EXANTAS MARINE ENTERPRISES LTD ν. ΒΑΚΗ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ, Αρ. Αγωγής: 3416/03, 12 Δεκεμβρίου 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:A153 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3416/03 Μεταξύ: EXANTAS MARINE ENTERPRISES LTD Εναγόντων -και- ΒΑΚΗ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ Εναγομένου ____________________ Αίτηση ημερομηνίας 4.10.2007 για παραμερισμό και / ή ακύρωση Διαιτητικής απόφασης Ημερομηνία: 12 Δεκεμβρίου 2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή - Εναγόμενο: Ο κ. Δαμιανού για κ. Χ. Κυριακίδη. Για τους Καθ΄ ων η αίτηση - Ενάγοντες: Ο κ. Πετρίδης. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με αυτή την αγωγή οι ενάγοντες αξιώνουν Λ.Κ.637,90 ως ποσό οφειλόμενο για προσφερθείσες υπηρεσίες προς τον εναγόμενο και για Φ.Π.Α. ως τρία τιμολόγια που εκδόθηκαν τα οποία ο εναγόμενος ανέλαβε να πληρώσει, πλέον νόμιμο τόκο, έξοδα και Φ.Π.Α.. Ο εναγόμενος στην έκθεση υπεράσπισης του αρνείται ότι του προσφέρθηκαν οι κατ΄ ισχυρισμό υπηρεσίες ή ότι συμφωνήθηκε οποιοδήποτε ποσό ή εκδόθηκαν οποιαδήποτε τιμολόγια. Ισχυρίζεται δε ότι ήταν ο ιδιοκτήτης σκάφους το οποίο οι ενάγοντες ανέλαβαν να επιδιορθώσουν και ότι μετά την επιδιόρθωση παρουσιάστηκε πρόβλημα στη μηχανή η διαπίστωση της έκτασης του οποίου ανατέθηκε σε ειδικό. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι οι ζημιές στο σκάφος του επεσυνέβηκαν λόγω αμέλειας ή και κακοτεχνιών των εναγόντων συνεπεία των οποίων υπέστη ζημιές ύψους Λ.Κ.6.877,50 τις οποίες ανταπαιτεί, πλέον νόμιμο τόκο, έξοδα και Φ.Π.Α.. Στις 7.6.2006 εκδόθηκε από Δικαστήριο με άλλη σύνθεση Διάταγμα όπως η απαίτηση στην παρούσα αγωγή και όλα τα τεχνικά ζητήματα και όλα τα ζητήματα που συνδέονται με τα τελευταία και όλα τα θέματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα ειδικών εμπειρογνωμόνων παραπεμφθούν σε διαιτησία ενώπιον του κ. Ευάγγελου Γεωργίου, ναυτικού μηχανικού. Στις 15.3.2006 οι δύο πλευρές και ο κ. Γεωργίου υπέγραψαν έγγραφο στο οποίο φαίνονται οι όροι διεξαγωγής της διαδικασίας, αποδεχόμενοι το διορισμό του κ. Γεωργίου ως διαιτητή υπό τους εν λόγω όρους. Η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε στις 11.9.2007 και καταχωρήθηκε την ίδια μέρα στο Πρωτοκολλητείο μαζί με κατάλογο εγγραφών που βρίσκονταν στην κατοχή του διαιτητή. Με την παρούσα αίτηση ο αιτητής ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου που να παραμερίζει ή και ακυρώνει τη διαιτητική απόφαση λόγω κακής συμπεριφοράς του Διαιτητή ή και κακού χειρισμού της υπόθεσης από το Διαιτητή ή και λόγω παράτυπης διεξαγωγής της διαιτησίας ή και λόγω παρατυπιών στη διαδικασία ή και παράβασης των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης ή και των κανόνων ορθής και δίκαιης διαδικασίας ή και παράβασης των όρων εντολής του. Η αίτηση βασίζεται στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρα 29, 35, 36, 37 και 38, στον περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4, άρθρα 2, 19, 20, 6 και 26 στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.48 Κ. 1 - 4 και 8 - 10, Δ.49 και στις συμφυείς εξουσίες και στην πρακτική του Δικαστηρίου. Την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση υπογράφει ο εναγόμενος ο οποίος αναφέρει ότι ο Διαιτητής καθόρισε την 23.4.2007 για πρώτη φορά και μοναδική για τη διαιτησία, «για να ζητηθούν και από τις δύο πλευρές διευκρινίσεις επί της ως άνω διαφοράς». Επισυνάπτεται η σχετική επιστολή, ημερομηνίας 16.4.2007, ως Τεκμήριο Γ. Μετά από επιστολή των δικηγόρων του εναγόμενου ο Διαιτητής καθόρισε νέα ημερομηνία για τον ίδιο σκοπό, την 30.4.2007, Τεκμήριο Ε. Κατά την πιο πάνω ημερομηνία ο εναγόμενος παρουσιάστηκε στη συνάντηση και δεν έγινε οποιαδήποτε διαδικασία. Όπως αναφέρει επί λέξει στην παράγραφο 5 της ενόρκου δηλώσεως του: «Καμία ενημέρωση ή ειδοποίηση για να παρουσιάσω στις 30.4.2007 οποιοδήποτε μάρτυρα ή μαρτυρία δεν είχα. Μάλιστα είχα αναφέρει στη συζήτηση που έγινε στο κ. Ευάγγελο Γεωργίου ότι είχε επιθεωρήσει τη μηχανή του σκάφους μου και είχε ετοιμάσει και έκθεση εμπειρογνώμονας. Ο Διαιτητής ούτε με έλαβε υπόψη ούτε και μου έδωσε την ευκαιρία να φέρω μαρτυρία. Αντίθετα ήταν πολύ εχθρικός μαζί μου. Από την άλλη δεν δόθηκε μαρτυρία από την πλευρά των εναγόντων. Για να καταδείξω τη σημασία της μαρτυρίας που είχα μεταξύ άλλων να παρουσιάσω αλλά και το ότι δεν μου δόθηκε καμιά τέτοια ευκαιρία από τον διαιτητή να το πράξω επισυνάπτω ως Τεκμήριο Στ΄ την έκθεση του εμπειρογνώμονα Δ. Δήμου ημερομηνίας 30.09.2003 η οποία και τη μηχανή αποκάλυπτε, και τα σημαντικά μέρη αυτής αποκάλυπτε αλλά και ουσιαστική εξειδικευμένη εικόνα έδιδε. Σημειώνω ότι ο κ. Δήμου πάντα ήταν έτοιμος να εμφανιστεί αν καλείτο να δώσει μαρτυρία είτε στο Δικαστήριο είτε στη Διαιτησία.» Ακολούθησε επιστολή του Διαιτητή, ημερομηνίας 17.9.2007, Τεκμήριο Ζ ότι θα εδίδετο η απόφαση στις 21.9.2007. Όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του ο Διαιτητής παρέλειψε να δώσει την ευκαιρία στον κάθε διάδικο να παρουσιάσει την υπόθεση του, παρέλειψε να ακούσει μάρτυρες ενώ τα δύο του ευρήματα ήταν αυθαίρετα. Η ένσταση βασίζεται περίπου στο ίδιο νομικό πλέγμα και εκθέτει ως βασικούς λόγους ένστασης τους ακόλουθους:
(1)ότι η αίτηση είναι ουσιαστικά και νομικά αβάσιμη.
(2)ότι καταχωρήθηκε καταχρηστικά και / ή αντικανονικά και κατά παράβαση του εγγράφου αποδοχής του Διαιτητή και των όρων διαιτησίας ημερομηνίας 15.3.2006.
(3)ότι ο εναγόμενος δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια.
(4)Η αναφορά στο Τεκμήριο Στ της έκθεσης του εμπειρογνώμονα, πλήττει τη διαδικασία. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ο διευθυντής των εναγόντων αναφέρει ότι ο εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε στην επιστολή του Διαιτητή, ημερομηνίας 26.1.2007, Τεκμήριο 1 με την οποία τον καλούσε μέσω των δικηγόρων του να του υποδείξουν που ευρίσκεται η επίδικη μηχανή και το σκάφος του και να του παραδώσουν τυχόν εξαρτήματα και ανταλλακτικά. Ο δε εναγόμενος «επί μήνες περιφρονούσε παντελώς τις οδηγίες του Διαιτητή ο οποίος τον καλούσε να αποδείξει τους ισχυρισμούς ως εγείρονται στην ανταπαίτηση του και ειδικότερα ότι επιδιόρθωσε την επίδικη μηχανή θαλάσσης». Στην συνάντηση, ημερομηνίας 30.4.2007, ζητήθησαν από τον Εναγόμενο να δείξει προς τον Διαιτητή τιμολόγια αγοράς εξαρτημάτων, ως η έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης του. Ο εναγόμενος κανένα έγγραφο δεν παρουσίασε. Όταν του ζητήθηκε από το Διαιτητή να υποδείξει πού βρίσκεται η επίδικη μηχανή και να του παραδώσει τα εξαρτήματα που αντικατέστησε ο εναγόμενος είπε στο Διαιτητή ότι δεν έχει εξαρτήματα να του δείξει. Η αίτηση του εναγόμενου μοναδικό σκοπό έχει την εισαγωγή στη διαδικασία της έκθεσης που ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι κατείχε πριν την έκδοση της απόφασης την οποία δεν επικαλέστηκε στις 30.4.
- Κρίνω σκόπιμο στο σημείο αυτό να παραθέσω κάποιους βασικούς από τους συμφωνηθέντες όρους της διεξαγωγής της διαιτησίας οι οποίοι αφορούν την παρούσα αίτηση: «ΟΡΟΙ ΔΙΕΞΑΓΩΓΗΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ:-
- Τα επίδικα θέματα θα ακουσθούν και θα εκδικασθούν από τον Διαιτητή, ο οποίος και θα εκδώσει σχετική Απόφαση. Η εν λόγω Απόφαση του Διαιτητή θα είναι οριστική και τελεσίδικη για τα Μέρη.
- Κατά την έναρξη της διαδικασίας, ο Διαιτητής θα εκδώσει οδηγίες προς τα Μέρη και θα καθορίσει χρονοδιάγραμμα για την υποβολή όλων των απαιτούμενων εγγράφων σχετικών προς τα επίδικα θέματα, παρέχοντας ευκαιρία προς τα Μέρη να εκθέσουν, να υπερασπίσουν και να αντικρούσουν απόψεις και θέσεις συμφώνως και κατά το δυνατόν, προς τους θεσμούς της πολιτικής δικονομίας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Πάντοτε νοουμένου, ότι, τέτοιες απόψεις και θέσεις θα πρέπει να καθορίζονται από τα Μέρη με σαφήνεια και πληρότητα για όλα τα επίδικα θέματα επί των οποίων ο Διαιτητής καλείται δια του παρόντος να αποφασίσει.
- Σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, τα Μέρη έχουν δικαίωμα να εκπροσωπούνται από Δικηγόρο, στον οποίον και θα κοινοποιείται οποιονδήποτε έγγραφο αφορά την παρούσαν διαδικασία.
- Ο Διαιτητής έχει δικαίωμα να καθορίζει την ακολουθητέα κατά την Διαιτησία διαδικασία και να εκδίδει προς τα Μέρη σχετικές οδηγίες (οι οποίες οδηγίες θα θεωρούνται δεσμευτικές για τη διαδικασία) σε ότι αφορά την υποβολή εγγράφων και άλλων αποδεικτικών στοιχείων, την λήψη προφορικών καταθέσεων, τον καθορισμό ημερομηνιών συμπλήρωσης των σταδίων της διαδικασίας, την επιτόπια εξέταση παρουσία και των δύο πλευρών ή εκπροσώπου των και γενικά κάθε διαδικαστικό ή άλλο θέμα, το οποίο αναφύεται από το παρόν Συμφωνητικό Έγγραφο ή σχετίζεται με τα επίδικα θέματα, για το σκοπό της ταχύτερης το δυνατόν και δέουσας διεξαγωγής και αποπεράτωσης της Διαιτησίας.
- Ο Διαιτητής δεν δεσμεύεται από τους αυστηρούς κανόνες απόδειξης αλλά θα ακολουθεί, κατά το δυνατό, τους κανόνες αποδείξεις και τις διαδικασίας του Νόμου καθώς και τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης.» Οι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν σε αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων έχω θέσει ενώπιον μου. Θα αναφερθώ σ αυτές όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ Με βάση το άρθρο 36
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως διαφορά ή μέρος αυτής δικαστεί ενώπιον διαιτητού, εάν συντρέχει οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις που αναφέρονται σ΄ αυτό. Το άρθρο 36
(2)αναφέρει τα ακόλουθα: «
(2)Οσάκις ή κατά τη διαδικασίαν συμπεριφορά ειδικού διαιτητού ή διαιτητού δεν είναι η πρέπουσα ή οσάκις ούτος κακώς διεξάγη ταύτην, το δικαστήριον δύναται να παύση αυτόν και περαιτέρω να ακυρώση την υπ΄ αυτού κατά την τοιαύτην διαδικασίαν εκδοθείσαν ή καθ΄ οιονδήποτε άλλον τρόπον απρεπώς επιτευχθείσαν διαιτητικήν απόφασιν.» Πρόνοια για την απομάκρυνση διαιτητή υπάρχει και στο άρθρο 20 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4: «20.-
(1)Όταν ο διαιτητής ή ο επιδιαιτητής επιδεικνύει κακή συμπεριφορά ή χειρίζεται κακώς την υπόθεση, το Δικαστήριο δύναται να τον απομακρύνει.
(2)Όταν ο διαιτητής ή ο επιδιαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά (misconducted himself) ή χειρίστηκε κακώς την υπόθεση ή όταν η διαιτησία διεξάχθηκε παράτυπα ή η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε παράτυπα, το Δικαστήριο δύναται να ακυρώσει τη διαιτητική απόφαση.» Το άρθρο 20 πιο πάνω είναι το ίδιο με το άρθρο 23 του Αγγλικού Arbitration Act 1950. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, Τέταρτη Έκδοση, Τόμος 2, παράγραφος 622 στη σελίδα 330 αναφέρεται ότι συνιστά κακή συμπεριφορά (misconduct) η παράλειψη συμμόρφωσης με τους ρητούς ή εξυπακουόμενους όρους της συμφωνίας διαιτησίας: «It is accordingly misconduct for an arbitrator to fail to comply with the terms, express or implied, of the arbitration agreement.» Οι νομικές αρχές που διέπουν τη διεξαγωγή της διαιτησίας συνοψίστηκαν στην υπόθεση A. N. STASIS ESTATES CO. LTD v. G. M. P. KATSAMBAS LTD
(2001)1 Α.Α.Δ. 2006 όπου στις σελίδες 2010—2011, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ο διαιτητής θα πρέπει να είναι προσηλωμένος και να συμμορφώνεται αυστηρά με τους όρους του διορισμού του (Winter v. White
(1819)1 B & B 350, 357). Ως λειτουργός του Δικαστηρίου, είναι υποχρεωμένος να τηρεί τους δικονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στις δικαστικές διαδικασίες. Διαφορετικά θα προέκυπτε κίνδυνος δημιουργίας ενός συστήματος διαιτητικού δικαίου, ανεξάρτητου και ίσως διαφορετικού από το νόμο και τις διαδικασίες που εφαρμόζονται στα Δικαστήρια της χώρας, με απρόβλεπτες συνέπειες, μια και ο κάθε διαιτητής θα μπορούσε να εφαρμόζει κανόνες, τόσο του ουσιαστικού, όσο και του δικονομικού δικαίου, που κατά τη δική του κρίση τυγχάνουν εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση, με αποτέλεσμα να παραβιάζεται η ισονομία, βασική αρχή του δικαίου. Ο διαιτητής δικαιούται να ακούει μαρτυρία που θα τον βοηθήσει να καταλήξει στη λύση της διαφοράς των διαδίκων. Η αξιολόγηση της αξιοπιστίας της προφορικής μαρτυρίας παραμένει αναπόσπαστο μέρος κάθε δικαστικής απόφασης. Ο διαιτητής, ως κριτής του τεχνικού μέρους της διαφοράς, μπορεί να αναφέρεται και να εξετάζει τα διάφορα τεκμήρια που κατατέθηκαν, αλλά αναμφίβολα όταν αποφασίσει να δεκτεί καταθέσεις μαρτύρων, αυτές πρέπει να δίδονται προφορικά (viva voce). Η χρησιμοποίηση μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον άλλου, ακόμα και ενώπιον του Δικαστηρίου που εκδικάζει την υπόθεση, συνιστά παράβαση βασικού δικονομικού κανόνα. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Galatis v. Savvides and Another
(1966)1 C.L.R. 87, 96, ο διαιτητής θα πρέπει να ακούει και τις δύο πλευρές, την κάθε μια στην παρουσία της άλλης. Είναι αλήθεια ότι ένα πρόσωπο διορίζεται ως διαιτητής λόγω των ειδικών του γνώσεων και των εμπειριών του στο συγκεκριμένο επάγγελμα και συνεπώς δεν είναι αναγκαίο γι΄ αυτόν να εξετάζει μάρτυρες για να καταλήξει στην απόφασή του. Όμως όταν αποφασίζει ότι χρειάζεται, η λήψη μαρτυρίας πρέπει να γίνεται με τον ορθό δικονομικό τρόπο. Η λανθασμένη αποδοχή μαρτυρίας δυνατόν να συνιστά νομικά πλημμελή εκτέλεση του καθήκοντος του διαιτητή (Paniccos Harakis Ltd v. The Official Receiver
(1978)1 C.L.R. 15, 23).» Το θέμα παράβασης των όρων εντολής διαιτητή πραγματεύτηκε η πρόσφατη απόφαση Γρηγόρης Κουτσουλλής & Υιός Λτδ v. Α. Mavrokefalos (air-conditioning) Ltd, Πολ. Έφ. Αρ. 110/2005, 17.1.2007, στην οποία υιοθετήθηκε το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Καζαντζιάν και άλλος v. Ελληνίδη και άλλης
(1996)1 Α.Α.Δ. 592, στη σελίδα 596: «Όταν οι διάδικοι συμφωνούν στην επίλυση εκκρεμούσης διαφοράς των, με την ανάθεση σε τρίτο πρόσωπο της μελέτης και υποβολής πορίσματος γι΄ αυτή δεσμεύονται από το πόρισμα. Το Δικαστήριο θα εφαρμόσει τη συμφωνία, ως μια συνήθη σύμβαση, που οι διάδικοι συνήψαν. Τότε μόνο το Δικαστήριο δεν θα εφαρμόσει τη συμφωνία αν ο διορισθείς ειδικός, ας τον πούμε έτσι, αποδεδειγμένως ενήργησε μεροληπτικά ή εδολιεύθη. Επίσης, το Δικαστήριο δεν θα εφαρμόσει τη συμφωνία αν η έκθεση του ειδικού είναι τόσο εσφαλμένη που θα ήταν άδικο να εφαρμοστεί, γιατί τούτο θα ισοδυναμούσε με παράβαση των όρων εντολής του. Και βεβαίως η συμφωνία δεν θα εφαρμοστεί αν διαπιστωθεί παρέκκλιση από τους όρους εντολής σε βαθμό που θα παραβιάζονταν ουσιαστικά οι πρόνοιές της.» Με γνώμονα τα πιο πάνω οι λόγοι ένστασης των καθ΄ ων η αίτηση που αφορούν το νομικά αβάσιμο της αίτησης και την αντικανονική καταχώρηση της είναι πασιφανές πως δεν ευσταθούν. Δέον να σημειωθεί ότι ο συνήγορος των αιτητών δεν προώθησε τους πιο πάνω λόγους κατά την αγόρευση του. Αποτέλεσε κοινό έδαφος των ενόρκων δηλώσεων των δύο πλευρών ότι ο Διαιτητής συγκάλεσε μια και μοναδική συνάντηση με επιστολή του ημερομηνίας 16.4.2007, Τεκμήριο Ε, στην ένορκη δήλωση του αιτητή «για να ζητηθούν και από τις δύο πλευρές διευκρινίσεις επί της ως άνω διαφοράς». Η συνάντηση έλαβε χώρα κατά την πιο πάνω ημερομηνία, παρόντες δε σε αυτήν ήταν ο εναγόμενος και ο διευθυντής των εναγόντων. Προηγήθηκε, δε, αδιαμφισβήτητα, της πιο πάνω επιστολής η επιστολή 26.1.2007 προς το δικηγόρο του ενάγοντα, Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση των εναγόντων, στην οποία ο διαιτητής αναφέρεται σε καθυστέρηση της διαδικασίας εξαιτίας της μη συμμόρφωσης της πλευράς του εναγόμενου «προς τα χρονοδιαγράμματα της διαιτησίας». Στην ίδια επιστολή αναφέρει τα ακόλουθα: «Εν πάση περιπτώσει, εξακολουθώ να αναμένω από εσάς να μου υποδείξετε που ευρίσκεται η επίδικη μηχανή και το σκάφος του πελάτη σας, για να τα επιθεωρήσω, να μου παραδοθούν τυχόν εξαρτήματα και ανταλλακτικά τα οποία έχουν εφαρμοστεί και αντικατασταθεί στην εν λόγω μηχανή, ως επίσης και να λάβω Γραπτώς τις θέσεις της πλευράς σας εντός του Φεβρουαρίου του 2007.» Το γεγονός ότι η διαδικασία της διαιτησίας συνίστατο στη συνάντηση της 30.4.2007 προκύπτει και από το κείμενο της απόφασης του διαιτητή. Ενδεικτικά παραθέτω πιο κάτω την εισαγωγή του διαιτητή: «Τα ευρήματα μου είναι αποτέλεσμα της μελέτης των Δικογράφων όπως αυτά έχουν καταχωρηθεί από τα μέρη στο Δικαστήριο Λάρνακας, αλλά και από τις διευκρινίσεις που μου εδόθησαν από τους κ. κ. Παντελή Αναστάση διευθυντή των Εναγόντων και από τον κ. Βάκη Μιχαηλίδη Εναγόμενο σε συνάντηση που συγκάλεσα στη Λάρνακα στις 30 Απριλίου 2007.» Κρίνω σκόπιμο στο σημείο αυτό να σημειώσω ότι τόσο στο κείμενο της απόφασης όσο και στον κατάλογο εγγράφων που επισυνάπτεται στην απόφαση φαίνεται ότι τα μόνα τεκμήρια που λήφθηκαν κατά τη συνάντηση ήταν τα τιμολόγια των εναγόντων που αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης τους. Προκύπτει αβίαστα από όλα τα πιο πάνω αδιαμφισβήτητα γεγονότα ότι ο Διαιτητής δεν έδωσε οδηγίες ή καθόρισε χρονοδιαγράμματα για την υποβολή εγγράφων, τη λήψη καταθέσεων ή την επιτόπια εξέταση. Η έκδοση τέτοιων οδηγιών και ο καθορισμός χρονοδιαγράμματος ήταν επιτακτικά σύμφωνα με τον όρο 2 των όρων διεξαγωγής της διαδικασίας. Δεν θεωρώ ότι η ύπαρξη της επιστολής του Διαιτητή, ημερομηνίας 26.1.2007, Τεκμήριο 1, από μόνη της, συνιστά συμμόρφωση προς τους πιο πάνω όρους ως ήταν η θέση των καθ΄ ων η αίτηση, λόγω της γενικότητας της. Ούτε και θεωρώ ουσιώδες το γεγονός ότι ο εναγόμενος δεν έκανε αναφορά στην αίτηση του στην εν λόγω επιστολή, στην οποία εξάλλου δεν φαίνεται να επέμεινε ο διαιτητής ή να έδωσε συνέχεια. Παρέλειψε δε εντελώς να τη συσχετίσει ή να αναφερθεί σ΄ αυτήν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο στην απόφαση του. Ξενίζει δε η αναφορά του στο Τεκμήριο 1 σε χρονοδιαγράμματα, ελλείψει τέτοιων. Δεν προκύπτει από την επιστολή του Διαιτητή τι θα διευκρινίζετο κατά τη συνάντηση της 30.4.
- Εξάλλου, ο διαιτητής, χωρίς αμφιβολία μέχρι εκείνη τη μέρα, πλην των δικογράφων που ως γνωστό δεν συνιστούν μαρτυρία, δεν είχε τίποτε ενώπιον του. Αναμένετο παραδείγματος χάριν από τα μέρη να προσκομίσουν μάρτυρες ή Τεκμήρια; Παρέμεινε δε άγνωστο ποια διαδικασία εν τέλει ακολουθήθηκε κατά τις «διευκρινίσεις». Από το κείμενο της απόφασης του Διαιτητή δεν προκύπτει η λήψη καταθέσεων από τους παρόντες υπό οποιαδήποτε μορφή, και συνεπώς η οποιαδήποτε αξιολόγηση μαρτυρίας. Προκύπτει μόνο η λήψη των τιμολογίων από την πλευρά των εναγόντων. Η αναφορά στο Τεκμήριο Στ από τον εναγόμενο, όχι μόνο δεν πλήττει τη διαδικασία, όπως στην ένσταση τους εισηγήθηκαν οι ενάγοντες αλλά αποτελεί ένδειξη σχετικής μαρτυρίας που θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη αφού η ύπαρξη της προκύπτει από τα δικόγραφα. Έχω την άποψη ότι ο πιο πάνω τρόπος διεξαγωγής της διαδικασίας συνιστά παράβαση των όρων εντολής του Διαιτητή αλλά και των δικονομικών κανόνων που εφαρμόζονται στις δικαστικές διαδικασίες. Κρίνω, περαιτέρω, ότι ο Διαιτητής έχει παρεκκλίνει από τους όρους εντολής του και για ακόμη ένα λόγο. Προκύπτει καθαρά από την απόφαση του Διαιτητή ότι καθοριστικής σημασίας για την απόφαση του ήταν η «αποκάλυψη» του εναγόμενου ότι δεν είχε επιδιορθώσει τη μηχανή του σκάφους του. Το πιο κάτω απόσπασμα μιλά από μόνο του: «ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ. Ως προς τα Τεχνικά Θέματα της υπόθεσης παρατηρώ ότι οι θέσεις του Εναγόμενου κ. Βάκη Μιχαηλίδη όπως μου τις εξέθεσε προφορικά στις 30 Απριλίου 2007, δεν συμφωνούν με το περιεχόμενο της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης που καταχώρησε στο Δικαστήριο στις 30.1.
- Συγκεκριμένα ο Εναγόμενος στις 30 Απριλίου 2007, στη συνάντηση μας μου απεκάλυψε όταν κατ΄ επανάληψη του ζήτησα να μου υποδείξει την επίδικη μηχανή για να την επιθεωρήσω, ότι ουδέποτε έχει επιδιορθώσει την εν λόγω μηχανή. Η πιο πάνω θέση του Εναγομένου έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τους ισχυρισμούς του στην Ανταπαίτηση αφού σαφέστατα στις Λεπτομέρειες Ειδικών του Ζημιών κάνει αναφορά σε «.......... αντικατάσταση μερών ή και εξαρτημάτων και επιδιορθώσεις» οι οποίες και δεν έγιναν, σύμφωνα με τα λεγόμενα πάντα του ίδιου του Εναγομένου. Η επίδικη μηχανή σύμφωνα με τον κ. Βάκη Μιχαηλίδη δεν ξαναεφαρμόστηκε ποτέ στο σκάφος του. Η ως άνω διευκρίνιση του κ. Μιχαηλίδη προς εμένα ήταν καίρια και καθοριστικής σημασίας για την Απόφαση μου.» Αδυνατώ να δω, πρώτον με ποιο τρόπο ο συσχετισμός του γεγονότος ότι ο εναγόμενος δεν επιδιόρθωσε τη μηχανή του σκάφους του με την ανταπαίτηση του συνιστά τεχνικό θέμα εντός των όρων εντολής του διαιτητή και των πλαισίων της εμπειρογνωμοσύνης του. Πρόσθετα, το συμπέρασμα του Διαιτητή περί αντίφασης των αξιώσεων της ανταπαίτησης με τη μη επιδιόρθωση της μηχανής συνιστά νομικό ατόπημα το οποίο με δική του ομολογία ήταν καθοριστικό για την απόφασή του, με αποτέλεσμα η εφαρμογή της απόφασης να καθίσταται ακροσφαλής και άδικη. Κατά συνέπεια, η διαιτητική απόφαση ακυρώνεται. Ο διαιτητής καθίσταται functus officio, δηλαδή άτομο του οποίου τα καθήκοντα έχουν περατωθεί. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ του αιτητή ως θα ψηφιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ...................................... Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. /Λ.Σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο