← Κύπρος

Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ. ν. Κατερίνας Γεωργίου Καλλιτσιώνη κ.α., Αρ. Αγωγής 4179/2005, 14 Σεπτεμβρίου, 2007

Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ. ν. Κατερίνας Γεωργίου Καλλιτσιώνη κ.α., Αρ. Αγωγής 4179/2005, 14 Σεπτεμβρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:A126 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝ ΑΚΑΣ. Ενώπιον:- Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 4179/2005 Μεταξύ: Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ., από τη Λευκωσία, Ενάγουσας, -και-

  1. Κατερίνας Γεωργίου Καλλιτσιώνη,
  2. Μιχάλη Σάντη, Εναγόμενων. Αίτηση ημερ. 7.6.2006 για παρακοή διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 20.2.2006 Ημερομηνία: 14 Σεπτεμβρίου,
  3. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα-Αιτήτρια: κ. Γ. Κουκούνης. Για την Εναγόμενη-Καθ΄ ης η Αίτηση 1: κ. Θ. Θωμά. Για τον Εναγόμενο-Καθ΄ου η Αίτηση 2: αυτοπροσώπως Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 20.2.2006 εκδόθηκε εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 διάταγμα με το οποίο διατάσσονταν όπως εκκενώσουν και παραδώσουν στην Ενάγουσα την κατοικία με αρ. εγγραφής 3446, Φ/Σχ. XLΙ/22.W.1, τεμάχιο 161, στο χωριό Ορμήδεια. Με την υπό κρίση αίτηση, ημερομηνίας 7.6.2006, η Ενάγουσα-Αιτήτρια ζητά την τιμωρία των Εναγομένων-Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και 2 για την ανυπακοή τους στο διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 20.2.
  4. Ως νομική βάση της αίτησης έχουν καταγραφεί τα άρθρα 32 και 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), οι περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμοί Δ.48, θ.1-9, Δ.42Α, θ. 1-3, Δ.42 θ.1-5, Δ.41 θ.1-3, Δ.43 θ.1-3, Δ.43Α θ.1-3, Δ.43Β θ.1-3, τα άρθρα 4-9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 καθώς και η γενική και συμφυής εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται, η αίτηση, από την ΄Ενορκη Δήλωση της κας Νίτσας Διάκου, υπαλλήλου της Ενάγουσας -Αιτήτριας, η οποία δηλώνει ότι γνωρίζει τα γεγονότα που αφορούν την υπό κρίση υπόθεση και είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση. Στην Ένορκη Δήλωσή της η κα Διάκου κάνει αναφορά στο περιεχόμενο της εκδοθείσας απόφασης ημερομηνίας 20.2.2006 και ισχυρίζεται ότι επεδόθη αντίγραφό της και στους δύο εναγόμενους στις 9.4.
  5. Επεσύναψε τις επιδόσεις χωρίς ωστόσο να τις κάνει τεκμήρια. Επίσης, ισχυρίζεται ότι παρά την επίδοση της απόφασης οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν συμμορφώθηκαν με το περιεχόμενό της και από πληροφορίες που έχει δεν προτίθενται να συμμορφωθούν και ζητά την τιμωρία τους. Οι Εναγόμενοι-Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και 2 καταχώρισαν ξεχωριστές ενστάσεις στην αίτηση. Η Εναγόμενη-Καθ΄ ης η Αίτηση 1 εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο, ο οποίος στην ΄Ενσταση που καταχώρισε εκ μέρους της κατέγραψε τέσσερις

(4)λόγους ένστασης, οι οποίοι είναι επ΄ ακριβώς οι ακόλουθοι: «
  1. Η ένσταση δεν στηρίζεται σε ορθή και νομική βάση.
  2. Η Παρέλευση αρκετού χρόνου από την έκδοση του διατάγματος μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αίτησης.
  3. Η ρητή και η σιωπηρή άδεια των εναγόντων αιτητών για παραμονή εντός της κατοικίας.
  4. Η εξασφάλιση των εναγόντων αιτητών με υποθήκες του εναγομένου-καθ' ου η αίτηση 2 που υπερκάλυπταν την απαίτηση.» Βασίζεται στα άρθρα 32 και 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στην Δ.48, Θ.1-9, Δ.42Α, Δ.42, Θ.1, Δ.41, Δ.43 και Δ.43Β των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στα άρθρα 4-7 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, Μέρος ΙΙ καθώς επίσης και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στην πρακτική του. Συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση της Εναγομένης-Καθ' ης η Αίτηση 1, η οποία δηλώνει ότι η Ενάγουσα-Αιτήτρια απέκτησε τη συγκεκριμένη κατοικία πλειοδοτώντας στον πλειστηριασμό που έγινε στις 6.6.04 γνωρίζοντας ότι σ' αυτήν διαμένει η ίδια και τα ανήλικα τέκνα της. Είναι ο ισχυρισμός της ότι η Ενάγουσα-Αιτήτρια ρητά ή/και σιωπηρά της έδωσε άδεια να παραμείνει στη συγκεκριμένη κατοικία μέχρι να βρει άλλη κατοικία για στέγαση της ίδιας και της οικογένειάς της. Μέχρι σήμερα δεν έχει εξερευθεί άλλη κατοικία παρά τις προσπάθειές της. Αυτό καταδεικνύεται και από την καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Υποστηρίζει ότι το διάταγμα ημερομηνίας 2.2.06 εκδόθηκε εν αγνοία της αφού όταν της επιδόθηκε η αγωγή την παρέδωσε στον σύζυγό της, ο οποίος βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις με την Ενάγουσα, η οποία είχε εξασφαλιστεί με την εγγραφή δύο υποθηκών αξίας £380.
  5. Ο Εναγόμενος-Καθ' ου η Αίτηση 2 καταχώρησε την δική του ένσταση στην οποία παραθέτει ως μόνο λόγο ένστασης το γεγονός ότι δεν διαμένει πλέον στη συγκεκριμένη κατοικία. Υποστηρίζεται, η Ένστασή του, από δική του Ένορκη Δήλωση στην οποία καταγράφει ότι έχει εγκαταλείψει εδώ και ένα χρόνο τη συγκεκριμένη κατοικία λόγω του ότι βρίσκεται σε διάσταση με τη σύζυγό του. Νομική βάση της Ένστασής του αποτελούν τα άρθρα 32 και 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), η Δ.48, Θ.1-9, Δ.42Α, Δ.42 Θ.1, Δ.41, Δ.43, Δ.43Β των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, τα άρθρα 4, 5, 6 και 7 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, Μέρος ΙΙ καθώς επίσης και οι γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και η πρακτική του. Η Ενάγουσα-Αιτήτρια μετά την καταχώριση των Ενστάσεων ζήτησε με γραπτή αίτησής της, ημερομηνίας 12.1.07, όπως της επιτραπεί να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση ενόψει των ισχυρισμών που προβλήθηκαν στην Ένορκη Δήλωση της Καθ' ης η Αίτηση 1 με τους οποίους ισχυριζόταν την αποδοχή, της Ενάγουσας-Αιτήτριας, καθώς και την συναίνεσή της στην παραμονή της ίδιας και των τέκνων της στην επίδικη κατοικία καθώς και αναφορικά με τον ισχυρισμό της ότι η Αιτήτρια είναι εξασφαλισμένη. Δόθηκε άδεια για την καταχώρηση της συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης. Στις 19.1.07 καταχωρίστηκε συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση στην οποία προέβη ο κ. Μάριος Πουγιούτας, υπάλληλος της Ενάγουσας-Αιτήτριας. Ως πηγή των πληροφοριών του κατέγραψε την προσωπική του γνώση, η οποία πηγάζει από το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης, αφού εργάζεται στο τμήμα διαχείρισης ακινήτων της Ενάγουσας, καθώς και από πληροφορίες που έλαβε από έμπιστα πρόσωπα του στενού περιβάλλοντος των Εναγομένων- Καθ' ων η Αίτηση, κατοίκων του χωριού Ορμήδεια καθώς και από πληροφόρηση από τον ιδιώτη επιδότη κ. Γ. Ιωαννίδη. Στην Ένορκη Δήλωσή του ο κ. Πουγιούτας επισυνάπτει, ως Τεκμήρια 1, 2 και 3 την απόφαση του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 2/2/06 καθώς τις επιδόσεις της στους Εναγομένους-Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και
  6. Ισχυρίζεται, ότι ο ίδιος στις 18.1.07 επισκέφθηκε το χωριό Ορμήδεια, στο οποίο ευρίσκεται η επίδικη κατοικία και ζήτησε πληροφορίες από έμπιστα πρόσωπα και συγχωριανούς των Εναγομένων- Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και 2, οι οποίοι τον πληροφόρησαν ότι ο Εναγόμενος-Καθ' ου η Αίτηση 2 συζεί μαζί με την σύζυγό του και δύο από τα ανήλικα τέκνα τους στην επίδικη κατοικία και ότι δεν ευρίσκονται σε διάσταση. Επίσης ισχυρίζεται, ο κ. Πουγιούτας, ότι επισκέφθηκε την ίδια μέρα, ήτοι τις 18.1.07, την επίδικη κατοικία και συνομίλησε προσωπικά με την Εναγόμενη-Καθ' ης η Αίτηση 1 η οποία του ανέφερε ότι ο σύζυγός της βρισκόταν τη συγκεκριμένη στιγμή στη Λάρνακα και θα επέστρεφε αργότερα, ότι μπορεί να τον βρει στην επίδικη κατοικία και ότι αυτός εργάζεται στις οικοδομές αφού έκλεισε το εστιατόριο που διατηρούσε στην Αγία Νάπα. Ήταν η θέση του, ότι η Ενάγουσα-Αιτήτρια δεν έδωσε ποτέ ούτε ρητά αλλά ούτε και σιωπηρά την άδειά της, στους Εναγομένους-Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και 2, να παραμείνουν στη συγκεκριμένη κατοικία μέχρι να εξευρεθεί άλλη κατοικία για την μεταστέγασή τους. Ισχυρίστηκε τέλος ότι η καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης οφείλεται στο χρόνο που απαιτείται για την σύνταξη του διατάγματος του δικαστηρίου και στην παροχή οδηγιών για την ετοιμασία της αίτησης. Καταλήγει, ότι ζητείται η βοήθεια του Δικαστηρίου λόγω της μη συμμόρφωσης των Εναγομένων-Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και 2 με την απόφαση του Δικαστηρίου. Αγορεύοντας για την Ενάγουσα-Αιτήτρια, ο κ. Κουκούνης εισηγήθηκε ότι υπάρχει ηθελημένη παρακοή του διατάγματος του Δικαστηρίου από τους Εναγομένους-Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και 2 αφού συνεχίζουν να διαμένουν στην κατοικία, η οποία ανήκει στην Ενάγουσα-Αιτήτρια, σύμφωνα και με την παραδοχή της Εναγόμενης-Καθ΄ ης η Αίτηση
  7. Παρέπεμψε προς υποστήριξη των ισχυρισμών του σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος. Από την άλλη πλευρά ο κ. Θωμά ισχυρίστηκε ότι λόγω της φύσης της παρούσας διαδικασίας, η οποία είναι οιονή ποινική, η Ενάγουσα-Αιτήτρια όφειλε να παρουσιάσει την μαρτυρία της προς απόδειξη των ισχυρισμών της, πράγμα που δεν έκαμε και γι' αυτό το λόγο θα πρέπει να απορριφθεί η Αίτηση. Επιπρόσθετα, ισχυρίστηκε ότι δεν έγινε σωστή επίδοση στον Εναγόμενο-Καθ΄ ου η Αίτηση 2 και ότι δεν αποδείχθηκε ότι η Ενάγουσα Αιτήτρια είναι η ιδιοκτήτρια της κατοικίας. Παράλληλα, εισηγήθηκε ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ότι η Εναγόμενη-Καθ΄ ης η Αίτηση 1 διαμένει στην κατοικία. Ο κ. Σάντης, Εναγόμενος-Καθ΄ ου η Αίτηση 2, ανέφερε ότι η απόφαση του επεδόθη στις 24.1.
  8. Ηταν η θέση του ότι έκαμε και συνεχίζει να κάμνει προσπάθειες για διευθέτηση της οφειλής αφού ο ίδιος έχει περιουσία μεγαλύτερης αξίας από το ποσό που ζητά η Τράπεζα, την οποία η Ενάγουσα-Αιτήτρια εκτίμησε πλην όμως, δεν του παραχωρεί την εκτίμηση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το δικαιοδοτικό πλαίσιο, στο οποία εντάσσεται η παρούσα διαδικασία, είναι το άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60)το οποίο δίδει εξουσία στο Δικαστήριο ν΄ εξαναγκάζει σε υπακοή οποιονδήποτε, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί διάταγμα δικαστηρίου. Η Δ.42 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών καταγράφει τις προϋποθέσεις και την διαδικασία που θα πρέπει να πληρωθούν για να μπορεί κάποιος να εξαναγκαστεί σ' υπακοή. Βλ. Krashias Shoe Factory v. Adidas
(1989)1 A.A.Δ. 750, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(2003)1 (B) A.A.Δ. 1085, κ.α. Παρόλο που η διαδικασία για διαπίστωση της ευθύνης ατόμου για παρακοή διατάγματος του Δικαστηρίου εντάσσεται στο πεδίο της αστικής του δικαιοδοσίας η απόδειξη της παρακοής γίνεται με βάση τους κανόνες της ποινικής δίκης αφού οι συνέπειες της καταδίκης είναι οι κυρώσεις που επιβάλλει ένα ποινικό δικαστήριο. Γι' αυτό και σ' αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου η συγκεκριμένη διαδικασία έχει χαρακτηριστεί ως «οιονεί ποινική» Βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου (ανωτέρω), Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά
(1993)1 Α.Α.Δ. 309, Μαύρος ν. Στυλιανού κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 2389, Halin v. Timour κ.ά
(2005)1(Α) Α.Α.Δ.
  1. Οι απαραίτητες προϋποθέσεις που θα πρέπει να συνυπάρχουν, για να μπορεί ένας διάδικος να κριθεί ότι βρίσκεται σε ανυπακοή διατάγματος του Δικαστηρίου, είναι οι ακόλουθες: (α) Ο καθορισμός, από το Δικαστήριο, του χρόνου εντός του οποίου η διατασσόμενη πράξη πρέπει να εκτελεστεί. (β) Ο καθορισμός, από το Δικαστήριο, του τόπου όπου η διατασσόμενη ενέργεια πρέπει να εκτελεστεί (όταν χρειάζεται να προσδιοριστεί τόπος). (γ) Η προσωπική επίδοση του σχετικού διατάγματος στον Καθ΄ ου η αίτηση. (δ) Η ηθελημένη μη συμμόρφωση με τις πρόνοιες του διατάγματος από τον Καθ' ου η Αίτηση. (ε) Το αδίκημα, ήτοι η παράβαση του διατάγματος, να αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ερχόμενη τώρα στα γεγονότα της υπό εξέταση αίτησης παρακοής. Τόσο στην υπό κρίση αίτηση όσο και στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 2.2.06 καθορίζεται ο χρόνος εντός του οποίου οι Εναγόμενοι-Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και 2 θα έπρεπε να συμμορφωθούν με το διάταγμα του Δικαστηρίου. Δηλαδή, εντός 7 ημερών από την επίδοση της εκδοθείσας απόφασης. Η απόφαση αυτή του Δικαστηρίου ημερομηνίας 2.2.06, η οποία εμπεριέχει το διάταγμα για εκκένωση της συγκεκριμένης κατοικίας, επεδόθη στην Εναγόμενη-Καθ΄ ης η Αίτηση 1 προσωπικά στις 9.4.06 ενώ στον Εναγόμενο-Καθ΄ ου η Αίτηση 2 δεν επεδόθη προσωπικά, σύμφωνα με τις επιδόσεις που βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου. Δηλαδή, ενώ και στις δύο ένορκες δηλώσεις που καταχωρίστηκαν για την Ενάγουσα-Αιτήτρια αναφέρεται ότι επεδόθηκε και στους δύο Εναγομένους-Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και 2 προσωπικά, στα έγγραφα που υπάρχουν στο φάκελο του Δικαστηρίου η επίδοση για τον Εναγόμενο-Καθ΄ ου η Αίτηση 2 δεν έγινε στον ίδιο προσωπικά αλλά στην Εναγομένη-Καθ΄ ης η Αίτηση
  2. Επίδοση στον ίδιο τον Εναγόμενο-Καθ΄ ου η Αίτηση 2 έγινε στις 24.1.07, μετά την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, επίδοση η οποία δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι πληρεί την προϋπόθεση της προσωπικής επίδοσης του διατάγματος. Συνεπακόλουθα, αφού στον Εναγόμενο-Καθ΄ ου η Αίτηση 2 δεν είχε γίνει προσωπική επίδοση κατά τον χρόνο που καταχωρίστηκε η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ήταν σε παρακοή. Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου (ανωτέρω) στη σελ.1090: «Η επίδοση οπισθογραφημένου διατάγματος του δικαστηρίου αποτελεί προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση κατηγορίας για την παρακοή του διατάγματος του δικαστηρίου. Η απόδειξη του γεγονότος αυτού βαρύνει, όπως σε κάθε ποινική υπόθεση τον κατήγορο. Υποθέσεις για την ύπαρξη γεγονότων, που συνθέτουν την κατηγορία, δεν χωρούν βλ. Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, 365.» Με βάση αυτή τη διαπίστωση η αίτηση, στην έκταση που αφορά τον Εναγόμενο-Καθ΄ ου η Αίτηση 2, θα πρέπει να απορριφθεί αφού κατά τον χρόνο καταχώρησής της δεν του είχε γίνει προσωπική επίδοση έτσι ώστε να έχει γνώση του διατάγματος του Δικαστηρίου. Οπόταν, δεν μπορούσε να είναι σε παρακοή κατά την ημερομηνία καταχώρησης της παρούσας αίτησης. Όσον αφορά την Εναγόμενη-Καθ΄ ης η Αίτηση 1, υπήρξε παραδοχή, στην παράγραφο 4 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Ένστασή της, ότι διαμένει στη συγκεκριμένη κατοικία. Δηλαδή, υπάρχει εκ μέρους της παρακοή του διατάγματος. Όμως, το ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο η παρακοή είναι ηθελημένη. Η ίδια προβάλλει τον ισχυρισμό ότι είναι με την ρητή ή/και σιωπηρή άδεια της Ενάγουσας-Αιτήτριας που έμεινε στη συγκεκριμένη κατοικία. Στη συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση, της Ενάγουσας-Αιτήτριας, ημερομηνίας 19.1.07 ο Ενόρκως Δηλών κος Πουγιούτας, αρνείται τον ισχυρισμό αυτό πλην όμως δεν προβάλει οποιοδήποτε άλλο στοιχείο για να τον καταρρίψει. Απλά ισχυρίστηκε ότι η καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης οφείλετο στην καθυστέρηση σύνταξης του διατάγματος. Μα το διάταγμα συντάχθηκε στις 9.3.06 ενώ η αίτηση καταχωρίστηκε τρεις
(3)μήνες μετά ήτοι στις 7.6.06. Οπόταν, ο ισχυρισμός του αυτός καταρρίπτεται από αυτά τούτα τα γεγονότα που διαπιστώνονται από το περιεχόμενο του φακέλου. Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης στην υπόθεση Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά (ανωτέρω) στη σελ.313: «... Όπως εξηγείται στην Krashias και επαναλαμβάνεται στην Louis Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ. και άλλης
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453 όπου διαπιστώνεται διαφωνία ως προς τα γεγονότα σε διαδικασία όπως η παρούσα βάση της Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας εναπόκειται στον φέροντα το βάρος της απόδειξης να αποδείξει τα αμφισβητούμενα γεγονότα με προφορική μαρτυρία κατά τη δίκη.» Δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η Εναγόμενη-Καθ΄ ης η Αίτηση 1 παράκουσε το συγκεκριμένο διάταγμα ηθελημένα. Η λέξη «ηθελημένα» ερμηνεύεται στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη ως ακολούθως: «ηθελημένος-η,-ο αυτός που γίνεται με πρόθεση, σκόπιμα ...» Η ανυπακοή στο διάταγμα από μόνη της δεν αρκεί, πρέπει να συνυπάρχει πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος του Δικαστηρίου. Η Ενάγουσα-Αιτήτρια η οποία έφερε το βάρος, να αποδείξει την ηθελημένη παρακοή του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 2.2.06, δεν το απέσεισε «πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας», όπως διατυπώθηκε και στην υπόθεση Krashias (ανωτέρω). Δεν προσκόμισε μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι σκόπιμα η Εναγόμενη-Καθ΄ ης η Αίτηση 1 παράκουσε το διάταγμα του Δικαστηρίου. Άφησε την θέση της Εναγόμενης-Καθ΄ ης η Αίτηση 1, ότι δεν βρήκε άλλη κατοικία για να μείνει με τ΄ ανήλικα τέκνα της, αναντίλεκτη. Με βάση την πιο πάνω κατάληξή μου θα πρέπει ν΄ απορριφθεί η αίτηση και εναντίον της Εναγόμενης-Καθ΄ ης η Αίτηση 1. Μ΄ έχει προβληματίσει το θέμα των εξόδων. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου η βασική αρχή είναι ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και απόκλιση από τον κανόνα αυτό χωρεί μόνο εκεί όπου ο επιτυχών διάδικος συμβάλει με το χειρισμό της υπόθεσής του στην αύξηση των εξόδων, βλ. Κυπριανού ν. Πιλλακούρη
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ.
  1. Το ιστορικό της αίτησης, όπως αυτό σκιαγραφείται από το περιεχόμενο του Δικαστικού φακέλου, καταδεικνύει ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 2 επανειλημμένα δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και χρειάστηκαν να εκδοθούν εντάλματα συλλήψεως εναντίον του για να επιτευχθεί η προσέλευσή του στο Δικαστήριο. Ενώ, ο συνήγορος της Εναγομένης-Καθ΄ ης η Αίτηση 1 λόγω άλλων υποχρεώσεών του ζήτησε αναβολή της ακρόασης στις 13.12.06, στις 22.1.07 καθώς και στις 16.4.
  2. Η πιο πάνω συμπεριφορά και των δύο Εναγομένων-Καθ΄ ων η Αίτηση συνέτεινε σε μεγάλο βαθμό στην καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης αλλά και στη δημιουργία των εξόδων. Οπόταν, θεωρώ ορθό και δίκαιο να μην εκδώσω οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα ιδιαίτερα έχοντας κατά νου ότι η υπό εκδίκαση αίτηση ήταν σε κάποια έκταση δικαιολογημένη ενόψει της εκδοθείσας απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 2.2.
  3. Συνεπακόλουθα, η αίτηση εναντίον των Εναγομένων-Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και 2 απορρίπτεται χωρίς οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ.) .................................. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΓΓ/ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.