← Κύπρος

ΚΟΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ ν. L Loucas Insurance Services Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής 2709/07, 7 Δεκεμβρίου, 2007

ΚΟΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ ν. L Loucas Insurance Services Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής 2709/07, 7 Δεκεμβρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:A152 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Τ. Θ. Οικονόμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 2709/07 Μεταξύ: ΚΟΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων -και-

  1. L. Loucas Insurance Services Ltd
  2. Λουκάς Λουκά Εναγόμενων Αίτηση για συντηρητικό διάταγμα ημερ. 3/10/07 Ημερομηνία: 7 Δεκεμβρίου, 2007 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα - Αιτήτρια: κος Κωνσταντίνου για κα Χρ. Ερωτοκρίτου Για Εναγόμενους - Καθ' ων η Αίτηση: κα Αναστάση για κο Γ. Κουκούνη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η εκδοχή των εναγόντων - αιτητών είναι ότι ενώ ήταν νόμιμοι κάτοχοι του γραφείου με αρ. 103 στον πρώτο όροφο στη Λεωφ. Μακαρίου Γ' 106 στη Λάρνακα, η ιδιοκτήτρια του γραφείου εταιρεία (εναγόμενη 1) και ο διευθυντής της (εναγόμενος 2) τους εξέβαλαν παράνομα. Με την αγωγή ζητούν αποκατάσταση της κατοχής. Την ίδια θεραπεία ζήτησαν ως προσωρινή με μονομερή αίτηση. Μετά από εκ πρώτης όψεως θεώρηση των πραγμάτων επί της εκδοχής τους, πέτυχαν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων εναντίον των εναγομένων 1 και του εναγόμενου 2 αντίστοιχα. Τώρα το θέμα επανεξετάζεται αφού ακούστηκε και η άλλη πλευρά. Είναι κοινός τόπος ότι με γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 29/1/01 (τεκμήριο 1 στην αίτηση) η εναγόμενη 1 πώλησε στην ενάγουσα όλο τον κύκλο εργασιών, πελατών και εμπορικής φήμης στους Γενικούς Κλάδους Ασφαλειών έναντι ΛΚ80.
  3. ΄Ηταν όρος της εν λόγω συμφωνίας ότι ο δεύτερος εναγόμενος θα προσλαμβανόταν ως περιφερειακός υπεύθυνος των εναγόντων για τις επαρχίες Λάρνακας και Αμμοχώστου, όπως και έγινε από 1/2/01 με ισχύ για πέντε χρόνια, δια παράλληλης έγγραφης συμφωνίας (τεκμήριο 2 στην αίτηση). Η υπηρεσία του παρατάθηκε στις 28/1/06 για αόριστη πλέον διάρκεια (τεκμήριο 2Α στην αίτηση). Η θέση των εναγόντων είναι ότι από της υπογραφής των εν λόγω συμφωνιών, η εναγόμενη 1 τους εκμίσθωσε το γραφείο (ΛΚ180,00 για τα έτη 2001-2002 και ΛΚ230,00 από Ιανουάριο του 2003) δυνάμει προφορικής συμφωνίας ενοικίασης από μήνα σε μήνα, όπως από μήνα σε μήνα καταβαλλόταν το ενοίκιο. Επρόκειτο, λέγουν, για το γραφείο που λειτουργούσε και ήταν γνωστό ως το υποκατάστημα τους στη Λάρνακα μέχρι τις 27/9/
  4. Στις 17/9/07 ο εναγόμενος 2 υπέβαλε παραίτηση (επίστολη, τεκμήριο 5) από την υπηρεσία του στους ενάγοντες. Με την επιστολή του όμως πληροφόρησε επιπρόσθετα τους ενάγοντες ως ακολούθως: «.... ως διευθυντής της ιδιοκτήτριας εταιρείας του γραφειακού χώρου που σας φιλοξενεί, με κάποιο υποτυπώδες μηνιαίο ποσό, θεωρώ ότι ταυτόχρονα με τον τερματισμό της εργασιακής αυτής σχέσης μεταξύ ημών και υμών τερματισθεί και η παραχώρηση του χώρου αυτού». Κάλεσε δε τους ενάγοντες να παραλάβουν συγκεκριμένα περιουσιακά τους στοιχεία από το υποστατικό. Οι ενάγοντες έκαμαν αποδεκτή την παραίτηση του με άμεση ισχύ, με επιστολή τους ημερομηνίας 19/9/07 (τεκμήριο 6). Αρνήθηκαν όμως τους ισχυρισμούς περί φιλοξενίας και προέβαλαν τη θέση ότι επρόκειτο για ενοικίαση από μήνα σε μήνα. Σημειώνεται ότι σύμφωνα με τη νομολογία, μια από μήνα σε μήνα ενοικίαση δεν εκπνέει στο τέλος του μήνα, αλλά συνεχίζει μέχρι να τερματιστεί με δέουσα ειδοποίηση. ΄Αλλως, η συμβατική σχέση συνεχίζεται από μήνα σε μήνα χωρίς να επηρεάζεται από το Νόμο 23/83 (Nicos Christou Developments v. Τοφινή

(1998)1 Α.Α.Δ. 1990, Αντωνιάδης κ.α. v. Γιαννή
(1998)1 Α.Α.Δ. 2052). Μετά την άρνηση των εναγόντων να παραδώσουν την κατοχή, στις 27/9/07 οι εναγόμενοι άλλαξαν την κλειδαριά της εισόδου του γραφείου και μετέφεραν τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές που βρίσκονταν εκεί, στα υποστατικά των εναγόντων στη Λευκωσία. Οι ενάγοντες επικαλούμενοι τα παραπάνω εισηγούνται ότι η ενοικίαση δεν έχει τερματιστεί νόμιμα και ζητούν αποκατάσταση της κατοχής μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Επικαλούνται το ότι η εναγόμενη 1 έχει συμφωνήσει με άλλη ασφαλιστική εταιρεία, την Εθνική Ασφαλιστική, να συνεργαστούν. Μάλιστα η Εθνική Ασφαλιστική προέβη στις 30/9/07 σε δημοσίευση στον τύπο περί της ίδρυσης νέου γραφείου πωλήσεων στη Λάρνακα που θα στεγάζεται στο επίδικο υποστατικό, με περιφερειακό διευθυντή τον εναγόμενο
  1. Οι εναγόμενοι δεν αρνούνται αυτή τη συνεργασία. Αντίθετα αποκάλυψαν ότι έχουν εκμισθώσει το γραφείο στην Εθνική Ασφαλιστική. ΄Ετσι, συνεχίζουν οι ενάγοντες, υπάρχει κίνδυνος να υποστούν αθέμιτο ανταγωνισμό μέσα από την παράνομη χρήση του ίδιου εκείνου χώρου που λειτουργούσε και ήταν γνωστός για χρόνια ως το δικό τους υποκατάστημα, με τεράστια ζημία που δεν μπορεί να υπολογιστεί. Οι θέσεις των εναγομένων φαίνονται σε πολυσέλιδη ένσταση στην οποία αναφέρονται 44 λόγοι ένστασης. Θα πρέπει να λεχθεί ότι στους λόγους αυτούς περιλαμβάνεται πληθώρα μαρτυρίας ως εάν να επρόκειτο για ένορκη δήλωση και μάλιστα ο λόγος υπ' αρ. 14 τίθεται στο πρώτο πρόσωπο ενικού αριθμού ως εάν να μιλά ευθέως ο εναγόμενος
  2. ΄Οχι μόνο περιλαμβάνουν μαρτυρία, αλλά σε άλλα σημεία παίρνουν την μορφή νομικής επιχειρηματολογίας. Περιπλέον υπάρχουν επαναλήψεις. ΄Ετσι δεν είναι ευχερής η προσπάθεια να εντοπιστούν τελικά και να συγκεκριμενοποιηθούν υπό την καθαρή νομική τους μορφή οι λόγοι για τους οποίους ενίστανται οι εναγόμενοι. Θα μπορούσε να γίνει αντιληπτό απ' όσα αναφέρονται, ότι τα νομικά σημεία που εγείρουν οι εναγόμενοι ως λόγους ένστασης είναι τα ακόλουθα: 1) Δεν συντρέχει καμιά από τις προϋποθέσεις έκδοσης του διατάγματος. 2) Δεν υπήρχε οτιδήποτε το επείγον ώστε να δικαιολογείται η έκδοση του διατάγματος μονομερώς. 3) Αν το διάταγμα γίνει οριστικό οι εναγόμενοι θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημία ενώ οι ενάγοντες «δεν έχουν να χάσουν απολύτως τίποτα». 4) Οι εναγόμενοι δεν έχουν πλέον καμμιά σχέση με την κατοχή του γραφείου που έχει εκμισθωθεί και αποτελεί επιχείρηση της Εθνικής Ασφαλιστικής. 5) Με το διάταγμα έχει δοθεί κατ' ουσία η τελική θεραπεία σ' αυτό το στάδιο. 6) Οι ενάγοντες παραπλάνησαν το δικαστήριο και δεν έχουν αποκαλύψει ουσιώδη γεγονότα. 7) Η αγωγή είναι ενοχλητική και εκδικητική με αλλότριο σκοπό να πληγούν οι εναγόμενοι και η συνεργασία τους με την Εθνική Ασφαλιστική. ΄Αλλοι «λόγοι ένστασης» αναφέρονται στην ευρύτερη συνεργασία που είχαν οι διάδικοι και τις ευρύτερες διαφορές τους που δεν εμπίπτουν στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Το επίκεντρο της θέσης των εναγομένων μέσα και από την αγόρευση του ευπαιδεύτου δικηγόρου τους, ήταν ότι επρόκειτο για «φιλοξενία» στο γραφείο το οποίο η εναγόμενη 1 είχε επιπλώσει και εξοπλίσει και αποτελούσε πάντοτε τον τόπο διεξαγωγής της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, εφόσον ουδέποτε αποξενώθηκε της κατοχής του καθ' όλη την διάρκεια της συνεργασίας με τους ενάγοντες. Η συνεργασία στα πλαίσια της οποίας παραχωρήθηκε η «φιλοξενία» έληξε και η εργοδότηση του εναγόμενου 2 τερματίστηκε, άρα μαζί τους έληξε και τερματίστηκε και η «φιλοξενία». Αγορεύοντας ο κ. Κουκούνης, δεν αμφισβήτησε την αρχή ότι το δικαστήριο σ' αυτό το στάδιο αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα επί της ουσίας της διαφοράς και ότι το καθήκον του περιορίζεται στη διαπίστωση κατά πόσο ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για την απόδοση προσωρινής θεραπείας. Η κάποια αξιολόγηση της μαρτυρίας θα πρέπει να γίνεται σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των κριτηρίων που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. (Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου v. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Demades Overseas Ltd v. Studio Ma. St Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 799, Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 788, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015, Μιχαηλίδης v. Παπακυριακού
(2004)1 Α.Α.Δ. 209). Εισηγήθηκε όμως ότι εν προκειμένω «είναι αδιαμφισβήτητο ότι υπήρχε απλή φιλοξενία». Διότι από τις συμφωνίες τεκμήρια 1 και 2 και από το σύνολο των γεγονότων προκύπτει ότι επρόκειτο για φιλοξενία για όσο καιρό θα εργοδοτείτο ο εναγόμενος
  1. Δεν ήταν, συνέχισε, λογικό να δημιουργήσουν σχέση ενοικίασης εσαεί, ανεξάρτητα από τη συνεργασία των δύο εταιρειών και την εργοδότηση του εναγομένου
  2. ΄Οπως δεν είναι λογικό να έχουν συμφωνήσει την ενοικίαση προφορικά τη στιγμή που τις άλλες μεταξύ τους σχέσεις τις καθίδρυσαν γραπτώς. Επικαλέστηκε και άλλα στοιχεία για το «αδιαμφισβήτητο» της «φιλοξενίας». Το ότι το γραφείο ήταν εξοπλισμένο από την εναγομένη 1, ότι υπήρχε επιγραφή με την επωνυμία της, ότι ένας λογαριασμός τηλεφώνου και ο λογαριασμός της υδατοπρομήθειας ήταν στο όνομα της. Από την άλλη οι εναγόμενοι δέχονται ότι η ενάγουσα είναι που πλήρωνε τους λογαριασμούς της ΑΗΚ παρά το ότι ήταν στο όνομα της εναγομένης
  3. Ενώ, οι ενάγοντες υπέδειξαν ότι πλήρωναν επαγγελματικό φόρο για το υποστατικό και δικαιώματα συγκομιδής σκυβάλων. Περιπλέον παρουσίασαν επτά αποδείξεις της εναγομένης 1 υπογεγραμμένες από τον εναγόμενο 2 περί είσπραξης ενοικίου. Αυτό, λέει ο εναγόμενος 2, έγινε γιατί «διέλαθαν της προσοχής του οι λέξεις». Ο δε ευπαίδευτος δικηγόρος του εισηγήθηκε ότι επτά αποδείξεις για μία περίοδο έξι ετών δεν είναι ενδεικτικές και εκείνο που έχει σημασία είναι να διαγνωσθεί η πραγματική πρόθεση των μερών. Αυτό ακριβώς μας επαναφέρει στην αρχή. Δεν είναι τώρα το κατάλληλο στάδιο να διαγνωσθεί η ουσία της διαφοράς. Ούτε, όπως είναι φανερό, πρόκειται για μια «αδιαμφισβήτητη» κατάσταση ώστε ήδη από αυτό στάδιο να ληφθεί ως δεδομένη. ΄Αλλωστε, ακόμα κι αν επρόκειτο για άδεια έναντι ανταλλάγματος, η έγκυρη ανάκληση της θα προϋπέθετε εύλογη ειδοποίηση. Θα ετίθετο έτσι το ζήτημα κατά πόσο η επιστολή των εναγομένων περί ταυτόχρονης, με τον τερματισμό της εργασιακής σχέσης, ανάκλησης συνιστούσε τέτοια ειδοποίηση. Το πόσο συζητήσιμα είναι τα πράγματα φαίνονται και από τα εξής δεδομένα: Οι εναγόμενοι 1 επικαλούμενοι άδεια χρήσης και όχι ενοικίαση ισχυρίζονται ότι από το 1989 μέχρι το Σεπτέμβριο 2007 χρησιμοποιούσαν οι ίδιοι το γραφείο ως επαγγελματική τους στέγη όντας «παραγωγοί και πράκτορες ασφαλειών και/ή ασφαλειομεσίτες» και διατηρούσαν αποκλειστική κατοχή. ΄Ομως με τη συμφωνία (τεκμήριο 1) όχι μόνο πώλησαν τον κύκλο εργασιών, αλλά και ανέλαβαν για 5 χρόνια υποχρέωση να μην «ασκήσουν γενικά, άμεσα ή έμμεσα, ατομικά ή μέσω τρίτων φυσικών ή νομικών προσώπων, ασφαλιστικές εργασίες οποιουδήποτε είδους και περιγραφής σαν αντιπρόσωποι ασφαλειών ή ασφαλειομεσίτες (Brokers) ή παραγωγοί, με άλλη ασφαλιστική εταιρεία ή ασφαλιστικό οργανισμό». Αιωρείται έτσι το ερώτημα, πώς επρόκειτο για επαγγελματική στέγη και μάλιστα αποκλειστικής κατοχής για την περίοδο των 5 ετών; Αλλά και για την μεταγενέστερη περίοδο, στις 28/3/06 όταν ανανεώθηκε η εργοδότηση του εναγομένου 2 αυτός είχε αναλάβει «να ασκεί τη γενική διεύθυνση και εποπτεία σε όλες τις εργασίες του Υποκαταστήματος της Εταιρείας στη Λάρνακα». ΄Ηταν τελικά άδεια και μάλιστα όπως το έθεσε ο κ. Κουκούνης «φιλοξενία ως λ.χ. σ' ένα ξενώνα» ή επρόκειτο για το «Υποκατάστημα της Εταιρείας στη Λάρνακα»; ΄Ολα αυτά όμως, δεν είναι, ως άνω του παρόντος. Εκείνο που έχει σημασία είναι να διαπιστωθεί κατά πόσο, με το υφιστάμενο υλικό και μέσα από τις διιστάμενες θέσεις των διαδίκων, συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις για απόδοση προσωρινής θεραπείας. Θα πρέπει κατ' αρχάς να πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60όπως έχουν επεξηγηθεί στην Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 C.L.R. 557: (α) «Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» σημαίνει να αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τη δύναμη των δικογράφων. Εν προκειμένω δεν έχει ακόμα καταχωριστεί έκθεση απαιτήσεως. Ο προβληματισμός θα πρέπει να γίνει με αναφορά στη γενική οπισθογράφηση σε συνδυασμό με τις θέσεις των εναγόντων όπως προκύπτουν από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. (β) Η «πιθανότητα επιτυχίας» υποδηλώνει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το σύνηθες μέτρο απόδειξης, το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων». Αρκεί να καταδειχθεί ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Από όσα έχουν εκτεθεί ανωτέρω προκύπτει σαφώς ότι πληρούνται οι πρώτες δύο προϋποθέσεις. Οι εναγόμενοι αποκαλύπτουν συζητήσιμη υπόθεση και ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Ειδικότερα, δεν ευσταθεί η εισήγηση περί ενοχλητικής αγωγής. Η νομική έννοια του όρου σημαίνει αγωγή που είναι προδήλως αβάσιμη («obviously unsustainable», βλ. AG of Duchy of Lancaster v. London and North Western Rly Co [1892] 3 Ch 274, 277). Η πρόθεση δε των εναγόντων δεν είναι σχετική στον βαθμό που δεν τίθεται θέμα κατάχρησης της διαδικασίας. (γ) Η τρίτη προϋπόθεση (δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν δοθεί το διάταγμα) σχετίζεται πρωτίστως με το θέμα της επάρκειας των αποζημιώσεων. ΄Ομως, περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Εν προκειμένω οι ενάγοντες επικαλούνται και εξηγούν ευλόγως τον κίνδυνο ανεπανόρθωτης ζημιάς. Αλλά προκύπτει και κίνδυνος υπό ευρύτερη έννοια, δηλαδή της παγίωσης μιας νέας κατάστασης πραγμάτων που δεν θα είναι ευχερές να ανατραπεί και να αποκατασταθεί η πρότερα κατάσταση, εφόσον οι εναγόμενοι, ως άνω, έχουν εκμισθώσει το υποστατικό σε άλλη, ανταγωνιστική εταιρεία. Θεωρώ ότι συντρέχει και η τρίτη προϋπόθεση. Το επόμενο ερώτημα είναι κατά πόσο, από το σύνολο των περιστάσεων είναι δίκαιο και εύλογο το διάταγμα να παραμείνει σε ισχύ (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Εν προκειμένω θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η δυσχέρεια που θα προκληθεί στους αντίδικους, από την ύπαρξη ή όχι του διατάγματος αντιστοίχως. Το ισοζύγιο της δυσχέρειας ή ευχέρειας («balance of convenience») όπως εξηγείται στην Bacardi (ανωτ.) αναφέρεται στο καθήκον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει αν φανεί ότι η ενδιάμεση απόφαση του είναι εσφαλμένη και να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι έχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας. Εν προκειμένω, όπως εξηγείται περαιτέρω στην ίδια απόφαση, υπεισέρχεται ο παράγοντας της διατήρησης του status quo ante που αποτελεί και την συνήθη έννοια του ενδιάμεσου διατάγματος σε αντιδιαστολή προς την προκατάληψη της έκβασης της υπόθεσης επί της ουσίας (Κοσμά v. Χατζηκυπρή
(2000)1 Α.Α.Δ. 169). Οι ενάγοντες είχαν την κατοχή επικαλούμενοι δικαίωμα. Υπό περιστάσεις μάλιστα, που αν επρόκειτο για ενοικίαση, η συνέχιση της κατοχής να συνδέεται, πέραν των εκ της κατοχής άλλων ωφελημάτων και της επιχειρηματικής δυσχέρειας συνεπεία της αποστέρησης της, με το δικαίωμα τους, μετά από έγκυρο τερματισμό της ενοικίασης, να καταστούν θέσμιοι ενοικιαστές. Προσομοιάζει έτσι η περίπτωση με την υπόθεση Odysseos, όπως ορθά εισηγήθηκε η ευπαίδευτη δικηγόρος των εναγόντων, αφού και εκεί ο ενάγοντας στερήθηκε της κατοχής για την οποία επικαλείτο νόμιμο δικαίωμα, κατοχή εκ της οποίας, αν είχε τελικά δίκαιο, θα μπορούσε να αντλήσει δικαίωμα να την συνεχίσει δυνάμει των αρχών της επιείκειας. Εφόσον οι ενάγοντες στοιχειοθετούν συζητήσιμη υπόθεση για νόμιμη κατοχή θα πρέπει υπό τις περιστάσεις να αποκατασταθεί μέχρι το τέλος της δίκης η πρότερα κατάσταση. Κατάσταση την οποία οι εναγόμενοι ανέτρεψαν με αυτοδικία, ενέργεια δηλαδή που δεν θα ήταν επιτρεπτή ούτε ακόμα και έναντι εκείνου που απώλεσε το δικαίωμα κατοχής, εφόσον «ο νόμος αναγνωρίζει κατάλοιπα δικαιώματος τέτοια που να επιβάλλεται η παρεμβολή της δικαστικής εξουσίας για την έξωση του» (Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdjian
(1992)1 Α.Α.Δ. 400). Πάρα ταύτα οι εναγόμενοι πήραν, στις 27/9/07, το νόμο στα χέρια τους. Αφού προηγουμένως, στις 13/9/07 πριν ακόμα και από την επιστολή του εναγόμενου 2 ημερ. 17/9/07, εκμίσθωσαν το γραφείο στην Εθνική Ασφαλιστική με ισχύ από 1/10/07. Είναι ωσάν να έλαβαν οι ίδιοι απόφαση επί της δικής τους υπόθεσης, ότι οι ενάγοντες δεν είχαν δικαίωμα κατοχής και ακολούθως να εκτέλεσαν την απόφαση αυτή. Υπό περιστάσεις μάλιστα που να παγιώνεται επί των άνομων ενεργειών τους μια νέα κατάσταση πραγμάτων. Την οποία ήδη επικαλούνται ως λόγο ένστασης, αλλά και ως δικαιολογία για το ότι δεν έχουν, όπως έγινε δεκτό κατά την διαδικασία, συμμορφωθεί στο διάταγμα. Δεν είναι βέβαια επιτρεπτό να προβάλλεται ως λόγος ένστασης η κατάσταση που δημιούργησαν παίρνοντας το νόμο στα χέρια τους και παραβιάζοντας έτσι και την έννομη τάξη. Σημειώνεται ότι, μετά που αποκαλύφθηκε, κατά τη διαδικασία, η ενοικίαση σε τρίτους, αντίγραφο της αίτησης και του διατάγματος έχει επιδοθεί στην Εθνική Ασφαλιστική. Εφόσον, όπως ελέχθη στην Πρόδρομος Κωνσταντίνου Λτδ v. «Nikolay Markin»
(1995)1 Α.Α.Δ. 122: «Το διάταγμα πρέπει να κοινοποιείται σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο το οποίο έχει κατοχή του αντικειμένου ή οποιαδήποτε ευθύνη σε σχέση με αυτό. Ο τρίτος έχει δικαίωμα να εμφανιστεί κατά την ακρόαση και να ακουστεί αναφορικά με οποιοδήποτε θέμα που έχει σχέση με τη φύλαξη του αντικειμένου.» Η Εθνική Ασφαλιστική δεν εμφανίστηκε. Μάλιστα η δικηγόρος των εναγόντων ανέφερε πριν από την ακρόαση της αίτησης ότι ο δικηγόρος της εν λόγω εταιρείας την πληροφόρησε ότι δεν επρόκειτο να εμφανιστούν. Υπό τις περιστάσεις η εμπλοκή τρίτου, όχι μόνο δεν αποτελεί δικαιολογία για τους εναγόμενους, αλλά η γνώση του διατάγματος από τον τρίτο θέτει ζήτημα δικής του πλέον ευθύνης (βλ. Z. Ltd v. A. and others
(1982)1 All E.R. 556). Οι εναγόμενοι από δικής τους πλευράς οφείλουν να λάβουν κάθε νόμιμο εφικτό μέτρο για να συμμορφωθούν προς το διάταγμα. Εναπόκειται στους τρίτους, με δική τους ευθύνη, τι θα πράξουν. Όσο δε και αν είναι γενικά ανεπιθύμητο να δίδεται ενδιαμέσως η θεραπεία που ζητείται με την αγωγή, τούτο, στην κατάλληλη περίπτωση, δεν αποκλείεται (Jonitexo, Κοσμά, ανωτ.). Η παρούσα, για τους πάραπανω λόγους, είναι τέτοια περίπτωση. Η θεραπεία δόθηκε μονομερώς. Δικαιοδοτικό όρο για παροχή μονομερούς θεραπείας αποτελεί το κατεπείγον του πράγματος (΄Αρθρο 9
(1)του Κεφ. 6, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598). Ο ενάγοντας σε μονομερή αίτηση έχει υποχρέωση να αποκαλύψει όλα τα ουσιώδη γεγονότα, περιλαμβανομένων εκείνων που καθιστούν το αίτημα του κατεπείγον (Timberland Co v. Evans & Sons Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 1179). Εν προκειμένω οι ενάγοντες έχουν θέσει ενώπιον του δικαστηρίου όλα τα ουσιώδη γεγονότα. Οι εναγόμενοι δε, δεν έχουν καταδείξει οποιοδήποτε βάσιμο στοιχείο που όντως να μπορούσε να στοιχειοθετήσει τη θέση τους για παραπλάνηση ή απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων από τους ενάγοντες κατά τον χρόνο της μονομερούς έκδοσης του διατάγματος. Μια τελευταία παρατήρηση: Διαπιστώνεται ότι ενώ σημείωμα εμφάνισης καταχωρίστηκε στις 16/10/07, μέχρι σήμερα δεν έχει καταχωριστεί έκθεση απαίτησης. ΄Οπως έχει παρατηρηθεί στην Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 1453, η παροχή της ενδιάμεσης θεραπείας δεν είναι αυτοσκοπός και είναι απαράδεκτη η παράλειψη προώθησης της δίκης ως της καθιερωμένης διαδικασίας για τον καθορισμό και τη διακήρυξη των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων. ΄Ετσι, ο διάδικος που επιδιώκει την ενδιάμεση θεραπεία «βαρύνεται να προλειάνει, το ταχύτερο, το έδαφος για την εκδίκαση της υπόθεσης». Εκτροπή από τον σκοπό και αλλότρια χρήση του μηχανισμού για την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος, όπως μπορεί να προκύψει από μακρά παράλειψη προώθησης της δίκης, συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (Goody's Evagorou Ltd v. Lani Restaurants Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 1572, T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802). Εν προκειμένω δεν υπάρχει βέβαια τέτοια καθυστέρηση σε ότι αφορά την έκθεση απαίτησης. ΄Ομως οι ενάγοντες θα πρέπει να προωθήσουν τη διαδικασία χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση. Για όλους τους πάραπανω λόγους τα διάταγματα καθίστανται απόλυτα και να ισχύσουν μέχρι το τέλος της αγωγής ή άλλης διαταγής του δικαστηρίου. ΄Εξοδα υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων αλληλέγγυα και κεχωρισμένα όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.)............................ Τ. Θ. Οικονόμου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.