← Κύπρος

Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Μιχάλη Γεωργίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 675/02, 8 Οκτωβρίου 2007

Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Μιχάλη Γεωργίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 675/02, 8 Οκτωβρίου 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:A134 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 675/02 Μεταξύ: Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ Εναγόντων -και-

  1. Μιχάλη Γεωργίου
  2. Ανδρέα Λαζαρή
  3. Μαρίας Κυριακίδου Γεωργίου Εναγομένων ____________________ Ημερομηνία: 8 Οκτωβρίου 2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες: Ο κ. Α. Ζαχαρίου. Για τους Εναγόμενους: Ο κ. Α. Μαθηκολώνης. ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες, σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, δυνάμει συμφωνίας ενοικιαγοράς ημερομηνίας 19.10.2000 ενοικίασαν στον εναγόμενο 1 τα αυτοκίνητα με αρ. εγγραφής ΑΒΒ577 και UZ019, υπό την αλληλέγγυο εγγύηση των εναγομένων 2 και 3 με δικαίωμα αγοράς με την εξόφληση για περίοδο 24 μηνών από 19.11.
  4. Ο εναγόμενος 1 με την υπογραφή της συμφωνίας έλαβε κατοχή των αυτοκινήτων. Το ποσό της ενοικιαγοράς Λ.Κ.15.000 πλέον Λ.Κ.2.325 δικαιώματα ενοικιαγοράς και Λ.Κ.10 δικαίωμα αγοράς θα πληρώνονταν με 24 μηνιαίες δόσεις Λ.Κ.721,88 από 19.11.
  5. Οι εναγόμενοι κατά παράβαση της συμφωνίας καθυστέρησαν την πληρωμή Λ.Κ.7.287,31 και ως εκ τούτου οι ενάγοντες τερμάτισαν τη συμφωνία. Με την παρούσα αγωγή οι ενάγοντες αξιώνουν από τους εναγόμενους το ποσό των Λ.Κ.13.070,43 ως υπόλοιπο ενοικίου και / ή αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και / ή οφειλομένου υπολοίπου πιστωτικών διευκολύνσεων και / ή ποσό Λ.Κ.15.000 αφαιρουμένων των μέχρι σήμερα πληρωμών δηλαδή υπόλοιπο Λ.Κ.10.735,43 και / ή ως αχρεωστήτως καταβληθέν και / ή ως money had and received και / ή ως όφελος προσπορισθέν από τυχόν εικονική και / ή άκυρη συμφωνία, πλέον τόκους. Επιπρόσθετα ζητούν διάταγμα επιστροφής των αυτοκινήτων και πώλησης τους με δημόσιο πλειστηριασμό. Οι εναγόμενοι στη δωδεκασέλιδη έκθεση υπεράσπισης τους προβάλλουν τους λόγους για τους οποίους η επίδικη συμφωνία δεν αποτελεί γνήσια και αληθινή συμφωνία ενοικιαγοράς, οι οποίοι συνοψίζονται στους ακόλουθους:

(1)ότι οι ενάγοντες ουδέποτε «αληθινά» συμφώνησαν να ενοικιάσουν και ουδέποτε ενοικίασαν τα οχήματα στον εναγόμενο 1 ή το αντίστροφο.
(2)ότι ο σκοπός της σύναψης της συμφωνίας ήταν η χρηματοδότηση του εναγόμενου 2 για επενδύσεις στο Χρηματιστήριο.
(3)η επίδικη συμφωνία είναι παράνομη αφού αντίκειται προς τη δημόσια πολιτική του κράτους και της περί Τόκου Νομοθεσίας.
(4)ουδέποτε η εναγόμενη 3 ήταν ιδιοκτήτης των οχημάτων και ουδέποτε αληθώς τα πώλησε ή συμφώνησε να τα πωλήσει στους ενάγοντες αφού εν γνώσει των τελευταίων ήταν «εικονικά και ανύπαρκτα». Στο δικόγραφο παρατίθεται μεγάλος αριθμός υποθέσεων σε σχέση με τις οποίες σύμφωνα με τους εναγόμενους στα πλαίσια της πιο πάνω παράνομης πρακτικής των εναγόντων καταρτίστηκαν εικονικές συμφωνίες (παράγραφος 4.9 της έκθεσης υπεράσπισης). Οι εναγόμενοι ανταπαιτούν δήλωση του Δικαστηρίου ότι η επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς είναι άκυρη, παράνομη, ανυπόστατη και ανεφάρμοστη, ως επίσης και η εγγύηση των εναγομένων 2 και
  1. Ο Ευάγγελος Μετσιτζιής, Μ.Ε.1, ήταν ο πρώτος μάρτυρας που κατέθεσε εκ μέρους των εναγόντων. Από το 1979 εργάζεται στη Λαϊκή Τράπεζα Χρηματοδοτήσεις και είναι υπεύθυνος στο Τμήμα Παρακολούθησης Λογαριασμών. Κατέθεσε το επίδικο συμβόλαιο ενοικιαγοράς, ημερομηνίας 19.10.2000, Τεκμήριο 1 Β και το επίδικο τιμολόγιο, Τεκμήριο 1 Α, κατάσταση λογαριασμού που δείχνει το σημερινό υπόλοιπο ημερομηνίας 31.10.2006, Τεκμήριο 2 και σχετικό πιστοποιητικό, Τεκμήριο 3, καθώς και επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 13.2.2002 προς τους εναγομένους, Τεκμήριο 4, η οποία ταχυδρομήθηκε και δεν επιστράφηκε. Περαιτέρω, κατατέθηκαν από το Μ.Ε.1 ημερολογιακές εγγραφές, Τεκμήριο 5 Α, αντίγραφο επιταγής Τεκμήριο 5 Β και αντίγραφα τίτλων ιδιοκτησίας των αυτοκινήτων με αρ. εγγραφής UZ019 και ΑΒΒ577, Τεκμήριο 6 και 7, αντίστοιχα. Ο Μ.Ε.1 δεν αντεξετάστηκε. Δεύτερος μάρτυρας εκ μέρους των εναγόντων κατέθεσε ο Νίκος Σοφοκλέους, υπάλληλος των εναγόντων, ο οποίος υιοθέτησε γραπτή κατάθεση, Τεκμήριο 8, στην οποία, ανάμεσα σε άλλα, ανέφερε ότι κατά το 1999 ήταν διευθυντής στο κατάστημα των εναγόντων στη Λάρνακα. Αναγνώρισε τα Τεκμήρια που κατατέθηκαν από το Μ.Ε.1.. Περί τον Οκτώβριο του 2000 οι εναγόμενοι επισκέφθηκαν το πιο πάνω κατάστημα και σε συνάντηση που είχαν μαζί του ζήτησαν χρηματοδότηση περί τις Λ.Κ.15.000 γιατί είχαν ανάγκη από χρήματα. Ο Μ.Ε.1 τους εξήγησε ότι οι ενάγοντες ήταν Οργανισμός που ασχολείται με ενοικιαγορές, γεγονός που γνώριζαν και ότι δεν υπήρχε πρόβλημα να χρηματοδοτήσουν την περιουσία τους με ενοικιαγορά, με λογικά ποσά και ανάλογες εξασφαλίσεις. Οι εναγόμενοι αποδέχθηκαν και ζήτησαν από τους ενάγοντες να προβούν σε ενοικιαγορά των αυτοκινήτων της εναγόμενης 3 τα οποία ανέλαβε να πωλήσει στους ενάγοντες για σκοπούς ενοικιαγοράς τους από τον εναγόμενο
  2. Τους παρέπεμψε στο Τμήμα Αποδοχής Συμβολαίων για υλοποίηση και ετοιμασία όλων των αναγκαίων εγγράφων και με τις δηλώσεις των εναγομένων ετοιμάστηκε το Τεκμήριο 1 Β, τιμολόγιο το οποίο οι εναγόμενοι 1 και 3 διάβασαν και επιβεβαίωσαν ως ορθό. Τους επιβεβαίωσαν δε ότι η εναγόμενη 3 είναι απόλυτη ιδιοκτήτης των οχημάτων. Αφού οι εναγόμενοι 1 και 3 υπέγραψαν το τιμολόγιο, το συμβόλαιο και τις βεβαιώσεις, οι ενάγοντες προχώρησαν στον καταρτισμό της ενοικιαγοράς. Επειδή γνώριζαν ότι οι εναγόμενοι ήταν αξιόχρεοι, δεν προχώρησαν σε έλεγχο των οχημάτων γιατί είχαν τις διαβεβαιώσεις και τις υπογραφές των εναγομένων 1, 2 και 3 και δεν θεωρούσαν ότι υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα. Έκδωσαν επιταγή Λ.Κ.14.864, Τεκμήριο 5 Β, την οποία σύμφωνα με οδηγίες του εναγόμενου 1 πλήρωσαν στην εναγόμενη 3, πωλητή των οχημάτων, και Λ.Κ.136 έξοδα, χαρτόσημα και μεταβιβαστικά (Τεκμήριο 5 Α). Το ποσό Λ.Κ.2.325 που φαίνεται στο Τεκμήριο 1 Β αποτελεί δικαιώματα τα οποία υπολογίσθηκαν σε 7,75% επί του ποσού των Λ.Κ.15.
  3. Οι εναγόμενοι συνεχίζουν να οφείλουν το συνολικό ποσό των Λ.Κ.13.070,43, (Λ.Κ.10.735,43 πλέον Λ.Κ.2.335 δικαιώματα), ως φαίνεται στο Τεκμήριο
  4. Οι εναγόμενοι αναγνώρισαν την οφειλή τους επανειλημμένα και πλήρωσαν ποσό Λ.Κ.4.264,57 έναντι του χρέους τους. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι οι εναγόμενοι αποτάθηκαν στον Οργανισμό έχοντας ανάγκη από λεφτά, τους ρώτησαν αν είχαν ελεύθερα περιουσιακά στοιχεία που μπορούσαν να πουλήσουν στον Οργανισμό, τα οποία ο τελευταίος να αγοράσει με ενοικιαγορά και αυτοί απάντησαν πως είχαν διαθέσιμα δύο αυτοκίνητα. Έλαβε τις προσωπικές τους πληροφορίες. Με βάσει την πείρα του και τη γνώση της αγοράς καθώς και τις δηλώσεις των αγοραστών και πωλητών, οι οποίοι κατέχουν και γνωρίζουν την κατάσταση των αυτοκινήτων και την αξία τους, περίπου, έκρινε την αξία των αυτοκινήτων (Λ.Κ.15.000). Οι ίδιοι δεν τα είδαν. Η εναγόμενη 3 τους ανέφερε ότι είχε δύο αυτοκίνητα δικά της, τα οποία επιθυμούσε να πωλήσει στο σύζυγο της με χρηματοδότηση. Σε υποβολή ότι, όπως γνώριζαν, τα αυτοκίνητα δεν ανήκαν στην εναγόμενη 3 αλλά στο σύζυγο της, εναγόμενο 1, απάντησε ότι τους διαβεβαίωσαν στη δήλωση ότι ήταν της εναγόμενης 3, ο ίδιος δεν «το κοίταξε». Σε υποβολή ότι ο Οργανισμός ετοίμασε και προώθησε εικονικά έγγραφα μεταβίβασης από τον εναγόμενο 1 στη σύζυγο του, εναγόμενη 3, και από την τελευταία στην Τράπεζα, απάντησε ότι στον ίδιο ανέφεραν ότι η εναγόμενη 3 διέθετε τα αυτοκίνητα, ήταν επιθυμία των πελατών τα συμβόλαια να γίνουν με πωλητή την εναγόμενη 3 και αγοραστή τον εναγόμενο
  5. Η Τράπεζα ακολουθούσε τις οδηγίες τους και τους συμπλήρωσαν τα έγγραφα μεταβίβασης. Οι ίδιοι επέλεξαν να προβούν στις μεταβιβάσεις, η διαδικασία μπορούσε να γίνει και χωρίς αυτές, με προμηθευτή τον εναγόμενο
  6. Σε υποβολή ότι και τα δύο αυτοκίνητα άξιζαν Λ.Κ.2.000 περίπου, απάντησε ότι ο ίδιος χονδρικά τα εκτίμησε περί τις Λ.Κ.15.000, όσο ήταν το αίτημα, εξέτασε και εκτίμησε όλο το αίτημα σφαιρικά σαν σύνολο βασιζόμενος και στην αξία και στις προσωπικές εγγυήσεις και στη φερεγγυότητα του αγοραστή. Η Τράπεζα δέχθηκε τις τιμές που δήλωσαν οι εναγόμενοι 1 και 3 στο τιμολόγιο, Τεκμήριο 1 Α, για τα αυτοκίνητα. Σε υποβολή αν και σε δύο άλλα συμβόλαια που αφορούσαν ενοικιαγορές αυτοκινήτων στα οποία εμπλέκονταν οι εναγόμενοι 2 και 3 έδρασαν πανομοιότυπα, με εικονικές μεταβιβάσεις, απάντησε ότι οι μεταβιβάσεις ήταν πραγματικές ακολουθούνταν δε οι οδηγίες των πελατών. Σε υποβολή ότι τα εν λόγω δύο συμβόλαια και το επίδικο ήταν εικονικά και ψεύτικα για να συγκαλυφθεί δανεισμός προς τον Ανδρέα Λαζαρή, εναγόμενο 2, για επενδύσεις στο Χρηματιστήριο, ο Μ.Ε.2 απάντησε ότι ο εναγόμενος 2 δεν τους ζήτησε ποτέ δάνειο, αν οι αιτητές των συμβολαίων ήθελαν να εξυπηρετήσουν τον εναγόμενο 2 ήταν θέμα δικό τους. Ο Μ.Ε.2 αρνήθηκε υποβολή ότι κατά το 1999 και 2000 κατάρτιζαν εικονικά συμβόλαια παραχωρώντας συγκαλυμμένο παράνομο δανεισμό και τόκους. Σε υποβολή ότι το επίδικο συμβόλαιο ήταν εικονικό επειδή γνώριζε ότι τα αυτοκίνητα δεν είχαν την αξία του συμβολαίου απάντησε αρνητικά, η αξία τους κρίθηκε ικανοποιητική. Ο Μ.Υ.1 ήταν ο εναγόμενος 2, Ανδρέας Λαζαρή. Υιοθέτησε γραπτή δήλωση του, Τεκμήριο 9, στην οποία ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Τον Οκτώβριο 2000 είχε ακούσει ότι οι ενάγοντες παραχωρούσαν εύκολα δάνεια για επενδύσεις στο Χρηματιστήριο. Αποφάσισε να απευθυνθεί σ΄ αυτούς για να εξασφαλίσει δάνειο Λ.Κ.65.
  7. Επισκέφθηκε το Μ.Ε.2 και του ανέφερε πως ήθελε να εξασφαλίσει δάνειο ύψους Λ.Κ.65.000 για να επενδύσει στο Χρηματιστήριο. Σε ερώτηση του Μ.Ε.2 αν είχε «οτιδήποτε για να χρηματοδοτηθεί» του ανέφερε ότι συγγενικά του πρόσωπα είχαν αυτοκίνητα. Όταν ο Μ.Ε.2 είδε τους τίτλους των αυτοκινήτων του ανέφερε ότι δεν ήταν ικανοποιητική εξασφάλιση λόγω της ηλικίας των αυτοκινήτων και τον ρώτησε αν είχε μετοχές για εξασφάλιση. Επειδή ο ίδιος δεν είχε ελεύθερες μετοχές του ανέφερε συγγενικό του πρόσωπο που είχε. Ο Μ.Ε.2 τον παρέπεμψε στην Ανίτα Τζιαρρίδου, στην οποία έδωσε οδηγίες να ετοιμάσει τα συμβόλαια. Μαζί με τα συγγενικά του πρόσωπα πήγαν στην Τράπεζα στις 18.10.2000 και υπόγραψαν όλα τα έγγραφα. Υπέγραψαν τρία συμβόλαια ημερομηνίας 18.10.2000 και ένα ημερομηνίας 19.10.
  8. Και τα τέσσερα αυτά συμβόλαια είναι ψεύτικα και εικονικά. Σε σχέση με το επίδικο συμβόλαιο ο Μ.Υ.1 ανέφερε ότι τα αυτοκίνητα ΑΒΒ577 και UZ019 ήταν ιδιοκτησίας του «σύγαμπρου του». Όπως ανέφερε επί λέξει: «Εγώ δεν ήμουν ιδιοκτήτης αυτών των αυτοκινήτων ούτε και είχα λόγο να τα αγοράσω από τον σύγαμπρο μου ούτε και προφανώς ο σύγαμπρος μου ήθελε να μου τα πωλήσει. Όμως η Λαϊκή ετοίμασε έντυπο μεταβίβασης για τα πιο πάνω οχήματα με τα οποία δήθεν τα οχήματα αυτά μεταβιβάστηκαν στο όνομα μου και άλλα δύο έντυπα με τα οποία εγώ την ίδια στιγμή μεταβίβαζα πίσω τα δύο οχήματα στη Λαϊκή Χρηματοδοτήσεις για να παραχωρήσει με ενοικιαγορά στον σύγαμπρο μου. Αυτή τη διευθέτηση την έκαμε ο Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως και εμείς δεν είχαμε κανένα λόγο να κάμουμε τέτοιες μεταβιβάσεις.» Σύμφωνα με το Μ.Υ.1 τα αυτοκίνητα των δύο άλλων συμβολαίων ανήκαν στον πατέρα του και την αδελφή του και σε σχέση με αυτά ετοιμάστηκαν εικονικές μεταβιβάσεις. Το άλλο συμβόλαιο αφορούσε έπιπλα που ποτέ δεν είχε, τα οποία η Τράπεζα παρουσίαζε ότι ο Μ.Υ.1 πωλούσε σε κάποιο Ρένο Φυλακτού για Λ.Κ.3.
  9. Πέραν των πιο πάνω, το αυτοκίνητο UZ019 ήταν 13 περίπου χρονών, αξίας Λ.Κ.1.000-2.000 ενώ το ΑΒΒ577 12 χρονών, αξίας Λ.Κ.1.500 - 2.
  10. Τα ποσά για το κάθε συμβόλαιο τα καθόρισαν οι ίδιοι οι ενάγοντες και οι εναγόμενοι δεν τους ανέφεραν οτιδήποτε για αυτά. Όλες οι επιταγές που πληρώθηκαν από τη Λαϊκή για τα πιο πάνω συμβόλαια δόθηκαν στο Μ.Υ.1 πλην μιας επιταγής που εκδόθηκε στην εναγόμενη 3 (κουνιάδα του) την οποία εξαργύρωσε ο ίδιος. Γι΄ αυτό σε όλα τα συμβόλαια είναι εγγυητής. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο ήταν «μικρομέτοχος» σε χρηματιστηριακό γραφείο. Τα λεφτά της επίδικης ενοικιαγοράς τα πήρε και τα χρησιμοποίησε για αγορά μετοχών. Δεν θυμόταν πόσες ή ποιες μετοχές αγόρασε. Δεν έχει οποιεσδήποτε γνώσεις σε σχέση με εκτίμηση αυτοκινήτων αλλά αντιλαμβάνεται ότι μετά από ένα χρόνο, δύο χρόνια η αξία ενός αυτοκινήτου μειώνεται. Σε ερώτηση πόσο φθείρεται ένα αυτοκίνητο «Mitsubishi» απάντησε επί λέξει «εγώ ακούω έξω». Είχε το ίδιο αυτοκίνητο ο αδελφός του, «ζητούσε Λ.Κ.1.500 να το πουλήσει και δεν το πούλησε». Τα αυτοκίνητα ΑΒΒ577 και UZ019 είναι υπαρκτά. Ο ίδιος υπέγραψε το επίδικο συμβόλαιο ως εγγυητής. Γνωρίζει τι είναι συμβόλαιο ενοικιαγοράς. Σε ερώτηση αν καταλάβαινε τι υπέγραψε όταν υπέγραψε το Τεκμήριο 1 Β απάντησε πως για να πάρει τα λεφτά έπρεπε να υπογράψει. Όπως επί λέξει ανέφερε «δεν με πολύ ενδιέφερε». Σε ερώτηση αν γνωρίζει ποιος πώλησε τι και σε ποιον στην παρούσα υπόθεση απάντησε ότι φαίνεται ότι και αγόρασε και πούλησε. Στη συνέχεια ανέφερε πως δεν θυμόταν και πως οι υποθέσεις ήταν όλες μαζί και έγιναν την ίδια μέρα και γι΄ αυτό δεν μπορεί να πει ποιος αγόραζε ακριβώς και ποιος πωλούσε. Σε υποβολή ότι στη δήλωση του, Τεκμήριο 9, λέει ότι δεν είχε λόγο να αγοράσει ή πωλήσει τα επίδικα αυτοκίνητα και ότι στην παρούσα η εναγόμενη 3 πώλησε στον εναγόμενο 1 απάντησε ότι δεν θυμάται ποιος πούλησε τι. Για να γράψει στο Τεκμήριο 9 τα πιο πάνω ήταν με την εντύπωση ότι τα αυτοκίνητα ήταν πάνω του. Σε υποβολή ότι τα αυτοκίνητα της ενοικιαγοράς μεταβιβάστηκαν κανονικά, για τα οποία δόθηκαν οι Λ.Κ.15.000, απάντησε ότι τα αυτοκίνητα άξιζαν πιο λίγα λεφτά. Σε ερώτηση γιατί δεν ανέφερε στην ενάγουσα ότι τα αυτοκίνητα άξιζαν πιο λίγα απάντησε «αφού ήθελα τα λεφτά και ήξερα ότι έγραψαν στα τιμολόγια ήταν ψέματα». Γνώριζε όταν υπέγραφε ότι «έκαναν ψέματα». Δεν τον ενδιέφερε αν οι τιμές ήταν ψεύτικες όταν υπέγραφε. Δεν είναι υπόχρεος να πληρώσει διότι λάθος δόθηκαν τα λεφτά, δεν τους προστάτευσε η Τράπεζα. Ο Μ.Υ.2 ήταν ο Δημήτρης Αριστοτέλους, ο οποίος εργάζεται στο Τμήμα Εποπτείας και Ρύθμισης Τραπεζικών Ιδρυμάτων. Κατέθεσε εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας ημερομηνιών Ιανουαρίου 1999 - Ιουλίου 2000 ως Τεκμήριο
  11. Μετά το δεύτερο εξάμηνο του 1999 αριθμός εγκυκλίων και οδηγιών ρύθμιζαν ή αφορούσαν τη χρηματοδότηση για αγορά μετοχών. Κατά τα έτη 1999 και 2000 υπήρξαν παραβάσεις της Λαϊκής Τράπεζας των ορίων πιστωτικής επέκτασης και των οδηγιών σε σχέση με την παραχώρηση διευκολύνσεων για αγορά μετοχών σε σχέση με τις οποίες επιβλήθηκαν ποινές προστίμου. Ο Μ.Υ.2 αναφέρθηκε, περαιτέρω, στα υπόλοιπα δανεισμού της Λαϊκής Τράπεζας προς την ενάγουσα για τα έτη 1997 -
  12. Αντεξεταζόμενος σε ερώτηση αν έκανε έλεγχο στη Λαϊκή Τράπεζα και την ενάγουσα ανέφερε ότι στην τελευταία δεν έκανε. Η Μ.Υ.3, υπάλληλος του Τμήματος Οδικών Μεταφορών, κατάθεσε τα Τεκμήρια 11 και 12, έγγραφα που δεικνύουν τις μεταβιβάσεις του αυτοκινήτου UZ019 και ΑΒΒ577, τα οποία στις 16.10.2000 μεταβιβάστηκαν από τον εναγόμενο 1, ιδιοκτήτη, στην εναγόμενη 3, από την εναγόμενη 3 στην ενάγουσα και από την ενάγουσα στον εναγόμενο 1 για σκοπούς ενοικιαγοράς. Κατέθεσε επίσης τα Τεκμήρια 13 και 14 που αφορούσαν έγγραφα μεταβιβάσεων δύο άλλων αυτοκινήτων. Ο Μ.Υ.4 ήταν ο λογιστής - ελεγκτής Λ. Παπαλλής. Με βάση το συμβόλαιο ο Μ.Υ.4 προέβη σε υπολογισμούς (της επιβάρυνσης/των τόκων) με δύο εναλλακτικές μεθόδους. Σύμφωνα με την πρώτη αφαιρείται πρώτα το κεφάλαιο και μετά οι τόκοι, καταλήγοντας σε επιβάρυνση 17,08% (Τεκμήριο 15). Σύμφωνα με τη δεύτερη, από κάθε δόση αφαιρείται πρώτα ο τόκος μέχρι την ημερομηνία της δόσης και από το υπόλοιπο αφαιρείται το κεφάλαιο. Στην περίπτωση αυτή το ποσοστό επιβάρυνσης ανέρχεται σε 14,24%, δηλαδή Λ.Κ.1.355 και όχι Λ.Κ.2.325 όπως προνοεί το συμβόλαιο (Τεκμήριο 16). Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν προέβη σε έρευνα για το κατά πόσο πληρώθηκαν δόσεις - οι υπολογισμοί του έγιναν στη βάση ότι οι δόσεις θα πληρώνονταν κανονικά. Ανέφερε περαιτέρω ότι το ποσό των Λ.Κ.2.325 που φαίνεται στο συμβόλαιο Τεκμήριο 1 Β συνιστά επιβάρυνση 7,75% στο ποσό της χρηματοδότησης, για δύο χρόνια. Ο Μ.Υ.5 ήταν ο Μιχάλης Γεωργίου, εναγόμενος
  13. Υιοθέτησε τη γραπτή δήλωση του, Τεκμήριο 17, στην οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Είναι σύζυγος της εναγόμενης 3 και σύγαμπρος του εναγόμενου
  14. Ήταν ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου UZ019, το οποίο αγόρασε καινούργιο για Λ.Κ.9.000 και του ΑΒΒ577, το οποίο αγόρασε το 1998 - 99 μεταχειρισμένο. Ο εναγόμενος 2 τον παρακάλεσε να διαθέσει τα πιο πάνω αυτοκίνητα για να μπουν ενοικιαγορά για να εξασφαλίσει δάνειο από την ενάγουσα. Η εναγόμενη 3 θα έμπαινε εγγυήτρια. Ο Μ.Υ.5 με την εναγόμενη 3 πήγαν στην Τράπεζα όπου «τους έβαλαν» να υπογράψουν φόρμες μεταβίβασης με τις οποίες ο ίδιος μεταβίβαζε τα δύο του αυτοκίνητα στην εναγόμενη 3 και η τελευταία στην ενάγουσα. Μετά από λίγες μέρες πήγαν στην Τράπεζα για να υπογράψουν τα σχετικά συμβόλαια. Εκεί όλα τα έγγραφα ήταν έτοιμα «μπροστά σε μια κοπέλα», η οποία τους υπέδειξε πού θα υπέγραφαν. Ο τρόπος διευθέτησης έγινε από την Τράπεζα. Όπως ο Μ.Υ.5 αναφέρει στη σελίδα 3 του Τεκμηρίου 17: «Εγώ δεν είχα οποιονδήποτε λόγο να μεταβιβάσω τα αυτοκίνητα μου στη γυναίκα μου και την ίδια ώρα η γυναίκα μου να τα μεταβιβάσει στην τράπεζα για να τα βάλουν ενοικιαγορά στο όνομα μου.» Κανένας υπάλληλος δεν τους ρώτησε για την αξία των αυτοκινήτων ή την κατάσταση τους, ούτε τους ζήτησαν να τα δουν. Η αξία των δύο αυτοκινήτων δεν ήταν πάνω από Λ.Κ.2.000 κατά το
  15. Η επιταγή της ενοικιαγοράς δόθηκε στον εναγόμενο 2 για να την υπογράψει η εναγόμενη 3 και να πάρει τα λεφτά ο εναγόμενος
  16. Υπέγραψαν τα συμβόλαια για να βοηθήσουν τον εναγόμενο
  17. Όπως περαιτέρω ανέφερε: «το υπογράψαμε γιατί έτσι ετοίμασε τα έγγραφα η Τράπεζα και εμείς από δικής μας πλευράς δεν είχαμε κανένα πρόβλημα να τα υπογράψουμε.» Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τι συνεννόηση έκανε ο εναγόμενος 2 με την ενάγουσα. Αναγνώρισε την υπογραφή του ως μισθωτή, στο Τεκμήριο 1 Β και στο τιμολόγιο 1 Α. Όταν υπόγραψε το συμβόλαιο και το τιμολόγιο δεν διαμαρτυρήθηκε ή διαφώνησε με τις αξίες των αυτοκινήτων αλλά υπέγραψε και έφυγε. Είχε πάει με σκοπό να πάρει δάνειο ο εναγόμενος
  18. Δεν γνώριζαν τι ενοικιαγορά θα τους έκαναν, δεν γνώριζαν τη διαδικασία. Αναγνώρισε τις υπογραφές του στα Τεκμήρια 11 και
  19. Υπέγραψε για να γίνει η ενοικιαγορά. Η Μ.Υ.6 ήταν η εναγόμενη
  20. Η μαρτυρία της ήταν ταυτόσημη με του Μ.Υ.
  21. Υιοθέτησε γραπτή δήλωση, Τεκμήριο 18, στην οποία ανέφερε ότι για να εξασφαλίσει δάνειο ο εναγόμενος 2, ο σύζυγος της διέθεσε τα αυτοκίνητα του UZ019 και ΑΒΒ577 για ενοικιαγορά. Στην Τράπεζα «τους έβαλαν και υπόγραψαν» κάποιες φόρμες μεταβίβασης με τις οποίες ο Μ.Υ.5 της μεταβίβαζε τα δύο πιο πάνω αυτοκίνητα και η ίδια τα μεταβίβαζε στην ενάγουσα. Ειδοποιήθηκαν δε και υπέγραψαν σχετικά συμβόλαια. Δεν υπήρχε λόγος ο σύζυγος της να της μεταβιβάσει τα αυτοκίνητα και η ίδια στην Τράπεζα για να τα βάλουν ενοικιαγορα στο όνομα του. Η Τράπεζα δεν τους ρώτησε για την αξία των αυτοκινήτων ή την κατάσταση τους ούτε τους ζήτησαν να δουν τα αυτοκίνητα. Όπως ανέφερε και ο σύζυγος της υπέγραψαν το συμβόλαιο αυτό επειδή τους το ζήτησε ο εναγόμενος 2 και γιατί «έτσι ετοίμασε τα έγγραφα η Τράπεζα» και δεν είχαν κανένα πρόβλημα να τα υπογράψουν. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι υπέγραψε το Τεκμήριο 1 Β ως έμπορας και εγγυητής καθώς και το τιμολόγιο, Τεκμήριο 1 Α. Δεν διαμαρτυρήθηκαν για την αναγραφόμενη αξία των Λ.Κ.15.000 από τη στιγμή που η Τράπεζα τους έδινε το δάνειο. Δέχθηκε ότι υπέγραψε στα Τεκμήρια 11 και 12, με τη θέληση της, γιατί γνώριζε ότι τα λεφτά θα τα έδινε ο εναγόμενος 2 που ήταν σε συνεννόηση με την Τράπεζα. Την επιταγή που εκδόθηκε στο όνομα της την οπισθογράφησε και την έδωσε στον εναγόμενο
  22. Αρνήθηκε υποβολή πως η ενοικιαγορά έγινε με τη δική τους συνεννόηση. Υπέγραψε γιατί στόχος ήταν να πάρουν τα χρήματα. Ο Μ.Υ.7 ήταν ο Ελευθέριος Πιερή, ο οποίος διατηρεί εδώ και δέκα χρόνια γραφείο αυτοκινήτων. Εισάγει και μεταπωλεί αυτοκίνητα. Σε σχέση με το αυτοκίνητο ΑΒΒ577 ανέφερε ότι τον Οκτώβριο του 2000 η τιμή του ως μεταχειρισμένο θα ήταν Λ.Κ.3.500 αν ήταν σε καλή κατάσταση. Η γνώμη του βασίζεται στην πείρα του και τα όσα του ανέφεραν οι συνάδελφοι του. Το UZ019 κατά τον ίδιο χρόνο άξιζε Λ.Κ.1.500 αν ήταν σε καλή κατάσταση. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν είδε τα αυτοκίνητα πριν να τα εκτιμήσει. Σε ερώτηση αν είδε οποιοδήποτε πρόβλημα απάντησε «ότι πρόβλημα έχει κάποιο αυτοκίνητο δεν αλλάσσει η τιμή». Προέβη στην εκτίμηση με βάση το πιστοποιητικό εγγραφής των αυτοκινήτων «και με ορισμένα τηλέφωνα ακόμα από συναδέλφους ή από την αντιπροσωπεία.» Δεν γνωρίζει να υπάρχουν εκτιμητές αυτοκινήτων. Σε υποβολή ότι η εκτίμηση του είναι αμφίβολη και λανθασμένη απάντησε ότι επειδή τηλεφώνησε για να είναι σίγουρος για την τιμή δεν σημαίνει ότι δεν γνωρίζει. «Η δεύτερη και η τρίτη γνώμη είναι καλύτερη», όπως είπε. Παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες και έχοντας εξετάσει τη μαρτυρία τους καταλήγω στα πιο κάτω. Ο Μ.Ε.1 μου έκανε καλή εντύπωση. Η μαρτυρία του ήταν βεβαίως τυπική και την αποδέχομαι, εξάλλου δεν αμφισβητήθηκε. Ο Μ.Ε.2 μου έκανε καλή εντύπωση και τον δέχομαι ως αξιόπιστο μάρτυρα. Εξιστόρησε τα γεγονότα με τρόπο πειστικό, σαφή και χωρίς υπεκφυγές. Η μαρτυρία του ουδόλως κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του ότι δέχθηκε τις αξίες των αυτοκινήτων που δήλωσαν οι εναγόμενοι 1 και 3 στο τιμολόγιο, Τεκμήριο 1 Α, εξετάζοντας το αίτημα τους για χρηματοδότηση σφαιρικά, έχοντας πρόσθετα υπόψη τόσο τις προσωπικές τους εγγυήσεις όσο τη φερεγγυότητα του αγοραστή. Θεωρώ σκόπιμο να σημειώσω ότι η θέση του Μ.Ε.2 ότι ήταν επιθυμία των εναγομένων τα συμβόλαια να γίνουν με πωλητή την εναγόμενη 3 και αγοραστή τον εναγόμενο 1 και ότι η διαδικασία μπορούσε να γίνει και χωρίς να γίνουν οι μεταβιβάσεις, με πωλητή τον εναγόμενο 1 δεν αμφισβητήθηκε. Κρίνω σκόπιμο στο σημείο αυτό να σημειώσω ότι η δικογραφημένη θέση των εναγομένων ότι τα αυτοκίνητα δεν ήταν υπαρκτά δεν υπεβλήθη στο μάρτυρα. Σημειώνω, περαιτέρω, ότι ούτε η θέση του Μ.Υ.2 ότι ανέφερε στο Μ.Ε.2 ότι ήθελε να εξασφαλίσει δάνειο Λ.Κ.65.000 για σκοπούς επένδυσης στο Χρηματιστήριο υπεβλήθη στο Μ.Ε.
  23. Ο Μ.Υ.1 μου έκανε πενιχρή εντύπωση ως μάρτυρας και απορρίπτω τη μαρτυρία του χωρίς ενδοιασμό. Η μαρτυρία του ήταν διάχυτη από υπεκφυγές, ανακρίβειες, αοριστίες και αντιφάσεις. Προέκυψε εμφανώς από την αντεξέταση του μάρτυρα ότι τελούσε υπό σύγχυση. Ενώ στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι τα αυτοκίνητα «δήθεν μεταβιβάστηκαν στο όνομα του» στην αντεξέταση του ανέφερε ότι ήταν με την εντύπωση ότι τα αυτοκίνητα ήταν πάνω του αλλά δεν θυμάται «ποιος πούλησε τι». Είναι δε αξιοσημείωτη η ευκολία με την οποία ισχυρίστηκε ενόρκως ότι δεν τον ενδιέφερε αν οι τιμές στο τιμολόγιο «ήταν ψεύτικες», και ότι γνώριζε όταν υπέγραφε ως εγγυητής ότι «έκαναν ψέματα», αναμένοντας από το Δικαστήριο να πιστέψει τη σημερινή του εκδοχή. Ενδεικτικό της ασυνέπειας που χαρακτήριζε τη μαρτυρία του ήταν η απάντηση του σε ερώτηση αν στην Τράπεζα ανέφερε ότι ήταν Χρηματιστής: «Μπορούσα να τους πω ότι ήμουν και πιλότος», ανέφερε χαρακτηριστικά. Η θέση του ότι δεν είναι υπόχρεος να πληρώσει την οφειλή του στην Τράπεζα γιατί λάθος του δόθηκαν από την τελευταία η οποία δεν τον προστάτευσε παρέμεινε μετέωρη, στερείται δε πειστικότητας και δεν βρίσκει έρεισμα στη λογική. Ούτε οι Μ.Υ.5 και 6 μου έκαναν καλή εντύπωση. Η προσπάθεια τους να αποστασιοποιηθούν από την επίδικη συναλλαγή και να παρουσιάσουν τους εαυτούς τους ως αδαείς, αδιάφορους και αμέτοχους δεν ήταν πειστική. Ήταν φανερό ότι ο σκοπός τους ήταν να αποποιηθούν των ευθυνών τους που πηγάζουν από τη συμφωνία που παραδέχθηκαν ότι υπέγραψαν. Η θέση τους ότι «δεν υπήρχε λόγος» να γίνουν οι μεταβιβάσεις όπως έγιναν ήταν αόριστη και ασαφής και παρέμεινε μετέωρη. Είναι δε άξιον απορίας πώς αναμένουν από το Δικαστήριο οι Μ.Υ.5 και 6 να πιστέψει ότι οι δηλώσεις τους ως προς την αξία των αυτοκινήτων στο Τεκμήριο 1 Α καθώς και οι δηλώσεις τους στο Τεκμήριο 1 Β και στις φόρμες μεταβίβασης, Τεκμήρια 11 και 12, δεν ήταν αληθινές κατά τη σύναψη της συμφωνίας ενώ είναι σήμερα που καλούνται να αποπληρώσουν τις οφειλές τους που απορρέουν από τις εν λόγω δηλώσεις τους. Δεν αποδέχομαι τις μαρτυρίες τους. Οι Μ.Υ.2 και 3 μου έκαναν καλή εντύπωση, ήταν τυπικοί και ανεξάρτητοι μάρτυρες, η μαρτυρία τους δεν αμφισβητήθηκε και την αποδέχομαι. Κρίνω σκόπιμο στο σημείο αυτό να σημειώσω ότι ο Μ.Υ.2 όχι μόνο δεν συσχέτισε την επίδικη ενοικιαγορά με τις εγκυκλίους που παρουσίασε και τον έλεγχο που διενήργησε η Κεντρική Τράπεζα αλλά παρέλειψε να συσχετίσει ή συνδέσει την ενάγουσα με τα πιο πάνω. Ο Μ.Υ.4 ο οποίος ανέφερε στην κυρίως εξέταση του ότι υπολόγισε το ποσοστό επιβάρυνσης στο συγκεκριμένο συμβόλαιο με δύο τρόπους κατέληξε στα ποσοστά 17,08% και 14,24%, κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι το ποσοστό επιβάρυνσης που φαίνεται στο συμβόλαιο, για την περίοδο του συμβολαίου δηλαδή για 24 μήνες είναι 7,75%. Κρίνω ότι οι δύο πιο πάνω θέσεις του μάρτυρα δεν συμβιβάζονται και κατ΄ επέκταση πως η μαρτυρία του μάρτυρα ήταν ασυνεπής και δεν μπορώ να την αποδεκτώ. Ο Μ.Υ.7 ο οποίος προφανώς κλήθηκε ως εμπειρογνώμονας, δεν μου έκανε καλή εντύπωση και δεν μπορώ να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στη μαρτυρία του, η οποία δεν ήταν πειστική. Παρέμεινε ασαφές και νεφελώδες σε ποια δεδομένα βασίστηκε για να καταλήξει στα συμπεράσματα του ως προς την αξία των αυτοκινήτων και δεν έχει παραθέσει στο Δικαστήριο οποιαδήποτε βάσιμα επιστημονικά κριτήρια που να το βοηθήσουν να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. Στην τελική του αγόρευση ο κ. Μαθηκολώνης εισηγήθηκε ότι η επίδικη συμφωνία ήταν εικονική αναφερόμενος στα ακόλουθα, μεταξύ άλλων, στοιχεία που αποδεικνύουν την πιο πάνω εισήγηση του: (α) στο γεγονός ότι δεν προχώρησαν σε έλεγχο των αυτοκινήτων επιδεικνύοντας αδιαφορία, χρηματοδοτώντας τα δύο επίδικα αυτοκίνητα για Λ.Κ.15.000 ενώ η αξία τους σύμφωνα με τη μαρτυρία των Μ.Υ.1 και Μ.Υ.7 δεν υπερέβαινε τις Λ.Κ.5.000, γεγονός που κατά τον ισχυρισμό του συνηγόρου δεν αμφισβητήθηκε. (β) στο σύστημα μεταβίβασης που ακολούθησαν οι ενάγοντες. Διερωτήθηκε ο συνήγορος, εάν πράγματι ο εναγόμενος 1 επιθυμούσε να εξασφαλίσει δάνειο Λ.Κ.15.000 και ήταν ιδιοκτήτης γιατί δεν τα πώλησε ο ίδιος στους ενάγοντες και διαμεσολάβησε η σύζυγος του; Ήταν περαιτέρω η εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου ότι η επίδικη συναλλαγή είναι παράνομη για διάφορους λόγους, μεταξύ των οποίων οι ακόλουθοι:
(1)επειδή επρόκειτο για εικονική συμφωνία με σκοπό να χρεωθούν οι εναγόμενοι με κεφαλαιοποιημένους τόκους υπό μορφή δικαιωμάτων ενοικιαγοράς, υπερβαίνοντας το τότε ισχύον ανώτατο επιτρεπόμενο όριο, κατά παράβαση της περί Τόκου Νομοθεσίας.
(2)διότι η συναλλαγή προωθήθηκε και καταρτίστηκε με παράνομο σκοπό, δηλαδή την παραβίαση των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας.
(3)διότι μέσω της επίδικης εικονικής συναλλαγής οι ενάγοντες επέβαλαν στους εναγόμενους «επαχθείς και ανήθικους όρους συναλλαγής και αντίθετους με τη δημόσια πολιτική». Σύμφωνα με το συνήγορο το θέμα της παρανομίας εγείρεται υπό την προϋπόθεση ότι η επίδικη συμφωνία είναι εικονική και ότι προωθήθηκε για να συγκαλύψει την παραχώρηση δανείου. Στη δική του αγόρευση ο κ. Ζαχαρίου εισηγήθηκε ότι εκείνο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη είναι το δοσμένο νομικό περιεχόμενο του εγγράφου και αν αυτό συμβιβάζεται με τη φύση που προσδίδουν οι διάδικοι στη συμφωνία. Περαιτέρω, ήταν η θέση του ότι ουδεμία παρανομία δεν υφίσταται ή παράβαση της δημόσιας πολιτικής. Τυχόν παραβίαση της περί Τόκου Νομοθεσίας, σύμφωνα με το συνήγορο, δεν οδηγεί σε ακυρότητα αλλά σε μη χρέωση των καθ΄ υπέρβαση τόκων. Ήταν δε η θέση του ότι ακόμη και στην περίπτωση άκυρης συναλλαγής οι ενάγοντες δικαιούνται σε απόφαση πάνω στη διαζευκτική βάση της αγωγής. Οι συνήγοροι υποστήριξαν τις θέσεις τους με αναφορά σε σχετική νομολογία, σε συσχετισμό με την προσαχθείσα μαρτυρία. Στην πρόσφατη υπόθεση Ανδρούλλα Κωνσταντίνου και άλλου v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, Πολ. Έφ. Αρ. 12211, ημερομηνίας 8.9.2006 επαναβεβαιώθηκε ότι η Τράπεζα έχει το βάρος απόδειξης της έγκυρης κατάρτισης της συμφωνίας ενοικιαγοράς σύμφωνα με το Νόμο. Εκεί είχε προσκομιστεί η γραπτή σύμβαση και με τη μαρτυρία των υπαλλήλων της Τράπεζας εξηγήθηκαν ακόμη και οι περιστάσεις της υπογραφής της. Η σύμβαση αναφερόταν σε έπιπλα υπαρκτά τα οποία και περιγράφονταν σε πίνακα, τα οποία η μισθωτής αναγνώρισε πώς παρέλαβε και πως βρίσκονταν σε καλή κατάσταση. Όσον αφορά το θέμα κατά πόσον τα αντικείμενα ήταν υπαρκτά υιοθετήθηκαν τα όσα λέχθηκαν στις υποθέσεις T.J.S. Enterprises Ltd κ.ά. v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 108 και Barclays Bank Plc v. J.G.L. (Constructions) Ltd κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1726 με αναφορά στο πιο κάτω απόσπασμα από τη σελ. 1733 από την τελευταία: «Κατά τα λοιπά, δεν μπορεί να ευσταθήσει η εισήγηση ότι ήταν υποχρέωση της Τράπεζας να καλέσουν ως μάρτυρες τους προμηθευτές των αντικειμένων των ενοικιαγορών και άλλους για να αντικρούσουν τον ισχυρισμό των εναγομένων περί εικονικότητας τους. Ο ισχυρισμός αυτός, εγειρόμενος από τους εναγόμενους, έθετε σε αυτούς και το ανάλογο βάρος να τον αποδείξουν.» Για τη στοιχειοθέτηση εικονικότητας πρέπει να διαφανεί ότι και οι δύο πλευρές στόχευαν στη σύναψη συμφωνίας που στην πραγματικότητα δεν θα λειτουργούσε με βάση τους όρους που προέβλεπε. Όπως λέχθηκε χαρακτηριστικά στην υπόθεση Snook v London and West Riding Investment Ltd [1967] 2 Q.B 786 ,802 από τον Lord Diplock : « ....that for acts or documents to be a sham with whatever legal consequences follow from this , all the parties thereto must have a common intention that the acts or documents are not to create the legal rights and obligations which they give the appearance of creating. No unexpressed intentions of a "shammer" affect the rights of a party whom he deceived . There is an express finding in this case that the defendants were not parties to the alleged "sham" . So this contention fails .» Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στα γεγονότα της παρούσας αγωγής, έχοντας υπόψη ότι σε κανένα στάδιο της υπόθεσης δεν αμφισβητήθηκε ότι τα δύο αυτοκίνητα, αντικείμενα της συμφωνίας ενοικιαγοράς, ήταν υπαρκτά, καταλήγω ότι ο εναγόμενος 1 συνήψε στις 19.10.2000 το συμβόλαιο ενοικιαγοράς Τεκμήριο 1 Β, το οποίο υπέγραψε ως μισθωτής και οι εναγόμενοι 2, 3, 4 ως εγγυητές. Τα αντικείμενα φαίνονται στο τιμολόγιο Τεκμήριο 1 Α. Σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις της εναγόμενης 3 στο Τεκμήριο 1 Β τα αντικείμενα ήταν στην αποκλειστική της ιδιοκτησία και είχε το δικαίωμα να τα πωλήσει και τα πρόσφερε για πώληση στην τρέχουσα τιμή πώλησης ως περιγράφονται στο Τεκμήριο 1 Β. Περαιτέρω, στη συμφωνία και δηλώσεις του μισθωτή ο εναγόμενος 1 δηλώνει υπεύθυνα ότι παρέλαβε τα αγαθά σε καλή κατάσταση τα οποία βρήκε από όλες τις απόψεις κατάλληλα και απόλυτα ικανοποιητικά. Βεβαιώνει επίσης ότι γνώριζε την τιμή των αγαθών σε μετρητά πριν υπογράψει. Επίσης στην παράγραφο 4 καλεί την ενάγουσα «η οποία δεν είδε τα αγαθά» να βασισθεί στις διαβεβαιώσεις του. Στο τιμολόγιο, Τεκμήριο 1 Α, περιγράφονται τα αντικείμενα του συμβολαίου 1 Β και οι αντίστοιχες αξίες τους, με βάση τις δηλώσεις των εναγομένων 1 και 3 οι οποίο το υπογράφουν ως παραλήπτης και πωλητής, αντίστοιχα. Οι ενάγοντες δέχθηκαν τις τιμές που δήλωσαν οι εναγόμενοι 1 και 3 γνωρίζοντας ότι οι εναγόμενοι ήταν αξιόχρεοι, εκτιμώντας το αίτημα τους σφαιρικά. Εκδόθηκε η επιταγή Τεκμήριο 5 Β η οποία πληρώθηκε στην εναγόμενη 3. Επειδή ο εναγόμενος 1 δεν ήταν συνεπής στις υποχρεώσεις του οι ενάγοντες τερμάτισαν το συμβόλαιο με επιστολή Τεκμήριο 4, ημερομηνίας 13.2.2002, καλώντας τους να καταβάλουν ολόκληρο το οφειλόμενο υπόλοιπο που ανερχόταν σε Λ.Κ.13.050,43, σύμφωνα με κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 2, ημερομηνίας 31.10.2006. Το ποσό Λ.Κ.2.325 που φαίνεται στο συμβόλαιο Τεκμήριο 1 Β αποτελεί δικαιώματα που υπολογίσθηκαν σε 7,75% επί του ποσού των Λ.Κ.15.000 του συμβολαίου. Έχω την άποψη ότι οι δηλώσεις των εναγομένων 1 και 3 στα επίδικα έγγραφα τους εμποδίζουν να ισχυρίζονται ότι τα αντικείμενα είναι ευτελούς αξίας ή ότι η εναγόμενη 3 δεν ήταν η απόλυτη ιδιοκτήτης. Από τη δήλωση της εναγόμενης 3 που περιέχεται στο συμβόλαιο ότι τα αντικείμενα ήταν στην αποκλειστική της ιδιοκτησία με δικαίωμα να τα πωλήσει στην τρέχουσα τιμή και τη δήλωση του εναγόμενου 1 ότι είχε εξετάσει και παραλάβει τα αντικείμενα την τιμή των οποίων γνώριζε καθώς και από τις δηλώσεις στο τιμολόγιο φαίνεται ότι είχαν παραστήσει ότι η εναγόμενη 3 ήταν η πωλητής και απόλυτη ιδιοκτήτρια των αυτοκινήτων αξίας Λ.Κ.15.000. Όπως και στην υπόθεση Ιωάννου Γιαννάκης v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(1995)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1522 η συμπεριφορά τους οδήγησε την Τράπεζα να αποδεχθεί την εισήγηση για τη χρηματοδότηση με ενοικιαγορά της συναλλαγής σε βαθμό που θα ήταν άδικο να τους επιτραπεί να ενεργήσουν με τρόπο ασυμβίβαστο με την πιο πάνω συμπεριφορά τους. (Βλ. επίσης T. J. S. Enterprises Ltd κ.ά. v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ (ανωτέρω). Σύμφωνα με τη μαρτυρία του αξιόπιστου Μ.Ε.2 στηρίχτηκαν στις δηλώσεις του πελάτη τους. Εφαρμόζοντας τις αρχές που προκύπτουν από τη νομολογία, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι οι ενάγοντες προέβηκαν στον καταρτισμό μιας καθόλα νόμιμης και γνήσιας συμφωνίας ενοικιαγοράς των αντικειμένων που περιγράφονται σε αυτή και με τους όρους που περιέχονται σε αυτή. Θεωρώ δε ότι η συμφωνία τερματίστηκε νόμιμα και σύμφωνα με τους όρους της. Έγινε λόγος από το συνήγορο υπεράσπισης στην αγόρευση του για το «σύστημα μεταβίβασης» των αυτοκινήτων και τη διαμεσολάβηση της εναγόμενης 3. Διερωτήθηκε ο συνήγορος γιατί δεν πώλησε ο ίδιος ο εναγόμενος 1 το αυτοκίνητο αλλά το μεταβίβασε στην εναγόμενη 3 για να το πωλήσει εκείνη. Μπορούσε κάλλιστα να πωλήσει ο ίδιος στους ενάγοντες τα αυτοκίνητα για να του τα παραχωρήσουν με ενοικιαγορά και δεν υπήρχε λόγος για τη διαμεσολάβηση της εναγόμενης 3, εισηγήθηκε κατά την αγόρευση του ο κ. Μαθηκολώνης. Αδυνατώ να δω με ποιο τρόπο από την πιο πάνω διαμεσολάβηση μπορεί να εξαχθεί, ως ήταν η εισήγηση του συνηγόρου, συμπέρασμα εικονικότητας. Η πιο πάνω θέση του συνηγόρου δεν έχει τεκμηριωθεί με ίχνος αξιόπιστης μαρτυρίας. Το επιχείρημα «δεν υπήρχε λόγος», από μόνο του δεν είναι βάσιμο. Αντίθετα η αξιόπιστη αναντίλεκτη μαρτυρία του Μ.Ε.2 δεικνύει πως ήταν η επιθυμία και οι οδηγίες των ίδιων των εναγομένων να επιλέγει ως πωλητής η εναγόμενη 3 και αυτός ήταν ο λόγος που επιλέγηκε. (Βλ. σχετικά υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδότησης Τράπεζας Κύπρου Λτδ v. Αντιγόνης Πιερή κ.ά.
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 562, 566 και υπόθεση T.J.S Enterprises Ltd κ.ά. (πιο πάνω)). Πέραν των πιο πάνω, όπως λέχθηκε στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Κώστα Σταύρου Κωνσταντίνου κ.ά.
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1432 ο τρόπος απόκτησης της κυριότητας του αντικειμένου από τους χρηματοδότες δεν είναι εξ΄ ορισμού ουσιώδους σημασίας για τη φύση της συναλλαγής ως ενοικιαγοράς. Έρχομαι τώρα στη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι η συμφωνία καταρτίστηκε με σκοπό την παραβίαση των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας, Τεκμήριο 10. Κατ΄ αρχήν δέον να σημειωθεί ότι ενώπιον μου δεν έχει τεθεί αξιόπιστη μαρτυρία ότι τα χρήματα της επίδικης σύμβασης παραχωρήθηκαν για αγορά μετοχών. Περαιτέρω, από τη μαρτυρία του Μ.Υ.2 δεν προκύπτει ότι είτε η συγκεκριμένη επίδικη συναλλαγή είτε οι οποιεσδήποτε συναλλαγές των εναγόντων κατά τον επίδικο χρόνο παραβίαζαν οποιαδήποτε εκ των εγκυκλίων. Είναι δε αμφίβολο, αφού κάτι τέτοιο δεν προέκυψε, ότι ο έλεγχος της Κεντρικής Τράπεζας επεκτάθηκε στους ενάγοντες. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς για παράνομο τόκο λόγω υπέρβασης του ανωτάτου ορίου επιτοκίου που ήταν τότε 9% με βάση τις πρόνοιες του περί Τόκου Νόμου αρ. 2/79 που καταργήθηκε με το Νόμο αρ. 60
(1)/99 από την 1.1.2001, αναφέρω ότι επρόκειτο περί συμφωνίας ενοικιαγοράς στην οποία επιβάλλονται «δικαιώματα» και όχι συμφωνία δανείου όπου επιβάλλεται «τόκος» μέσα στην έννοια της καταρτηθείσας προαναφερθείσας νομοθεσίας. Στην υπόθεση Αντωνιάδου v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 530 τονίστηκε ότι ο τόκος συναρτάται με τη χρήση χρηματικού κεφαλαίου ενώ η ενοικιαγορά με τη διάθεση της χρήσης μη χρηματικού αντικειμένου. Βεβαίως και αν καταστρατηγείτο η τότε ισχύουσα νομοθεσία ως προς το ανώτατο επιτόκιο, αυτό το γεγονός δεν θα καθιστούσε τη σύμβαση παράνομη, παρά μόνο δεν θα επέτρεπε τη χρέωση και είσπραξη του καθ΄ υπέρβαση τόκου. (Βλ. Τσιακλίδης v. Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. 768). Για όλους τους πιο πάνω λόγους και δεδομένου ότι τα υπόλοιπα, η παράβαση της σύμβασης εκ μέρους των εναγομένων και το δικαιολογημένο του τερματισμού δεν έχουν στην ουσία τους αμφισβητηθεί, η Απαίτηση θα πρέπει να επιτύχει. Γι΄ αυτούς τους λόγους, στην Απαίτηση η ενάγουσα δικαιούται σε απόφαση ως η Απαίτηση ενώ η Ανταπαίτηση αποτυγχάνει και θα πρέπει να απορριφθεί. Εκδίδεται απόφαση εναντίον των εναγομένων αλληλέγγυα και / ή προσωπικά: (α) Απόφαση για Λ.Κ.13.070,43 ως υπόλοιπο ενοικίου και ή δυνάμει δόσεων ενοικίου και ή αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης και / ή οφειλομένου υπολοίπου πιστωτικών διευκολύνσεων και / ή υποχρεώσεως και / ή συμφωνίας για κάλυψη και ή αποζημίωση, πλέον νόμιμο τόκο. (β) Εκδίδονται Διατάγματα ως οι παράγραφοι 6 Α, Β της Έκθεσης Απαίτησης. Επιδικάζονται επίσης υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων τα έξοδα της Απαίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων όπως επίσης θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........................................ Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. /Λ.Σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.