TOP KINISIS TRAVEL PUBLIC LTD ν. CHARLES R HADKINSON κ.α., Αρ. Αγωγής: 205/06, 11.10.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:A135 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Τ. Θ. Οικονόμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 205/06 Μεταξύ: TOP KINISIS TRAVEL PUBLIC LTD Εναγόντων -και-
- CHARLES R. HADKINSON
- ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΙΧΑΗΛ Εναγόμενων Ημερομηνία: 11.10.
- Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κα Ν. Οικονόμου για να ακούσει απόφαση για κ. Πουμπουρίδη για Α. Νεοκλέους Για τον Εναγόμενο: κ. Λουκαϊδης για κ. Α. Ποιητή Α Π Ο Φ Α Σ Η Με το επίδικο έγγραφο ημερ. 6/7/05 (τεκμήριο 1) οι ενάγοντες υποσχέθηκαν να αποσύρουν εντός επτά ημερών καθορισθέντα ένδικα μέσα εναντίον του εναγομένου 1 και μιας εταιρείας. Σε αντάλλαγμα ο εναγόμενος 1 αναγνώρισε ότι οφείλει στους ενάγοντες και υποσχέθηκε να τους καταβάλει, με εγγυητή τον εναγόμενο 2, το ποσό των ΛΚ98.
- Με την εκτέλεση του εγγράφου πληρώθηκαν ΛΚ15.
- Το υπόλοιπο, ΛΚ83.248 συμφωνήθηκε να καταβληθεί με 17 μηνιαίες δόσεις από 6/8/
- Παράλειψη, με 15 ημέρες χάρη, θα καθιστούσε ολόκληρο το ποσό απαιτητό. Οι ενάγοντες μέχρι τις 4/10/05 δεν απέσυραν τα ένδικα μέτρα. Όμως, με επιστολή του της ημερομηνίας εκείνης προς τους ενάγοντες (τεκμήριο 2) ο εναγόμενος βεβαιώνει αποδοχή παράτασης του χρόνου μέχρι τις 5/10/
- Παράλληλα δεσμεύθηκε ότι αν αποσύρονταν τα μέτρα θα κατέβαλλε το ποσό των δόσεων Αυγούστου - Νοεμβρίου, κατά ή πριν την 31/10/05 και το υπόλοιπο με δόσεις από 31/12/
- Στις 5/10/05 τα ένδικα μέσα αποσύρθηκαν. Δεν έγινε όμως καμιά πληρωμή έναντι, ούτε στις 15/11/05 ούτε οποτεδήποτε μετά και το υπόλοιπο κατέστη ολόκληρο οφειλόμενο με συμφωνηθέντα τόκο προς 9%. Γι' αυτό και η παρούσα αγωγή, με την οποία οι ενάγοντες ζητούν ΛΚ83.248,00 με τόκο 9% από 15/11/
- Ως νομική βάση της απαίτησης αναφέρεται το γραμμάτιο συνήθους τύπου (γ.σ.τ.) ή το έγγραφο αναγνώρισης χρέους ή το χρεωστικό ομόλογο. Οι εναγόμενοι αρνούνται ότι πρόκειται για γραμμάτιο κ.λ.π. Δεν δίδουν λεπτομέρειες. Ούτε έχουν ζητηθεί. Πέραν της γενικής αυτής θέσης οι εναγόμενοι στην Υπεράσπιση τους ισχυρίζονται ότι το έγγραφο δεν μπορεί να αποτελεί έγγραφο αναγνώρισης χρέους «καθότι αφορούσε προηγούμενο χρέος άλλου προσώπου». Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι το έγγραφο ήταν αποτέλεσμα πιέσεων και εξαναγκασμού. Αυτά όμως τα θέματα δεν έχουν προωθηθεί. Χωρίς προφορική μαρτυρία, κατατέθηκε το έγγραφο και προσδιορίστηκαν περιοριστικά τα επίδικα θέματα ως ακολούθως:
(1)Κατά πόσο το αναφερθέν έγγραφο ημερ. 6/7/05 αποτελεί γραμμάτιο συνήθους τύπου ή έγγραφο αναγνώρισης χρέους ή χρεωστικό ομόλογο όπως αναφέρεται στην ΄Εκθεση Απαίτησης.
(2)Κατά πόσο ο εγγυητής - εναγόμενος 2 έχει απαλλαγεί λόγω της τροποποίησης της αρχικής συμφωνίας που έγινε με την εν λόγω επιστολή του εναγομένου 1 ημερ. 4/10/05 προς τους ενάγοντες. Το πρώτο επίδικο θέμα Ως προς το πρώτο θέμα, εφόσον δεν ζητήθηκαν λεπτομέρειες και εφόσον οι ενάγοντες δέχθηκαν να καθοριστεί το εν λόγω επίδικο θέμα, οι εναγόμενοι παρά την γενικότητα της υπεράσπισης είχαν πλέον την ευχέρεια να τοποθετηθούν στα ευρεία αυτά πλαίσια. Οπόταν στις αγορεύσεις, οι θέσεις τους συγκεκριμενοποιήθηκαν ως εξής: (α) Το έγγραφο δεν είναι γ.σ.τ. διότι η υποχρέωση πληρωμής συναρτάται προς την υπόσχεση των εναγόντων να αποσύρουν τα δικαστικά μέτρα. ΄Ετσι κατά τον χρόνο εκτέλεσης του εγγράφου δεν ήταν βέβαιη η ύπαρξη και ο χρόνος της υποχρέωσης των εναγομένων, αλλά ήταν υπό όρους. Αβεβαιότητα ως προς τον χρόνο, καταλήγει η εισήγηση, προκύπτει και λόγω της μεταγενέστερης παράτασης. Ενώ, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 78 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149[1] η υποχρέωση για πληρωμή, αν δεν είναι πληρωμή σε πρώτη ζήτηση, πρέπει να καθορίζεται χρονικά. (β) Τα ένδικα μέσα που αποσύρθηκαν ήταν τα εντάλματα κινητών σε δύο αγωγές και μια ιδιωτική ποινική υπόθεση για ακάλυπτη επιταγή. Είναι η εισήγηση των εναγομένων ότι η απόσυρση της ποινικής υπόθεσης δεν είναι νόμιμο αντάλλαγμα. Λέγουν περαιτέρω, ότι επειδή τα εντάλματα αποσύρθηκαν άνευ βλάβης, η σημερινή απαίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Ισχυρίζονται ακόμα ότι η υποχρέωση των εναγόντων ήταν να αποσύρουν τις αγωγές και όχι τα εντάλματα κινητών όπως έπραξαν. Η θέση περί κατάχρησης δεν περιλαμβάνεται στα δικόγραφα ενώ οι άλλες δύο θέσεις υπό (β) είναι αμφίβολο αν καλύπτονται από τον περιορισμό των επίδικων θεμάτων. Είναι δυσκολίες που προκύπτουν από το γενικόλογο δικόγραφο των εναγομένων και την παράλειψη των εναγόντων να ζητήσουν λεπτομέρειες. Εν πάση περιπτώσει θα εξετάσω και τις θέσεις υπό στοιχείο (β) αρχίζοντας μάλιστα από αυτές: Η θέση ότι οι ενάγοντες είχαν υποχρέωση να αποσύρουν τις αγωγές και όχι τα εντάλματα κινητών στερείται βάσης. Στο έγγραφο ρητά γίνεται λόγος και για απόσυρση των ενταλμάτων. Η παράλληλη αναφορά σε απόσυρση αγωγών, δεν μπορεί να έχει άλλο νόημα από την παράλληλα προβλεπόμενη απόσυρση των ενταλμάτων, εφόσον στο στάδιο της εκτέλεσης δεν υπάρχει αγωγή και αγώγιμο δικαίωμα, αλλά δικαίωμα εξ αποφάσεως και μέτρα εκτέλεσης του. Ως προς την εισήγηση περί κατάχρησης, είναι γεγονός ότι τα εντάλματα απεσύρθησαν «άνευ βλάβης» (βλ. τεκμήρια 3 και 4). Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ενάγοντες μπορούν πράγματι να επανέλθουν, αν εκείνη η νομική κατάσταση υποκαταστάθηκε από μεταγενέστερη συμφωνία. Εάν επανέλθουν μπορεί να εγερθεί τότε ζήτημα κατάχρησης εκείνης της διαδικασίας. Σε σχέση με την απόσυρση της ποινικής υπόθεσης ως μέρος του ανταλλάγματος, ο κ. Λουκαϊδης δεν παρέπεμψε σε αυθεντίες. Κατά γενική αρχή ο συμβιβασμός ποινικής υπόθεσης δεν μπορεί να αποτελέσει νόμιμη συμφωνία. Υπάρχει πάντως η δυνατότητα να συμβιβαστεί υπό προϋποθέσεις η ιδιωτική πτυχή μιας παράλληλα ποινικής υπόθεσης (βλ. Fisher & Co v. Appollinaris Co
(1875)L.R. 10 Ch. App. 297). Δεν χρειάζεται όμως να επεκταθώ. Το πρακτικό της ποινικής υπόθεσης που αποσύρθηκε αποκαλύπτει ότι ο ιδιώτης κατήγορος ζήτησε άδεια από το Δικαστήριο να αποσύρει την κατηγορία δηλώνοντας ότι δεν προσφέρει μαρτυρία. Το Δικαστήριο, μόνο αρμόδιο και γνώστης των γεγονότων, έκρινε κατάλληλη την περίπτωση να δοθεί άδεια και την έδωσε. Αυτή η δικαστική πράξη διασφαλίζει και εξυπακούει ότι δεν διαπιστώθηκε αθέμιτη πίεση στον κατηγορούμενο ή παρέμβαση στο έργο της δικαιοσύνης. Δεν μπορεί υπό τις περιστάσεις να συζητηθεί βάσιμα θέμα παρανομίας ή παράβασης αρχών δημόσιας πολιτικής και μάλιστα επί της γενικότητας που ετέθη το ζήτημα στην υπεράσπιση. Ως εκ των άνω οι θέσεις υπό στοιχείο (β) απορρίπτονται. Ως προς τις θέσεις υπό στοιχείο (α) σημειώνονται τα ακόλουθα:- Συστατικό στοιχείο ενός γ.σ.τ. είναι η ρητά προβλεπόμενη αντιπαροχή. Η γενική αρχή είναι πως μια συμφωνία μπορεί να συνίσταται σε αμοιβαίες υποσχέσεις προς εκπλήρωση (executory) οπότε η συμφωνία καθίσταται μεν αμέσως δεσμευτική, αλλά η εκπλήρωση των υποχρεώσεων αναστέλλεται μέχρι τον καθορισθέντα χρόνο (βλ. Chitty on Contracts, General Principals, 26 έκδοση, παρ. 161). ΄Αλλωστε η «υπόσχεση έναντι υπόσχεσης» ("promise against promise") (βλ. Harrison v. Cage
(1698)12 Mod. 214) αποτελεί το σύνηθες στις συναλλαγές. Στο άρθρο 78 δεν ορίζεται ρητά ότι η υπόσχεση για πληρωμή πρέπει να είναι απόλυτη και άνευ όρων (unconditional) όπως απαιτείται στα αξιόγραφα (βλ. ΄Αρθρα 3 και 83 του Bills of Exchange Law (περί Συναλλαγματικών Νόμου) Κεφ. 262). Η πληρωμή δυνάμει αξιόγραφου δεν μπορεί να είναι υπό τον όρο της προηγούμενης εκπλήρωσης της αντιπαροχής (βλ. Drury v. Macaulay
(1846)16 M. & W. 146), ενός γεγονότος δηλαδή το οποίο δεν μπορεί να είναι γνωστό στους εκάστοτε κομιστές. Κάτι τέτοιο θα δημιουργούσε περιπλοκές και θα έπληττε την βεβαιότητα και την ασφάλεια των συναλλαγών, παράγοντες θεμελιακούς στα αξιόγραφα ως διαπραγματεύσιμες αξίες (βλ. Chalmers & Guest on Bills of Exchange, 14η έκδοση, σελ. 22). Αυτή η ανάγκη δεν προκύπτει για ένα γ.σ.τ. το οποίο δεν εμπεριέχει μεταβιβάσιμη αξία, αλλά περιορίζεται στους αρχικούς και μόνους συμβαλλομένους. Υπάρχει όμως μια άλλη διάσταση η οποία συσχετίζεται με την ιδιαίτερη φύση του γ.σ.τ. Οι πρόνοιες του άρθρου 80 του Κεφ. 149[2] καθιστούν το περιεχόμενο του αμάχητο, εκτός στις συγκεκριμένες περιπτώσεις που ο νόμος αναγνωρίζει, αυστηρώς περιοριστικά, ως υπερασπίσεις. Σαφής σκοπός είναι η δημιουργία, δια του αποκλεισμού του οφειλέτη να εγείρει ευρύτερες υπερασπίσεις οι οποίες θα ήταν διαθέσιμες σε μια συνήθη συμβατική σχέση, ενός ιδιαίτερου συμβατικού θεσμού με αυξημένη αποδεικτική δύναμη και ιδιάζουσα ασφάλεια,. Συνεπώς ένα έγγραφο για να λειτουργήσει ως γ.σ.τ., δηλαδή για να είναι εξοπλισμένο ως τέτοιο, πρέπει να είναι απρόσβλητο εκτός από τις ρητά προβλεπόμενες περιπτώσεις. ΄Εγγραφο το οποίο επιτρέπει οποιαδήποτε άλλη συζήτηση, δεν μπορεί να είναι γ.σ.τ. ΄Αρα το επίδικο έγγραφο δεν είναι γ.σ.τ. Αλλά έστω και αν θα επρόκειτο για γ.σ.τ., περαιτέρω πρόβλημα δημιουργείται λόγω της τροποποίησης των αρχικώς συμφωνηθέντων. Ούτε αυτό έχει τεθεί ρητά, αλλά ας δεχτούμε ότι ενυπάρχει στην γενική θέση ότι το έγγραφο δεν είναι γ.σ.τ. Οι συμβαλλόμενοι έχουν, γενικά, την ευχέρεια να τροποποιούν την συμφωνία τους. Οπότε, επέρχεται αμοιβαία απαλλαγή από τις υποχρεώσεις της αρχικής σύμβασης η οποία «δεν χρήζει εκπληρώσεως» και υποκατάσταση της με τις νέες υποχρεώσεις. Αυτή η αμοιβαία απαλλαγή και η αμοιβαία ανάληψη νέων υποχρεώσεων αποτελεί και το αμοιβαίο αντάλλαγμα (βλ. ΄Αρθρο 62, Κεφ. 149). Συμβάσεις όμως που εκ του νόμου πρέπει να γίνονται γραπτώς, μόνο γραπτώς μπορούν να τροποποιηθούν (βλ. Goss v. Lord Nugent
(1833)5 B. & Ad. 58). Προκειμένου δε για γ.σ.τ. δεν απαιτείται μόνο να τηρηθεί ο έγγραφος τύπος, αλλά είναι αυτονόητο ότι θα πρέπει να τηρηθούν όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου
- ΄Αρα, έστω και αν το αρχικό έγγραφο ήταν γ.σ.τ., η τροποποίηση του δεν θα ήταν έγκυρη, και το έγγραφο, όπως τροποποιήθηκε, δεν θα ήταν γι' αυτόν πλέον το λόγο, γ.σ.τ. Το επόμενο ερώτημα είναι το κατά πόσο πρόκειται για «χρεωστικό ομόλογο» ή «έγγραφο αναγνώρισης χρέους». Υποθέτω ότι με τον όρο χρεωστικό ομόλογο αποδίδεται ο όρος promissory note του άρθρου 83 του Κεφ.
- Το επίδικο όμως έγγραφο δεν είναι τέτοιο εφόσον είναι υπό όρους, αλλά και επειδή περιλαμβάνει πρόνοια για την πληρωμή των εξόδων, κάτι που δημιουργεί αβεβαιότητα για το ποσό που οφείλεται. Τέτοια αβεβαιότητα δεν είναι επιτρεπτή ως εκ της φύσης του ομολόγου ως αξιόγραφο, αλλά και διότι το άρθρο 83 ρητά αναφέρεται σε «ορισμένο ποσό χρημάτων» ("a sum certain in money"). Ο όρος «γραπτή αναγνώριση χρέους» παραπέμπει στην «γραπτή αναγνώριση χρέους συνήθους τύπου» (written acknowledgment of debt in customary form) που αποτελούσε αυτοτελή βάση αγωγής στο προϊσχύσαν δίκαιο (άρθρα 1609 και 1610 του Mejelle) (βλ. Πέτρος Ανδρέου v. Γεωργίου Πέτρου Τρύφωνα, Αρ. Αγ. 861/81 Επ. Δικ. Λάρνακας, ημερ. 10/7/1982). Στο ισχύον δίκαιο δεν αναγνωρίζεται ως αυτοτελής βάση αγωγής. Όπως υποδείχθηκε στην Ιγνατίου κ.ά. v. Λεμονάρη
(2004)1 Α.Α.Δ. 1562 ένα τέτοιο έγγραφο μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά τη δίκη όχι ως αυτοτελής αιτία αγωγής, αλλά για να αποδειχθεί η αιτία αγωγής ως λ.χ. μια παράβαση συμφωνίας. Ο κ. Λουκαϊδης παρέπεμψε στην Ιγνατίου εισηγούμενος ότι έχει άμεση εφαρμογή. Σ' εκείνη την υπόθεση όμως, «δεν υπήρχε ισχυρισμός για κανένα γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι αιτία της αγωγής ήταν οτιδήποτε άλλο εκτός από τα έγγραφα που αναφέρθηκαν ως ενσωματώνοντα την απαίτηση με την περιγραφή τους ως γραμμάτια συνήθους τύπου ή χρεωστικά ομόλογα ή έγγραφα αναγνώρισης χρέους». Η «αναγνώριση χρέους» αναφερόταν μόνο ονομαστικά, απογυμνωμένη από οποιαδήποτε άλλα γεγονότα που θα επέτρεπαν την εξέταση της υπόθεσης επί τη βάσει παράβασης συμφωνίας. Εν προκειμένω στην έκθεση απαίτησης γίνεται λεπτομερής αναφορά σε γεγονότα που στοιχειοθετούν την ύπαρξη σύμβασης και την παράβαση της. Το επίδικο έγγραφο, περαιτέρω, που δεν έχει αμφισβητηθεί ως προς την πραγματική πτυχή του περιεχομένου του περιέχει γεγονότα που αποκαλύπτουν συγκεκριμένη συμβατική σχέση. Είναι δε παραδεκτό ότι το συμφωνηθέν ποσό δεν καταβλήθηκε όπως προνοούσαν οι συμφωνηθέντες όροι. Ο κ. Λουκαϊδης εισηγήθηκε όμως, ότι δεν είναι θεμιτή η εξέταση της υπόθεσης επί τη βάσει παράβασης συμφωνίας εφόσον δεν καθορίζεται στην έκθεση απαίτησης τέτοια αιτία αγωγής. Όντως στην αγωγή δεν γίνεται ρητή αναφορά σε παράβαση συμφωνίας. Όμως, όταν στην έκθεση απαίτησης στοιχειοθετούνται τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία περιβάλλουν την απαίτηση, είναι παραδεκτή η παροχή αρμόζουσας θεραπείας, άσχετα από το ακριβές νομικό πέπλο υπό το οποίο τίθεται η απαίτηση (Κυπριανού v. Βασιλείου
(2004)1 Α.Α.Δ.
- Εν προκειμένω στην έκθεση απαίτησης υπάρχουν, ως άνω, ισχυρισμοί που στοιχειοθετούν παράβαση συμφωνίας. Ο κ. Λουκαϊδης εισηγήθηκε όμως περαιτέρω ότι δεν είναι θεμιτό να εξεταστεί η υπόθεση επί άλλης βάσης, διότι το επίδικο ζήτημα, όπως καθορίστηκε, είναι το κατά πόσο το επίδικο έγγραφο είναι «έγγραφο αναγνώρισης χρέους» και όχι αν πρόκειται για παράβαση συμφωνίας. Στην υπόθεση Κυπριανού ελέχθησαν τα πάρα πάνω, παρά το ότι ο δικηγόρος του εφεσείοντα περιορίστηκε ρητά σε γ.σ.τ., που αποτελούσε τη μία από τις διάφορες αναφερόμενες αιτίες αγωγής. Στο επιχείρημα δε αυτό απαντά ευθέως η Ιγνατίου. Το έγγραφο δεν αποτελεί «έγγραφο αναγνώρισης χρέους» με την έννοια αυτοτελούς αιτίας αγωγής, συνιστά όμως αναγνώριση χρέους υπό την έννοια ότι ενσωματώνει και επιμαρτυροί μία συμφωνία, η εκτέλεση και η μη τήρηση της οποίας από τον εναγόμενο 1, είναι παραδεχτή. Ως εκ των άνω, οι ενάγοντες δικαιούνται θεραπείας έναντι του εναγόμενου
- Το δεύτερο επίδικο θέμα Το ερώτημα είναι αν δικαιούνται θεραπείας και έναντι του εναγόμενου
- Ο κ. Λουκαϊδης εισηγήθηκε, με αναφορά στα άρθρα 91[3] και 93[4] του Κεφ. 149, ότι ο εναγόμενος 2 έχει απαλλαγεί λόγω της τροποποίησης της συμφωνίας και του ότι ο χρόνος εκπλήρωσης παρατάθηκε. Ο κ. Πουμπουρίδης εισηγήθηκε ότι με την τροποποίηση οι υποχρεώσεις των μερών παρέμειναν κατ' ουσίαν οι ίδιες και ότι ο χρόνος δεν παρατάθηκε. Οι εν λόγω πρόνοιες του Κεφ. 149 κωδικοποιούν την αρχή του κοινοδικαίου ότι διαφοροποίηση της ευθύνης του εγγυητή εν αγνοία του που μπορεί, έστω και απομακρυσμένα να τον επηρεάσει, έστω και επουσιωδώς, οδηγεί κατά κανόνα σε απαλλαγή του (βλ. Chitty on Contracts, Specific Contracts, 26η έκδοση, παρ. 5052, επ.). Ειδικά η παράταση χρόνου προς τον οφειλέτη, δυνάμει συμφωνίας με αντάλλαγμα μεταξύ δανειστή και πρωτοφειλέτη, εμπεριέχει εξ ορισμού το στοιχείο του δυσμενούς επηρεασμού του εγγυητή, λόγω του ότι το δικαίωμα του εγγυητή να στραφεί κατά του οφειλέτη, αφού πληρώσει το δανειστή, χάνεται ως δικαίωμα που θα μπορούσε να ασκηθεί αμέσως με την εκπνοή του αρχικού χρόνου και αναστέλλεται μέχρι την εκπνοή της νέας προθεσμίας. Η εξήγηση αυτή του κανόνα, έχει υποστεί κριτική ως μη πραγματική και ουσιαστική, εφόσον δεν αναμένεται στην πράξη ο εγγυητής να σπεύσει να πληρώσει για να υποκαταστήσει το δανειστή. Όμως, ο ίδιος ο κανόνας, ως παγιωμένη αρχή δικαίου δεν έχει αμφισβητηθεί. Εν προκειμένω η υποχρέωση του οφειλέτη ήταν να πληρώσει τα οφειλόμενα με 17 δόσεις από 6/8/05, δηλαδή μέχρι τις 6/12/
- Ο χρόνος της τελικής πληρωμής δεν παρατάθηκε. ΄Ο,τι έγινε ήταν να διευθετηθεί ο χρόνος πληρωμής των μέχρι το Νοέμβριο 2005 δόσεων. Δεν πρόκειται, συνεπώς, περί συμφωνίας για παράταση χρόνου, που να εμπεριέχει με την παραπάνω τεχνική έννοια, το στοιχείο του επηρεασμού του εγγυητή. ΄Ομως προκλήθηκε επηρεασμός υπό άλλη, ουσιαστική πλέον, έννοια, εφόσον ο εναγόμενος 1 χωρίς τη συγκατάθεση του εγγυητή παρέτεινε το χρόνο εκπλήρωσης της ληξιπρόθεσμης υποχρέωσης των εναγόντων έναντι της οποίας και μόνο ο εναγόμενος 2 εγγυήθηκε την αντίστοιχη υποχρέωση του εναγόμενου
- Επρόκειτο για μια νέα συμφωνία που υποκατέστησε τη συμφωνία η οποία αφορούσε τον εναγόμενο 2 ως εγγυητή. Κατά συνέπεια ο εναγόμενος 2 έχει απαλλαγεί. Δίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου 1 για το ποσό των ΛΚ83.248,00 με τόκο 9% από 15/11/05 μέχρι την εξόφληση και έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. Η αγωγή εναντίον του εναγόμενου 2 απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του και εναντίον των εναγόντων όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.) .......................... Τ. Θ. Οικονόμου, Α.Ε.Δ. [1] ΄Αρθρο 78 "Γραμμάτιο συνήθους τύπου" είναι έγγραφη υπόσχεση, που γίνεται από ένα πρόσωπο σε άλλο και υπογράφεται από τον εκδότη, στην παρουσία δύο τουλάχιστον, ικανών για να συμβάλλονται, μαρτύρων, για την πληρωμή, σε πρώτη ζήτηση ή σε καθορισμένο ή μελλοντικό χρόνο που προσδιορίζεται, στο πρόσωπο που καθορίζεται στο γραμμάτιο ποσού χρημάτων, πλέον τόκο που ορίζεται σ' αυτό κατ' ανώτατο όριο προς εννέα τα εκατό κατ' έτος και, σε περίπτωση λήψης δικαστικών μέτρων πάνω σ' αυτό τα συναφή έξοδα, και που να φαίνεται σ' αυτό η αντιπαροχή για την οποία γίνεται η υπόσχεση. [2] ΄Αρθρο 80 Εις παν δικαστικόν μέτρον ληφθέν επί τη βάσει γραμματίου συνήθους τύπου, το περιεχόμενον του τοιούτου γραμματίου συνιστά αμάχητον απόδειξιν των εν αυτώ εκτιθεμένων γεγονότων: Νοείται ότι εις οιονδήποτε τοιούτο δικαστικόν μέτρον αποτελεί επαρκή υπεράσπισιν το γεγονός ότι η υπογραφή του οφειλέτου του χρέους ή ετέρου υπογράψαντος το γραμμάτιον δεν είναι εν τη πραγματικότητι η υπογραφή αυτού, ή ότι η έκδοσις του γραμματίου επετεύχθη συνεπεία εξαναγκασμού ή απάτης ή υπό περιστάσεις αναγόμενας εις εξαναγκασμόν ή απάτην. [3] ΄Αρθρο 91 Πάσα μεταβολή ήτις, άνευ της συναινέσεως του εγγυητού, ήθελεν επενεχθή εις τους όρους της μεταξύ πρωτοφειλέτου και πιστωτού συμβάσεως, απαλλάτει τον εγγυητή πάσης ευθύνης ως προς συναλλαγάς μεταγενεστέρας της μεταβολής. [4] ΄Αρθρο 93 Σύμφασις μεταξύ πιστωτού και πρωτοφειλέτου δι 'ης ο πιστωτής προβαίνει εις συμβιβασμόν μετά του πρωτοφειλέτου, ή υπισχνείται να παράσχη παράτασι του χρόνου εκπληρώσεως, ή να μη εναγάγη τον πρωτοφειλέτην, απαλλάττει πάσης ευθύνης τον εγγυητήν, εκτός εάν ο εγγυητής συγκατατίθηται εις την σύναψιν της τοιαύτης συμβάσεως. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο