, ότι το γεγονός της μεταχρονολόγησης της επιταγής δεν επιφέρει οποιαδήποτε ακυρότητα και ότι δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με την εξόφληση της επιταγής. Ο συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι το βασικό θέμα που πρέπει να εξετάσει το Δικαστήριο είναι το κατά πόσο η επιταγή συνιστά με βάση το Νόμο επιταγή. Ήταν η εισήγηση του ότι δεν πρόκειται ούτε για επιταγή αλλά ούτε και για συναλλαγματική και ότι οι ενάγοντες δεν μπορούν να προβάλλουν διαζευκτικές αξιώσεις. Παρακολούθησα με προσοχή το Μ.Ε.1 ενώ κατέθετε στο Δικαστήριο και αφού εξέτασα τη μαρτυρία του καταλήγω ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Μου άφησε θετική εντύπωση. Απαντούσε στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν με πειστικότητα και αμεσότητα και η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο κατά την αντεξέταση του. Σημειώνω ότι η ύπαρξη και η υπογραφή της συμφωνίας, Τεκμήριο 2, δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση παρά τη δικογραφημένη τους θέση (παράγραφος 2 (α) της έκθεσης υπεράσπισης). Περαιτέρω, ούτε η παράδοση τριών επιταγών από τον εναγόμενο 2 αμφισβητήθηκε, ούτε και η ύπαρξη αρκετών τιμολογίων εκδομένων προσωπικά από τον εναγόμενο 2. Έχοντας αποδεχθεί την εκδοχή του Μ.Ε.1 προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Ο εναγόμενος 2 ο οποίος ήταν πελάτης των εναγόντων είχε δημιουργήσει οφειλές προς αυτούς. Προς πλήρη και τελικό διακανονισμό των μεταξύ τους οικονομικών εκκρεμοτήτων προχώρησε στη σύναψη γραπτής συμφωνίας με τους ενάγοντες, Τεκμήριο 2, ημερομηνίας 14.2.2002. Σύμφωνα με την εν λόγω συμφωνία (όρος 2 Β) ο εναγόμενος 2 θα κατέβαλλε με την υπογραφή της το ποσό των Λ.Κ.12.000 στο Μ.Ε.1 με την έκδοση, υπογραφή και παράδοση σ΄ αυτόν προσωπικών του επιταγών, δύο επιταγών για ποσά Λ.Κ.5.000, πληρωτέων κατά την 30.3.2004 και 30.12.2004, αντίστοιχα, και επιταγής Λ.Κ.2.000 πληρωτέας κατά την 30.8.2004. Ο εναγόμενος 2 υπέγραψε και παράδωσε στο Μ.Ε.1 την επιταγή υπ΄ αριθμό 27883181 στο όνομα των εναγομένων 1 (Τεκμήριο 3), για ποσό Λ.Κ.5.000. Η επιταγή κατατέθηκε στην Τράπεζα στις 31.3.2004 και επεστράφη από την Τράπεζα απλήρωτη καθότι ο λογαριασμός των εναγομένων 1 ήταν κλειστός. Με την εναγόμενη 1 εταιρεία ο Μ.Ε.1 δεν είχε δοσοληψίες. Εναπόκειται στο Δικαστήριο να ερμηνεύσει τις γραπτές πρόνοιες της συμφωνίας. (Βλέπε σύγγραμμα Chitty on Contracts, Vol. 1, 22η έκδοση παρ. 587). Ο σκοπός της όλης ερμηνείας των όρων της γραπτής συμφωνίας είναι να αποκαλυφθεί από αυτούς η πρόθεση των μερών της συμφωνίας. Στην παρ. 586 αναφέρονται τα ακόλουθα: "The cardinal presumption is that the parties are presumed to have intended what they have in fact said, so that their words must be construed as they stand. That to say, the meaning of the document or of a particular part of it is to be sought in the document itself". Στην υπόθεση Θεολόγου κ.ά. v. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1 (Α) Α.Α.Δ. 407, στη σελ. 13 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι αρχές που διέπουν την ερμηνεία σύμβασης είναι καλά καθιερωμένες και δεν χρειάζεται να τις επαναλάβουμε. (Βλ. Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499). Πρέπει να σημειώσουμε ότι, συνεχής είναι η τάση προς εναρμόνιση των αρχών ερμηνείας των συμβάσεων με τα κρατούντα στην καθημερινή ζωή. Το κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Για το σκοπό αυτό μπορεί να εμπλουτισθεί γνώση με την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων πάντοτε των διαπραγματεύσεων, καθώς και μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων. Μαρτυρία που αναφέρεται στους υποκειμενικούς παράγοντες μπορεί να γίνει δεκτή μόνο σε αγωγή για διόρθωση του εγγράφου (rectification). (Βλ. ICS v. West Bromwich BS
(1998)1 All E.R. 98 (HL)). Το αντικείμενο βέβαια της ερμηνείας παραμένει πάντοτε η έννοια των όρων της συμφωνίας κατά το μέσο λογικό άνθρωπο. Η έννοια, η οποία μεταδίδεται σ΄ αυτόν, για τα συμφωνηθέντα.» Στην απόφαση στην υπόθεση MELITA MANUFACTURERS LTD v. CHRIS IOANNOU LTD
(1996)1 Α.Α.Δ. 1238 λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 1243 σε σχέση με την έκδοση συναλλαγματικής σε συνάρτηση προς προϋπάρχουσα οφειλή ή ως αντάλλαγμα προϋπάρχουσας οφειλής: «Η συναλλαγματική και γενικά τα αξιόγραφα μπορούν να εκδοθούν προς εξόφληση οφειλής, απολύτως ή υπό τον όρο της τίμησής τους ή ως παράλληλη ασφάλεια τέτοιας οφειλής. Το πότε συμβαίνει το ένα ή το άλλο εξαρτάται από την πρόθεση των μερών όπως αυτή μπορεί να διαπιστωθεί ως πραγματικό γεγονός και προσδιορίζεται στη νομολογία πώς εκλαμβάνεται να είναι η φύση τους σε περίπτωση σιωπής των μερών και ποιες μπορεί να είναι οι νομικές επιπτώσεις ανάλογα με την περίπτωση, (βλ. Byles on Bills of Exchange 24η έκδοση σελ. 126, 367, 369, Chitty on Contracts 27η έκδοση παράγραφοι 21 - 060 κ.επ., Treitel - The Law of Contract 8η έκδοση 655, Halsbury's Laws of England 4η έκδοση Τόμος 9, § 603 κ. επ.)». Προκύπτει σαφώς από το κείμενο του Τεκμηρίου 2 ότι ήταν ρητός όρος της πιο πάνω συμφωνίας ότι κατά τις 30.3.2004 θα καθίστατο πληρωτέα επιταγή για το ποσό των Λ.Κ.5.000. Η πιο πάνω επιταγή δεν τιμήθηκε, κατά παράβαση του όρου 2 (Β)
(1), αφού επεστράφη απλήρωτη. Συνεπώς οι ενάγοντες δικαιούνται στην πληρωμή των Λ.Κ.5.000, ποσό που εξακολουθεί ο εναγόμενος 2 να οφείλει σε αυτούς. Δεν έχει τεθεί ίχνος μαρτυρίας ενώπιον μου από την υπεράσπιση, η οποία είχε το βάρος απόδειξης, σε σχέση με την εξόφληση του πιο πάνω ποσού. Έχω την άποψη ότι την πιο πάνω κατάληξη δεν επηρεάζει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο η φύση του αξιόγραφου που εκδόθηκε, ή πιο συγκεκριμένα το κατά πόσο η επιταγή ημερομηνίας 30.3.2004 συνιστούσε κατά τον επίδικο χρόνο επιταγή εντός της έννοιας του Νόμου. Εντούτοις, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι σύμφωνα με την υπόθεση Ερμογένους v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 387 η εκδοθείσα επιταγή δεν θεωρείτο κατά την έκδοση της «επιταγή» εντός της έννοιας του Νόμου εφόσον εκδόθηκε κατά το 2002, πριν την 24.10.2003, ημερομηνία δημοσίευσης του Ν. 164
(1)/ 03. Συνιστούσε όμως προφανώς συναλλαγματική πληρωτέα σε κάποιο μελλοντικό χρόνο. Βλ. Παυλόπουλος v. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261. Απομένει να εξετάσω το κατά πόσο οι εναγόμενοι 1 υπέχουν οποιαδήποτε αστική ευθύνη. Έχω την άποψη ότι οι ενάγοντες δεν έχουν αποσείσει το βάρος που είχαν σε σχέση με την ευθύνη της εναγόμενης 1 εταιρείας. Η μόνη μαρτυρία που έχει προσκομιστεί ήταν ότι ο εναγόμενος 2, ο οποίος ήταν διευθυντής της εναγόμενης 1, υπέγραψε την επιταγή, Τεκμήριο 3, της τελευταίας. Τα γεγονότα δείχνουν πως το έπραξε προς εξόφληση δικής του, προσωπικής οφειλής. Συνεπώς η αγωγή εναντίον των εναγομένων 1 απορρίπτεται με ¼ των εξόδων υπέρ τους. Έχω αντλήσει καθοδήγηση από την απόφαση στην υπόθεση Μενοίκου v. Χριστοδουλίδη
(2004)1 Α.Α.Δ. 1711. Οι εναγόμενοι 1 και 2 εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο δικηγόρο και υπέβαλαν κοινή υπεράσπιση. Δεν προσκομίστηκε δε καθόλου μαρτυρία από πλευράς τους. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου 2 για Λ.Κ.5.000 πλέον νόμιμο τόκο από 30.3.2004 πλέον έξοδα ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......................................... Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. /Λ.Σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο