← Κύπρος

Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Αντώνη Αντωνίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 673/02, 12.11.2007

Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Αντώνη Αντωνίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 673/02, 12.11.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:A146 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 673/02 Μεταξύ: Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ Εναγόντων -και-

  1. Αντώνη Αντωνίου
  2. Μαρίας Αντωνίου Εναγομένων ____________________ Ημερομηνία: 12.11.2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες: Ο κ. Α. Ζαχαρίου. Για τους Εναγόμενους: Ο κ. Α. Μαθηκολώνης. ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, δυνάμει συμφωνίας ενοικιαγοράς ημερομηνίας 22.12.1999 ενοικίασαν στον εναγόμενο 1 τα έπιπλα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 της έκθεσης απαίτησης υπό την αλληλέγγυο εγγύηση της εναγομένης 2 με δικαίωμα αγοράς με την εξόφληση για περίοδο 24 μηνών από 22.1.
  3. Ο εναγόμενος 1 με την υπογραφή της συμφωνίας έλαβε κατοχή των επίπλων. Το ποσό της ενοκιαγοράς Λ.Κ.30.000 πλέον Λ.Κ.4.650 δικαιώματα ενοικιαγοράς και Λ.Κ.10 δικαίωμα αγοράς, δηλαδή σύνολο Λ.Κ.34.660, θα πληρώνονταν με 24 μηνιαίες δόσεις Λ.Κ.1.443,75 από 22.1.
  4. Οι εναγόμενοι κατά παράβαση της συμφωνίας καθυστέρησαν την πληρωμή Λ.Κ.18.437,47 και ως εκ τούτου οι ενάγοντες τερμάτισαν τη συμφωνία. Με την παρούσα αγωγή οι ενάγοντες αξιώνουν από τους εναγόμενους το ποσό των Λ.Κ.18.437,47 ως υπόλοιπο ενοικίου και / ή αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και / ή οφειλομένου υπολοίπου πιστωτικών διευκολύνσεων και / ή συμφωνίας για κάλυψη και / ή αποζημίωση ή άλλως πως πλέον νόμιμο τόκο. Σε περίπτωση που η συμφωνία ενοικιαγοράς ήθελε αποδεχθεί άκυρη οι ενάγοντες αξιώνουν διαζευκτικά το ποσό των Λ.Κ.30.000 μείον πληρωμές που ανέρχονται σε Λ.Κ.16.568,80 πλέον νόμιμο τόκο επί του εκάστοτε υπολοίπου από της ημερομηνίας καταβολής του μέχρι πλήρους εξοφλήσεως. Επιπρόσθετα ζητούν διάταγμα για επιστροφή των επίπλων και πώλησης τους με δημόσιο πλειστηριασμό. Οι εναγόμενοι στη δεκατρισέλιδη έκθεση υπεράσπισης τους προβάλλουν τους λόγους για τους οποίους η επίδικη συμφωνία είναι ανυπόστατη, άκυρη και «ανεφάρμοστη» και δεν αποτελεί γνήσια και αληθινή συμφωνία ενοικιαγοράς, οι οποίοι συνοψίζονται στους ακόλουθους:

(1)ουδέποτε οι ενάγοντες και ο εναγόμενος 1 είχαν την αληθινή βούληση να καταρτίσουν αληθινή συμφωνία ενοικιαγοράς αντικειμένων υπό τους όρους που αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης.
(2)ότι ο σκοπός της σύναψης της συμφωνίας ήταν η χρηματοδότηση του εναγόμενου 1 για επενδύσεις στο Χρηματιστήριο.
(3)Ότι τα «φερόμενα ως επίδικα αντικείμενα» στην συμφωνία επινοήθηκαν από τους ενάγοντες, και ήταν ανύπαρκτα.
(4)Η επίδικη συμφωνία είναι παράνομη αφού αντίκειται προς τη δημόσια πολιτική του κράτους και της περί Τόκου Νομοθεσίας. Διαζευκτικά η εναγόμενη προβάλλει την υπεράσπιση του non est factum. Στο δικόγραφο παρατίθεται αριθμός υποθέσεων σε σχέση με τις οποίες σύμφωνα με τους εναγόμενους στα πλαίσια της πιο πάνω παράνομης πρακτικής των εναγόντων καταρτίστηκαν εικονικές συμφωνίες (παράγραφος 2.2.4 και παράγραφος 3 της έκθεσης υπεράσπισης). Οι εναγόμενοι ανταπαιτούν δήλωση του Δικαστηρίου ότι η επίδικη συμφωνία είναι ανυπόστατη, παράνομη, άκυρη και «ανεφάρμοστη» ως επίσης και η εγγύηση της εναγόμενης
  1. Για τους ενάγοντες κατάθεσε μόνο ο Ανδρέας Βορκά, Μ.Ε.1.. Από το 1996 εργάζεται στη Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Χρηματοδοτήσεις Λτδ και είναι υπεύθυνος στο τμήμα συμβολαίων. Κατέθεσε το επίδικο συμβόλαιο ενοικιαγοράς, ημερομηνίας, 22.12.1999, Τεκμήριο 2, και τον επίδικο «πίνακα χρηματοδοτηθέντων αντικειμένων» της ίδιας ημερομηνίας, Τεκμήριο 3, κατάσταση λογαριασμού ημερομηνίας 1.3.2007 και σχετικό πιστοποιητικό, Τεκμήριο 4 καθώς και επιστολή τερματισμού προς τους εναγόμενους, η οποία δεν επεστράφη ως ανεπίδοτη, Τεκμήριο
  2. Το Δεκέμβριο 1999 οι εναγόμενοι επισκέφθηκαν το κατάστημα των εναγόντων στη Λάρνακα και τους ζήτησαν χρηματοδότηση περί των Λ.Κ.30.000 γιατί είχαν ανάγκη από χρήματα. Ο Μ.Ε.1 τους εξήγησε ότι οι ενάγοντες ήταν οργανισμός που ασχολείται με ενοικιαγορές και ότι δεν υπήρχε πρόβλημα να χρηματοδοτήσουν την περιουσία τους με ενοικιαγορά με λογικά ποσά και ανάλογες εξασφαλίσεις. Οι εναγόμενοι αποδέχθηκαν και ζήτησαν από τους ενάγοντες να προβούν σε ενοικιαγορά των επίπλων του εναγόμενου 1 τα οποία ανέλαβε να πωλήσει στους ενάγοντες για σκοπούς ενοικιαγοράς τους από τον ίδιο. Υπέβαλαν στους εναγόμενους διάφορες ερωτήσεις αναφορικά με τα έπιπλα και για να τους βοηθήσουν τους υπέδειξαν ένα κατάλογο με διάφορα έπιπλα και εξοπλισμό οικίας, τον οποίο είχαν έτοιμο, για σκοπούς ευκολίας, και τους ζήτησαν να τους υποδείξουν ποια από τα έπιπλα και τον εξοπλισμό αγόρασε ο ίδιος ο εναγόμενος 1 πρόσφατα, όπως τους είχε αναφέρει. Με βάση τη δήλωση του εναγόμενου 1 ετοιμάστηκε το Τεκμήριο 3 το οποίο οι εναγόμενοι 1 και 2 διάβασαν και επιβεβαίωσαν ως ορθό, τους διαβεβαίωσαν δε ότι ο εναγόμενος 1 είναι απόλυτος ιδιοκτήτης των αντικειμένων. Αφού ο εναγόμενος 1 υπέγραψε το Τεκμήριο 3, το Τεκμήριο 2 και τις βεβαιώσεις του μισθωτή προχώρησαν στον καταρτισμό της ενοικιαγοράς. Επειδή γνώριζαν ότι οι εναγόμενοι ήταν αξιόχρεοι, δεν προχώρησαν σε έλεγχο των επίπλων γιατί είχαν τις διαβεβαιώσεις και τις υπογραφές τους και δεν θεωρούσαν ότι υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα. Έκδωσαν επιταγή Λ.Κ.29.886, Τεκμήριο 6, την οποία σύμφωνα με τις οδηγίες του εναγόμενου 1 πλήρωσαν στον ίδιο, και Λ.Κ.114 έξοδα, χαρτόσημα και μεταβιβαστικά. Το ποσό των Λ.Κ.4.650 που φαίνεται στο Τεκμήριο 2 αποτελεί δικαιώματα ενοικιαγοράς τα οποία υπολογίστηκαν σε 7,75% επί του παραχωρηθέντος ποσού Λ.Κ.30.
  3. Οι εναγόμενοι οφείλουν το ποσό των Λ.Κ.13.777,47 πλέον δικαιώματα ενοικιαγοράς και αγοράς Λ.Κ.4.660, σύνολο Λ.Κ.18.437,47 όπως φαίνεται στο Τεκμήριο
  4. Οι εναγόμενοι αναγνώρισαν την οφειλή τους επανειλημμένα και πλήρωσαν Λ.Κ.16,222,53 έναντι του χρέους τους. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανέφερε ότι με την ετοιμασία των εγγράφων ασχολήθηκε τόσο ο ίδιος όσο και η συνάδελφος του Ανίτα Τζιαρρίδου. Ρώτησαν τον εναγόμενο τι αντικείμενα είχε στο σπίτι του, τα οποία θα χρηματοδοτούσαν και του υπέδειξαν ένα έτοιμο κατάλογο τον οποίο τύπωσαν από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή για να επιλέξει ποια αντικείμενα είχε. Ο εναγόμενος επέλεξε και υπέδειξε από τον πίνακα ποια αντικείμενα είχε και τα κατέγραψαν. Ο πίνακας που υπεδείκνυαν είχε καταρτιστεί με ποσότητες κάποιων αντικειμένων. Έδωσαν πίστη στις δηλώσεις του εναγόμενου 1 ότι η αξία των αντικειμένων ήταν Λ.Κ.30.
  5. Το Τεκμήριο 3 υπέχει θέση τιμολογίου και σε αυτό φαίνεται η υπογραφή του εναγόμενου 1, ιδιοκτήτη Εμπιστεύτηκαν τις δηλώσεις των εναγομένων ως προς την αξία επειδή γνώριζαν ότι ήταν αξιόχρεοι, είχαν ξοφλήσει παλαιότερες ενοικιαγορές, είχαν δε και οι δύο ψηλά μηνιαία εισοδήματα. Δεν είχαν λόγο να τους αμφισβητήσουν. Δεν υπέβαλαν ερωτήσεις ως προς τον τόπο όπου αγοράστηκαν τα αντικείμενα, τα ποσά, τη μάρκα τους και τα λοιπά. Σε ερώτηση πώς εξηγεί το γεγονός ότι ο ίδιος κατάλογος με τα ίδια αντικείμενα χρησιμοποιήθηκε την ίδια περίοδο σε σχέση με τέσσερις άλλες χρηματοδοτήσεις μεταξύ αυτών κάποιου κυρίου Χίνη απάντησε ότι δεν θυμόταν την κάθε περίπτωση απ΄ έξω, πλην του Χίνη, που ξαναρωτήθηκε. Οι ενάγοντες βασίζονταν στις δηλώσεις των πελατών, όπως ανέφερε επί λέξει «εμείς η διαδικασία που ακολουθούσαμε είναι η ίδια, είχαμε αυτόν τον κατάλογο, τον υποδεικνύαμε στους πελάτες και αυτοί επέλεγαν ποια αντικείμενα είχαν για να γίνουν χρηματοδότηση, το ένα νοικοκυριό από το άλλο διαφέρει πολύ;». Ο Μ.Ε.1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 7 τον κατάλογο στον ηλεκτρονικό υπολογιστή που υπεδείκνυε στους πελάτες. Αρνήθηκε ότι ο πίνακας Τεκμήριο 7 είναι πλαστός και ότι στον ηλεκτρονικό υπολογιστή είχαν άλλο πλαστό πίνακα, αντίγραφο του επίδικου. Αρνήθηκε ότι τα αντικείμενα του επίδικου συμβολαίου ήταν ανύπαρκτα, ο μισθωτής έχει υπογράψει, αναγνωρίσει και επιβεβαιώσει ότι είναι δικά του με βάση τις δηλώσεις του στο συμβόλαιο και την κατάρτιση του πίνακα. Η εναγόμενη 2 ήταν η Μ.Υ.
  6. Ο εναγόμενος 1 είναι ο σύζυγος της και βρίσκονται σε διάσταση. Υιοθέτησε γραπτή δήλωση της, Τεκμήριο 8, στην οποία ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Περί το Δεκέμβριο 1999 ο εναγόμενος 1 της ανέφερε ότι είχε συμφωνήσει να πάρει δάνειο από τους ενάγοντες, ύψους Λ.Κ.30.000, για να επενδύσει στο Χρηματιστήριο. Μαζί είχαν πάει στα γραφεία των εναγόντων όπου τα έγγραφα ήταν έτοιμα για υπογραφή. Πριν τους ζητήσουν να υπογράψουν τους υπεδείχθηκε ο πίνακας, Τεκμήριο 3 ο οποίος τους είπαν ότι είναι ένας τυπικός πίνακας που έπρεπε να υπογράψει ο σύζυγός της για να μπορεί να γίνει η ενοικιαγορά. Επίσης τους είπαν ότι τα αντικείμενα γράφτηκαν τυπικά και δεν είχαν σημασία διότι το δάνειο ήταν εξασφαλισμένο με τι μετοχές του συζύγου της. Πράγματι δεν έδωσαν σημασία αφού η Τράπεζα ήθελε να παραχωρήσει το δάνειο με αυτό τον τρόπο και υπόγραψαν το συμβόλαιο. Ο σύζυγος της υπέγραψε επίσης το Τεκμήριο
  7. Όλες τις υπογραφές τις έβαλαν κατόπιν υπόδειξης της κας Τζιαρρίδου. Δεν είχαν τα αντικείμενα που αναγράφονται στο Τεκμήριο 3, ούτε ανέφεραν στους υπαλλήλους της Τράπεζας ότι είχαν τέτοια αντικείμενα. Τα εν λόγω αντικείμενα δεν υπήρχαν αφού το Τεκμήριο 3 κατασκευάστηκε από τους υπαλλήλους της Τράπεζας. Σε καμιά περίπτωση δεν τους υπέδειξαν οποιοδήποτε άλλο πίνακα για να διαλέξουν από αυτόν τα αντικείμενα που είχαν. Κατά το χρόνο υπογραφής του Τεκμηρίου 2 οι εναγόμενοι είχαν δύο παιδιά και ενοικίαζαν σπίτι που αποτελείτο από τρία μικρά υπνοδωμάτια, σαλόνι και κουζίνα, το οποίο δεν χωρούσε τα αντικείμενα του Τεκμηρίου
  8. Ουδέποτε δε υπήρξαν συνδρομητές στη «Lumiere». Η Μ.Υ.1 αναγνώρισε την υπογραφή της στο Τεκμήριο 2 και την υπογραφή του εναγόμενου 1 στο Τεκμήριο 3, που ήταν ο πίνακας που τους είχαν υποδείξει. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι επαγγέλλεται τη νηπιαγωγό. Όταν πήγαν στην Τράπεζα τα Τεκμήρια 2 και 3 ήταν συμπληρωμένα, έτοιμα για υπογραφή. Δεν έγινε οποιαδήποτε συνομιλία. Τα αντικείμενα του Τεκμηρίου 3 η ίδια δεν τους τα είπε, «δεν πρέπει» να τους τα είπε ούτε ο εναγόμενος 1 αφού δεν είχαν τέτοια αντικείμενα. Τους έδειξαν τον πίνακα και τους είπαν «μπαίνει τυπικά». Κατάλαβε ότι επρόκειτο για ενοικιαγορά με τυπικά αντικείμενα αλλά το δέχθηκε, πήγαν για να πάρουν δάνειο αλλά δεν θα υπεδείκνυε στην Τράπεζα πώς να κάνει τη δουλειά της. Δέχθηκε ότι γνώριζε ότι ο κατάλογος αντικειμένων ήταν ψεύτικος αλλά της είπαν ότι είναι τυπικός, δεν πέρασε από το μυαλό της ότι μια Τράπεζα θα έκανε ψέμα. Σε υποβολή ότι σε γνώση της υπέγραψε ψεύτικα έγγραφα απάντησε ότι εκείνη την ώρα δεν αντιλήφθηκε ότι ήταν ψέμα. Ήταν μια «Αρχή» που της είπε να το υπογράψει τα έγγραφα «τυπικά». Απλά υπέγραψε δεν ήταν ο τύπος της να διερωτηθεί. Συνειδητοποίησαν το ψέμα και την παρανομία όταν πήγαν στο συνήγορο υπεράσπισης. Ούτε καν αντιλήφθηκε ότι γινόταν το ψέμα όταν υπέγραψε. Σε ερώτηση αν θεωρεί ότι δεν πρέπει να τα πληρώσει τα λεφτά που οφείλει απάντησε «δεν είπαμε ότι δεν θα τα πληρώσουμε». Σε ερώτηση αν έχει οικονομικές δυσκολίες, γι΄ αυτό δεν πληρώνει απάντησε «μα να πληρώσω κάτι που έγινε παράνομα;». Ο Μ.Υ.2 ήταν ο Δημήτρης Αριστοτέλους, ο οποίος εργάζεται στο Τμήμα Εποπτείας και Ρύθμισης Τραπεζικών Ιδρυμάτων. Κατέθεσε δέσμη εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας ημερομηνιών Ιανουαρίου 1999 - Ιουλίου 2000 ως Τεκμήριο
  9. Μετά το δεύτερο εξάμηνο του 1999 αριθμός εγκυκλίων και οδηγιών ρύθμιζαν ή αφορούσαν τη χρηματοδότηση για αγορά μετοχών. Κατά τα έτη 1999 και 2000 υπήρξαν παραβάσεις της Λαϊκής Τράπεζας των ορίων πιστωτικής επέκτασης και των οδηγιών σε σχέση με την παραχώρηση διευκολύνσεων για αγορά μετοχών σε σχέση με τις οποίες επιβλήθηκαν ποινές προστίμου. Ο Μ.Υ.2 αναφέρθηκε, περαιτέρω, στα υπόλοιπα δανεισμού της Λαϊκής Τράπεζας προς την ενάγουσα για τα έτη 1997 -
  10. Κατέθεσε το Τεκμήριο 10, εγκύκλιο ημερομηνίας 17.3.1997 που αφορούσε μείωση των επιτοκίων δανεισμού σε 8% από 18.7.
  11. Αντεξεταζόμενος σε υποβολή ότι τα πρόστιμα του 1999 δεν είχαν καμιά σχέση με την ενάγουσα απάντησε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει ποιοι παράγοντες λήφθηκαν υπόψη στον υπολογισμό του προστίμου. Το πρόστιμο επιβάλλεται για υπέρβαση από τη μητρική εταιρεία. Οι εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας απευθύνονται προς όλες τις Τράπεζες. Η ενάγουσα δεν είναι Τράπεζα. Ο εναγόμενος 1 ήταν ο Μ.Υ.
  12. Υιοθέτησε ενόρκως γραπτή δήλωση του, Τεκμήριο 11, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, στην οποία ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Το Τεκμήριο 2 είναι στην πραγματικότητα ψεύτικο και εικονικό και επινοήθηκε, καταρτίστηκε και προωθήθηκε από τους ενάγοντες με σκοπό να του παραχωρηθεί δάνειο Λ.Κ.30.
  13. Τα αντικείμενα του πίνακα που επισυνάπτεται ήταν ανύπαρκτα, τόσο ο ίδιος όσο και η γυναίκα του, εναγόμενη 2, ουδέποτε ανέφεραν στους ενάγοντες ότι είχαν τέτοια αντικείμενα, ούτε ρωτήθηκαν αν είχαν τέτοια αντικείμενα. Οι ενάγοντες τους ανέφεραν ότι ο πίνακας που τους υπέδειξαν ήταν ένας τυπικός πίνακας που θα χρησιμοποιείτο για να «μπορεί να του παραχωρηθεί το δάνειο μέσω ενοικιαγοράς». Απευθύνθηκε στους ενάγοντες για να εξασφαλίσει δάνειο για να καλύψει παρατράβηγμα της Εταιρείας του που είχε για αγορά μετοχών των εναγόντων και της Τράπεζας Κύπρου. Ανέφερε στους ενάγοντες ότι διέθετε τις πιο πάνω μετοχές για εξασφάλιση ζητώντας τους δάνειο, λέγοντας τους ότι «ήταν για επενδύσεις στο Χρηματιστήριο». Η αίτηση του εγκρίθηκε και ειδοποιήθηκε να πάει με τη γυναίκα του η οποία θα ήταν εγγυήτρια για να υπογράψουν τα έγγραφα της ενοικιαγορας. Πήγαν στα γραφεία των εναγόντων όπου τα έγγραφα ήταν έτοιμα και τα υπόγραψαν σύμφωνα με τις υποδείξεις των εναγόντων. Εκεί για πρώτη φορά είδαν τον πίνακα με τα αντικείμενα και τους εξηγήθηκε ότι ήταν τυπικός. Μετά την κατάρρευση του Χρηματιστηρίου έχασε πολλά λεφτά και αδυνατούσε να πληρώσει το ποσό του δανείου. Ως αποτέλεσμα και επειδή άκουσε από τον κόσμο που ζήμιωσε ότι οι Τράπεζες δεν έπρεπε να παραχωρούν τέτοια δάνεια την εποχή που τα παραχωρούσαν επειδή ήταν παράνομα ανέθεσε την υπόθεση σε δικηγόρο. Διαπίστωσαν ότι ακριβώς ο ίδιος πίνακας αντικειμένων χρησιμοποιήθηκε και σε τέσσερις άλλες περιπτώσεις χρηματοδοτήσεων, του Γεώργιου Χίνη για ποσό Λ.Κ.70.000 (συμβόλαιο ημερομηνίας 26.11.99), του Γεώργιου Χρυσοστόμου για ποσό Λ.Κ.20.000 (συμβόλαιο ημερομηνίας 29.11.99), του Ανδρέα Μιχαήλ για ποσό Λ.Κ.30.000 (συμβόλαιο ημερομηνίας 4.12.99) και του Ευγένιου Ερωτοκρίτου για ποσό Λ.Κ.50.000 (συμβόλαιο ημερομηνίας 20.1.2000) για τα οποία έχουν κινηθεί αγωγές. Με βάση τα πιο πάνω το επίδικο συμβόλαιο είναι άκυρο αφού είναι αδύνατο πέντε άτομα να επέλεξαν τα ίδια αντικείμενα στις ίδιες ποσότητες με διαφορετικές αξίες με την ίδια «αόριστη και ασαφή περιγραφή σε διάστημα μικρότερο των δύο μηνών». Ο Μ.Υ.3 αναγνώρισε το Τεκμήριο 2 ως το συμβόλαιο που υπέγραψε καθώς και την υπογραφή του στο Τεκμήριο
  14. Δεν του παρουσίασαν άλλο πίνακα (Τεκμήριο 7) πλην αυτού που υπέγραψε. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι όταν υπέγραφε το Τεκμήριο 2 πίστευε ότι υπέγραφε συμβόλαιο ενοικιαγοράς για τις μετοχές που πήρε. Καταλάβαινε ότι ήταν συμβόλαιο ενοικιαγορας «όμως είχε εντάξει από την Τράπεζα ότι ήταν τυπικός λόγος». Ο ίδιος χρηματοδότησε τις μετοχές που τους είχε παρουσιάσει. Οι μετοχές του έχουν δεσμευτεί στην Τράπεζα Κύπρου. Το δάνειο τούτο χρειαζόταν «κάποια τυπικά» για να ολοκληρωθεί, δηλαδή την εικονική χρηματοδότηση επίπλων την οποία υπέγραψε. Δεν έκανε ψέματα, οι τράπεζες δεν ξεγελιούνται. Οποιαδήποτε στιγμή οι ενάγοντες επιθυμούν να πάρουν τις μετοχές οι οποίες είναι ενεχυριασμένες δεν υπάρχει πρόβλημα. Σε ερώτηση γιατί δέχθηκε να υπογράψει αφού ήταν ανύπαρκτα τα έπιπλα ανέφερε ότι η τράπεζα του είπε πως ήταν απλή τυπική διαδικασία, η ανάγκη να δανειοδοτηθεί ήταν μια «ξεχωριστή ανάγκη». Ο ίδιος δεν είπε ψέμα σε κανένα, η Τράπεζα είπε ψέμα για το οποίο δεν ήταν υπεύθυνος. Ο ίδιος δεν υπέδειξε στην Τράπεζα τα αντικείμενα του πίνακα, ένα μέρος ούτε καν υπάρχει στο σπίτι του. Οφείλει το ποσό το οποίο ο ίδιος νομίζει ότι είναι δίκαιο δηλαδή χωρίς τα έξοδα και τους επιπλέον τόκους, τα οποία δεν έχει διευθετήσει γιατί απουσίαζε στο εξωτερικό. Ο Μ.Υ.4 ήταν ο λογιστής - ελεγκτής Λ. Παπαλλής. Με βάση το συμβόλαιο ο Μ.Υ.4 προέβη σε υπολογισμούς (της επιβάρυνσης / των τόκων) με δύο εναλλακτικές μεθόδους. Σύμφωνα με την πρώτη αφαιρείται πρώτα το κεφάλαιο και μετά οι τόκοι, καταλήγοντας σε επιβάρυνση 17,07% (Τεκμήριο 12). Σύμφωνα με τη δεύτερη, από κάθε δόση αφαιρείται πρώτα ο τόκος μέχρι την ημερομηνία της δόσης και από το υπόλοιπο αφαιρείται το κεφάλαιο. Στην περίπτωση αυτή το ποσοστό επιβάρυνσης ανέρχεται σε 14,24%, όπως προνοεί το συμβόλαιο (Τεκμήριο 13). Θεώρησε ότι οι όροι του συμβολαίου τηρήθηκαν κανονικά και έγκαιρα. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο υπάρχουν καθυστερημένες ή πόσες δόσεις - οι υπολογισμοί του έγιναν στη βάση ότι οι δόσεις θα πληρώνονταν κανονικά. Λογιστικά οι τόκοι και τα δικαιώματα ενοικιαγοράς είναι τα ίδια. Σε ερώτηση αν στο συμβόλαιο, χωρίς πληρωμή δόσεων για 24 μήνες ίσχυε το 7,75%, μαζί με το ποσό των Λ.Κ.4.650, απάντησε ότι αν η Τράπεζα δεχόταν να πληρωθεί Λ.Κ.34.650 τότε θα η επιβάρυνση ήταν 7,75%. Παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες και έχοντας εξετάσει τη μαρτυρία τους καταλήγω στα πιο κάτω: Ο Μ.Ε.1 μου έκανε καλή εντύπωση και τον δέχομαι ως αξιόπιστο μάρτυρα. Εξιστόρησε τα γεγονότα με τρόπο πειστικό, σαφή και χωρίς υπεκφυγές. Η μαρτυρία του ουδόλως κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του ότι το Τεκμήριο 3 καταρτίστηκε με βάση τις δηλώσεις του εναγόμενου 1, ότι τελευταίος επέλεξε τα αντικείμενα από κατάλογο που του υπεδείχθη και δήλωσε ότι η αξία των εν λόγω αντικειμένων ήταν Λ.Κ.30.
  15. Η εξήγηση που έδωσε ο Μ.Ε.1 για το λόγο που εμπιστεύτηκε τις εν λόγω δηλώσεις ήταν πειστική. Καθόλα πειστική και λογική ήταν και η απάντηση που έδωσε ο Μ.Ε.1 για τη χρήση του ίδιου καταλόγου σε σχέση με άλλες τέσσερις χρηματοδοτήσεις. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να σημειώσω ότι η θέση του Μ.Υ.3 ότι ανέφερε στους ενάγοντες ότι θα χρησιμοποιούσε τα λεφτά της χρηματοδότησης για επενδύσεις στο Χρηματιστήριο, δεν υπεβλήθη στο Μ.Ε.
  16. Η Μ.Υ.1 δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Η μαρτυρία της κατά την αντεξέταση της ήταν ασυνάρτητη και αντιφατική. Ενώ αρχικά ισχυρίστηκε ότι γνώριζε ότι ο κατάλογος αντικειμένων ήταν ψεύτικος ακολούθως ήταν η θέση της ότι δεν αντιλήφθηκε ότι τα έγγραφα ήταν ψεύτικα. Ο δε ισχυρισμός της ότι η Τράπεζα, μια «Αρχή», όπως την χαρακτήρισε, που δεν θα έκανε ψέμα, τους είπε να υπογράψουν «τυπικά» τα έγγραφα, δεν πείθει. Ήταν εμφανής η προσπάθεια της να αποστασιοποιηθεί από την επίδικη συναλλαγή παρουσιάζοντας τον εαυτό της ως υποχείριο της Τράπεζας. Προκαλεί δε ερωτηματικά από τη μια η θέση της ότι δεν είπε πως δεν θα πλήρωνε την οφειλή της ενώ από την άλλη η θέση της πως δεν θα πλήρωνε λόγω της «παρανομίας». Δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία της. Ο Μ.Υ.2 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση, ήταν τυπικός και ανεξάρτητος μάρτυρας, η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε και την αποδέχομαι. Κρίνω σκόπιμο να σημειώσω ότι ο Μ.Υ.2 όχι μόνο δεν συσχέτισε την παρούσα ενοικιαγορά με τις εγκυκλίους που παρουσίασε και τον έλεγχο της Κεντρικής Τράπεζας αλλά παρέλειψε να συνδέσει την ενάγουσα με τα πιο πάνω. Ο Μ.Υ.3 δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Ούτε και η δική του προσπάθεια να αποστασιοποιηθεί από την επίδικη συναλλαγή και να παρουσιάσει τον εαυτό του ως θύμα του ψέματος της Τράπεζας στο οποίο ήταν εντελώς αμέτοχος αφού «οι Τράπεζες δεν ξεγελιούνται» ήταν πειστική. Ούτε και τα περί «τυπικού» πίνακα πείθουν. Ήταν εμφανές ότι ο σκοπός του ήταν να επικαλεστεί διάφορους λόγους για να αποφύγει τις ευθύνες του. Τα περί ενεχυρίασης μετοχών τέθηκαν αόριστα και παρέμειναν μετέωρα. Το ίδιο και η προθυμία που εξέφρασε να πάρει η Τράπεζα Κύπρου τις μετοχές που ενεχυριάστηκαν σ΄ αυτή. Είναι δε άξιον απορίας πως αναμένουν τόσο ο Μ.Υ.3 αλλά και η Μ.Υ.1 από το Δικαστήριο να πιστέψει ότι οι τότε δηλώσεις τους στα Τεκμήρια 2 και 3 δεν ήταν αληθινές κατά τη σύναψη της συμφωνίας ενώ είναι, σήμερα, που καλούνται και πιέζονται να αποπληρώσουν τις οφειλές τους που απορρέουν από τις πιο πάνω δηλώσεις τους. Δεν αποδέχομαι ούτε τη μαρτυρία του Μ.Υ.
  17. Ο Μ.Υ.4 ο οποίος ανέφερε στην κυρίως εξέταση του ότι υπολόγισε το ποσοστό επιβάρυνσης στο συγκεκριμένο συμβόλαιο με δύο τρόπους κατέληξε στα ποσοστά 17,07% και 14,24%, κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι το ποσοστό επιβάρυνσης που φαίνεται στο συμβόλαιο, για την περίοδο του συμβολαίου δηλαδή για 24 μήνες είναι 7,75%. Κρίνω ότι οι δύο πιο πάνω θέσεις του μάρτυρα δεν συμβιβάζονται και κατ΄ επέκταση πως η μαρτυρία του μάρτυρα ήταν ασυνεπής και δεν μπορώ να την αποδεκτώ. Στην τελική του αγόρευση ο κ. Μαθηκολώνης εισηγήθηκε ότι η επίδικη συμφωνία ήταν εικονική αναφερόμενος στα ακόλουθα, μεταξύ άλλων, στοιχεία που αποδεικνύουν την πιο πάνω εισήγηση του:
(1)στο ότι δεν παρουσιάζεται προμηθευτής / ιδιοκτήτης και κατά συνέπεια οποιαδήποτε πώληση αντικειμένων προς τους ενάγοντες,
(2)στο ότι τα αντικείμενα του καταλόγου χρηματοδοτηθέντων αντικειμένων έχουν αόριστη και ασαφή περιγραφή και δεν αναφέρεται η αξία του κάθε αντικειμένου, ούτε η συνολική τους αξία,
(3)στο ότι ταυτόσημος πίνακας χρηματοδοτηθέντων αντικειμένων χρησιμοποιήθηκε από τους ενάγοντες σε άλλα τέσσερα συμβόλαια ενοικιαγοράς. Ήταν περαιτέρω η εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου ότι η επίδικη συναλλαγή είναι παράνομη για διάφορους λόγους, μεταξύ των οποίων οι ακόλουθοι:
(1)επειδή επρόκειτο για εικονική συμφωνία με σκοπό να χρεωθούν οι εναγόμενοι με κεφαλαιοποιημένους τόκους υπό μορφή δικαιωμάτων ενοικιαγοράς, υπερβαίνοντας το τότε ισχύον ανώτατο επιτρεπόμενο όριο, κατά παράβαση της περί Τόκου Νομοθεσίας,
(2)διότι η συναλλαγή προωθήθηκε και καταρτίστηκε με παράνομο σκοπό, δηλαδή την παραβίαση των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας,
(3)διότι μέσω της επίδικης εικονικής συναλλαγής οι ενάγοντες επέβαλαν στους εναγόμενους «επαχθείς και ανήθικους όρους συναλλαγής και αντίθετους με τη δημόσια πολιτική»,
(4)διότι η κατάρτιση της επίδικης συμφωνίας και η κυκλοφορία του επίδικου εγγράφου συνιστά και διάπραξη ποινικών αδικημάτων κατά παράβαση του Κεφ. 154. Σύμφωνα με το συνήγορο το θέμα της παρανομίας εγείρεται υπό την προϋπόθεση ότι η επίδικη συμφωνία είναι εικονική και ότι προωθήθηκε για να συγκαλύψει την παραχώρηση δανείου. Στη δική του αγόρευση ο κ. Ζαχαρίου εισηγήθηκε ότι εκείνο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη είναι το δοσμένο νομικό περιεχόμενο του εγγράφου και αν αυτό συμβιβάζεται με τη φύση που προσδίδουν οι διάδικοι στη συμφωνία. Περαιτέρω, ήταν η θέση του ότι ουδεμία παρανομία δεν υφίσταται ή παράβαση της δημόσιας πολιτικής. Τυχόν παραβίαση της περί Τόκου Νομοθεσίας, σύμφωνα με το συνήγορο, δεν οδηγεί σε ακυρότητα αλλά σε μη χρέωση των καθ΄ υπέρβαση τόκων. Ήταν δε η θέση του ότι ακόμη και στην περίπτωση άκυρης συναλλαγής οι ενάγοντες δικαιούνται σε απόφαση πάνω στη διαζευκτική βάση της αγωγής. Οι συνήγοροι υποστήριξαν τις θέσεις τους με αναφορά σε σχετική νομολογία, σε συσχετισμό με την προσαχθείσα μαρτυρία. Στην πρόσφατη υπόθεση Ανδρούλλα Κωνσταντίνου και άλλου v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, Πολ. Έφ. Αρ. 12211, ημερομηνίας 8.9.2006 επαναβεβαιώθηκε ότι η Τράπεζα έχει το βάρος απόδειξης της έγκυρης κατάρτισης της συμφωνίας ενοικιαγοράς σύμφωνα με το Νόμο. Εκεί είχε προσκομιστεί η γραπτή σύμβαση και με τη μαρτυρία των υπαλλήλων της Τράπεζας εξηγήθηκαν ακόμη και οι περιστάσεις της υπογραφής της. Η σύμβαση αναφερόταν σε έπιπλα υπαρκτά τα οποία και περιγράφονταν σε πίνακα, τα οποία η μισθωτής αναγνώρισε πώς παρέλαβε και πως βρίσκονταν σε καλή κατάσταση. Όσον αφορά το θέμα κατά πόσον τα αντικείμενα ήταν υπαρκτά υιοθετήθηκαν τα όσα λέχθηκαν στις υποθέσεις T.J.S. Enterprises Ltd κ.ά. v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 108 και Barclays Bank Plc v. J.G.L. (Constructions) Ltd κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1726 με αναφορά στο πιο κάτω απόσπασμα από τη σελ. 1733 από την τελευταία: «Κατά τα λοιπά, δεν μπορεί να ευσταθήσει η εισήγηση ότι ήταν υποχρέωση της Τράπεζας να καλέσουν ως μάρτυρες τους προμηθευτές των αντικειμένων των ενοικιαγορών και άλλους για να αντικρούσουν τον ισχυρισμό των εναγομένων περί εικονικότητας τους. Ο ισχυρισμός αυτός, εγειρόμενος από τους εναγόμενους, έθετε σε αυτούς και το ανάλογο βάρος να τον αποδείξουν.» Για τη στοιχειοθέτηση εικονικότητας πρέπει να διαφανεί ότι και οι δύο πλευρές στόχευαν στη σύναψη συμφωνίας που στην πραγματικότητα δεν θα λειτουργούσε με βάση τους όρους που προέβλεπε. Όπως λέχθηκε χαρακτηριστικά στην υπόθεση Snook v London and West Riding Investment Ltd [1967] 2 Q.B 786 ,802 από τον Lord Diplock : « ....that for acts or documents to be a sham with whatever legal consequences follow from this , all the parties thereto must have a common intention that the acts or documents are not to create the legal rights and obligations which they give the appearance of creating. No unexpressed intentions of a "shammer" affect the rights of a party whom he deceived . There is an express finding in this case that the defendants were not parties to the alleged "sham" . So this contention fails .» Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στα γεγονότα της παρούσας αγωγής καταλήγω ότι ο εναγόμενος 1 συνήψε στις 22.12.1999 το συμβόλαιο ενοικιαγοράς Τεκμήριο 2, το οποίο υπέγραψε ως μισθωτής και η εναγόμενη 2 ως εγγυητής. Τα αντικείμενα φαίνονται στον πίνακα αντικειμένων, Τεκμήριο
  1. Ο εναγόμενος 1 στη συμφωνία και δήλωση του μισθωτή δήλωσε υπεύθυνα ότι παρέλαβε τα αγαθά σε καλή κατάσταση τα οποία βρήκε από όλες τις απόψεις κατάλληλα και απόλυτα ικανοποιητικά. Βεβαιώνει επίσης ότι γνώριζε την τιμή των αγαθών σε μετρητά πριν υπογράψει. Επίσης στην παράγραφο 4 καλεί την ενάγουσα «η οποία δεν είδε τα αγαθά» να βασισθεί στις διαβεβαιώσεις του να αγοράσει τα αγαθά και να τον αφήσει να τα κατέχει σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας. Ο εναγόμενος 1 υπέγραψε επίσης τον πίνακα, Τεκμήριο 3, αναπόσπαστο μέρος του συμβολαίου, Τεκμήριο 2, στον οποίο περιγράφονται τα αντικείμενα του συμβολαίου τα οποία κατείχαν οι εναγόμενοι με βάση τις δηλώσεις τους. Οι ενάγοντες εμπιστεύτηκαν τις δηλώσεις των εναγομένων ως προς την αξία των αντικειμένων γνωρίζοντας ότι ήταν αξιόχρεοι και είχαν ψηλά μηνιαία εισοδήματα. Εκδόθηκε η επιταγή Τεκμήριο 6 η οποία πληρώθηκε στον εναγόμενο
  2. Επειδή ο εναγόμενος 1 δεν ήταν συνεπής στις υποχρεώσεις του οι ενάγοντες τερμάτισαν το συμβόλαιο με επιστολή Τεκμήριο 5, ημερομηνίας 13.2.2002 καλώντας τους να καταβάλουν ολόκληρο το οφειλόμενο υπόλοιπο που ανερχόταν σε Λ.Κ.18.437,47 σύμφωνα με κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 4, ημερομηνίας 1.3.
  3. Το ποσό Λ.Κ.4.650 που φαίνεται στο συμβόλαιο Τεκμήριο 2 αποτελεί δικαιώματα που υπολογίστηκαν σε 7,75% επί του ποσού των Λ.Κ.30.
  4. Έχω την άποψη ότι οι δηλώσεις των εναγομένων 1 και 2 στα επίδικα έγγραφα εμποδίζουν τους εναγόμενους να ισχυρίζονται ότι τα αντικείμενα είναι ανύπαρκτα, προσκομίζοντας εν πάση περιπτώσει αναξιόπιστη μαρτυρία. Από τη δήλωση του εναγόμενου 1 ότι είχε εξετάσει και παραλάβει τα αντικείμενα, που περιέχονται στο συμβόλαιο, από την υπογραφή του στον πίνακα, από την υπογραφή της εναγόμενης 2 του συμβολαίου το οποίο αναφέρεται σε έπιπλα υπαρκτά που περιγράφονται στον πίνακα, φαίνεται ότι είχαν παραστήσει ότι τα έπιπλα υπήρχαν. Όπως και στην υπόθεση Ιωάννου Γιαννάκης v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(1995)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1522 η συμπεριφορά τους οδήγησε την Τράπεζα να αποδεχθεί την εισήγηση για τη χρηματοδότηση με ενοικιαγορά της συναλλαγής σε βαθμό που θα ήταν άδικο να τους επιτραπεί να ενεργήσουν με τρόπο ασυμβίβαστο με την πιο πάνω συμπεριφορά τους. (Βλ. επίσης T. J. S. Enterprises Ltd κ.ά. v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ (ανωτέρω)). Σύμφωνα με τη μαρτυρία του αξιόπιστου Μ.Ε.1 στηρίχτηκαν στις δηλώσεις του πελάτη τους. Όσον αφορά την εισήγηση του κ. Μαθηκολώνη ότι η απουσία εμπόρου και η χρήση του πίνακα αποτελούν στοιχεία που δείχνουν ότι επρόκειτο για εικονική πράξη αναφέρω ότι το θέμα έχει επιλυθεί από την απόφαση στην Ανδρούλλα Κωνσταντίνου κ.ά. v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ (πιο πάνω). Τόσο στην πιο πάνω υπόθεση όσο και στην παρούσα δεν διαμεσολάβησε στη συναλλαγή έμπορος και το σχετικό μέρος της σύμβασης «δήλωση εμπόρου» έμεινε κενό. Το Εφετείο απέρριψε εισήγηση ότι και αυτό το γεγονός έτεινε να αποδείξει την εικονικότητα - ακύρωση της συναλλαγής, επιβεβαιώνοντας ότι μια σύμβαση ενοικιαγοράς δεν πρέπει υποχρεωτικά να είναι τριμερής, περιλαμβάνουσα έμπορο, χρηματοδότη και μισθωτή. Η ύπαρξη και του εμπόρου, όπως τονίστηκε, υποδηλώνει απλώς το σύνηθες, πλην όμως δεν αποκλείεται τα αντικείμενα να ανήκουν αρχικά στον ίδιο τον ενοικιαγοραστή. Όπως εξάλλου είχε επιβεβαιωθεί και στην προηγούμενη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσει) Λτδ v. Κωνσταντίνου κ.ά.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1432, δεν υπάρχει οτιδήποτε που να εμποδίζει ιδιοκτήτη π.χ. οχήματος από του να το πωλήσει σε χρηματοδοτικό οργανισμό, να εισπράξει το τίμημα και να το επιστρέψει με δόσεις. Όσον αφορά την εισήγηση του κ. Μαθηκολώνη ότι ταυτόσημοι πίνακες με τον επίδικο χρησιμοποιήθηκαν σε τέσσερα άλλα συμβόλαια ενοικιαγοράς κρίνω ότι το πιο πάνω γεγονός, από μόνο του, έχοντας υπόψη τόσο όλα τα πιο πάνω όσο και το περιεχόμενο του εν λόγω πίνακα δεν δεικνύει εικονικότητα. Εφαρμόζοντας τις αρχές που προκύπτουν από τη νομολογία, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι οι ενάγοντες προέβηκαν στον καταρτισμό μιας καθόλα νόμιμης και γνήσιας συμφωνίας ενοικιαγοράς των αντικειμένων που περιγράφονται σε αυτή και με τους όρους που περιέχονται σε αυτή. Θεωρώ δε ότι η συμφωνία τερματίστηκε νόμιμα και σύμφωνα με τους όρους της. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω ευρήματα κρίνω ότι ούτε η υπεράσπιση non est factum μπορεί να επιτύχει. Βλ. Saunders v. Anglia Building Society
(1970)3 ALL ER 961 και Αναστασία Θεοδόση Αναστασίου v. Χριστίνα Θεοδόση Μιχαηλούδη
(1998)1 Α.Α.Δ.
  1. Δεν έχει τεθεί ίχνος αξιόπιστης μαρτυρίας ενώπιον μου που να καταδεικνύει ότι η σκέψη των υπογραφόντων δεν συνόδευε την υπογραφή τους, με άλλα λόγια ότι ποτέ δεν είχαν πρόθεση να υπογράψουν τα έγγραφα στα οποία τέθηκε το όνομα τους. Έρχομαι τώρα στη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι η συμφωνία καταρτίστηκε με σκοπό την παραβίαση των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας, Τεκμήριο
  2. Κατ΄ αρχήν δέον να σημειωθεί ότι ενώπιον μου δεν έχει τεθεί αξιόπιστη μαρτυρία ότι τα χρήματα της επίδικης σύμβασης παραχωρήθηκαν για αγορά μετοχών. Περαιτέρω, από τη μαρτυρία του Μ.Υ.2 δεν προκύπτει ότι είτε η συγκεκριμένη επίδικη συναλλαγή είτε οι οποιεσδήποτε συναλλαγές των εναγόντων κατά τον επίδικο χρόνο παραβίαζαν οποιαδήποτε εκ των εγκυκλίων. Είναι δε αμφίβολο, αφού κάτι τέτοιο δεν προέκυψε, ότι ο έλεγχος της Κεντρικής Τράπεζας επεκτάθηκε στους ενάγοντες. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς για παράνομο τόκο λόγω υπέρβασης του ανωτάτου ορίου επιτοκίου που ήταν τότε 9% με βάση τις πρόνοιες του περί Τόκου Νόμου αρ. 2/79 που καταργήθηκε με το Νόμο αρ. 60
(1)/99 από την 1.1.2001, αναφέρω ότι επρόκειτο περί συμφωνίας ενοικιαγοράς στην οποία επιβάλλονται «δικαιώματα» και όχι συμφωνία δανείου όπου επιβάλλεται «τόκος» μέσα στην έννοια της καταρτηθείσας προαναφερθείσας νομοθεσίας. Στην υπόθεση Αντωνιάδου v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 530 τονίστηκε ότι ο τόκος συναρτάται με τη χρήση χρηματικού κεφαλαίου ενώ η ενοικιαγορά με τη διάθεση της χρήσης μη χρηματικού αντικειμένου. Βεβαίως και αν καταστρατηγείτο η τότε ισχύουσα νομοθεσία ως προς το ανώτατο επιτόκιο, αυτό το γεγονός δεν θα καθιστούσε τη σύμβαση παράνομη, παρά μόνο δεν θα επέτρεπε τη χρέωση και είσπραξη του καθ΄ υπέρβαση τόκου. (Βλ. Τσιακλίδης v. Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. 768). Για όλους τους πιο πάνω λόγους και δεδομένου ότι τα υπόλοιπα, η παράβαση της σύμβασης εκ μέρους των εναγομένων και το δικαιολογημένο του τερματισμού δεν έχουν στην ουσία τους αμφισβητηθεί, η Απαίτηση θα πρέπει να επιτύχει. Γι΄ αυτούς τους λόγους, στην Απαίτηση η ενάγουσα δικαιούται σε απόφαση ως η Απαίτηση ενώ η Ανταπαίτηση αποτυγχάνει και θα πρέπει να απορριφθεί. Εκδίδεται απόφαση εναντίον των εναγομένων αλληλέγγυα και / ή προσωπικά: (α) Απόφαση για Λ.Κ.18.437,47 ως υπόλοιπο ενοικίου και ή δυνάμει δόσεων ενοικίου και ή αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης και / ή οφειλομένου υπολοίπου πιστωτικών διευκολύνσεων και / ή υποχρεώσεως και / ή συμφωνίας για κάλυψη και ή αποζημίωση, πλέον νόμιμο τόκο. (β) Εκδίδονται Διατάγματα ως οι παράγραφοι 6 Α, Β της Έκθεσης Απαίτησης. Επιδικάζονται επίσης υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων τα έξοδα της Απαίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων όπως επίσης θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........................................ Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. /Λ.Σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.