ΠΑΥΛΟΥ ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ κ.α. ν. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΑΥΡΟΒΕΛΗ κ.α., Αρ. Αγωγής 75/04, 6 Νοεμβρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:A144 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Τ. Θ. Οικονόμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 75/04 Μεταξύ:
- ΠΑΥΛΟΥ ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ,
- ΕΛΕΝΑΣ ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ, ως διαχειριστών της περιουσίας της αποβιωσάσης WANG HONGWEI, τέως από τη Κίνα και/ή ως νόμιμων αντιπρόσωπων των κληρονόμων και/ή προς όφελος της περιουσίας και των εξαρτωμένων αυτής. Εναγόντων -και-
- ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΑΥΡΟΒΕΛΗ
- ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΥΡΟΒΕΛΗ Εναγόμενων Ημερομηνία: 6 Νοεμβρίου, 2007 Εμφανίσεις: Για ενάγοντες: κα Χ''Ζαχαρίου για να ακούσει απόφαση για τον κ. Γιαν. Ερωτοκρίτου Για εναγόμενους: κα Ραφαήλ για να ακούσει απόφαση για τον κ. Μιχ. Κυριακίδη Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Wang Hongwei, ηλικίας 39 ετών, ήλθε στην Κύπρο από την πατρίδα της, την Κίνα, περί τα τέλη 2002 για να εργασθεί. Στις 25/3/2003 ενώ βρισκόταν πεζή στην λεωφόρο Τιμάγια στη Λάρνακα κτυπήθηκε από όχημα που οδηγούσε ο εναγόμενος
- Μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο όπου την ίδια ημέρα απεβίωσε λόγω κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης (Τεκμήριο 8). Τώρα οι διαχειριστές της περιουσίας της απαιτούν αποζημιώσεις τόσο εναντίον του εναγόμενου 1, όσο και εναντίον του εναγόμενου 2 πατέρα του εναγόμενου 1 και ιδιοκτήτη του οχήματος ο οποίος επέτρεψε στον γιο του να το οδηγεί (βλ. τεκμήριο 21). Αυτή όμως η μαρτυρία δεν αρκεί ώστε να θεμελιωθεί εκ προστήσεως ευθύνη του εναγόμενου 2 (βλ. Ποταμίτη v. Ιωάννου
(1992)1 Α.Α.Δ. 479, Καθητζιώτης v. Manocas Transports Co Ltd
(1993)1 Α.Α.Δ. 954) εναντίον του οποίου η αγωγή, ως εκ τούτου και μόνο, θα αποτύχει. Τα γεγονότα του δυστυχήματος Το δυστύχημα έγινε περί ώρα 19:20. Ο ήλιος είχε δύσει στις 18:01 και ακολούθησε λυκόφως διάρκειας 25 λεπτών (Τεκμήριο 23). Αποτέλεσε κοινό τόπο ότι στις 19:20 επικρατούσε νυκτερινό σκοτάδι. Κοινό τόπο αποτέλεσε επίσης ότι δεν υπήρχε οδικός φωτισμός κοντά στο σημείο σύγκρουσης. Από την άλλη, ο Λοχ. 4648 Α. Μαυρής (ΜΕ3), φωτογράφος της αστυνομίας, που επισκέφθηκε την επόμενη ημέρα μεταξύ 19:15 και 19:30 τη σκηνή, ισχυρίστηκε ότι προέβη σε «αναπαράσταση» και διαπίστωσε, όπως αναφέρει σε κατάθεση του που παρουσιάστηκε στα πλαίσια της κύριας εξέτασης του (Τεκ. 16) ότι με τον «υπάρχοντα φωτισμό» μπορούσε κάποιος να διακρίνει «οτιδήποτε εκινείτο» στον ευθύ εκείνο δρόμο, από ένα κυκλικό κόμβο που βρίσκεται σε απόσταση 400 μ. Στην «αναπαράσταση», είπε, παρέστη και ο εναγόμενος ο οποίος συμφώνησε με την εν λόγω διαπίστωση. Ο Λοχ. Μαυρής στην κατάθεση του δεν εξηγεί, εφόσον οδικός φωτισμός δεν υπήρχε, τι εννοούσε με τον όρο «υπάρχοντας φωτισμός». Στην προφορική του μαρτυρία αναφέρθηκε σε «αμυδρό φως» από προθήκες και πινακίδες καταστημάτων στον παράλληλο δρόμο, σε απόσταση 30 μ.. Όμως ο Αστ. 2702 Λεωνίδας Μητίδης (ΜΕ2), εξεταστής της υπόθεσης, που είχε επισκεφθεί την ίδια νύχτα τη σκηνή ανέφερε ότι ο φωτισμός των καταστημάτων του παράλληλου δρόμου «δεν βοηθούσε». Ο Αστ. 3870 Μ. Παπαμιχαήλ (ΜΕ4) που συνόδευε τον Λεωνίδα, όταν του ετέθη αυτό το ζήτημα στην αντεξέταση απάντησε ότι εκείνο που θυμάται είναι πως ο φωτισμός ήταν ελάχιστος. Τέλος ο Αστ. 2448 Ερωτόκριτος Κωνσταντίνου (ΜΕ6) που επίσης συνόδευε τον Λεωνίδα, αν και έμεινε ελάχιστο χρόνο, θυμόταν ότι ο δρόμος ήταν σκοτεινός. Ο εναγόμενος ανέφερε ότι ο δρόμος ήταν μεν ευθύς, αλλά ήταν σκοτεινός και δεν υπήρχε φωτισμός από τα καταστήματα του παράλληλου δρόμου. Η μαρτυρία Μαυρή δεν ήταν καθόλου πειστική. Η λεγόμενη «αναπαράσταση» δεν ήταν όντως αναπαράσταση, εφόσον δεν τοποθετήθηκε πεζός με ανάλογο ρουχισμό στο σημείο σύγκρουσης. Η διερεύνηση εκ μέρους της αστυνομίας ήταν πλημμελής. Αν δε, ο ύποπτος για ένα σοβαρό ποινικό αδίκημα όντως προέβαινε σε δήλωση ότι μπορούσε να διακρίνει «οτιδήποτε εκινείτο» από 400 μ., θα αναμενόταν από τον αστυνομικό να τον προειδοποιήσει και να καταγράψει την ενοχοποιητική αυτή δήλωση. ΄Αλλωστε οι ισχυρισμοί του όχι μόνο δεν αφορούν την κρίσιμη νύχτα, αλλά και δεν είναι, από μόνοι τους, πειστικοί. Πώς είναι δυνατό κάποιος να είναι σε θέση να διακρίνει «οτιδήποτε εκινείτο» από απόσταση 400 μ. με «αμυδρό φωτισμό» προερχόμενο από πινακίδες και προθήκες καταστημάτων σε παράλληλο δρόμο; Η αλήθεια είναι ότι ο δρόμος ήταν σκοτεινός, χωρίς οδικό ή άλλο φωτισμό, όπως ο εναγόμενος ανέφερε κατά τρόπο που να υποστηρίζεται, κατ' ουσία, από τους υπόλοιπους μάρτυρες της άλλης πλευράς. ΄Αρα η ορατότητα που είχε ο εναγόμενος περιοριζόταν στην ακτίνα των προβολέων («φώτων») του οχήματος του. Ο Δημήτρης Αθανασίου ηλεκτρολόγος - μηχανικός του μηχανουργείου της αστυνομίας εξέτασε το σύστημα φωτισμού του οχήματος και διαπίστωσε ότι βρισκόταν, όπως έγινε κοινώς αποδεκτό, σε καλή και λειτουργίσιμη κατάσταση. Ο κ. Αθανασίου όμως δεν μέτρησε την ακτίνα των φώτων στο όχημα του κατηγορουμένου. Απλώς έχοντας αυτοκίνητο της ίδιας μάρκας, είπε ότι οι προβολείς στη χαμηλή στάση, όπως οδηγούσε ο εναγόμενος, καθιστούν ορατό ένα πεζό «από τα πόδια και κάτω», από απόσταση 45 μ. Τέτοια, είπε, είναι και η απόσταση που «δίδει το μηχάνημα» το οποίο χρησιμοποιείται κατά το μηχανολογικό έλεγχο (Μ.Ο.Τ.). Είναι δε, κοινώς αποδεκτό ότι το όχημα είχε περάσει επιτυχώς επιθεώρηση Μ.Ο.Τ. ένα και πλέον χρόνο προηγουμένως, στις 22/1/02 και είχε εκδοθεί πιστοποιητικό καταλληλότητας με ισχύ για δύο χρόνια. Πρόκειται βέβαια για γενικόλογη μαρτυρία που δεν επιτρέπει να γίνει συγκεκριμένο εύρημα. Πλημμελής διερεύνηση διαπιστώνεται, έτσι, και σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Αποτέλεσε δε κοινό τόπο ότι η αποβιώσασα φορούσε μαύρα ρούχα και μαύρα παπούτσια. Ο εναγόμενος σε κατάθεση του στην αστυνομία (Τεκμήριο 15) την οποία βεβαίωσε ενόρκως σ' αυτή τη διαδικασία ως μάρτυρας, δήλωσε τα ακόλουθα: «... η ταχύτητα μου ήταν χαμηλή, μεταξύ 30 και 40 χιλιομέτρων περίπου. Μπροστά μου δεν υπήρχαν άλλα αυτοκίνητα ... Οδηγούσα στην αριστερή πλευρά του δρόμου κοντά στο χωμάτινο παγκέτο στα αριστερά. Τα φώτα του οχήματος που οδηγούσα ήταν αναμμένα στην κανονική τους στάση. Βρισκόμουν στο πλευρό του «Chris Cash and Carry» και κατευθύνουμουν κανονικά προς την πυροσβεστική. Εκείνη την ώρα είδα ξαφνικά μπροστά μου σε απόσταση περίπου 15 μέτρων ένα μαύρο πράγμα. Αμέσως πάτησα τα στόπερ του αυτοκινήτου όμως το εχτύπησα. Στη συνέχεια αυτό πετάχτηκε και έπεσε μπροστά μου ακριβώς που εσταμάτησα. Αμέσως κατέβηκα κάτω και πήγα μπροστά από το αυτοκίνητο μου. Είδα ότι χτύπησα μια κοπέλα που ήταν ντυμένη στα μαύρα. ......................................... ................... θέλω να σας αναφέρω ότι την κοπέλα δεν την είδα καθόλου πως βρέθηκε στη μέση του δρόμου με τη ράχη δηλαδή αν διασταύρωνε προηγουμένως». Ενώ, απολογούμενος στην αντίστοιχη ποινική υπόθεση (Τεκμήριο 22) είχε αναφέρει αρχικά ότι δεν είδε καθόλου την πεζή και αμέσως μετά ότι την είδε «αλλά πετάχτηκε απότομα μέσα στο δρόμο». Η διαφορά δεν είναι, υπό το σύνολο των περιστάσεων, ουσιαστική. Ο εναγόμενος δεν έχει αντεξεταστεί επί της αναφοράς του αυτής, ούτε έχει υποβληθεί ότι εξ αυτής τίθεται ζήτημα αντίφασης και αναξιοπιστίας. Εκείνο που μεταδίδεται ως η ουσία της θέσης του εναγομένου είναι ότι αντελήφθη το θύμα ξαφνικά μπροστά του. Στην προφορική του μαρτυρία, την οποία έδωσε με φυσικό τρόπο χωρίς δισταγμούς και υπεκφυγές, επανέλαβε ότι μόλις είδε την πεζή εφάρμοσε τα φρένα. Ο ισχυρισμός του ότι εφάρμοσε φρένα επιβεβαιώνεται από την πραγματική μαρτυρία (σχεδιάγραμμα σκηνής από τον Αστ. 2702, Τεκμήριο 12). Οι αριστεροί τροχοί άφησαν ίχνη μήκους 9,10μ. και οι δεξιοί, 7,60μ. Η τελική θέση του αυτοκινήτου του επιβεβαιώνει και το σημείο σύγκρουσης που υπέδειξε στον Αστ. 2702 ο οποίος το έθεσε στο σχέδιο και απέχει 1 μ. από το αριστερό, σύμφωνα με την πορεία του εναγομένου, άκρο του δρόμου. Μαρτυρία για μεγάλη ταχύτητα δεν υπάρχει. Αντίθετα ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι δεν οδηγούσε με ταχύτητα συνάδει με τα γεγονότα εφόσον, όπως προκύπτει, το αυτοκίνητο ακινητοποιήθηκε όταν χτύπησε την πεζή η οποία στην τελική θέση βρέθηκε στο έδαφος στο μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου. ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων εισηγήθηκε ότι ο εναγόμενος μπορούσε να δει το θύμα τουλάχιστον από 40 μ. Το θύμα, είπε, «ήταν στο δρόμο, περπατούσε στο δρόμο». ΄Επρεπε να την είχε δει. Το γεγονός ότι δεν την είδε καταδεικνύει ότι «κάπου αλλού ήταν το μυαλό του». Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του εναγομένου υπέδειξε ότι δεν υπάρχει μαρτυρία για τη θέση και τις κινήσεις του θύματος στον αμέσως προ του δυστυχήματος χρόνο. Η μόνη μαρτυρία είναι εκείνη του εναγομένου ότι την είδε ξαφνικά μπροστά του. Το ερώτημα, είπε, είναι κατά πόσο μπορούσε να τη δει ενωρίτερα και, εάν ναι, κατά πόσο μπορούσε να την αποφύγει. Παρέπεμψε, σχετικά, στην απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση Carter v. Sheath [1990] RTR 12, εισηγούμενος ότι έχει εν προκειμένω εφαρμογή. Εκεί ο οδηγός είχε χτυπήσει τον πεζό, ένα αγόρι ηλικίας 13 ετών, κοντά σε διασταύρωση πεζών που ελεγχόταν με φώτα τροχαίας, ενόσω το φως ήταν πράσινο για τον οδηγό. Προηγουμένως ο νεαρός είχε διασταυρώσει με κόκκινο φως ενόσω οι φίλοι του περίμεναν το πράσινο. Κατ' εκείνο τον χρόνο δεν έγινε οτιδήποτε και ο νεαρός διασταύρωσε με ασφάλεια. Το δυστύχημα έγινε μετά που ολοκλήρωσε την διασταύρωση και βρέθηκε στην άλλη πλευρά περιμένοντας τους φίλους του να διασταυρώσουν. Ο οδηγός δεν τον είχε δει καθόλου πριν την σύγκρουση. Ο νεαρός δεν μπορούσε να θυμηθεί οτιδήποτε. Ενώ η μαρτυρία των φίλων του δεν αφορούσε τον κρίσιμο, τον άμεσο πριν το δυστύχημα χρόνο. Ο πρωτόδικος δικαστής αφού σημείωσε την ασυνήθιστη δυσκολία της υπόθεσης, ελλείψει άμεσης μαρτυρίας για το τι είχε ακριβώς συμβεί, αποφάσισε ως ακολούθως: «Why did the defendant not see the plaintiff? He had seen from a distance of three or four cars lengths the boys on the opposite side of the road. He did not see the [plaintiff] on the nearside of the road. But the plaintiff was there to be seen. If one assumes that he may have been bending down, possibly to tie up a shoe lace with his back towards the defendant, thus in the most disadvantageous position for a person to be able to see him, I still cannot understand why the defendant did not see him. I reach the conclusion that, although defendant is a good and careful driver, on this occasion he made a careless mistake and he did not see a boy who was there to be seen and whom he should have seen had he been looking as carefully as ordinarily he did.» Κατ' έφεση όμως ο Mann LJ είπε τα εξής: «That the plaintiff was about is undoubted, for he was struck, but was he ´there to be seen?´ Where was ´there?´ What was he doing there? I do not know the answer to any of these questions. The case is unusual and, in my judgment, upon the evidence, the accident is inexplicable without an answer to the questions I have posed. Mr Temple, for the defendant, relied on Rhesa Shipping Co SA v Edmunds [1985] 1 WLR 948, 955-956, where Lord Brandon of Oakbrook said: ´... the judge is not bound always to make a finding one way or the other with regard to the facts averred by the parties. He has open to him the third alternative of saying that the party on whom the burden of proof lies in relation to any averment made by him has failed to discharge that burden. No judge likes to decide cases on burden of proof if he can legitimately avoid having to do so. There are cases, however, in which, owing to the unsatisfactory state of the evidence or otherwise, deciding on the burden of proof is the only just course for him to take.´ In my judgment this is a case of the third alternative. The plaintiff has not discharged the burden upon him and on that ground I would, with respect to the judge, allow this appeal.» Επιπρόσθετα ο Croom - Johnson LJ είπε τα ακόλουθα επί του ιδίου σημείου: «The judge held that the defendant was negligent because he ought to have seen the plaintiff ´moving about,´ and so should have given him greater clearance. The difficulty about that finding is that it presupposes facts about which no one has spoken and indeed which in one sense could not have happened.... ... With all respect to the judge, he telescoped the plaintiff´s activities into a very short time, which leaves unproved what the plaintiff was doing and when he was doing it, and which leaves unproved what causative connection there was between the defendant´s not seeing him and the happening of the accident.» Εν προκειμένω, όπως και στην Carter, δεν υπάρχει μαρτυρία για τη θέση και τις κινήσεις της πεζής κατά τον κρίσιμο χρόνο. Στο αριστερό παγκέτο υπήρχε, μπροστά από την τελική θέση του αυτοκινήτου, λιμνασμένο νερό («λάντα»). Ο Αστ. 2702 έκαμε σχετική αναφορά στο σχέδιο, μάλιστα σημείωσε ως «πιθανή πορεία της πεζής» μια πορεία εισόδου στο δρόμο πριν από τη «λάντα» προφανώς ως προσπάθεια αποφυγής της. ΄Εστω και αν δεχτούμε ως δεδομένο την πιθανότητα ότι η ενάγουσα εισήλθε στον δρόμο για να αποφύγει το νερό, δεν γνωρίζουμε πότε και με ποιο τρόπο το έκαμε και σε ποια απόσταση από το επερχόμενο αυτοκίνητο. Γενικότερα είναι που δεν γνωρίζουμε το κατά πόσο «ήταν ή περπατούσε στο δρόμο» όπως το έθεσε ο κ. Ερωτοκρίτου, υπό συνθήκες τέτοιες που να έπρεπε να γίνει ενωρίτερα αντιληπτή και σε χρόνο τέτοιο ώστε ο εναγόμενος να είχε την ευχέρεια να αποφύγει την σύγκρουση. Ο κ. Ερωτοκρίτου σχολιάζοντας την Carter σημείωσε μόνο ότι «εκεί ήταν διασταύρωση και όχι ευθύς δρόμος». Δεν ήταν βέβαια διασταύρωση δρόμων αλλά διασταύρωση για πεζούς. Αλλά δεν είναι αυτό που έχει σημασία. Σημασία έχει ότι δεν έχει υποδειχθεί διαφορά από τα γεγονότα της Carter τέτοια, ώστε να μην έχει εν προκειμένω εφαρμογή. Τέτοια λ.χ. ήταν η περίπτωση της υπόθεσης Νικολάου κ.α. v. Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 938 όπου ακριβώς, «υπήρχε μαρτυρία για τον τόπο που βρίσκονταν οι πεζοί, τον τόπο αφετηρίας τους, τη διαδρομή τους, το ρυθμό του βήματος τους ...». Γι' αυτό και κρίθηκε ότι τα γεγονότα ήταν διαφορετικά από την Carter. Οι διαφορές που εν προκειμένω εντοπίζονται λειτουργούν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Εκεί υπήρχε οδικός φωτισμός. Δεν αναφέρεται ότι ο πεζός φορούσε μαύρα ή σκούρα ρούχα. Ο οδηγός δεν είδε καθόλου τον πεζό. Βέβαια, όπως υποδεικνύεται στη Νικολάου «η υπόθεση Carter αποφασίστηκε πάνω στα ιδιάζοντα περιστατικά της». Παρά ταύτα η Carter δεν αποτελεί παρά επιβεβαίωση της στοιχειώδους αρχής ότι ο ενάγοντας έχει το βάρος να αποδείξει την αμέλεια του εναγομένου. Εκτός όπου αντιστρέφεται το βάρος απόδειξης στα πλαίσια της αρχής res ipsa loquitour ή, όπου οι περιστάσεις είναι τέτοιες ώστε, ελλείψει άλλης εξήγησης, να προκύπτει το συμπέρασμα και να δημιουργείται τεκμήριο ότι οι εμπλεκόμενοι έπταισαν εξίσου (Baker v. Market Harborough Industrial Co-op Soc Ltd [1953] 1 WLR 1472, France v. Parkinson [1954] 1 All E.R. 739, Nettleship v. Weston [1971] 3 All E.R. 581). Τέτοιο τεκμήριο μπορεί λ.χ. να υπάρξει υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης Baker όπου δεν υπήρχε άλλη μαρτυρία εκτός από το γεγονός της μετωπικής σύγκρουσης δύο αυτοκινήτων αντίθετης κατεύθυνσης στη μέση ενός ευθέως δρόμου κατά τη διάρκεια της νύχτας. ΄Ομως, όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Knight v. Fellick [1977] RTR 316, CA η αρχή της υπόθεσης Baker περιορίζεται αυστηρά στις περιστάσεις της υπόθεσης εκείνης. ΄Οπως βέβαια αυστηρά πρέπει να περιορίζεται και η αρχή της Carter. Αλλά στην παρούσα περίπτωση τα γεγονότα είναι τέτοια ώστε η Carter να βρίσκει a fortiori εφαρμογή. Αλλά ας υποθέσουμε ότι η πεζή «ήταν ή περπατούσε στο δρόμο», όπως το έθεσε ο κ. Ερωτοκρίτου, κατά τον κρίσιμο χρόνο πριν το δυστύχημα. ΄Οτι επιχείρησε να διασταυρώσει, ή να αποφύγει τη «λάντα», ή έστω ότι περπατούσε 1 μ. μέσα στο δρόμο χωρίς λόγο. Ας υποθέσουμε ακόμα, ότι θα μπορούσε να γίνει εύρημα ότι η ακτίνα των φώτων του οχήματος ήταν 45 μ. Μια απόσταση 45 μ. διανύεται από ένα όχημα που κινείται με ταχύτητα 30 - 40 χαω σε 5 περίπου δευτερόλεπτα. Αυτό είναι ζήτημα απλής αριθμητικής και όχι εμπειρογνωμοσύνης. Είναι σ' αυτά τα περιορισμένα χρονικά πλαίσια αλλά και τις περιστάσεις γενικότερα που θα έπρεπε να κριθεί το ζήτημα του κατά πόσο ο εναγόμενος θα μπορούσε να είχε αντιληφθεί ενωρίτερα την πεζή. Μια πεζή που βρισκόταν με μαύρα ρούχα στην άκρη ενός σκοτεινού δρόμου. Η δε αναφορά του εναγόμενου ότι την είδε στα 15 μ. και ότι μόλις την είδε εφάρμοσε φρένα, θα πρέπει να κριθεί όχι μόνο υπό το στοιχείο του χρόνου των λίγων δευτερολέπτων, αλλά αφού ληφθεί υπόψη και το ότι σ' αυτό τον περιορισμένο χρόνο αγωνίας ο οδηγός δεν βλέπει και αντιδρά χωρίς άλλο, αλλά βλέπει και αντιδρά αφού παρέλθει κάποιος χρόνος για να αντιληφθεί τον κίνδυνο («thinking distance»). Αυτό είναι κοινώς γνωστό, έστω και αν δεν είναι επιτρεπτός ο περαιτέρω υπολογισμός για σκοπούς συγκεκριμένων ευρημάτων, χωρίς τη μαρτυρία εμπειρογνώμονα. Ως εκ των άνω, οι ενάγοντες έχουν αποτύχει να αποδείξουν με τον απαιτούμενο θετικό τρόπο αμέλεια έστω και αν δούμε υπ' αυτή την σκοπιά τα πράγματα. Πέραν τούτου, ακόμα και αν υποθέσουμε ότι έχει στοιχειοθετηθεί αμέλεια υπό την έννοια ότι ο εναγόμενος παρέλειψε να αντιληφθεί όσο έγκαιρα μπορούσε την πεζή, δεν έχει καταδειχθεί αιτιώδης συνάφεια υπό την έννοια ότι αν την έβλεπε και αντιδρούσε ενωρίτερα, θα μπορούσε να αποφύγει σε τέτοιο περιορισμένο χρονικό διάστημα, το δυστύχημα. Βέβαια, ο εναγόμενος έχει παραδεχθεί στην ποινική υπόθεση την κατηγορία της αμελούς οδήγησης. Η μαρτυρία για παραδοχή σε ποινική υπόθεση είναι αποδεκτή εναντίον του προσώπου που την έκαμε. Εν προκειμένω στο κατηγορητήριο (τεκμήριο 18) δεν υπήρχαν λεπτομέρειες. Ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής όμως, εκθέτοντας μετά την παραδοχή τα γεγονότα (βλ. πρακτικά τεκμήριο 22) ανέφερε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «΄Εχει γίνει έλεγχος ορατότητας και διαπιστώθηκε ότι με το φωτισμό που υπήρχε εκείνη την ώρα στο δρόμο μπορούσε κάποιος να διακρίνει ένα πεζό να κινείται στο δρόμο από την περιοχή του κυκλικού κόμβου και ακόμη και πέραν από το σημείο που είχε γίνει το δυστύχημα.» Ο κατηγορούμενος που δεν εκπροσωπείτο την ημέρα εκείνη από δικηγόρο, όταν του δόθηκε ο λόγος μετά την παράθεση των γεγονότων απάντησε: «Τι να πω; ΄Ηταν με τα μαύρα, δεν την είδα καθόλου. Είδα την, αλλά πετάχτηκε απότομα μέσα στο δρόμο.» Στη συνέχεια το δικαστήριο επέβαλε ποινή. Τώρα όμως θα πρέπει η σημασία της παραδοχής «να αποτιμηθεί σε συνάρτηση προς τα γεγονότα που θεωρήθηκαν ότι στοιχειοθετούν το αδίκημα» (Πούρικκος v. Βασιλείου
(1993)1 Α.Α.Δ. 256). Τα υποτιθέμενα αυτά γεγονότα δεν είναι παρά η θέση Μαυρή που αξιολογούμενη τώρα έχει κριθεί αβάσιμη. Πέραν τούτου, η παραδοχή θα πρέπει να συνεκτιμάται με την υπόλοιπη μαρτυρία (Αγησιλάου v. Χρίστου
(1989)1 Α.Α.Δ. 713). Τα δεδομένα της υπόθεσης έχουν εκτιμηθεί. Η, χωρίς νομική βοήθεια, αντίληψη του εναγομένου που τον οδήγησε να παραδεχθεί, δεν μεταβάλλει ούτε επηρεάζει τα δεδομένα. ΄Αλλωστε με τα όσα είχε αναφέρει απολογούμενος θα μπορούσε ενδεχομένως να είχε τεθεί ζήτημα μη παραδοχής. Παρά ταύτα, όπως είναι η πρακτική, θα εξετάσω το ζήτημα των αποζημιώσεων για το ενδεχόμενο κατ' έφεση ανατροπής της ετυμηγορίας περί ευθύνης. ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΩΝ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΩΝ ΄Οπως εξηγείται στην Καζάκου v. Αβρααμίδου
(2001)1 Α.Α.Δ. 1626, αποζημιώσεις λόγω θανάτου μπορούν να επιδικαστούν προς όφελος της περιουσίας του αποβιώσαντος (άρθρο 34
(2)(α) του περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών Νόμου, Κεφ. 189, όπως έχει τροποποιηθεί με το Νόμο 157/85) και προς όφελος των εξαρτωμένων (άρθρο 58 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, όπως έχει τροποποιηθεί με το νόμο 156/85). Αποζημιώσεις προς όφελος της περιουσίας Στα πλαίσια της πρώτης κατηγορίας, που είναι περιορισμένα, περιλαμβάνονται τα έξοδα κηδείας. Ως τέτοια μπορούν υπό μία ευρύτερη έννοια να νοηθούν τα αναγκαία έξοδα εκ ΛΚ2800 που εν προκειμένω υπέστη η περιουσία για αποτέφρωση της σωρού και μεταφορά της τέφρας στην Κίνα (βλ. τεκ. 2 και τεκ. 9). Το ποσό αυτό, με τόκο από τις 27/5/03 ημέρα που καταβλήθηκε, θα αποτελούσε μέρος της περιουσίας και θα έπρεπε να κατανεμηθεί στους κληρονόμους σύμφωνα με τυχόν διαθήκη ή το νόμο. ΄Εχει επίσης συμφωνηθεί ότι αν θα εδίδετο απόφαση υπέρ των εναγόντων, θα περιελάμβανε και τα έξοδα της διαχείρισης της περιουσίας, ανάλογα με το ποσοστό ευθύνης. Το ποσό δεν καθορίστηκε. Γίνεται αντιληπτό ότι θα εδίδετο εν προκειμένω απόφαση που να αναγνωρίζει το δικαίωμα των εναγόντων να εισπράξουν από τον εναγόμενο τα τελικά έξοδα της διαχείρισης ή το ανάλογο ποσοστό. Αποζημιώσεις προς όφελος των εξαρτωμένων Η αποβιώσασα άφησε σύζυγο ηλικίας 46 ετών και ένα γιο ηλικίας 15 ετών, τότε. Ζητείται να τους επιδικαστούν αποζημιώσεις λόγω της απώλειας που υφίστανται ως εξαρτώμενοι. Οι αποζημιώσεις αυτές αναλογούν προς το εισόδημα του αποβιώσαντος, αφού αφαιρεθεί ένα ποσοστό για τις προσωπικές ανάγκες που θα είχε αν ζούσε. Η αποβιώσασα άρχισε να εργάζεται ως οικιακή βοηθός στην Κύπρο από τα τέλη 2002. Στις 10/3/03 άλλαξε εργοδότη. Θα εργαζόταν με μηνιαίο μισθό ΛΚ150 με 5% αύξηση καθ' έτος πλέον διαμονή και διατροφή (βλ. Συμβόλαιο Εργοδότησης, Τεκμήριο 10). Το συμβόλαιο της ήταν για 4 χρόνια. Η ενάγουσα θα είχε εισόδημα για την περίοδο Μαρτίου 2003 - Μαρτίου 2004 ΛΚ1800 εκ των οποίων, όπως είπε ο σύζυγος της, πληρώθηκαν μετά τον θάνατο της τα δεδουλευμένα ενός μηνός. ΄Αρα η απώλεια για όσο καιρό θα εργαζόταν στην Κύπρο καθορίζεται ως ακολούθως λαμβανομένης υπόψη της συμφωνηθείσας ετήσιας αύξησης:- 2003 - 2004 ΛΚ1650 2004 - 2005 ΛΚ1890 2005 - 2006 ΛΚ1984 2006 - 2007 ΛΚ2083 Σύνολο ΛΚ7607 Η απώλεια των μελλοντικών απολαβών υπολογίζεται με βάση το εισόδημα κατά το χρόνο του ατυχήματος ή το εισόδημα που θα κέρδιζε όπως αυτό μπορεί να προσδιοριστεί με βάση τα στοιχεία που υπάρχουν κατά το χρόνο της δίκης. Η εξέταση των μελλοντικών προοπτικών δεν είναι ανεπίτρεπτη αλλά το εγχείρημα δεν μπορεί ποτέ να είναι θεωρητικό. Η πρόβλεψη για μελλοντικές εξελίξεις πρέπει να δικαιολογείται από υπαρκτά δεδομένα (Cookson v. Knowles [1978] 2 All E.R. 604, Fysco Constructing Co Ltd v. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1014, Αντωνίου v. Συνεργατικό Ταμιευτήριο Δημοσίων Υπαλλήλων Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ. 37). Δεν ετέθη ζήτημα για παραμονή και εργασία στην Κύπρο για το μετέπειτα χρόνο, μετά τα τέσσερα χρόνια. Ο σύζυγος της (ΜΕ1) ανέφερε πως πρόθεση της μετά την Κύπρο ήταν να εργαστεί στη Γαλλία για να έχει ψηλότερα εισοδήματα. Ουδεμία όμως συγκεκριμένη μαρτυρία ώστε να στοιχειοθετηθεί ως βάσιμη τέτοια προοπτική. Ούτε οποιαδήποτε μαρτυρία για τα αναμενόμενα εισοδήματα στη Γαλλία. ΄Αρα θα πρέπει να λάβουμε ως δεδομένη τη μόνη ορατή προοπτική ή, εν πάση περιπτώσει, το πλέον πιθανό, ότι δηλαδή μετά την εργοδότηση της στην Κύπρο θα επέστρεφε στην Κίνα. Κατά το σύζυγο της στην Κίνα εργαζόταν σκληρά ως πωλήτρια με εισόδημα περί τα 1200 yuan. ΄Εγινε κοινώς αποδεκτό μια λίρα Κύπρου αντιστοιχεί προς 17 yuan. ΄Αρα 1200 yuan είναι ΛΚ70 (ΛΚ70,59). ΄Ηταν όμως ο ισχυρισμός του ΜΚ1 ότι αν σήμερα έκαμνε την ίδια εργασία στην Κίνα, θα έπαιρνε τα διπλάσια διότι σημειώθηκε αύξηση στην οικονομία λόγω των αναμενόμενων Ολυμπιακών Αγώνων. Για την προοπτική των μελλοντικών απολαβών έδωσε μαρτυρία και η εκ των διαχειριστών κα ΄Ελενα Ερωτοκρίτου (ΜΕ2). Παρουσίασε ένα πιστοποιητικό από το Γραφείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων στην πόλη της αποβιώσασας, το Mudanjiang για τα εισοδήματα εργάτη σε βιομηχανία συρμάτων και καλωδίων στο Mudanjiang (Τεκ. 25). Γίνεται αναφορά σε ετήσια αύξηση από το 2002 (1200 yuan) και ειδικότερα για την περίοδο μετά τον Αύγουστο 2006 γίνεται λόγος για 2800 yuan. Στη συνέχεια η κα Ερωτοκρίτου, για να υποστηρίξει τη θέση της ότι σημειώνονται αυξήσεις στους μισθούς των εργατών στην Κίνα, παρουσίασε διάφορα έγγραφα με πληροφορίες από το διαδίκτυο σε σχέση με την πόλη και την επαρχία της αποβιώσασας, περιλαμβανομένων οικονομικών μεγεθών (Τεκ. 26, 27, 28). Η χαλάρωση που επήλθε δια του νέου δικαίου της απόδειξης δεν επιτρέπει βέβαια την αδιάκριτη παραπομπή σε στοιχεία μέσα από τον ωκεανό του διαδικτύου. Αν πρόκειται για πληροφοριακά στοιχεία θα πρέπει να στοιχειοθετείται η εγκυρότητα της πηγής. Αν πρόκειται για παραπομπές σε στοιχεία που θα αναμένονταν από ένα πραγματογνώμονα, το νέο δίκαιο δεν έχει διαφοροποιήσει τις αρχές επί των οποίων γίνεται δεκτή η παραπομπή από πραγματογνώμονα σε βιβλιογραφία. Εν προκειμένω το τεκμήριο 26 προέρχεται από αδιευκρίνιστη πηγή, ενώ τα τεκμήρια 27 και 28 από μια «εγκυκλοπαίδεια του διαδικτύου» γνωστή ως Wikipedia. Το τεκμήριο 29 προέρχεται από την ιστοσελίδα της Wikipedia και εξηγεί τον τρόπο λειτουργίας. Εξηγεί ότι το περιεχόμενο «συγγράφεται» συλλογικά από εθελοντές από όλο τον κόσμο και τα άρθρα μπορούν να τροποποιηθούν (edited) από οποιοδήποτε έχει πρόσβαση στο διαδίκτυο. Ασφαλώς δεν πρόκειται για ασφαλή πηγή πληροφοριών που θα μπορούσαν να είναι έγκυρη μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου. Το δε τεκμήριο 25, αναφέρεται στην αποβιώσασα ως εργάτρια βιομηχανίας συρμάτων και καλωδίων. ΄Ομως ο σύζυγος δεν έχει αναφέρει ότι ήταν εργάτρια. ΄Ο,τι ανέφερε είναι πως εργάτης σε τέτοια βιομηχανία ήταν ο ίδιος. Η σύζυγος του, είπε, ήταν πωλήτρια. Συνεπώς η μαρτυρία που περιέχεται στο τεκμήριο 25 είναι άσχετη σε ότι αφορά την προοπτική που θα είχε η σύζυγος αν ζούσε. Εν πάση περιπτώσει η αναφορά σε ραγδαία αύξηση εισοδημάτων είτε στο τεκμήριο 25, είτε γενικότερα, ήταν γενικόλογη. Η μόνη εξήγηση ήταν σε αναφορά με τους Ολυμπιακούς Αγώνες που θα γίνουν στο Πεκίνο. Δεν υπάρχει έγκυρη μαρτυρία που να υποστηρίζει και να εξηγεί τέτοια εισήγηση. ΄Αλλωστε αποτέλεσε κοινό τόπο ότι η πόλη της αποβιωσάσης δεν είναι το Πεκίνο, αλλά η πόλη Mudanjiang στα σύνορα με τη Ρωσία, κοντά στο Βλαδιβοστόκ. ΄Ηταν η θέση της κας Ερωτοκρίτου ότι «με την αύξηση της οικονομίας της Κίνας και δη τους Ολυμπιακούς το 2008 (η Κίνα) έγινε μια τεράστια οικονομική δύναμη και άρα δεν θα λιγοστεύουν οι θέσεις εργασίας στη βιομηχανική περιοχή της Mudanjiang.» ΄Ομως πρόκειται για απόψεις που και πάλι δεν υποστηρίζονται από έγκυρη μαρτυρία. Συνεπώς δεν υπάρχει έγκυρη και θετική μαρτυρία που θα μπορούσε να αποτελέσει βάση για να προβλεφθούν ευνοϊκότερες εξελίξεις. Αντίθετα, το δεδομένο που υπάρχει είναι ότι λίγο μόνο χρόνο πριν το θάνατο της, η αποβιώσασα αναγκάστηκε, προφανώς από τη φτώχια και το εισόδημα των ΛΚ70, να αφήσει την πατρίδα και την οικογένεια της για να αναζητήσει εργασία στην Κύπρο με ΛΚ150 και μικρή ετήσια αύξηση. Η μόνη ορατή προοπτική, μετά τα τέσσερα χρόνια στην Κύπρο, θα ήταν ένα ετήσιο εισόδημα περί τις ΛΚ840, εφόσον σ' αυτό τον υπολογισμό δεν λαμβάνεται υπόψη, εκτός υπό εξαιρετικές περιστάσεις, ο μελλοντικός πληθωρισμός για τους λόγους που εξηγούνται στην Cookson v. Knowles (ανωτέρω). Τέλος, πρόκειται για τόσο χαμηλά εισοδήματα, τόσο στην Κύπρο όσο, ιδιαιτέρως, στην Κίνα που θα πρέπει να λάβουμε ως δεδομένο, εφόσον άλλωστε δεν τέθηκε θέμα, πως επρόκειτο για καθαρά εισοδήματα. Το επόμενο ερώτημα αφορά την πρόγνωση για την διάρκεια της χρονικής περιόδου που θα εργαζόταν. Σχετικοί παράγοντες είναι κυρίως η ηλικία και η υγεία του θύματος, η ενυπάρχουσα αβεβαιότητα του μέλλοντος και το γεγονός της προείσπραξης του μελλοντικού εισοδήματος (βλ. Μιχαήλ v. Φίλιος Γ. Συκοπετρίτης Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 1049). Ο κ. Κυριακίδης με αναφορά στην Iacovou Brothers (Constructions) Ltd v. Κρίκκη
(2004)1 Α.Α.Δ. 398, όπου για άτομο 38 ετών χρησιμοποιήθηκε ο πολλαπλασιαστής 10, εισηγήθηκε αυτό τον αριθμό. Δεν έχει δοθεί άλλη μαρτυρία πέραν της ηλικίας και του επαγγέλματος. Δεν έχει αποκαλυφθεί κανένας παράγοντας που θα προδιέθετε διαφορετική εξέλιξη στην πορεία της ζωής του θύματος, από τη συνήθως αναμενόμενη. Το μόνο που θα μπορούσε να λεχθεί είναι πως επρόκειτο για γυναίκα 39 ετών, χωρίς αναφορά σε προβλήματα υγείας, που ασκούσε ένα μη επικίνδυνο επάγγελμα. Υπ' αυτές τις περιστάσεις, λαμβανομένης υπόψη και της συνεχώς αυξανόμενης προσδοκίας ζωής λόγω της προόδου της επιστήμης (Muskita Hotels Ltd v. Γαβριήλ
(2002)1 Α.Α.Δ. 1703, Τρύφωνος v. Σωτηρίου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1305) υιοθετείται ο αριθμός 12. Ο καθορισμός βέβαια πολλαπλασιαστή, όπως θα φανεί παρακάτω, αποτελεί υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης αυτής θεωρητικό εγχείρημα. Κρίθηκε όμως σωστό να καθοριστεί ο πολλαπλασιαστής, για το ενδεχόμενο ανατροπής του σκεπτικού που ακολουθεί σε σχέση με το ζήτημα της εξάρτησης. Με τον αριθμό αυτό δεν θα πολλαπλασιαζόταν το σύνολο των εισοδημάτων, αλλά το ποσό που θα παρέμενε αφαιρουμένων των δαπανών για τις προσωπικές ανάγκες που αναμένεται ότι θα είχε η αποβιώσασα αν ζούσε. Ο κ. Κυριακίδης εισηγήθηκε ότι από τα εισοδήματα της θα έπρεπε να αφαιρεθεί και το χρέος που θα πρέπει να δημιούργησε για να εργοδοτηθεί στην Κύπρο (εκπαίδευση, κ.τ.λ.) εφόσον, όπως είπε είναι από τους μισθούς της που θα πλήρωνε το χρέος αυτό. Δεν θα εξετάσω την περαιτέρω βασιμότητα της εισήγησης, εφόσον τέτοια μαρτυρία δεν υπάρχει. Έτσι επανέρχομαι στο ζήτημα των αναμενομένων δαπανών για τις ανάγκες της αιτήτριας. Δεν υπάρχει μαρτυρία για κάθε κονδύλι ξεχωριστά που εδαπανάτο προς όφελος των εξαρτωμένων, ούτε για τα προσωπικά έξοδα της αποβιωσάσης ώστε να αφαιρεθούν από το κερδαινόμενο εισόδημα. ΄Αρα προσφέρεται η «ποσοστιαία προσέγγιση» δηλαδή η μέθοδος συμβατικού υπολογισμού στη βάση ενός ποσοστού επί του εισοδήματος του αποβιώσαντος (Νικολάου v. Μιχαήλ
(1999)1 Α.Α.Δ. 1866, Καζάκου v. Αβρααμίδου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1626). Η γενική φόρμουλα, που μπορεί όμως υπό τις περιστάσεις να διαφοροποιηθεί, αναφέρεται σε 75% όταν οι εξαρτώμενοι είναι σύζυγος και παιδιά ή 67%, περίπου, όταν ο/ή σύζυγος είναι ο μόνος κληρονόμος. ΄Οταν όμως το εισόδημα του συζύγου είναι ουσιαστικό, «το ποσοστό που αντιστοιχεί στις προσωπικές δαπάνες του αποβιώσαντος υπολογίζεται στη βάση του κοινού εισοδήματος και όχι απλώς στη βάση του εισοδήματος του αποβιώσαντος» (ΑΗΚ v. Κυριάκου, Πολ. ΄Εφεση 12024, ημερ. 22/5/2006). Εν προκειμένω ο σύζυγος έχει δικά του εισοδήματα. Ισχυρίστηκε ως μάρτυρας, ότι προηγουμένως εργαζόταν σε εργοστάσιο κατασκευής συρμάτων, αλλά έχασε την δουλειά του. Λόγω προβλημάτων αρρυθμίας καρδίας και γενικότερα για λόγους υγείας, είπε, δεν μπορεί να δουλεύει σκληρά. Εργάζεται μερικές ώρες και το εισόδημα του είναι περίπου 1500 yuan (ΛΚ88 περίπου). Ο κ. Κυριακίδης ορθά εισηγήθηκε πως η αναφορά σε αρρυθμία, δεν υποστηρίχθηκε με μαρτυρία περί περιορισμένης ανικανότητας για εργασία. ΄Ομως, με την αποτυχία, ως άνω, της προσπάθειας του συζύγου να φανεί ότι στην Κίνα και στην περιοχή τους υπάρχει μεγάλη οικονομική ανάπτυξη, η εικόνα της οικονομικής κατάστασης παραμένει εκείνη που δείχνει την σύζυγο να αφήνει την οικογένεια της και να εκπατρίζεται για ΛΚ150 το μήνα. Είναι υπό αυτές τις περιστάσεις που δέχομαι τη μαρτυρία του συζύγου περί 1500 yuan. Προκύπτει ότι για τα τέσσερα χρόνια ο σύζυγος και το παιδί θα ήταν εξαρτώμενοι της συζύγου η οποία θα είχε σχεδόν διπλάσιο εισόδημα, από το σύζυγο της. Υπό περιστάσεις δηλαδή ώστε ο υπολογισμός να γίνει επί τη βάσει του εισοδήματος της. Με την επιστροφή της στη Κίνα ο μισθός του συζύγου θα ήταν όχι μόνο ουσιαστικός, αλλά πιο ψηλός. Με αυτά τα δεδομένα, παρά το ότι έχει καθοριστεί ο πολλαπλασιαστής για 12 χρόνια, ο σύζυγος δεν θα μπορούσε πια να θεωρηθεί εξαρτώμενος, ως στηριζόμενος οικονομικά από τη σύζυγο του (Καζάκου, ανωτέρω). Στο μεταξύ δε, το παιδί τους έχει ενηλικιωθεί στις 16/6/2006 χωρίς να έχει ακολουθήσει ανώτερες σπουδές και χωρίς να υπάρχει θετική και πειστική μαρτυρία ότι για κάποιο ειδικό λόγο θα παρέμενε για κάποια περαιτέρω περίοδο εξαρτώμενος της μητέρας του. Τέλος, θεωρώ ότι θα πρέπει να υπάρξει διαφοροποίηση από την γενική φόρμουλα της «ποσοστιαίας προσέγγισης», εφόσον η διατροφή και η διαμονή θα ήταν, ως άνω, περιπλέον του μισθού της αποβιωσάσης. ΄Ετσι τα ποσοστά καθορίζονται αντιστοίχως σε 80% (αντί 75%) και 70% (αντί 67%). Ως εκ των άνω τα ποσά της εξάρτησης καθορίζονται ως ακολούθως: 10/4/03 - 10/3/04 80% Χ ΛΚ1650 ΛΚ1320 10/3/04 - 10/305 80% Χ ΛΚ1890 ΛΚ1512 10/3/05 - 10/3/06 80% Χ ΛΚ1985 ΛΚ1588 10/3/06 - 10/6/06[1] 80% Χ ΛΚ 520[2] ΛΚ 416 ΛΚ5252 10/6/06 - 10/3/07 70% Χ ΛΚ1523[3] ΛΚ1066 ΛΚ6318 Δεν έχει δοθεί μαρτυρία τέτοια ώστε το ποσό των ΛΚ5252 να κατανεμηθεί μεταξύ του συζύγου και του γιου κατά κάποιο ιδιαίτερο τρόπο. ΄Ετσι θα καταμεριζόταν εξ ημισείας. Το μετέπειτα ποσό των ΛΚ1066 θα εδίδετο στο σύζυγο. Τα ποσά αυτά προέκυψαν σταδιακά. Χάριν πρακτικής απλοποίησης συνηθίζεται να δίδεται τόκος για το ήμισυ μέχρι την αποκρυστάλλωση του συνολικού ποσού και επί του όλου στη συνέχεια. Επιπρόσθετα ο σύζυγος και το παιδί θα εδικαιούνταν εκ του νόμου (άρθρο 58
(7)-
(10)του Κεφ. 148) αποζημιώσεις λόγω απώλειας (bereavement) ύψους ΛΚ10000 που θα καταμεριζόταν μεταξύ τους εξίσου. Με τόκο από της απώλειας. Τέλος, στο παρακλητικό της αγωγής ζητούνται «αποζημιώσεις για μείωση διάρκειας ζωής σύμφωνα με το άρθρο 57 του Κεφ. 148». ΄Ομως, με τον τροποποιητικό Νόμο 156/87 τέτοιου είδους αξίωση έχει καταργηθεί. ΄Ο,τι προβλέπεται πλέον είναι αποζημίωση για πόνο και ταλαιπωρία μέχρι τον πρόωρο, συνεπεία του τραυματισμού, θάνατο στην οποία πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ταλαιπωρία από την επίγνωση του επερχόμενου θανάτου (άρθρο 57 Α). Εν προκειμένω το θύμα απεβίωσε την ίδια ημέρα χωρίς να υπάρχει περαιτέρω μαρτυρία που θα μπορούσε να θεμελιώσει τέτοια αξίωση. Ως εκ των άνω οι αποζημιώσεις καθορίζονται επί βάσεως πλήρους ευθύνης ως ακολούθως: (α) ΛΚ2800 για έξοδα κηδείας, με τόκο 8% από το χρόνο της πληρωμής τους, ήτοι από 27/5/
- (β) ΛΚ6318 για απώλεια εξάρτησης, με τόκο 8% επί του μισού ποσού από 10/4/03 μέχρι 10/3/07 και επί ολοκλήρου στη συνέχεια. (γ) ΛΚ10000 λόγω απώλειας (bereavement) με τόκο 8% από 25/3/
- Για το θέμα των εξόδων: Οι ενάγοντες έδωσαν ειδοποίηση παραδοχής γεγονότων χωρίς ανταπόκριση. Όμως για κάποια από τα ζητήματα των οποίων ζητήθηκε η παραδοχή (ηλικία συζύγου, ηλικία τέκνου, εισοδήματα αποβιωσάσης, ζήτημα ικανότητας συζύγου για εργασία) η μαρτυρία ήταν τελικά διαφορετική. Έτσι, το γεγονός ότι η ειδοποίηση έμεινε αναπάντητη δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη στο ζήτημα των εξόδων. Τα έξοδα, όπως είναι ο κανόνας, θα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα. Η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων 1 και 2 όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.)............................. Τ. Θ. Οικονόμου, Α.Ε.Δ. [1] Κατά προσέγγιση ημερομηνία ενηλικίωσης τέκνου. [2] Εισόδημα τριών μηνών. [3] Εισόδημα εννέα μηνών. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο