Frakapor Courier Ltd ν. Γιώργου Βουρκά, Αρ. Αγωγής: 638/2006, 14 Σεπτεμβρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:A127 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 638/2006 Μεταξύ: Frakapor Courier Ltd, εκ Λευκωσίας, Ενάγουσας, -v- Γιώργου Βουρκά, εκ Λάρνακας, Εναγόμενου. Αίτηση ημερ. 9.01.07 για Προδικαστική Εκδίκαση Νομικού Σημείου Ημερομηνία: 14 Σεπτεμβρίου, 2007. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Εναγόμενο - Αιτητή : κος Ζ. Νικολάου Για την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση: κος Α. Παπαντωνίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η διεκδίκηση της Ενάγουσας Εταιρείας εναντίον του Εναγομένου αφορά την επιστροφή του ποσού των Λ.Κ. 3.000, τ' οποίο είχε καταβληθεί στον Εναγόμενο κατά την υπογραφή του συμβολαίου εργοδότησής του ως ποσό τ' οποίο παράνομα κατακρατείται. Επιπρόσθετα, ζητείται προστακτικό διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τον Εναγόμενο να επιστρέψει το κλειδί του χρηματοκιβωτίου, του καταστήματος της Ενάγουσας στην Λάρνακα, τ΄ οποίο κατακρατεί παράνομα. Με την παράγραφο 1 της Υπεράσπισής του ο Εναγόμενος εγείρει προδικαστική ένσταση η οποία αφορά την αναρμοδιότητα του Δικαστηρίου να επιληφθεί της αγωγής. Συγκεκριμένα, γίνεται ισχυρισμός ότι η ουσία της αγωγής αφορά εργατική διαφορά η οποία προέκυψε από την σύμβαση εργασίας και ως εκ τούτου εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Με την παρούσα αίτηση που υποβλήθηκε από τον Εναγόμενο, δυνάμει των προνοιών της Δ.29 Θ2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, ζητείται όπως κριθεί το θέμα της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου, να εκδικάσει την υπόθεση, προδικαστικά. Η αίτηση υποστηρίχθηκε από την Ένορκη Δήλωση του δικηγόρου που χειρίζεται την υπόθεση για τον Εναγόμενο - Αιτητή, ο οποίος ισχυρίζεται ότι η απόφαση επί της αρμοδιότητας σε αυτό το σημείο της διαδικασίας θα εξοικονομήσει χρόνο και θα αποφευχθούν περιττές διαδικασίες καθώς και η προσκόμιση μαρτυρίας. Η Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση εταιρεία αντιμετώπισε την αίτηση καταχωρώντας Ένσταση στην οποία προέβαλε έξι
(6)λόγους ένστασης. Συγκεκριμένα ισχυρίστηκε ότι: «
- Το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδώσει διάταγμα για την έγερση νομικών ερωτημάτων για γνωμοδότηση, είτε υπό τύπο ειδικής υπόθεσης, είτε υπό άλλη μορφή.
- Ελλείπει από την αίτηση η απαιτούμενη νομική βάση ή/και στηρίζεται σε λανθασμένους θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας.
- Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση είναι ελλειπή με αποτέλεσμα να μην παρουσιάζεται ενώπιον του Δικαστηρίου η πραγματική εικόνα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων.
- Η υπό κρίση αίτηση έγινε κακόπιστα, καταχρηστικά και με μόνο σκοπό την πρόκληση καθυστέρησης στην εκδίκαση της υπόθεσης.
- Η αίτηση είναι άκυρη ή/και ακυρώσιμη εξ υπαρχής.
- Δεν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την έκδοση του διατάγματος.» Η Ένσταση υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση του δικηγόρου κου Χρίστου Κογκορόζη, ο οποίος δηλώνει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην Ένορκη Δήλωση, γνωρίζει καλά τα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση και έλαβε και πληροφόρηση από την Ενάγουσα-Καθ΄ ης η Αίτηση. Προβάλλει τον ισχυρισμό ότι το διάταγμα, το οποίο ζητείται με την υπό κρίση αίτηση, δεν μπορεί να εκδοθεί μετά από αίτηση μόνο από ένα εκ των διαδίκων. Η νομική βάση της αίτησης, η Δ.29 Θ2 ήταν η θέση του, επιτρέπει την έκδοση τέτοιου διατάγματος κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Επίσης, προώθησε την άποψη ότι μια τέτοια αίτηση μπορεί να γίνει μόνο κατόπιν της σύμφωνης γνώμης και συγκατάθεσης αμφοτέρων των διαδίκων σύμφωνα με την Δ.
- Θ1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, αφού αφορά την έγερση νομικού σημείου και όχι νομικού ερωτήματος. Υποστηρίζει στη συνέχει ότι η αίτηση είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη εξ υπαρχής λόγω του ότι δεν υποστηρίζεται με τα κατάλληλα γεγονότα και κανένα νομικό ερώτημα δεν εγείρεται ή/και δεν εγείρεται υπό τύπο ειδικής υπόθεσης με βάση τη Δ.29, Θ.Θ.1 και
- Αξιώνει τελικά την απόρριψη της αίτησης ως στερούμενης νομικού και συστατικού υποβάθρου. Αγορεύοντας προς υποστήριξη της αίτησης ο κος Νικολάου ισχυρίστηκε ότι η Δ.29, Θ2 δεν εμποδίζει τους διαδίκους να ζητήσουν την έκδοση τέτοιου διατάγματος. Εν πάση περιπτώσει, ήταν η θέση του, ότι είναι κάτι το οποίο το δικαστήριο από μόνο του μπορεί να εξετάσει. Κατέληξε, ότι κατά την άποψή του το κατά πόσο το Δικαστήριο έχει αρμοδιότητα να εκδικάσει μία υπόθεση είναι θέμα που συνιστά νομικό ερώτημα. Ο κος Παπαντωνίου αγορεύοντας για την Ενάγουσα-Καθ΄ ης η Αίτηση εταιρεία ανέφερε ότι η έγερση νομικού σημείου διέπεται από την Δ.27 ενώ η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στην Δ.29, Θ
- Ήταν η θέση του ότι για να είναι νομικό ερώτημα βασιζόμενο στην Δ.29, Θ2 θα έπρεπε να συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση, η οποία να αναφέρει τα γεγονότα και να συμπεριλαμβάνει τεκμήρια, κάτι που δεν υπάρχει στην υπό κρίση αίτηση. Όσο αφορά την ερμηνεία του όρου νομικό ερώτημα (question of law) ο κος Παπαντωνίου παρέπεμψε το Δικαστήριο στην απόφαση Stylianides v. Paschalidou
(1985)1 ΑΑΔ 49. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η αίτηση βασίζεται στην Δ.29 Θ2 η οποία προβλέπει: "If it appears to the Court or a Judge that there is in any case or matter a question of law which it would be convenient to have decided before any evidence is given or any question or issue of fact is tried or before any reference is made to an arbitrator, the Court or Judge may make an order accordingly and may direct such question of law to be raised for the opinion of the Court either by special case or in such other manner as the Court may deem expedient, and all such further proceedings as the decision of such question of law may render unnecessary may thereupon be stayed." Σύμφωνα με την Δικαστική Πρακτική, Annual Practice 1956, στη σελίδα 561 στην οποία επεξηγείται ο αντίστοιχος αγγλικός θεσμός - Or. 34 r.2 - ο οποίος είναι πανομοιότυπος με την Δ.29, θ.2 κάτω από τον τίτλο «When Application may be made» αναφέρονται τ΄ ακόλουθα: «....... Otherwise it seems the judge may, on a summons for directions (0 30), or at any time before trial, make the order on the application of either party, if it appears from the pleadings that it will be the most convenient course.» Οπόταν, η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Ενάγουσας-Καθ΄ ης η Αίτηση, ότι χρειάζεται η σύμφωνη γνώμη και της άλλης πλευράς στην διαδικασία για την έγερση προδικαστικού σημείου για γνωμοδότηση, απορρίπτεται. Ήταν θέση του ευπαίδευτου δικηγόρου της Ενάγουσας - Καθ΄ ης η αίτηση ότι το υπό έγερση σημείο είναι νομικό και θα έπρεπε να εγερθεί με την Δ. 27 και όχι με την Δ.29 Θ2 που αφορά νομικό ερώτημα. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χρίστου ν. Fairways Larnaca Ltd
(2005)1 (Α) ΑΑΔ 300 ο Δικαστής Ηλιάδης ανέφερε τα ακόλουθα: «Μέσα στα ίδια στην υπόθεση Επί τοις αφορώσι την Αίτησιν του Πέτρου Κυριακίδη δι΄ έκδοσιν Προνομιακών Διαταγμάτων Certiorari και Mandamus
(1992)1 Α.Α.Δ. 26, 35, τονίστηκε ότι, «Δεν υπάρχει πλήρης και εξαντλητικός ορισμός της φράσης «νομικό σημείο» ή «νομικό ερώτημα». Συμπεριλαμβάνει όμως εφαρμογή του νόμου σε αναντίλεκτα γεγονότα˙ ζήτημα ερμηνείας και οριοθέτησης του σκοπού του νόμου˙ λανθασμένη άσκηση της διακριτικής εξουσίας ή άσκηση διακριτικής εξουσίας με βάση λανθασμένες νομικές αρχές˙ δικαστική ενέργεια χωρίς μαρτυρία˙ συμπεράσματα που είναι αντίθετα ή δε συνάδουν με την ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου μαρτυρία˙ άποψη του πρωτόδικου Δικαστηρίου πάνω στα πρωτογενή γεγονότα που δεν μπορεί εύλογα να υποστηριχθεί. Δεν περιλαμβάνει ευρήματα πρωτογενών γεγονότων, τα οποία δεν μπορούν να προσβληθούν με έφεση με υπόμνημα.» (Βλ. επίσης Εκδοτικός Οίκος ΔΙΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Λτδ ν. Παπαχριστοδούλου, Πολ. Εφ. 262/05, ημερομηνίας 4.07.06.) Εφαρμόζοντας τις αρχές στις οποίες αναφέρθηκα πιο πάνω στα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης το ερώτημα κατά πόσο το παρόν Δικαστήριο κέκτειται δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπό κρίση αγωγή είναι νομικό αφού αφορά το κατά πόσο μπορούν να εφαρμοστούν οι πρόνοιες του περί Δικαστηρίων Νόμου στα γεγονότα της υπόθεσης. Το ζήτημα της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου να εκδικάσει υπόθεση είναι δημοσίας τάξης. Το Άρθρο 30 του Συντάγματος καταγράφει ως αναφαίρετο δικαίωμα του καθενός την «ανεπηρέαστη, δημόσια ακροαματική διαδικασία μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, ενώπιον αμερόληπτου, ανεξάρτητου και αρμόδιου Δικαστηρίου». Και επειδή είναι θέμα δημόσιας τάξης μπορεί να εξεταστεί από το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα σ΄ οποιονδήποτε στάδιο. Στην υπόθεση Δημητρίου ν. Δημητρίου
(1991)1 ΑΑΔ 1160 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η απόφαση ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία δικαιοδοσίας δεν μπορεί παρά να είναι το αποτέλεσμα της αντιπαραβολής των επίδικων θεμάτων προς τις νομοθετικές πρόνοιες που καθορίζουν την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Ως δικαιοδοσία εννοούμε την εξουσία του Δικαστηρίου, όπως αυτή καθορίζεται από τον δικαιοδοτικό Νόμο, να επιλαμβάνονται θεμάτων που εγείρονται ενώπιον του γι΄ απόφαση σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες (βλ. Central Co-operative Bank ν. CY.E.M.S.
(1984)1 CLR 435). Ένας είναι ο δικονομικός τρόπος προσδιορισμού των επίδικων θεμάτων. Τα επίδικα θέματα προσδιορίζονται με τις γραπτές προτάσεις και όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Sevegep Ltd ν. United Sea Transport Ltd και άλλος
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 729, τα γεγονότα που στοιχειοθετούν την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα που συνθέτουν την απαίτηση, αποκλειστική πηγή αναζήτησης της οποίας είναι η έκθεση απαίτησης (βλ. επίσης Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ, ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας και άλλος
(1991)1 ΑΑΔ 225, Safarino Shoes Industry and Trading Company Ltd ν. Βιομηχανία Υποδημάτων Ε. Σταυρινού Λτδ
(1991)1 ΑΑΔ 1059». Σίγουρα η δικαστική απόφαση επί του θέματος της δικαιοδοσίας είναι ενδεχόμενο να έχει καταλυτικές επιπτώσεις την συνέχιση της αγωγής. Όμως, το πραγματικό υπόβαθρο στο οποίο θα στηριχθούν οι δύο πλευρές για να επιχειρηματολογήσουν και το Δικαστήριο για να αποφανθεί ασφαλώς θα πρέπει να είναι ξεκαθαρισμένο. Το νομικό ερώτημα τ΄ οποίο ζητείται όπως προδικαστεί, αφορά το κατά πόσο η επίδικη διαφορά είναι διαφορά η οποία εμπίπτει στην δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Δεν αμφισβητείται από τις δύο πλευρές ότι η διαφορά προέκυψε από την σύμβαση εργοδότησης που συνήφθηκε μεταξύ των δύο πλευρών. Όμως, ενώ ο Εναγόμενος-Αιτητής ισχυρίζεται ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του ήταν παράνομος η Ενάγουσα-Καθ΄ ης η Αίτηση ισχυρίζεται ότι τερματίστηκαν οι υπηρεσίες του λόγω παύσεως των εργασιών της. Πράγμα, με το οποίο δεν συμφωνεί η πλευρά της Ενάγουσας - Καθ΄ ης η Αίτηση. Επίσης, ζητείται με την αγωγή προστακτικό διάταγμα για την παράδοση κλειδιών ενώ ο Εναγόμενος-Αιτητής αρνείται ότι έχει στην κατοχή του τα κλειδιά. Λαμβάνοντας υπόψη ότι υπάρχει διάσταση απόψεων μεταξύ των μερών αναφορικά με τα γεγονότα που συνθέτουν την υπόθεση κρίνω ότι για να αποφασιστεί το συγκεκριμένο θέμα είναι πιθανόν να απαιτηθεί η προσκόμιση μαρτυρίας επί γεγονότων, η οποία μπορεί να δοθεί μόνο κατά την ακρόαση. Κατέληξα λοιπόν στο συμπέρασμα ότι με βάση τα ισχνά γεγονότα που είναι τώρα διαθέσιμα ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν θα ήταν δυνατή η απόφαση επί του συγκεκριμένου θέματος. Ενόψει όλων των πιο πάνω, ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια κρίνω ότι δεν δικαιολογείται, υπό τις περιστάσεις η έγερση νομικού ερωτήματος από το Δικαστήριο για γνωμοδότηση. Συνεπακόλουθα η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα που προκλήθηκαν συνεπεία του αιτήματος επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας - Καθ΄ ης η Αίτηση και εναντίον του Εναγόμενου - Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα καταβληθούν όμως μετά την ολοκλήρωση της εκδίκασης της αγωγής. (Υπ.) ............................................. Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο