BRISTOL BUSINESS CORPORATION ν. BESUNO LIMITED, Αρ. Αίτησης: 1/07, 19 Οκτωβρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:A140 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ. Ενώπιον: Ε.Κολατσή, Π.Ε.Δ., Αρ. Αίτησης: 1/07 Αναφορικά με τον Περί της Συμβάσεως περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικό) Νόμο 84/
- και Αναφορικά με τον Περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση δυνάμει συμβάσεως) Νόμο του 2000 - Ν.121(Ι). και Αναφορικά με τον Περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο 101/
- και Αναφορικά με την διαιτησία στο Διεθνές Δικαστήριο Εμπορικής Διαιτησίας του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου της Αυστρίας και την Διαιτητική απόφαση αυτού υπ' αρ. SCH-4863 Mεταξύ: BRISTOL BUSINESS CORPORATION, εκ Βρεττανικών Παρθένων Νήσων (Βritish Virgin Islands) Αιτητών, και BESUNO LIMITED, Λάρνακα, Κύπρος, Καθ΄ ων η αίτηση. 19 Οκτωβρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους αιτητές: Ο κ. Κυπρίζογλου. (κ.Α.Παστελίδης για να ακούσει απόφαση.) Για τους καθ' ων η αίτηση: Ο κ. Πίττας. (κα Α.Κουζαλή για να ακούσει απόφαση) Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι αιτητές ζητούν την έκδοση διατάγματος με το οποίο να επιτρέπεται η αναγνώριση, εγγραφή, και εκτέλεση στην Κύπρο της Διαιτητικής απόφασης υπ΄ αρ. SCH-4863 η οποία εξεδόθη στη Βιέννη την 24ην Νοεμβρίου 2005, υπό του Διεθνούς Εμπορικού Διαιτητικού Δικαστηρίου του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου της Αυστρίας και δια της οποίας απεφασίσθη «ότι οι Καθ΄ ων η Αίτησης θα πρέπει να καταβάλουν στους Αιτητές το ποσό των Δολλ. ΗΠΑ 948,960 με τόκο προς 8% από την 19/09/2003 πλέον το ποσό των Euros 48,372.78 έναντι εξόδων.» Η αναγνώριση και εκτέλεση της προαναφερθείσης απόφασης επιδιώκεται με βάση τον περί Αποφάσεως Αλλοδαπών (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμο του 2000, Ν.121(Ι)/00, τον περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων Κυρωτικό Νόμο, Ν.84/79, άρθρα Ι μέχρι V της Σύμβασης, τον Νόμο για διεθνή διαιτησία σε εμπορικά ζητήματα και για συναφή θέματα Ν.101/87άρθρα 2, 7, 35 και 36, τον Περί Αποδείξεως Διεθνών Συμβάσεων Νόμο Ν.103(Ι)/02τον Περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ.4, άρθρο 21, τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.1-4, τον περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/60άρθρα 2 & 31, τον κυρωτικό Νόμο της Σύμβασης περί καταργήσεως της υποχρεώσεως προς νομιμοποίηση αλλοδαπών δημοσίων εγγράφων Ν.50/1972άρθρα 3 και 4και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Πανίκου Ονουφρίου, δικηγόρου, καθώς και του Εμμανουήλ Τυράκη, και Ανδρέα Κουζάλη συνεργατών και εξωτερικών μεταφραστών του κλάδου μεταφράσεων του γραφείου τύπου και πληροφοριών. Στην ένορκη δήλωση του κ. Ονουφρίου επισυνάπτονται τα ακόλουθα έγγραφα: «(α) Τεκμήριο 1Α Βεβαίωση στην Αγγλική γλώσσα του αρμόδιου γραμματέα του Διεθνούς Δικαστηρίου Εμπορικής Διαιτησίας εις Αυστρία όπου επιβεβαιεί και επιμαρτυρεί ότι η ρηθείσα απόφαση (που σε πρωτότυπο επισυνάπτεται της βεβαίωσης του) έχει εκδοθεί, υπογραφεί από τους κατονομαζόμενους διαιτητές και έχει σφραγιστεί με την επίσημη σφραγίδα του Διεθνούς Διαιτητικού εμπορικού Δικαστηρίου της Αυστρίας. Η υπογραφή του ρηθέντος αρμόδιου γραμματέα επιβεβαιούται υπό πιστοποιούντος αξιωματούχου της Αυστρίας και εν κατακλείδι η επιβεβαίωση επισφραγίζεται σύμφωνα με τις πρόνοιες της Σύμβασης της Χάγης της 5ης Οκτωβρίου
- (β) Τεκμήριο 1Β το πρωτότυπο της Διαιτητικής απόφασης, συντεταγμένη στην Αγγλική γλώσσα, που επισυνάπτεται επί του Τεκμηρίου 1Α, δεόντως υπογεγραμμένη υπό των κατονομαζομένων Διαιτητών και σφραγισμένη με την επίσημη σφραγίδα του εν θέματι Διαιτητικού Δικαστηρίου, ως επιμαρτυρείται από το Τεκμήριο 1Α. (γ) Τεκμήρια 1Γ & 1Δ Αντίγραφο της Συμφωνίας στην Αγγλική και Ρωσσική γλώσσα όπου εμπεριέχεται η ρήτρα διαιτησίας (άρθρο 7 παράγραφος 5) δυνάμει της οποίας παρεπέμφθει η επίδικη διαφορά προς επίλυση υπό του εν θέματι Διαιτητικού Δικαστηρίου. Δια του Τεκμηρίου 1Α βεβαιούται ότι το αντίγραφο της εν λόγω συμφωνίας είναι αυτό που υπεβλήθη στο Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο της Αυστρίας από τους Αιτητές για διεξαγωγή της Διαιτησίας. (δ) Πιστοποιητικό ημερ. 09/01/2005 ότι η Αυστρία έχει υπογράψει και επικυρώσει τη Σύμβαση του Ο.Η.Ε. για την κατάργηση της υποχρέωσης πιστοποίησης αλλοδαπών δημοσίων εγγράφων, γνωστή ως Σύμβαση της Χάγης ημερ. 05/10/1961, σημειούται ως Τεκμήριο 3Α. (ε) Πιστοποιητικό ημερ. 09/01/2005 πιστοποιών ότι η Αυστρία έχει υπογράψει και επικυρώσει την Σύμβαση του Ο.Η.Ε. περί της Αναγνωρίσεως και εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων, γνωστή ως Σύμβαση της Ν.Υόρκης ημερ. 10/06/1958, σημειούται ως Τεκμήριο 3Β.» Περαιτέρω, στις υποπαραγράφους (δ), (ε) και (στ) της παραγράφου 4 ο ομνύσας διατείνεται τα ακόλουθα: « δ) Εξ όσων πληροφορούμαι υπό του κ. Alexander Polozov η συμφωνία Τεκμ. 1Γ & 1Δ τόσο στην Αγγλική όσο και στην Ρωσσική γλώσσα, εξετελέσθει υπό των Συμβαλλομένων μέσω τηλεμοιοτύπου. Ως αποτέλεσμα δεν υπάρχει πρωτότυπη συμφωνία με την έννοια ότι ταύτη φέρει πρωτότυπα την υπογραφή και την σφραγίδα των δύο συμβαλλομένων. Αυτό επιβεβαιούται και από την αναντίλεκτη μαρτυρία που εδόθει υπό του εν λόγω προσώπου ενώπιον των Διαιτητών στη Βιέννη. (Σχετικό απόσπασμα σημειούται ως Τεκμήριο 1Ε στη σελίδα 87, γραμμές 4-13). ε) Τα Τεκμήρια 1Α - 1Δ, έχουν μεταφραστεί στην ελληνική γλώσσα. Η μετάφραση έχει γίνει υπό μεταφραστών του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών το οποίο με απόφαση του Υπουργικού αρ. 33.581 της 24/05/1990 έχει ορισθεί ως ο αρμόδιος φορέας στην Κυπριακή Δημοκρατία για πιστοποιημένες μεταφράσεις, σχετικό απόσπασμα της απόφασης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2Α. στ) Οι μεταφράσεις επισυνάπτονται στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις των μεταφραστών, Εμμανουήλ Τυράκη και Ανδρέα Κουζάλη. Τα Τεκμήριο 1Α - 1Γ έχουν μεταφρασθεί από την Αγγλική στην Ελληνική υπό του κ. Εμμανουήλ Τυράκη ενώ το Τεκμήριο 1Δ έχει μεταφρασθεί από την Ρωσσική στην Ελληνική υπό του κ. Ανδρέα Κουζάλη.» Πράγματι στην ένορκη δήλωση του Ε.Τυράκη επισυνάπτεται ως τεκ.ΕΤ2, η μετάφραση στην Ελληνική των τεκ.1Α - 1Γ, καθώς και η μετάφραση από τα Γαλλικά στα Ελληνικά της επισημείωσης (Appostille) της Σύμβασης της Χάγης. Περαιτέρω στην ένορκη δήλωση του Α.Kουζάλη επισυνάπτεται ως τεκ.ΑΚ2 η πιστή μετάφραση από τη Ρωσσική στην Ελληνική του τεκ.1Δ. Σύμφωνα με το τεκ.ΕΤ1 και ΑΚ1 ο Εμμανουήλ Τυράκης και ο Ανδρέας Κουζάλης είναι εξωτερικοί μεταφραστές/συνεργάτες του κλάδου μεταφράσεων του γραφείου Τύπου και Πληροφοριών με γλώσσες εργασίας Αγγλικά, Γαλλικά, Ελληνικά όσον αφορά τον Τυράκη και Ρωσσικά - Ελληνικά όσον αφορά τον Κουζάλη. Με απόφαση δε του Υπουργικού Συμβουλίου 33.581, το γραφείο Τύπου και Πληροφοριών έχει ορισθεί από το έτος 1990 όπως αναφέρεται στα πιο πάνω τεκμήρια, ως ο αρμόδιος φορέας για τις πιστοποιημένες μεταφράσεις. Οι καθ΄ ων η αίτηση ενέστησαν στην πιο πάνω αίτηση και ήγειραν τους ακόλουθους λόγους: «
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτουν οι Νόμοι 101/87, 121
(1)/2000 και 84/79 για την αναγνώριση και/ή εγγραφή και/ή εκτέλεση διαιτητικών αποφάσεων αλλοδαπών διαιτητικών Δικαστηρίων. 2. Οι Αιτητές δεν έχουν προσκομίση δεόντως θεωρημένο το πρωτότυπο ή δεόντως κεκυρωμένο αντίγραφο της σχετικής συμφωνίας περί Διαιτησίας ως απαιτά το Αρθρο IV
(1)του νόμου 84/
- Οι Αιτητές δεν έχουν προσκομίση τις απαιτούμενες μεταφράσεις στα ελληνικά της διαιτητικής απόφασης και της Διαιτητικής Συμφωνίας ως απαιτεί το Αρθρο IV
(2)του Νόμου 84/
- Οι Αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Νόμου 84/79 για την εγγραφή, αναγνώριση και εκτέλεση της ισχυριζόμενης διαιτητικής απόφασης ημερ. 24/11/05 που εκδόθηκε στη Βιέννη της Αυστρίας και/ή απέτυχαν να αποδείξουν ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του Νόμου 84/79.» Στην ένορκο δήλωση του Μάριου Πίττα, διευθυντή, της καθ' ης η αίτησης εταιρείας, η οποία συνοδεύει την ένσταση, αναφέρεται μεταξύ άλλων, στην παράγραφο 4, ότι «η παρουσιασθείσα από τους Αιτητές Συμφωνία που επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1Γ στην ένορκη δήλωση του κ. Πανίκου Ονουφρίου, δεν παρουσιάζη καμία ένδειξη ότι υπεγράφη από τους διάδικους μέσω του τηλεμοιότυπου του ελεγκτικού γραφείου στο οποίο εργαζόταν - (και εργάζεται) - κατά τον ουσιώδη χρόνο η κα Μαρία Ζάρκου.» Περαιτέρω στην παράγραφο 5 της ενόρκου δηλώσεως, του ο κ. Πίττας αναφέρει και τα ακόλουθα: «------- ως εμφαίνεται από τον φάκελο της δικογραφίας της Γενικής Αίτησης αλλά και ως με πληροφορή η κα Μαρία Ζάρκου και αληθώς πιστεύω, το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1Γ που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του κ. Πανίκου Ονουφρίου δεν αποτελεί ούτε δεόντως θεωρημένο πρωτότυπο αλλά ούτε δεόντως κεκυρωμένο αντίγραφο της Συμφωνίας Διαιτησίας.» Σε συμπληρωματική του ένορκη δήλωση, ο κ. Ονουφρίου αναφέρεται στους πιο πάνω λόγους ένστασης και καλεί το Δικαστήριο όπως τους παραγνωρίσει καθότι αυτοί περιορίζονται σε γενικές αναφορές χωρίς να «εξειδικεύουν λεπτομερώς εις το που εστιάζονται ------». Περαιτέρω ο κ. Ονουφρίου διατείνεται, ότι οι καθ΄ ων η αίτηση εμποδίζονται λόγω δεδικασμένου για τους λόγους που εξηγεί, να αρνούνται το περιεχόμενο της παραγράφου 4 (δ) της ένορκης δήλωσης του και επισυνάπτει σαν τεκμήρια, αίτηση η οποία κατεχωρήθη στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εκ μέρους των αιτητών και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση, στα πλαίσια εξασφάλισης ενδιάμεσου διατάγματος, στην αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας 3446/02, (Τεκμ. 4Α), ένσταση στην αίτηση εκ μέρους των καθ΄ ων η αίτηση, (τεκ.4Β) καθώς και αίτηση για αναστολή της διαδικασίας της αγωγής, για να παραπεμφθεί η υπόθεση σε Διαιτησία (τεκμήριο 5Α), η οποία κατεχωρήθη από τους καθ΄ ων η αίτηση και εναγόμενους στην προρηθείσα αγωγή. Eίναι προφανές ότι η υπό εξέταση αίτηση διέπεται από το Νόμο 84/1979, το Νόμο δηλαδή που επικύρωσε τη σύμβαση Περί Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων, την γενομένη στην Νέα Υόρκη την 10ην Ιουνίου
- Το Αρθρο IV (I)(α)(β) της πιο πάνω Σύμβασης προνοεί τα ακόλουθα:- «Προς επίτευξιν της εν τω προηγουμένω άρθρω αναφερόμενης αναγνωρίσεως και εκτελέσεως, το αιτούν την αναγνώρισιν και εκτέλεσιν μέρος οφείλει, κατά τον χρόνο της υποβολής της αιτήσεως, να προσκομίση: α) Το δεόντως κεκυρωμένο πρωτότυπον της αποφάσεως ή δεόντως πιστοποιημένο αντίγραφο αυτής. β) Το πρωτότυπο της εν άρθρω II αναφερόμενης συμφωνίας ή δεόντως πιστοποιημένο αντίγραφο αυτής.» Το άρθρο IV
(2)της προρηθείσης σύμβασης έχει ως εξής:- «2. Εάν η ειρημένη απόφασις ή συμφωνία δεν συνετάχθη εις την επίσημον γλώσσαν της χώρας εις την οποίαν γίνεται επίκλησις αυτής, το αιτούν την αναγνώρισιν και εκτέλεσιν της αποφάσεως μέρος δέον να προσκομίση μετάφρασιν των εγγράφων τούτων, εις την γλώσσαν ταύτην. Η μετάφρασις δέον να πιστοποιήται υπό επισήμου ή ορκωτού μεταφραστού ή υπό διπλωματικού ή προξενικού αντιπροσώπου». Παρόμοιες πρόνοιες που αφορούν την αναγνώριση και εκτέλεση αλλοδαπών αποφάσεων αναφέρονται και στα Άρθρα 35 και 36 του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου του 1987 (Ν.101/87). Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Beogradska Banka D.D., αίτηση για έκδοση εντάλματος Certiorari
(1995)1 Α.Α.Δ. 737, οι πρόνοιες του Νόμου 84/79 που κυρώνει τις πρόνοιες της πιο πάνω Σύμβασης, έχουν αυξημένη ισχύ, έναντι οιουδήποτε ημεδαπού Νόμου. Όπως επίσης υποδεικνύεται στην πιο πάνω απόφαση ο δικαστικός έλεγχος της διαιτητικής απόφασης που γίνεται σύμφωνα με τα Άρθρα IV και V της Σύμβασης «είναι εποπτικός, έχει δικονομικό χαρακτήρα και δεν υπεισέρχεται στην ουσία της κρίσης των Διαιτητών». Δυνάμει του άρθρου IV
(1)(α)(β) της Σύμβασης ο αιτητής θα πρέπει κατά το χρόνο της υποβολής της αίτησης να προσκομίσει το κεκυρωμένο πρωτότυπο ή πιστοποιημένο αντίγραφο της Απόφασης, το πρωτότυπο ή πιστοποιημένο αντίγραφο της Συμφωνίας διαιτησίας και μετάφραση των πιο πάνω εγγράφων στην επίσημη γλώσσα της χώρας στην οποία επιδιώκεται η αναγνώριση. Η δε μετάφραση πρέπει να πιστοποιείται από επίσημο ή ορκωτό μεταφραστή ή από διπλωματικό ή προξενικό αντιπρόσωπο. Το βάρος απόδειξης των όσων αναφέρονται στο άρθρο IV το έχει ο αιτητής, ο οποίος για να επιτύχει την αναγνώριση και εκτέλεση της απόφασης, αρκεί να προσκομίσει τα έγγραφα που προνοούνται στο εν λόγω άρθρο IV. Ηταν η θέση του κ. Κυπρίζογλου ότι οι αιτητές έχουν προσκομίσει όλα τα απαιτούμενα έγγραφα και έχουν ικανοποιήσει όλες τις προϋποθέσεις που απαιτούνται από το πιο πάνω άρθρο της Σύμβασης στις οποίες έκαμε εκτεταμένη αναφορά σε συνδυασμό με το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και τα προσκομισθέντα έγγραφα. Συγκεκριμένα ήταν η θέση του ότι η Διαιτητική απόφαση που έχει επισυναφθεί στην αίτηση ως τεκ.1Β, είναι σφραγισμένη με την σφραγίδα του εκδóσαντος Διαιτητικού Δικαστηρίου, υπογεγραμμένη από τον Πρόεδρο και τα μέλη του Διαιτητικού Δικαστηρίου και η γνησιότητα της υπογραφής τoυς καθώς και της σφραγίδα του Δικαστηρίου «επικυρώνεται υπό του γραμματέα του εν θέματι Δικαστηρίου» (τεκ.1Α). Η υπογραφή του ρηθέντος γραμματέα πιστοποιήθηκε και επικυρώθηκε στην Αυστρία δυνάμει της Σύμβασης της Χάγης της 05/10/
- Το πιστοποιητικό (appostille - επισημείωση) που εκδόθηκε ως ανωτέρω είναι σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 3 και 4 του Ν.50/
- Ηταν περαιτέρω η θέση του κ. Κυπρίζογλου ότι στην κρινόμενη υπόθεση δεν υπάρχει "ξεχωριστή συμφωνία διαιτησίας αλλά ρήτρα διαιτησίας που περιέχεται στη συμφωνία «Service & fee Agreement» (άρθρο 7, παρα.5)» που επισυνάπτεται ως Τεκμήρια 1Γ και 1Δ στην Αγγλική και Ρωσσική γλώσσα, στην ένορκη δήλωση του Π.Ονουφρίου. Όπως εισηγήθη ο Κ.Κυπρίζογλου με το τεκμήριο 1Α βεβαιούται «ότι αντίγραφο και όχι πρωτότυπο της εν λόγω συμφωνίας υπεβλήθη μαζί με την εν έκθεση γεγονότων απαίτησης, στο Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο της Αυστρίας από τους Αιτητές για τη διεξαγωγή της Διαιτησίας και ότι τα τεκμήριο 1Γ και 1Δ αποτελούν πιστά αντίγραφα του ούτω καταχωρηθέντος αντιγράφου.» Ακόμη όπως εισηγήθη σύμφωνα με το τεκμήριο 1Ε, το οποίο αποτελεί μέρος των πρακτικών της Διαιτησίας της Βιέννης, είναι φανερό και αποτελεί αναντίλεκτη μαρτυρία ότι η συμφωνία τεκμ.1Γ και 1Δ εξετελέσθη μέσω τηλεμοιοτύπου «και δεν υπάρχει στην πρωτότυπη μορφή, που να φέρει πρωτότυπα την υπογραφή και την σφραγίδα των συμβαλλομένων». Αλλά και σε διαδικασίες ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας όπως εισηγήθη ο κ. Κυπρίζογλου, προεβλήθη ισχυρισμός περί της ύπαρξης της ρήτρας Διαιτησίας στην Εκθεση Απαίτησης, και χρησιμοποιήθηκαν αντίγραφα ως τεκμήρια και οι καθ΄ ων η αίτηση όχι μόνο δεν έφεραν οποιαδήποτε ένσταση στην επίκληση των αντιγράφων αλλά υιοθέτησαν πλήρως την εγκυρότητα της συμφωνίας όπου περιέχεται η ρήτρα Διαιτησίας σε μη πρωτότυπη μορφή. Ως εκ τούτου όπως περαιτέρω εισηγήθη με αναφορά στη νομολογία οι καθ΄ ων η αίτηση εμποδίζονται λόγω δεδικασμένου να αρνούνται το περιεχόμενο της παρα.4(δ) της ενόρκου δηλώσεως του Π.Ονουφρίου και συγκεκριμένα ότι οι ισχυρισμοί του δεν είναι αληθείς και ότι η δήθεν επίδικη συμφωνία δεν υπεγράφη ή εξετελέσθη μέσω τηλεμοιοτύπου. Ο κ. Κυπρίζογλου ανεφέρθη εν εκτάσει στις αρχές της νομολογίας όσον αφορά το δεδικασμένο το οποίο δημιουργείται όπως εισηγήθη στην παρούσα υπόθεση και ήταν η θέση του ότι οι αιτητές έχουν ικανοποιήσει όλες τις προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος και κάλεσε το Δικαστήριο όπως εγκρίνει την αίτηση. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η θέση του κ. Πίττα, ο οποίος αφού ανεφέρθη στην πιο πάνω σύμβαση και στις απαιτούμενες προϋποθέσεις, για την αναγνώριση και εκτέλεση αλλοδαπής απόφασης, εισηγήθη ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να επικεντρωθεί στις πρόνοιες της προρηθείσας σύμβασης και ιδιαίτερα στο άρθρο IV του Νόμου 84/79 και να εξετάσει κατά πόσο ικανοποιούνται αυτές οι προϋποθέσεις με τα έγγραφα που οι αιτητές παρουσίασαν. Ο κ. Πίττας επικέντρωσε την επιχειρηματολογία του, στον 2ον λόγο ένστασης και εισηγήθη ότι οι αιτητές απέτυχαν να ικανοποιήσουν τις προϋποθέσεις που απαιτεί ο Νόμος, ιδιαίτερα έχοντας υπόψη ότι αυτοί δεν προσκόμισαν πρωτότυπη συμφωνία περί διαιτησίας ή πιστό αντίγραφο αυτής σύμφωνα με τις σχετικές πρόνοιες του Νόμου. Αναφερόμενος στις θέσεις του κ. Κυπρίζογλου και ειδικά στο τεκ.1Ε, εισηγήθη ότι όπως διαφαίνεται από το τεκμήριο αυτό, το οποίο απεικονίζει μέρος των πρακτικών στη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου της Βιέννης, έγιναν κάποιες ερωτήσεις στο μάρτυρα των αιτητών και ήταν η θέση του (του μάρτυρα) ότι η συμφωνία περί Διαιτησίας υπεγράφη με τηλεμοιότυπο. Ο εν λόγω μάρτυρας, όπως τόνισε δεν ισχυρίσθη ότι δεν υπάρχει το πρωτότυπο. Απλά ανέφερε ότι η υπογραφή ή η εκτέλεση της συμφωνίας που περιέχει τη Διαιτησία εξετελέσθη με ανταλλαγή τηλεμοιοτύπων και δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ούτε είδε αυτή τη συμφωνία. Οι αιτητές όπως εισηγήθη ο κ. Πίττας όφειλαν να παρουσιάσουν την πρωτότυπη συμφωνία που φέρει την πρωτότυπη υπογραφή και την σφραγίδα. Όπως μάλιστα τόνισε εφ΄ όσον αυτή εστάλη με τηλεμοιότυπο θα πρέπει οπωσδήποτε να υπάρχει το πρωτότυπο. Οι αιτητές αντί αυτού, προσκόμισαν τα τεκμήρια 1Γ και 1Δ, σαν αντίγραφο της Συμφωνίας, στην Αγγλική και Ρωσσική γλώσσα, στην οποία εμπεριέχεται η ρήτρα Διαιτησίας τα οποία έγγραφα δεν μπορούν να θεωρηθούν όπως τόνισε, ότι ικανοποιούν τις προϋποθέσεις του Νόμου. Υπέδειξε μάλιστα ότι στο αντίγραφο στην Αγγλική γλώσσα υπάρχει μόνο μια υπογραφή, αυτή των αιτητών, ενώ στο αντίγραφο στην Ρωσσική γλώσσα, υπάρχουν δύο υπογραφές, ήτοι αμφοτέρων των μερών. Ηταν περαιτέρω η θέση του ότι η βεβαίωση του γραμματέα του Διαιτητικού Δικαστηρίου (τεκ.1Α) και πάλι δεν πληρεί τις προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος, και παρέπεμψε στο ίδιο το λεκτικό αυτού του τεκμηρίου. Eχω με περισσή προσοχή εξετάσει το ενώπιον μου υλικό σε συνδυασμό με τις εισηγήσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων και το νομικό υπόβαθρο της αίτησης και ειδικά τα άρθρα ΙΙ και ΙV της ρηθείσης Σύμβασης περί της αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων η οποία κυρώθηκε με το Νόμο 84/
- Επισημαίνω στο σημείο αυτό ότι το Δικαστήριο οφείλει αυτεπάγγελτα να εξετάσει αν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος. (Βλ. A. Groutas Co. Ltd. v. Δ. Πεπελάση
(1998)1 Α.Α.Δ. 1675. Ενόψει του γεγονότος ότι ο κ. Πίττας θεώρησε σαν το βασικότερο λόγο της ένστασης του, και επικέντρωσε την επιχειρηματολογία του στην παράλειψη των Αιτητών να προσκομίσουν το πρωτότυπο της συμφωνίας διαιτησίας ή δεόντως πιστοποιημένο αντίγραφο αυτής, θα αρχίσω με την εξέταση αυτού του λόγου, και του θέματος που εγείρεται. Όπως ανάφερα και πιο πάνω το άρθρο IV
(1)(β) του Νόμου 84/79 καθιστά επιτακτική την ανάγκη της προσκόμισης του πρωτοτύπου της συμφωνίας που προνοείται στο άρθρο ΙΙ ή δεόντως πιστοποιημένου αντιγράφου αυτής της συμφωνίας. Η συμφωνία για την οποία γίνεται πρόνοια στο άρθρο ΙΙ είναι η συμφωνία με την οποία τα μέρη παραπέμπουν τις διαφορές τους στη Διαιτησία. Ο όρος «γραπτή συμφωνία» όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2 του πιο πάνω άρθρου, «περιλαμβάνει ρήτρα διαιτησίας εν τινι συμβολαίω η συμφωνία περί διαιτησίας, φέρουσαν την υπογραφή των μερών ή περιεχομένη εις ανταλλαγήν επιστολών ή τηλεγραφημάτων». Η θέση των αιτητών είναι, ότι δεν υπάρχει ξεχωριστή συμφωνία διαιτησίας αλλά ρήτρα διαιτησίας που περιέχεται στη συμφωνία «Service and fee agreement" η οποία επισυνάπτεται σαν τεκ.1Γ στην Αγγλική και 1Δ στην Ρωσσική γλώσσα και εξετελέσθη μέσω τηλεμοιοτύπου. Ως εκ τούτου δεν υπάρχει σε πρωτότυπη μορφή, η οποία να φέρει πρωτότυπα την υπογραφή και σφραγίδα των συμβαλλομένων μερών, και ισχυρίζονται ότι τα τεκμήρια 1Γ και 1Δ είναι το αντίγραφο της συμφωνίας στην Αγγλική και Ρωσσική γλώσσα. Eπικαλούνται προς τούτο και τη μαρτυρία του Polozov ενώπιον του Δικαστηρίου της Βιέννης που φαίνεται στα πρακτικά, (τεκ.1Ε) όπου σε σχετικές ερωτήσεις ο Polozov ανέφερε στο Δικαστήριο ότι δεν είδε πρωτότυπη συμφωνία. Εξετάζοντας τα πιο πάνω προσκομισθέντα έγγραφα τεκμ. 1Γ και 1Δ, παρατηρώ ότι, και τα δύο δεν είναι σε πρωτότυπη μορφή. Να σημειωθεί ότι και στη φερόμενη πιστοποίηση, τεκ.1Α, ο Γραμματέας του Διεθνούς Δικαστηρίου Διαιτησίας, Manfred Heider, αναφέρεται σε αντίγραφο της συμφωνίας. Παρατηρώ επίσης ότι ενώ τα πιο πάνω τεκμήρια, 1Γ και 1Δ, παρουσιάζονται σαν το αντίγραφο της προρηθείσης συμφωνίας στην Αγγλική και Ρωσσική γλώσσα, δεν φέρουν και τα δύο, τις υπογραφές και τις σφραγίδες των μερών. Συγκεκριμένα το μεν τεκ.1Γ (στην Αγγλική) φέρει μια υπογραφή, αυτή των αιτητών και μια σφραγίδα επίσης των αιτητών, το δε τεκ.1Δ (στην Ρωσσική γλώσσα) φέρει δύο υπογραφές ήτοι των αιτητών και των καθ΄ ων η αίτηση καθώς και τις αντίστοιχες σφραγίδες τους. Oι Αιτητές πέραν της αναφοράς τους ότι η συμφωνία εξετελέστη μέσω τηλεμοιοτύπου και ως εκ τούτου δεν υπάρχει πρωτότυπη, δεν δίνουν οποιαδήποτε εξήγηση και συγκεκριμένα γιατί το αντίγραφο στην Αγγλική φέρει μόνο την υπογραφή, των αιτητών, σε αντίθεση με το τεκ.1(Δ), που φέρει τις υπογραφές και τις σφραγίδες αμφοτέρων των μερών. Επισημαίνω ότι η αναφορά που κάμνουν είναι σε αντίγραφο συμφωνίας και όχι σε έγγραφο στο οποίο περιέχεται η εν λόγω συμφωνία και το οποίο αντιλλάγη μέσω τηλεμοιοτύπου. Να σημειωθεί δε ότι το πρωτότυπο του τηλεμοιοτύπου μέσω του οποίου επετεύχθη η επικαλούμενη συμφωνία δεν έχει προσκομισθεί. Πέραν των πιο πάνω παρατηρήσεων μου θα πρέπει να πω ότι η θέση των αιτητών στην ένορκη δήλωση του Ονουφρίου, ότι με το Τεκμήριο 1Α βεβαιούται, ότι το αντίγραφο της εν λόγω συμφωνίας, είναι αυτό που υπεβλήθη στο Διεθνές Δικαστήριο της Αυστρίας από τους Αιτητές στη διαδικασία της διαιτησίας, και ότι ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του νόμου, δεν με βρίσκει σύμφωνη, για τους πιο κάτω λόγους: Μελετώντας το Τεκμήριο 1 Α διαφαίνεται ότι, η πιστοποίηση της Διαιτητικής Απόφασης και της πιο πάνω συμφωνίας διαιτησίας γίνεται υπό του Manfred Heider, γραμματέα του Διεθνούς Αυστριακού Διαιτητικού Δικαστηρίου. Η εν λόγω πιστοποίηση έχει μεταφρασθεί από τον Τυράκη και επισυνάπτεται στην ένορκη του δήλωση σαν τεκ.ΕΤ2. Έχει δε ως ακολούθως: «Αφορά: Υπόθεση υπ. Αρθ. SCH - 4863 BRISTOL vs. BESUNO Προς Κάθε Ενδιαφερόμενο: Ο υποφαινόμενος δια του παρόντος διαβεβαιώνει ότι η επισυνημμένη διαιτητική απόφαση έχει εκδοθεί και υπογραφεί από τους κατονομαζόμενους διαιτητές και έχει σφραγισθεί με την επίσημη σφραγίδα του Διεθνούς Κέντρου Διαιτησίας του Αυστριακού Ομοσπονδιακού Οικονομικού Επιμελητηρίου. Επίσης στην παρούσα επιστολή επισυνάπτεται αντίγραφο της «Συμφωνίας Υπηρεσίες και Αμοιβή» που έχει συναφθεί μεταξύ των μερών και η οποία, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνει τη συμφωνία διαιτησίας (Αρθρο 7, παρ.5). Ο υποφαινόμενος επίσης διαβεβαιώνει ότι το ρηθέν αντίγραφο της «Συμφωνίας Υπηρεσίες και Αμοιβή» έχει κατατεθεί από τον Αιτητή ως επισυνημμένο έγγραφο στην Εκθεση Απαιτήσεως του.» Με τους χαιρετισμούς μου Διεθνές Κέντρο Διαιτησίας του Αυστριακού Ομοσπονδιακού Οικονομικού Επιμελητηρίου (Σφραγίδα του Διεθνούς Αυστριακού Διαιτητικού Δικαστηρίου)» Και εγείρεται το ερώτημα η πιο πάνω πιστοποίηση όπως είναι διατυπωμένη μπορεί να θεωρηθεί ότι ικανοποιεί τις προϋποθέσεις του άρθρου IV 1(β) του Νόμου. Στην υπόθεση A. Groutas Co. Ltd. ν. Πεπελάση λέχθηκαν τα πιο κάτω σχετικά με την έννοια επικυρωμένων αντίγραφων της απόφασης στη σελ. 1679: «...Διαφωνούμε επίσης με την άποψη του Δικαστηρίου ότι το γεγονός ότι το αντίγραφο της απόφασης είναι υπογραμμένο από το Δικαστή και το Γραμματέα και σφραγισμένο το καθιστά ως «επικυρωμένο αντίγραφο» της απόφασης. ...Τέτοια επικύρωση θα έπρεπε να προέρχεται από αρμόδιο πρόσωπο που θα επιβεβαίωνε το γνήσιο των υπογραφών, καθώς και της σφραγίδας. Η ύπαρξη και μόνο υπογραφών και σφραγίδας χωρίς επικύρωση της γνησιότητας τους δεν καθιστά το έγγραφο «επικυρωμένο αντίγραφο». Ούτε και η μαρτυρία του κ. Καπελάρη, που επικαλείται το Δικαστήριο για το ότι το αντίγραφο είναι επικυρωμένο μπορεί να αντικαταστήσει την αναγκαιότητα να φαίνεται από το ίδιο αντίγραφο της απόφασης η επικύρωση». Επανερχόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, είναι φανερό από το περιεχόμενο της πιο πάνω πιστοποίησης (Τεκμ. 1Α), ότι ο προρηθείς γραμματέας περιορίζεται να αναφέρει απλά ότι επισυνάπτεται στην επιστολή του, αντίγραφο της συμφωνίας των μερών στην οποία περιέχεται ρήτρα διαιτησίας και το μόνο που διαβεβαιώνει είναι ότι το ρηθέν αντίγραφο κατατέθηκε από τον αιτητή ως επισυνημμένο έγγραφο στην Εκθεση Απαίτησης του. Σε καμιά περίπτωση δεν πιστοποιεί ότι το έγγραφο αυτό είναι το πιστό αντίγραφο της συγκεκριμένης συμφωνίας που έγινε μεταξύ των μερών, την οποία να καθορίζει με σαφήνεια και όπως ο Νόμος απαιτεί και ειδικά έχοντας υπόψη ότι σ΄ αυτή την επιστολή-βεβαίωση, επισυνάπτονται δύο έγγραφα ήτοι αντίγραφο συμφωνίας στην Αγγλική και Ρωσσική γλώσσα όπως τα έχω περιγράψει πιο πάνω. Ούτε και συμφωνώ με τη θέση του κ. Κυπρίζογλου ότι με το τεκμήριο 1Α βεβαιούται ότι τα τεκμήρια 1Γ και 1Δ αποτελούν πιστά αντίγραφα του «ούτω καταχωρηθέντος εγγράφου». Τέτοια πιστοποίηση δεν υπάρχει, στο εν λόγω τεκμήριο 1Α. Να επισημάνω ότι οι προϋποθέσεις που τίθενται και υιοθετούνται από τη Διεθνή σύμβαση δια να αναγνωρισθεί μια αλλοδαπή απόφαση πρέπει να ικανοποιούνται αυστηρά και κατά γράμμα. Το γεγονός ότι οι Αιτητές έχουν καταθέσει την επικαλούμενη συμφωνία ως επισυνημμένο έγγραφο στην Έκθεση Απαίτησης τους στο Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο και ακόμη το γεγονός, ότι οι Καθ΄ων η Αίτηση σε άλλες διαδικαστικές διαδικασίες δεν έφεραν οιανδήποτε ένσταση στην επίκληση αντιγράφων ή «υιοθέτησαν» την εγκυρότητα της συμφωνίας σε μη πρωτότυπη μορφή όπως ισχυρίζονται οι αιτητές, δεν τους απαλλάττει από την υποχρέωση τους να προσκομίσουν τα έγγραφα που απαιτούνται από το Άρθρο IV
(1)(α) και (β). Κατά συνέπεια και έχοντας υπόψη τα πιο πάνω θεωρώ ότι οι αιτητές δεν έχουν ικανοποιήσει την προϋπόθεση που θέτει το άρθρο IV 1(β) της Σύμβασης, ήτοι δεν έχουν προσκομίσει το πρωτότυπο ή δεόντως πιστοποιημένο αντίγραφο της συμφωνίας περί Διαιτησίας. Ως εκ τούτου η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Ενόψει της κατάληξης μου, δεν θεωρώ σκόπιμο να ασχοληθώ με τις λοιπές προϋποθέσεις της Σύμβασης και τους υπόλοιπους λόγους ένστασης. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Ε. Κολατσή, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο