ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΑΓΙΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ν. Αχιλλέα Πρόξενου κ.α., Αρ. Αγωγής: 208/06, 17 Δεκεμβρίου 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2007:A156 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 208/06 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΑΓΙΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ Εναγόντων - και -
- Αχιλλέα Πρόξενου
- Ανδρούλας Πρόξενου
- Κυριάκου Θεοδώρου
- Θεόδωρου Θεοδώρου
- Όλγας Κυριάκου Εναγομένων ________________ Αίτηση ημερομηνίας 4.10.2007 για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες Ημερομηνία: 17 Δεκεμβρίου 2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Αιτητές-Ενάγοντες: Ο κ. Α. Γεωργίου. Για τους Καθ΄ ων η αίτηση-Εναγόμενους: Η κα Γ. Ζαχαρίου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Σύμφωνα με την έκθεση απαιτήσεως οι ενάγοντες δυνάμει συμφωνίας παραχώρησαν δάνειο και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις στους εναγόμενους 1 και 2, σε μορφή τρεχουμένου και/ή λογαριασμού όψεως για Λ.Κ.10.000 και οι εναγόμενοι 1 και 2 υπέγραψαν γραμμάτιο. Το ίδιο γραμμάτιο υπόγραψαν οι εναγόμενοι 3, 4 και 5 ως εγγυητές. Το ποσό που οφείλουν οι εναγόμενοι 1 μέχρι 5, σύμφωνα με την έκθεση απαιτήσεως, στους ενάγοντες είναι Λ.Κ.26.660,87 πλέον τόκο προς 8%. Οι εναγόμενοι στην παράγραφο 2.1 της έκθεσης υπεράσπισης τους ισχυρίζονται ότι ουδέποτε συνήφθη οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ των εναγόντων και οποιουδήποτε από αυτούς. Ισχυρίζονται ακόμη ότι «κι αν ήθελε αποδεικτεί ότι καταρτίστηκε η επίδικη συμφωνία είναι παράνομη και άκυρη και / ή καταρτίστηκε κατόπιν πίεσης.» Στην παράγραφο 2.2 της έκθεσης υπεράσπισης αρνούνται τον καταρτισμό της εγγύησης και ισχυρίζονται ότι «τυχόν υπογραφή είναι άκυρη καθότι αποσπάστηκε κατόπιν πίεσης και εξαναγκασμού». Στην παράγραφο 2.3 της έκθεσης υπεράσπισης αρνούνται «τους ισχυριζόμενους όρους» της συμφωνίας και ισχυρίζονται ότι: «οι εν λόγω συμφωνίες και / ή όροι είναι παράνομοι και / ή άκυροι και / ή ετεροβαρείς και / ή δεν έτυχαν διαπραγμάτευσης από τους εναγόμενους αλλά επιβλήθηκαν σε αυτούς από τους ενάγοντες, οι οποίοι είχαν και θέση ισχύος κατά τον ουσιώδη χρόνο.» Στην παράγραφο 5 της έκθεσης υπεράσπισης τους οι εναγόμενοι αρνούνται ότι οφείλουν οποιοδήποτε ποσό στους ενάγοντες. Ισχυρίζονται δε ότι «το αναφερόμενο ποσό είναι λανθασμένο καθότι περιλαμβάνει υπερχρεώσεις και / ή ανατοκισμούς και / ή παράνομες και αυθαίρετες χρεώσεις». Η παρούσα αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48 θ. 1, Θ. 4, Θ. 8 και Θ. 9, Δ.28, Θ. 7 και Δ.19 Θ. 6, Θ. 7, Θ. 8 και Θ. 9 και στις Γενικές και Συμφυείς Εξουσίες και την Πρακτική του Δικαστηρίου. Οι αιτούμενες λεπτομέρειες της έκθεσης υπεράσπισης όπως ακριβώς έχουν διατυπωθεί είναι οι ακόλουθες: «Παράγραφος 1: (α) Βάσει ποιων διατάξεων ποιου νόμου και / ή για ποιους λόγους η επίδικη συμφωνία και / ή το επίδικον γραμμάτιο είναι παράνομη και άκυρη; (β) Σε τι συνίσταται η πίεση που ασκήθηκε στους εναγόμενους, πότε και από ποιον; Παράγραφος 2: (α) Σε τι συνίσταται η πίεση και ο εξαναγκασμός δια των οποίων αποσπάστηκε η υπογραφή των εναγομένων επί της εγγύησης; (β) Πότε και από ποιον εξασκήθηκε η πίεση και ο εξαναγκασμός επί των εναγομένων; Παράγραφος 3: (α) Ποιοι όροι της επίδικης συμφωνίας και / ή του επίδικου γραμματίου είναι παράνομοι και / ή άκυροι και / ή ετεροβαρείς; (β) Σε ποιες διατάξεις ποιου νόμου και / ή για ποίους λόγους οι ισχυριζόμενοι όροι της επίδικης συμφωνίας είναι παράνομοι και / ή άκυροι και / ή ετεροβαρείς; (γ) Ποιοι όροι της επίδικης συμφωνίας και / ή του γραμματίου επιβλήθηκαν επί των εναγομένων από θέση ισχύος και από ποίον ή ποίους; (δ) Ποιοι όροι της εγγύησης είναι παράνομοι και / ή άκυροι και / ή ετεροβαρείς; (ε) Σε ποιες διατάξεις ποιου νόμου και / ή για ποιους λόγους οι ισχυριζόμενοι όροι της εγγύησης είναι παράνομοι και / ή άκυροι και / ή ετεροβαρείς; (στ) Ποιοι όροι της εγγύησης επιβλήθηκαν επί των εναγομένων από θέση ισχύος και από ποιον ή ποιους; Παράγραφος 5: (α) Βάσει ποιων διατάξεων ποιου νόμου οι ενάγοντες προέβησαν σε παράνομες και / ή αυθαίρετες χρεώσεις; (β) Κατά παράβαση ποιων όρων της επίδικης συμφωνίας και / ή του επίδικου γραμματίου οι ενάγοντες προέβησαν σε λανθασμένες και / ή παράνομες και / ή αυθαίρετες υπερχρεώσεις και ανατοκισμούς; (γ) Ποιο είναι ο ορθόν ποσό που οφείλουν οι εναγόμενοι;» Με την παράγραφο (Β) της αίτησης τους οι αιτητές - ενάγοντες ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η διαγραφή (STRIKE OUT) των πιο πάνω παραγράφων της Έκθεσης Υπεράσπισης των εναγομένων ή / και μερών αυτών που σχετίζονται με τις αιτούμενες λεπτομέρειες εάν δεν δοθούν εντός 10 ημερών. Τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η αίτηση φαίνονται σύμφωνα με το σώμα της αίτησης στη δικογραφία. Οι πιο πάνω λεπτομέρειες ζητήθηκαν με επιστολή ημερομηνίας 24.9.2007 αλλά μέχρι σήμερα δεν δόθηκαν. Οι καθ΄ ων η αίτηση προβάλλουν ως λόγους ένστασης ότι η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, καταχρηστική, παράτυπη, αντικανονική και ότι αποσκοπεί σε ψάρεμα μαρτυρίας. Περαιτέρω, εισηγούνται ότι το αιτητικό της παραγράφου Α υποβάλλεται σε αδικαιολόγητα καθυστερημένο στάδιο ενώ της παραγράφου Β πρόωρα και αντικανονικά. Η ένσταση βασίζεται στο ίδιο νομικό πλέγμα με την αίτηση. Στηρίζεται δε στην ένορκη δήλωση της κας Κ. Βουρή στην οποία αναφέρεται ότι όλες οι πληροφορίες που ζητούνται «είναι μαρτυρία», ότι η αίτηση υπεβλήθη αδικαιολόγητα, 5 μήνες μετά την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης και είναι κατά συνέπεια καταχρηστική αφού προκαλεί καθυστέρηση. Αναφέρεται επίσης ότι δεν δίδεται λόγος για την αναγκαιότητα τέτοιων λεπτομερειών και ότι αποσκοπείται «ψάρεμα μαρτυρίας». Σε σχέση δε με την παράγραφο Β προβάλλεται η θέση ότι η αίτηση υποβάλλεται πρόωρα και αντικανονικά. Σύμφωνα με τη νομολογία μας η Δ.19 θ. 6 θα πρέπει να αντικρίζεται υπό το πρίσμα της Δ.19 θ. 4 η οποία προνοεί: "
- Κάθε δικόγραφο θα πρέπει να περιέχει και να περιέχει μόνον, σύντομη έκθεση των ουσιωδών γεγονότων επί των οποίων ο διάδικος που προβάλλει το δικόγραφο στηρίζει την απαίτηση του ή την υπεράσπιση του αναλόγως της υπόθεσης αλλά όχι μαρτυρία με την οποία θα αποδειχθούν τα γεγονότα και πρέπει όπου είναι αναγκαίο να διαιρείται σε παραγράφους αριθμημένες κατά σειρά. Οι ημερομηνίες, τα ποσά και οι αριθμοί πρέπει να αναγράφονται με αριθμούς και όχι λέξεις. Τα δικόγραφα θα πρέπει να υπογράφονται από τον Δικηγόρο ή τον διάδικο αν μηνύει ή αν υπερασπίζεται προσωπικά. " Το πιο κάτω απόσπασμα από τη υπόθεση Χριστοδούλου v. Χρ. Μαρνέρος και Σία Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 718 στη σελ. 721 σκιαγραφεί το νομικό πλαίσιο εξέτασης αιτήσεων όπως η παρούσα: "Τα δικόγραφα είναι ουσιώδη στον καθορισμό των επιδίκων θεμάτων και στον καθορισμό της βάσης επί της οποίας θα προχωρήσει η ακρόαση της υπόθεσης. Η σημασία τους τονίστηκε στην υπόθεση Christakis Loucaides v. C. D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134. Τα δικόγραφα δεν έχουν σκοπό μόνο τη διαφύλαξη της κανονικής διαδικασίας. Σκοπό έχουν να μην καταλαμβάνονται εξ απροόπτου οι διάδικοι στους οποίους θα πρέπει να παρέχεται η δέουσα ευκαιρία να ετοιμάσουν την υπόθεση τους για ακρόαση. Εκτός αν τα επίδικα θέματα καθοριστούν δεόντως η ακρόαση παραμένει χωρίς οριοθέτηση και οι σκοποί της δικαιοσύνης μπορεί να παρακωλυθούν λόγω της αβεβαιότητας (G.I.P. Constructions Ltd v. Panayiota Neophytou and Others
(1983)1 C.L.R. 669, 680). Σύμφωνα με τη Δ.19 θ. 6, μπορεί να διαταχθεί η παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών οιουδήποτε θέματος που αναφέρεται σε οιοδήποτε δικόγραφο, με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, όπως θα θεωρηθεί δίκαιο. Τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες ώστε η άλλη πλευρά να μπορεί να σχηματίζει σαφή και πλήρη εικόνα για τη φύση και την έκταση της υπόθεσης που πρόκειται να αντιμετωπίσει στην ακρόαση και να μη βρίσκεται προ εκπλήξεως ή να καταλαμβάνεται εξ απήνης. Όταν ο κανόνας αυτός παραβιάζεται ο αντίδικος δικαιούται να αξιώνει και επιτυγχάνει την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει τον αντίδικο να παράσχει τις απαιτούμενες κάτω από τις περιστάσεις λεπτομέρειες (Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ και Άλλοι v. Credit Libanais S.A.L.
(1991)1 Α.Α.Δ. 649, 652). Στην υπόθεση National Supply Corporation of the Lybyan Arab Republic v. Achaia Shipping Ltd
(1975)1 C.L.R. 427, 432, τονίστηκε η ανάγκη για ακρίβεια στα δικόγραφα ούτως ώστε ο αντίδικος να γνωρίζει με βεβαιότητα την πραγματική διαφορά και να ετοιμαστεί για τη δίκη. " Οι λεπτομέρειες έχουν σκοπό να διευκρινίσουν και εξειδικεύσουν τα ισχυριζόμενα ουσιαστικά γεγονότα, αλλά κατ΄ ουδένα λόγο να εκμαιεύσουν ή να αποκαλύψουν την ίδια μαρτυρία με την οποία αυτά θα αποδειχθούν (βλ. Χριστόδουλος Κ. Θεμιστοκλέους v. Χρ. Γεωργιάδη Λτδ
(2000)
(1)Α.Α.Δ. 157). "Particulars will be ordered", αναφέρεται χαρακτηριστικά στο σύγγραμμα Odgers on Pleading and Practice, 23η Έκδοση, σελ. 192, "whenever the master is satisfied that without them the applicant cannot tell what is going to be proved against him at the trial. But how his opponent will prove it is a matter of evidence of which particulars will not be ordered. " Στην υπόθεση Μέμνια Τζιακούρα v. Ευστρατίου (άλλως Τάκη Οικονομίδη)
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 669, προβλήθηκε στην έκθεση υπεράσπισης ο ισχυρισμός ότι η επίδικη σύμβαση ήταν εξ υπαρχής άκυρη και ή ακυρώθηκε εκ των υστέρων, όπως και ο ισχυρισμός ότι η ενάγουσα, με τη συμπεριφορά της, ανάγκασε τον εναγόμενο να τερματίσει τη συμφωνία, (παρ. 3 και 4 της Υπεράσπισης). Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού αποφάνθηκε ότι ο μεν ισχυρισμός ότι η επίδικη συμφωνία ήταν εξ υπαρχής άκυρη ήταν νομικό ζήτημα, το οποίο δεν έπρεπε να περιλαμβάνεται στο δικόγραφο, οι δε λεπτομέρειες αναφορικά με τη συμπεριφορά της ενάγουσας, αφορούν σε αποδεικτικό υλικό και όχι σε γεγονότα, απέρριψε σχετικό αίτημα της ενάγουσας για παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών των σχετικών παραγράφων της Υπεράσπισης. Το Εφετείο στην απόφαση του, την οποία έκδωσε ο Δικαστής Χρ. Αρτεμίδης, όπως ήταν τότε, κάμνοντας δεκτή την έφεση, αναφέρει τα εξής στη σελ. 672: «Η άποψη του πρωτόδικου δικαστή, πως ο ισχυρισμός που προβάλλεται στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Υπεράσπισης, ότι δηλαδή η συμφωνία ήτο εξ υπαρχής άκυρη, είναι νομικό ζήτημα, είναι εσφαλμένη. Έχουμε τη γνώμη πως όταν προβάλλεται από διάδικο στο δικογράφημα ισχυρισμός κάποιου νομικού αποτελέσματος, που εξαρτάται από την επενέργεια ορισμένων γεγονότων, αυτά πρέπει να αναγράφονται στο δικογράφημα. Είναι επιβεβλημένο λ.χ. να αναφέρονται τα γεγονότα βάσει των οποίων προβάλλεται ισχυρισμός πως οι προϋποθέσεις του νόμου για τον έγκυρο καταρτισμό μιας διαθήκης δεν έχουν τηρηθεί. Συνεπώς, και στην υπόθεση μας, εφόσον προτείνεται πως η σύμβαση ήταν εξ υπαρχής άκυρη, είναι αναγκαία η αναφορά στα πραγματικά γεγονότα που, κατά τον ισχυρισμό του εφεσίβλητου επέφεραν αυτό το νομικό αποτέλεσμα. Η αρχή της νομολογίας, ότι νομικά σημεία δεν αναφέρονται στα δικογραφήματα, εφαρμόζεται όταν γίνονται νομικές εισηγήσεις. Όπου όμως το ισχυριζόμενο νομικό αποτέλεσμα δημιουργήθηκε εκ της επενέργειας ορισμένων γεγονότων, αυτά πρέπει να αναφέρονται στα δικογραφήματα. Ότι είπαμε αμέσως πιο πάνω εφαρμόζεται και στο διαζευκτικό ισχυρισμό της 3ης παραγράφου της Έκθεσης Υπεράσπισης «και / ή ακυρώθη εκ των υστέρων. Αναφορικά με την 4η παράγραφο της Έκθεσης Υπεράσπισης, είναι έκδηλο πως οι λεπτομέρειες που ζητούνται αφορούν σε γεγονότα που είναι απαραίτητο να γνωρίζει η εφεσείουσα για να μπορέσει να παρουσιάσει την υπόθεσή της στο Δικαστήριο με μαρτυρία, αν έχει, για να τα απαντήσει.» Προτού ασχοληθώ με την ουσία της αίτησης θα ασχοληθώ πρώτα με τον ισχυρισμό της κας Ζαχαρίου ότι στην αίτηση δεν περιέχονται τα γεγονότα που την στηρίζουν και ακολούθως με το θέμα της κατ΄ ισχυρισμό καθυστέρησης. Σύμφωνα με τη Δ.48 θ. 9 (i) οι αιτήσεις με βάση τη Δ.19 θ. 6 δεν είναι αναγκαίο να συνοδεύονται από ένορκη δήλωση. Σύμφωνα με τη Δ.48 θ. 1 αν η αίτηση βασίζεται σε γεγονότα που δεν είναι εμφανή στο φάκελο θα υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση. Η Δ.48 θ. 2
(3)προνοεί ότι σε αιτήσεις που προνοείται στους θ. 8 και θ. 9 ότι μπορούν να γίνουν χωρίς ένορκη δήλωση τα γεγονότα (αν υπάρχουν) που υποστηρίζουν την αίτηση θα πρέπει να αναφέρονται στο σώμα της αίτησης. Κατά κανόνα, στις αιτήσεις για λεπτομέρειες δεν υπάρχουν γεγονότα. Καταλήγω ότι η αίτηση δεν πάσχει όπως έχει συνταχθεί. Όσον αφορά την εισήγηση ότι η αίτηση υπεβλήθη 5 μήνες μετά την καταχώρηση της έκθεσης υπεράσπισης, προκαλώντας καθυστέρηση αναφέρω ότι σύμφωνα με τη Δ.19 θ. 6, 7, 8 δεν υπάρχουν χρονικά περιθώρια υποβολής αιτήσεων όπως η παρούσα, συνεπώς αυτή δεν ευσταθεί. Στην προκειμένη περίπτωση σε σχέση με την παράγραφο 1 της αίτησης, αναφέρω ότι η αναφορά στην έκθεση υπεράσπισης σε παράνομη και άκυρη σύμβαση διέπεται από αοριστία και γενικότητα, το ίδιο και η αναφορά σε πίεση. Είναι έκδηλο ότι οι λεπτομέρειες που επιδιώκονται αφορούν, όπως και στην υπόθεση Τζιακούρα, πιο πάνω, γεγονότα από την επενέργεια των οποίων εξαρτάται το νομικό αποτέλεσμα που ισχυρίζονται οι εναγόμενοι. Κατά συνέπεια, κρίνω ότι οι ενάγοντες έχουν δικαίωμα να τα πληροφορηθούν. Κρίνω δικαιολογημένο το δεύτερο σκέλος της παραγράφου 1 (α) και την παράγραφο 1 (β). Όσον αφορά το πρώτο σκέλος της παραγράφου (α) δεν το κρίνω δικαιολογημένο. Τα δικόγραφα δεν πρέπει να περιλαμβάνουν το Νόμο αλλά να περιορίζονται στα ουσιώδη γεγονότα. Στο Annual Practice του 1952 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Pleadings now are to be merely concise statements of the facts which the party pleading deems material to his case" (per Brett, J., in Lord Hammer v. Flight
(1876), 24 W.R., at p. 347), not law, nor evidence to prove the facts (N. W. Salt Co., Ltd. V. Electrolytic Alkali Co., Ltd.,
(1913)3 K.B. 425). The inferences of law to be drawn from those facts need not be stated in the pleading." Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι σύμφωνα με το σύγγραμμα «Βullen & Leake», Precedents of Pleadings, 12η έκδοση σε σχέση με την υπεράσπιση της παρανομίας πρέπει το δικόγραφο να περιέχει τα γεγονότα ούτως ώστε να δείχνει καθαρά σε τι συνίσταται η παρανομία. Στη σελ. 1106 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Pleading. Where the defendant relies upon the defence of illegality, he should distinctly raise that defence by his pleading, and should state the facts or refer to facts already stated in the Statement of Claim, so as to show clearly what the illegality is. If a man "intends to charge illegality, he must state facts for the purpose of showing what the illegality is" (Bullivant v. Att.-Gen. for Victoria
(1901)A.C. 196, per Lord Davey at 204).» Τα γεγονότα που στηρίζουν την υπεράσπιση πρέπει να δικογραφούνται. Στο Annual Practice του 1952 αναφέρονται τα ακόλουθα: «similarly a defendant must allege the facts upon which he relies as a defence O. 21, rr. 1, 2, 3) and deal explicitly with the facts alleged by the plaintiff.» Σε σχέση με την παράγραφο 2 της αίτησης κρίνω ότι δικαιολογείται αφού αφορά και πάλι γεγονότα επί των οποίων εδράζονται οι ισχυρισμοί των εναγομένων. Δεν αφορά αποδεικτικό υλικό. Είναι δε λεπτομέρειες που είναι απαραίτητο να γνωρίζουν οι εναγόμενοι για να μπορέσουν να παρουσιάσουν την υπόθεση τους. Όσον αφορά τη λεπτομέρεια από ποιον εξασκήθηκε η πίεση και ο εξαναγκασμός των εναγομένων κρίνω ότι ο προσδιορισμός των εν λόγω προσώπων που ενήργησαν για την Τράπεζα συνιστούν μέρος των ουσιωδών γεγονότων των οποίων επιδιώκεται διερεύνηση. Οι πιο πάνω λεπτομέρειες είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τα ουσιώδη γεγονότα που συνθέτουν την πίεση. Σε σχέση με την παράγραφο 3 της αίτησης αναφέρω τα ακόλουθα: Σε σχέση με τις παραγράφους 3 (α), (γ), (δ) και (στ) κρίνω ότι δεν χρειάζονται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες εφόσον είναι καθαρό η παράγραφος 3 της έκθεσης υπεράσπισης αναφέρεται σε όλους τους όρους της παραγράφου 4 της έκθεσης απαίτησης. Όσον αφορά το πρώτο σκέλος των παραγράφων 3 (β) και 3 (ε) που ζητά λεπτομέρειες ως προς το Νόμο επαναλαμβάνω ότι τα δικόγραφα δεν πρέπει να περιλαμβάνουν το Νόμο. Το ίδιο αφορά και την παράγραφο 5 (α). Σε σχέση με το δεύτερο σκέλος που ζητά τους λόγους για τους οποίους οι όροι της συμφωνίας και της εγγύησης είναι παράνομοι και / ή άκυροι και / ή ετεροβαρείς θεωρώ ότι τέτοιες λεπτομέρειες θα πρέπει να δοθούν. Το θέμα έχει πιστεύω καλυφθεί πιο πάνω. Είναι έκδηλο ότι οι λεπτομέρειες που οι ενάγοντες επιδιώκουν να γνωρίζουν αφορούν τα γεγονότα επί των οποίων οι εναγόμενοι εδράζουν τους ισχυρισμούς τους περί παρανομίας, ακυρότητας και ετεροβαρών όρων. Όσον αφορά την παράγραφο 5 (β) και 5 (γ) της αίτησης δεν θεωρώ ότι δικαιολογείται, εξάλλου δεν συνιστά λεπτομέρειες ή διευκρίνιση που αφορά την έκθεση υπεράσπισης. Περαιτέρω, σε σχέση με την παράγραφο 5 (γ) θεωρώ ότι εναπόκειται στους ενάγοντες να αποδείξουν το οφειλόμενο ποσό σ΄ αυτούς, της έκθεσης απαίτησης τους. Ενόψει των πιο πάνω εκδίδεται διάταγμα που να διατάττει τους ενάγοντες να καταχωρήσουν και παραδώσουν τις περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες των ακόλουθων παραγράφων εντός 15 ημερών από σήμερα. «
(1)Παράγραφος 1: (α) Για ποιους λόγους η επίδικη συμφωνία και / ή το επίδικον γραμμάτιο είναι παράνομη και άκυρη; (β) Σε τι συνίσταται η πίεση που ασκήθηκε στους εναγόμενους, πότε και από ποιον;
(2)Παράγραφος 2: (α) Σε τι συνίσταται η πίεση και ο εξαναγκασμός δια των οποίων αποσπάστηκε η υπογραφή των εναγομένων επί της εγγύησης; (β) Πότε και από ποιον εξασκήθηκε η πίεση και ο εξαναγκασμός επί των εναγομένων;
(3)Παράγραφος 3: (β) Για ποιους λόγους οι ισχυριζόμενοι όροι της επίδικης συμφωνίας είναι παράνομοι και / ή άκυροι και / ή ετεροβαρείς; (ε) Για ποιους λόγους οι ισχυριζόμενοι όροι της εγγύησης είναι παράνομοι και / ή άκυροι και / ή ετεροβαρείς;» Η παράγραφος 3 (α), (γ), (δ), (στ) και 5 (α), (β), (γ) της αίτησης απορρίπτεται. Η παράγραφος (Β) της αίτησης η οποία εν πάση περιπτώσει δεν έχει προωθηθεί στερείται νομικής βάσης και συνεπώς απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα, λαμβάνοντας υπόψη τη μερική επιτυχία της αίτησης, κρίνω ότι αυτά θα πρέπει να επιδικαστούν υπέρ των αιτητών - εναγόντων και εναντίον των καθ΄ ων η αίτηση - εναγομένων κατά το ήμισυ, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, καταβλητέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ...................................... Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. /Λ.Σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο