Σπύρου Κονιώτη ν. Εφημερίδα ή Περιοδικό Αποκάλυψη της Πάφου Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 581/03, 8 Ιανουαρίου 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:A3 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 581/03 Μεταξύ: Σπύρου Κονιώτη, από την Πάφο Ενάγοντα και
- Εφημερίδα ή Περιοδικό Αποκάλυψη της Πάφου Λτδ, από την Πάφο
- Δημήτρη Μαραγκού, από την Πάφο
- Πάμελας Σακαδάκη, από την Πάφο Εναγομένων ΚΑΙ ΔΙΑ ΑΝΤΑΓΩΓΗΣ
- Δημήτρη Μαραγκού, από την Πάφο
- Πάμελας Σακαδάκη, από την Πάφο Εναγόντων και
- Σπύρου Κονιώτη, από την Πάφο
- Ανέστη Ανεστιάδη, από την Πάφο
- Σάββα Χριστοδούλου, από την Πάφο
- Δήμου Πάφου, από την Πάφο
- Γενικού Εισαγγελέα, από τη Λευκωσία Εναγομένων ---------------------- Ημερομηνία: 8 Ιανουαρίου 2007 Δια Ενάγοντα: κ. Χρ. Γεωργιάδης με κ. Α. Γεωργιάδη Δια Εναγόμενους: κ. Π. Κλεοβούλου Δια ανταπαιτήσεως εναγόμενους 1 και 2: κ. Χρ. Γεωργιάδης με κ. Α. Γεωργιάδη Δια ανταπαιτήσεως εναγόμενο 4: κ. Γ. Δημητριάδης Δια ανταπαιτήσεως εναγόμενους 3 και 5: κα Ε. Κόκκινου -------------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ --------------------------------------- Ο ενάγων διεκδικεί εναντίον των εναγομένων αποζημιώσεις γενικές και/ή τιμωρητικές, για δυσφήμιση και/ή επιζήμια ψευδολογία. Επιζητεί περαιτέρω, έκδοση διατάγματος που να απαγορεύει την επανάληψη της δυσφήμισης. Η δυσφήμιση έγκειται, σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, στη δημοσίευση στις 19.2.2003 στην εφημερίδα ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ, δημοσιεύματος που συνέταξαν οι εναγόμενοι 2 και 3 υπό τον τίτλο «Πόση αυθαιρεσία ω Αστυνόμε», όπου σύμφωνα με τη φυσική και συνηθισμένη έννοια των λέξεων, εννοούσαν ότι ο ενάγων ήταν υπεύθυνος για συγκάλυψη και ανοχή ποινικών αδικημάτων που διαπράχθηκαν σε βάρος των εναγομένων 2 και 3 και αδικαιολόγητη και παράνομη σύλληψη του εναγόμενου 2, κατασκευή κατηγοριών, ψευδή δίωξη, αδικαιολόγητη καταδίωξη των εναγομένων και γενικά, παραβίαση και περιφρόνηση των συνταγματικών και άλλων Νομοθετικών διατάξεων. Περαιτέρω, ότι οι χρησιμοποιηθείσες λέξεις εννοούσαν ότι ο ενάγων δεν εμφορείται από ανθρωπιστικά αλλά από απάνθρωπα και/ή βάρβαρα αισθήματα. Προβάλλεται ο ισχυρισμός πως συνεπεία των λέξεων που αναφέρθηκαν, η τιμή, υπόληψη, καλή φήμη, ο χαρακτήρας και η θέση του ενάγοντα σαν μέλος της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου, Αστυνόμου Α' και Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου, πλήγηκε σοβαρά και εκτέθηκε σε γενικό μίσος, περιφρόνηση, χλεύη, αποστροφή και αποφυγή από τους συμπολίτες του. Το δημοσίευμα καταχωρήθηκε στην πρώτη σελίδα και μεγάλο μέρος του περιλαμβανόταν και στην εσωτερική τέταρτη σελίδα, με τον πιο κάτω τίτλο και περιεχόμενο (το κείμενο παρατίθεται αυτολεξεί, αρχικά η πρώτη σελίδα): «Πόση αυθαιρεσία, ω Αστυνόμε! ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΝ ΝΑ ΣΥΓΚΑΛΥΨΟΥΝ ΑΔΙΚΗΜΑ ΕΠΙΘΕΣΗΣ ΚΑΙ ΕΞΥΒΡΙΣΗΣ Η εφημερίδα μας καταγγέλλει δημοσίως τα αστυνομικά όργανα της Διεύθυνσης Πάφου και τον προϊστάμενο της Σπύρο Κονιώτη, οι οποίοι με πρωτοφανή, προκλητικό και απροκάλυπτο τρόπο, καταπατούν ανθρώπινα δικαιώματα, Σύνταγμα και Θεσμούς. Καταγγέλλουμε την Αστυνομία Πάφου η οποία με ενορχηστρωμένη, πλην όμως άτσαλη προσπάθεια, επιχειρεί να συγκαλύψει το αδίκημα της επίθεσης και εξύβρισης, που δέκτηκε η Διευθύντρια της εφημερίδας μας Πάμελα Σακαδάκη, από άτομο το οποίο δηλώνει «ποντιακής καταγωγής» και περιέργως εργοδοτείται ως ΤΡΟΧΟΝΟΜΟΣ για λογαριασμό του Δήμου Πάφου. Η σπουδή, με την οποία η αστυνομία Πάφου ενήργησε, είναι πρωτοφανής και απαιτούμε από κάθε αρμόδιο πολιτειακό όργανο και από κάθε πολιτικό πρόσωπο με ευαισθησία, να αντιδράσει. Σύμφωνα με την γνωμάτευση του Νομικού μας Συμβούλου τα Αστυνομικά Όργανα ενεργώντας με αυτόν τον τρόπο καταπάτησαν τις διατάξεις του άρθρου 11 του Συντάγματος, τους Δικαστικούς Κανόνες και τις Αστυνομικές Διατάξεις. ΚΑΤΑΓΓΕΛΟΥΜΕ λοιπόν προς την Κυπριακή κοινωνία, προς την πολιτεία και προς τον πολιτικό κόσμο ότι τα αστυνομικά όργανα της Αστυνομικής Διεύθυνσης Πάφου θεωρούν την αστυνομία Πάφου αμπελοχώραφο τους και γράφοντας στα παλαιά τους υποδήματα Σύνταγμα, Νόμο και Θεσμούς ενεργούν κατά το δοκούν και προς ικανοποίηση των προσωπικών τους παθών. Καταπάτησαν τις διατάξεις του άρθρου 11 του Συντάγματος» Συνεχίζεται στην τέταρτη σελίδα το εξής κείμενο: «Πόση αυθαιρεσία, ω Αστυνόμε! ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΝ ΝΑ ΣΥΓΚΑΛΥΨΟΥΝ ΑΔΙΚΗΜΑ ΕΠΙΘΕΣΗΣ ΚΑΙ ΕΞΥΒΡΙΣΗΣ Η εφημερίδα μας καταγγέλλει δημοσίως τα αστυνομικά όργανα της Διεύθυνσης Πάφου και τον προϊστάμενο της Σπύρο Κονιώτη, οι οποίοι με πρωτοφανή, προκλητικό και απροκάλυπτο τρόπο, καταπατούν ανθρώπινα δικαιώματα, Σύνταγμα και Θεσμούς. Καταγγέλλουμε την Αστυνομία Πάφου η οποία με ενορχηστρωμένη, πλην όμως άτσαλη προσπάθεια, επιχειρεί να συγκαλύψει το αδίκημα της επίθεσης και εξύβρισης, που δέκτηκε η Διευθύντρια της εφημερίδας μας Πάμελα Σακαδάκη, από άτομο το οποίο δηλώνει «ποντιακής καταγωγής» και περιέργως εργοδοτείται ως ΤΡΟΧΟΝΟΜΟΣ για λογαριασμό του Δήμου Πάφου. Καταγγέλλουμε επίσης ότι η αστυνομία Πάφου λειτουργώντας στα πλαίσια της λογικής «με ένα σπάρο δύο τρυγόνια», βρήκε την ευκαιρία, με τρόπο ο οποίος συνειρμικά μας οδηγεί στην εποχή του «ζαφτιέ», να «εκτονώσει τα απωθημένα της» εναντίον της εφημερίδας μας. Διότι, η εφημερίδα μας τολμά και ερευνά και δημοσιοποιεί τις ανομίες της Αστυνομίας Πάφου. Η σπουδή, με την οποία η αστυνομία Πάφου ενήργησε, είναι πρωτοφανής και απαιτούμε από κάθε αρμόδιο πολιτειακό όργανο και από κάθε πολιτικό πρόσωπο με ευαισθησία, να αντιδράσει. Τα γεγονότα έχουν ως ακολούθως: Στις 13 Φεβρουαρίου 2003 στις 9.45π.μ. η Διευθύντρια της εφημερίδας μας, Πάμελα Σακαδάκη, δέκτηκε επίθεση από κάποιον Ανέστη Ανεστιάδη, ο οποίος δηλώνει Πόντιος και ο οποίος ως εργοδοτούμενος της GROUP 4, βρέθηκε να εργάζεται ως τροχονόμος για λογαριασμό του Δήμου Πάφου. Το αδίκημα της Πάμελας Σακαδάκη ήταν η αδυναμία της να μετακινήσει από την πλευρά του δρόμου το όχημα της, όπου ευρίσκετο ακινητοποιημένο για 10 λεπτά λόγω μηχανικής βλάβης. Ο εν λόγω Ανεστιάδης λοιπόν επετέθη και κτύπησε βίαια την Πάμελα Σακαδάκη και το ότι η κα Σακαδάκη δεν είναι σοβαρότερα τραυματισμένη οφείλεται στη σωστική παρέμβαση άλλων πολιτών και του ιδιοκτήτη της εφημερίδας μας Δημήτρη Μαραγκού, οι οποίοι βρέθηκαν στον χώρο του επεισοδίου. Εν τω μεταξύ στο χώρο του επεισοδίου κατέφθασε αριθμός αστυνομικών, μετά από τηλεφώνημα της κ. Σακαδάκη. Τελικά η κ. Σακαδάκη μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο Πάφου για νοσηλεία, και ο Ανεστιάδης αναχώρησε από το χώρο του επεισοδίου, ανενόχλητος, οδηγώντας το δίκυκλό του. Η επόμενη σκηνή παίχτηκε στο Νοσοκομείο Πάφου, όπου βρισκόταν η Πάμελα Σακαδάκη. Κατέφθασε λοιπόν ο Ανεστιάδης, όχι όμως επί του δικύκλου, με το οποίο έφυγε από τη σκηνή του επεισοδίου αλλά επί.αναπηρικού οχήματος, διότι κατά τον ισχυρισμό του ο κ. Δημήτρης Μαραγκός καθ ον χρόνο.ο «κύριος τροχονόμος» εκτελούσε τα καθήκοντά του, δηλαδή παρατηρούσε την Πάμελα Σακαδάκη, ο κ. Δημήτρης Μαραγκός του επετέθη και τον κτύπησε. Εντός του χώρου του νοσοκομείου ο Ανεστιάδης σηκώθηκε από το.αναπηρικό καρότσι και περιφερόταν στους διαδρόμους και απειλούσε, χειρονομούσε και εξύβριζε την Πάμελα Σακαδάκη. Όταν αυτή κάλεσε την αστυνομία για να επέμβει οι αστυνομικοί απλά δήλωσαν.αδυναμία να τον συνετίσουν. Η αστυνομία όμως βρήκε ευκαιρία να.συνετίσει την Πάμελα Σκαδάκη και τον ιδιοκτήτη της εφημερίδας μας Δημήτρη Μαραγκό με τον εξής τρόπο: Στη Πάμελα Σακαδάκη απηύθηναν κατηγορία ότι παρεμπόδισε το έργο αστυνομικού οργάνου (δηλαδή τον Ανεστιάδη!!!), τον δε Δημήτρη Μαραγκό του τηλεφώνησαν αστυνομικοί να μεταβεί στην αστυνομία, για κάτι για το οποίο δήθεν τον ήθελαν και αφού τον εξαπάτησαν, τον οδήγησαν στον αστυνομικό σταθμό, όπου του κοινοποίησαν ότι συλλαμβάνεται δυνάμει δικαστικού εντάλματος! Καταπάτησαν τις διατάξεις του άρθρου 11 του Συντάγματος Παρά την παρέμβαση του δικηγόρου μας τα αστυνομικά όργανα έθεσαν υπό κράτηση τον Δημήτρη Μαραγκό μέχρι την επαύριον η ώρα 9.00π.μ. και τον άφησαν ελεύθερον μόνο μετά από παρέμβαση πολιτικών προσώπων. Κατά την κράτηση του Δημήτρη Μαραγκού καμιά κατάθεση δεν του ελήφθη, ούτε έγινε σε αυτόν γνωστός ο λόγος της κράτησης του. Στο μεταξύ στον Ανεστιάδη, ο οποίος επετέθη, απείλησε δημοσίως την κα. Σακαδάκη και μάλιστα παρουσία των αστυνομικών, καμία κατηγορία δεν απηγγέλθη, ούτε και ελήφθη καθόλου υπόψη η καταγγελία της κας. Σακαδάκη. Δημοσιογράφοι, που ήθελαν να μάθουν περισσότερα για το γεγονός, όταν τηλεφωνούσαν στον επί καθήκοντι αστυνομικό για να ενημερωθούν, τους δινόταν η απάντηση ότι ο Δημήτρης Μαραγκός κτύπησε αστυνομικό όργανο. Για την κατάθεση και καταγγελία της κα. Σακκαδάκη δήλωναν άγνοια. Σύμφωνα με την γνωμάτευση του Νομικού μας Συμβούλου τα Αστυνομικά Όργανα ενεργώντας με αυτόν τον τρόπο καταπάτησαν τις διατάξεις του άρθρου 11 του Συντάγματος, τους Δικαστικούς Κανόνες και τις Αστυνομικές Διατάξεις. ΚΑΤΑΓΓΕΛΟΥΜΕ λοιπόν προς την Κυπριακή κοινωνία, προς την πολιτεία και προς τον πολιτικό κόσμο ότι τα αστυνομικά όργανα της Αστυνομικής Διεύθυνσης Πάφου θεωρούν την αστυνομία Πάφου αμπελοχώραφο τους και γράφοντας στα παλαιά τους υποδήματα Σύνταγμα, Νόμο και Θεσμούς ενεργούν κατά το δοκούν και προς ικανοποίηση των προσωπικών τους παθών. Ήδη ο Νομικός μας Σύμβουλος, σύμφωνα με τις οδηγίες μας προώθησε, προς την Γενική Εισαγγελία, καταγγελία εναντίον της Αστυνομικής Διεύθυνσης Πάφου αλλά περαιτέρω την καταγγελία μας θα την προωθήσουμε προς κάθε αρμόδιο βήμα, εντός και εκτός της δικαιοδοσίας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Παρεμπιπτόντως ζητούμε από τον κύριο Δήμαρχο να μας ενημερώσει πως και γιατί ο εν λόγω «παλληκαράς» Ανεστιάδης βρέθηκε να εκτελεί χρέη τροχο-ΝΟΜΟΥ, για λογαριασμό του Δήμου Πάφου.» Καταθέτοντας ο ενάγων, ανέφερε ότι είναι 61 ετών τώρα, είναι συνταξιούχος ενώ την ημερομηνία του επίδικου δημοσιεύματος, υπηρετούσε σαν Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου, θέση την οποία κατείχε μέχρι τις 23.10.
- Είναι κάτοχος πτυχίου νομικής και υπηρέτησε σε διάφορες θέσεις όπως αυτή του Δημόσιου Κατήγορου και του υπεύθυνου Εισαγγελίας Πάφου για τρία χρόνια. Αφού αναφέρθηκε στο επίδικο δημοσίευμα (Τεκμήριο 1), υπέδειξε ότι υπήρξε συνέχεια στα λιβελλογραφήματα, με δημοσίευμα ημερ. 26.2.2006, με το ίδιο περιεχόμενο. Τα δημοσιεύματα, τον χαρακτήριζαν αυταρχικό και αυθαίρετο και ένιωσε προσβεβλημένος τόσο επαγγελματικά όσο και σαν άτομο. Διάφοροι φίλοι και γνωστοί, του τηλεφώνησαν μετά το δημοσίευμα και εξέφρασαν απορία αφενός και συμπάθεια αφετέρου. Αποτελεί ισχυρισμό του ενάγοντα ότι την ημερομηνία του δημιουργηθέντος επεισοδίου 13.2.2003 μεταξύ της εναγομένης 3 και Ανεστιάδη, ο ίδιος απουσίαζε για υπηρεσιακούς λόγους στη Λευκωσία από τις 09:00 το πρωί μέχρι τις 6 το απόγευμα. Δεν είχε καμία γνώση ούτε και ανάμιξη στο επεισόδιο αυτό αλλά ούτε και στην επακολουθήσασα σύλληψη του εναγόμενου
- Έτυχε ενημέρωσης για τα γεγονότα από τον κ. Πενταρά και έδωσε οδηγίες να γίνουν οι αναγκαίες έρευνες με αντικειμενικότητα και αμεροληψία. Εξηγώντας για το αστυνομικό δελτίο για οποίο ο εναγόμενος 2 μέμφεται την αστυνομία για δυσφήμιση του, εξήγησε πως για την αποστολή του, υπεύθυνος είναι ο αξιωματικός υπηρεσίας ή ο ανακριτής. Τέτοια δελτία τύπου, αποστέλλονται στο Αρχηγείο Αστυνομίας και είναι εσωτερικής πληροφόρησης και εμπιστευτικής φύσεως. Προνοεί δε να αποστέλλονται για σοβαρά εγκλήματα ή όπου είναι μεν δευτερεύοντα, αλλά όμως υπάρχει σύλληψη. Γι' αυτό στάληκε δελτίο για την περίπτωση Μαραγκού και όχι για τον Ανεστιάδη. Αρμόδιο για ενημέρωση των Μ.Μ.Ε. είναι το Αρχηγείο, το οποίο αποφεύγει να κατονομάζει τους υπόπτους. Γνωρίζει επίσης και πάλι από πληροφόρηση που είχε το ίδιο βράδι, ότι ο δικηγόρος των εναγομένων είχε κάνει παρέμβαση και ζητούσε να πληροφορηθεί τους λόγους σύλληψης του εναγόμενου
- Και πάλιν από πληροφόρηση που είχε, γνώριζε ότι ο αξιωματικός υπηρεσίας ενημέρωσε και εξήγησε στον κ. Κλεοβούλου τους λόγους σύλληψης του πελάτη του. Ο ίδιος ενημέρωσε και πληροφόρησε τον Γενικό Εισαγγελέα με επιστολή του (Τεκμήριο 2), για όσα θέματα είχε εγείρει και του καταλόγιζε ο κ. Κλεοβούλου στη δική του επιστολή, Τεκμήριο
- Επέμενε ο μάρτυς, ότι δεν γνώριζε και ούτε ποτέ συνάντησε τον κ. Ανεστιάδη. Διαπίστωσε μετά από αλληλογραφία όχι είχε δοθεί συγκατάθεση του Αρχηγού Αστυνομίας για να διορισθεί το συγκεκριμένο άτομο, σαν δημοτικός τροχονόμος. Δήλωσε άγνοια επίσης για τους ισχυρισμούς για αυτοτραυματισμό Ανεστιάδη πλην όμως εξέφρασε την άποψη πως το ενδεχόμενο να αυτοτραυματιστεί κάποιος, δεν αποκλείεται. Ήταν η θέση του πως και για τα ισχυριζόμενα σαν διαδραματισθέντα γεγονότα στο Νοσοκομείο Πάφου μεταξύ Ανεστιάδη και Σακαδάκη, το γνώριζε από ενημέρωση της οποίας έτυχε, αλλά αυτά τα θέματα τα επιλαμβάνεται ο αξιωματικός ο οποίος έχει και την ευθύνη. Προέβαλε τη θέση ότι η αστυνομία ενήργησε με αντικειμενικότητα, ότι δεν συγκάλυψε τον ένα και να κυνηγήσει τον άλλο και αυτό αποδεικνύεται ότι κατηγορήθηκε και ο Ανεστιάδης για το επεισόδιο (Τεκμήρια 5, 6, 7 Α και 7 Β). Η μαρτυρία του ενάγοντα σε ό,τι αφορά τα γεγονότα που εμπίπτουν στη δική του σφαίρα γνώσεως και εμπειρίας, είναι αποδεκτή. Ήταν ένας μάρτυρας αξιόπιστος και ειλικρινής που παρά την μακρά, επίπονη και επίμονη αντεξέταση, δεν ανατράπηκε ούτε έχασε τη ψυχραιμία του, παρά το γεγονός ότι σε αρκετά σημεία η αντεξέταση ήταν πιεστική, αγγίζοντας τα όρια της ειρωνείας. Αποτελεί εισήγηση του κ. Α. Γεωργιάδη, με παραπομπές στο Νόμο, σε νομολογία και αυθεντίες ότι το επίδικο δημοσίευμα πληρεί όλα τα στοιχεία του δυσφημιστικού δημοσιεύματος. Το άρθρο 18 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, προνοεί ότι: «18
(1)Πρόσωπο δημοσιεύει δυσφημιστικό δημοσίευμα αν προκαλεί τέτοια χρήση του εντύπου, γραπτού, ζωγραφιάς, ομοιώματος, χειρονομιών, λόγων ή άλλων ήχων ή άλλων μέσων, με τα οποία μεταδίδεται το δυσφημιστικό δημοσίευμα, είτε με έκθεση, ανάγνωση, απαγγελία, περιγραφή, παράδοση, κοινοποίηση, διανομή, επίδειξη, έκφραση, εκφώνηση ή άλλως πως, ώστε το δυσφημιστικό νόημα αυτού να περιέρχεται ή να ενδέχεται να περιέλθει σε γνώση οποιουδήποτε άλλου προσώπου ή (α) Αυτού που δυσφημείται από αυτό· ή (β) του συζύγου ή της συζύγου αυτού που δημοσίευσε τη δυσφημιστική δήλωση κατά τη διάρκεια του γάμου.
(2)Για τους σκοπούς του άρθρου αυτού, κοινοποίηση με ανοικτή επιστολή ή ταχυδρομικό δελτάριο, ανεξάρτητα αν αποστέλλεται προς αυτόν που δυσφημείται ή προς άλλο, συνιστά δημοσίευση.» Επομένως, ο ενάγων θα πρέπει να αποδείξει ότι: (α) Το δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό. (β) Ότι αναφερόταν σε αυτόν και (γ) ότι δημοσιεύθηκε. (βλ. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.α. ν. Θ. Στυλιανού, Πολ. Έφεση 115/05 ημερ. 11.7.2006) Το επίδικο δημοσίευμα, ήταν τυπωμένο σε περίοπτη θέση της πρώτης σελίδας της εφημερίδας ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ. Η οποία εφημερίδα, σύμφωνα και με τη μαρτυρία των εναγομένων 2 και 3, τυπώνεται στην Πάφο σε μεγάλο αριθμό φύλλων και κυκλοφορεί αφού διανέμεται δωρεάν. Αναφερόταν δε στον Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου ο οποίος τότε ήταν ο ενάγων, αλλά πέραν τούτου, έκανε ονομαστική αναφορά σε αυτόν. Αρκετά δε άτομα, σύμφωνα με τον ενάγοντα τη διάβασαν και επικοινώνησαν μαζί του. Σύμφωνα δε με το άρθρο 18, κάθε κοινοποίηση δυσφημιστικής δήλωσης σε πρόσωπο εκτός του δυσφημούμενου και τη σύζυγο του αποτελεί δημοσίευση. Γι' αυτό κρίνεται ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις (β) και (γ). Σε σχέση με το (α) στοιχείο, καθοδήγηση δίδεται μέσα από τη νομολογία: «Το ερώτημα αν ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό ή όχι, εξαρτάται από τη φυσική ερμηνεία που μπορεί να δοθεί στις λέξεις που έχουν χρησιμοποιηθεί από ορθά σκεπτόμενους ανθρώπους και όχι από τις προθέσεις του προσώπου που φέρεται ως υπεύθυνος για το δημοσίευμα.». Η έννοια της δυσφήμισης δίδεται δια του άρθρου 17 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου και βάσει αυτού, ένα δημοσίευμα θεωρείται δυσφημιστικό όταν αποδίδει σε άλλο πρόσωπο έγκλημα ή ανάρμοστη συμπεριφορά σε δημόσια θέση ή τείνει να βλάψει την υπόληψη άλλου ή που ενδέχεται να τον εκθέσει σε γενικό μίσος, περιφρόνηση ή χλεύη. Το επίδικο δημοσίευμα είναι πέρα από προφανές ότι είναι δυσφημιστικό. Αποδίδει στον ενάγοντα ανάρμοστη συμπεριφορά, εγκλήματα όπως συνέργεια μετά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος, παραμέληση υπηρεσιακού καθήκοντος. Τον χρεώνει για συγκάλυψη και ανοχή ποινικών αδικημάτων που διαπράχθηκαν εις βάρος των εναγομένων 2 και 3. Του καταλογίζει κατάχρηση εξουσίας, αυθαιρεσία, παράβαση συνταγματικών διατάξεων και τον παρουσιάζει να εμφορείται από ευτελή, εκδικητικά κίνητρα έναντι των εναγομένων 2 και 3. Οι εναγόμενοι ήγειραν με την Έκθεση Υπεράσπισης και ανταξίωση τους προδικαστική ένσταση, ισχυριζόμενοι ότι η Έκθεση Απαίτησης δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα και ότι συντάχθηκε κατά παράβαση της δικονομικής πρακτικής που διέπει τη σύνταξη δικογράφων σε αγωγές λιβέλλου. Η ένσταση αυτή, δεν αναπτύχθηκε ούτε προωθήθηκε και έτσι θεωρείται εγκαταληφθείσα. Να σημειωθεί όμως πως: Σύμφωνα με το σύγγραμμα Duncan & Neil Defamation
(1978), ο ενάγων οφείλει να δίδει λεπτομέρειες του δημοσιεύματος και των δυσφημιστικών λέξεων. Ο λόγος για την υποχρέωση αυτή, εξηγείται από το γεγονός ότι «σε αγωγή λιβέλλου οι λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν αποτελούν τα ουσιώδη γεγονότα και πρέπει επομένως να περιληφθούν στην έκθεση απαιτήσεως. British v. Boxer Removals
(1996)2 All E.R. 707». Βλ. Αλήθεια Εκδ. Εταιρεία Λτδ ν. Λεωνίδα
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 550,
- Αυτή την υποχρέωση έχει εκπληρώσει ο ενάγων, επισυνάπτοντας σαν μέρος της Έκθεσης Απαίτησης ολόκληρο το κείμενο του δημοσιεύματος. Προχωρώντας στην Υπεράσπιση τους, οι εναγόμενοι αρνούνται τη δημοσίευση του επίδικου δημοσιεύματος. Άρνηση στην οποία δεν επέμεναν αλλά αντίθετα, κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας απεδέχθησαν τη δημοσίευση και ήγειραν τις υπερασπίσεις οι οποίες προβάλλονται στο δικόγραφο τους. Ήτοι: Ότι το δημοσίευμα είναι απόλυτο και/ή υπό επιφύλαξη προνομιούχο. Ότι το περιεχόμενο του, στην έκταση που αναφέρεται σε γεγονότα είναι αληθές και στην έκταση που αναφέρεται σε σχόλια, αυτά ήσαν καλόπιστα. Ότι έγινε καλόπιστα για τον αποκλειστικό σκοπό της προστασίας των συμφερόντων και δικαιωμάτων τους. Όπως φαίνεται και από τον τίτλο της αγωγής, οι εναγόμενοι προέβησαν σε ανταγωγή, καθιστώντας εναγόμενους τον ενάγοντα και άλλα τέσσερα άτομα. Τον Ανεστιάδη, Σάββα Χριστοδούλου ο οποίος όπως ισχυρίζονται ήταν αξιωματικός υπηρεσίας και συνέλαβε τον εναγόμενο 2 Δ. Μαραγκό, τον άφησε υπό κράτηση χωρίς να του πάρει κατάθεση και απέστειλε στα Μ.Μ.Ε δελτίο με το οποίο δυσφημείτο ο ανωτέρω εναγόμενος
- Για όλες τις πράξεις, παραλείψεις, ενέργειες και συλλήψεις, θεωρείται υπεύθυνος ο ενάγων αφού ήτο ο Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου. Καταλογίζεται σε αυτόν, συνέργεια και συνωμοσία για την επίθεση που εδέχθη η εναγόμενη 3 αλλά και την παράνομη, όπως χαρακτηρίζεται, σύλληψη και κράτηση του εναγόμενου
- Αιτούνται δε αποζημιώσεις για τραυματισμό, απώλειες και ζημιές, όπως επίσης αποζημιώσεις για δυσφήμιση και παράνομη κατακράτηση. ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΕΙΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ Το άρθρο 19, καθορίζει τις υπερασπίσεις που ένας εναγόμενος μπορεί να προβάλει σε αγωγή για δυσφήμιση και που είναι: (α) ότι το δημοσίευμα για το οποίο έγινε η αγωγή ήταν αληθές, (β) ότι το δημοσίευμα για το οποίο έγινε η αγωγή ήταν έντιμο σχόλια για θέμα δημοσίου συμφέροντος, (γ) ότι η δημοσίευση ήταν προνομιούχα και, (δ) ότι η δυσφήμιση έγινε χωρίς πρόθεση. Έχουν ανωτέρω καταγραφεί οι υπερασπίσεις που οι εναγόμενοι επικαλούνται και προβάλλουν με το δικόγραφο τους. Επιχειρηματολογώντας ο κ. Κλεοβούλου υπέδειξε ότι οι εναγόμενοι επικαλούνται το γεγονός ότι το δημοσίευμα ήτο απολύτως προνομιούχο αφού επανέλαβε το περιεχόμενο της επιστολής του δικηγόρου των, η οποία επίσης έχαιρε του προνομίου (άρθρο 20, Κεφ. 148). Περαιτέρω οι εναγόμενοι επικαλούνται την υπεράσπιση του υπό επιφύλαξη προνομιούχου δημοσιεύματος (άρθρο 21). Επικαλούνται επίσης, το αληθές του δημοσιεύματος και το έντιμο σχόλιο, υπερασπίσεις οι οποίες θωρακίζονται στο άρθρο 19 του Νόμου. Αποδέχεται ότι το βάρος απόδειξης της υπεράσπισης εναποτίθεται στους εναγομένους και παρέπεμψε για το συγκεκριμένο θέμα, σε αποφάσεις και νομολογία. Σε ανάλογο σχολιασμό της νομοθεσίας και νομολογίας, προέβηκε και ο κ. Α. Γεωργιάδης για να υποδείξει ότι οι προβαλλόμενες από τους εναγόμενους υπερασπίσεις, δεν μπορούν να επιτύχουν αλλά αντίθετα, προέκυψε μέσα από τη μαρτυρία, το ψευδές και κακόπιστο των ενεργειών των εναγομένων. Ανασκόπηση των νομικών δεδομένων της προτεινόμενης υπεράσπισης της αλήθειας, δεικνύει ότι όσον αφορά το αληθές των κειμένων (justification), εναπόκειται στον εναγόμενο να το αποδείξει έχοντας προς τούτο και το ανάλογο αποδεικτικό βάρος και όχι για τον ενάγοντα να αποδείξει το ψεύδος του (βλ. Beeris v. Dawson
(1957)1 Q.B.D. 195). Είναι αρκετό να αποδεικνύεται η ουσιαστική αλήθεια της δήλωσης και επουσιώδεις ανακρίβειες δεν συνεπάγονται αποτυχία της υπεράσπισης. Όπου ο εναγόμενος εγείρει αυτή την υπεράσπιση, πρέπει να αποδεικνύει την αλήθεια των λέξεων που αναφέρονται στην Έκθεση Απαιτήσεως, δεν δικαιούται να παραθέτει τη δική του εκδοχή των λεχθέντων και μετά να ισχυρίζεται ότι αυτά τα λεχθέντα είναι αληθή (Νικολαίδης ν. Δημητριάδης
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ 1683, Αστικά Αδικήματα κ.κ. Αρτέμη και Ερωτοκρίτου). Η υπεράσπιση της αλήθειας είναι επικίνδυνη και πρέπει να γίνεται προσεκτικά και κατόπιν σκέψης (Salmond on the Law of Torts, 16η έκδοση σελ. 160) διότι η ανεπιτυχής προσπάθεια θεμελίωσης της αλήθειας, μπορεί να εκληφθεί σαν επιβαρυντική της αρχικής ζημιογόνας πράξης της δημοσίευσης και η απόρριψη της μπορεί να καταλήξει σε πληρωμή ουσιαστικών και ψηλών αποζημιώσεων λόγω της επιμονής του εναγόμενου να ισχυρίζεται την αλήθεια της δυσφημιστικής δήλωσης. Η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου από την άλλη, περιορίζεται σε έντιμο σχόλιο για θέμα δημοσίου συμφέροντος. Η δήλωση του εναγομένου πρέπει να συνίσταται σε γνώμη ή σχόλιο και όχι σε δήλωση γεγονότος (βλ. Δημοσιογραφική Χ.Λ.Σ. Λτδ ν. Φιλίππου
(1988)1 Α.Α.Δ. 958). Για να αποφασίζεται τούτο, η δημοσίευση πρέπει να εξετάζεται σε συνάρτηση με το υπόλοιπο κείμενο και όταν το σχόλιο βασίζεται σε γεγονότα που περιέχονται στη δήλωση, για να επιτύχει ο εναγόμενος πρέπει να αποδείξει ότι τα γεγονότα είναι αληθή (βλ. Clafsi Ltd v. Loizia
(1984)1 C.L.R. 729). Το σχόλιο πρέπει να είναι έντιμο, το οποίο σημαίνει ότι τούτο πρέπει να είναι η έκφραση της έντιμης και ειλικρινούς γνώμης του εναγόμενου, έστω και αν μεταδίδει το νόημα πως η διαγωγή του ενάγοντα ήταν ανέντιμη, ανειλικρινής ή υποκριτική (βλ. Slim and others v. Daily Telegraph Ltd and another
(1968)1 All E.R. 497). Όπου όμως ο ενάγων αποδεικνύει ότι το δημοσίευμα από τον εναγόμενο έγινε κακόπιστα με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 21
(2), η υπεράσπιση έντιμου σχολίου, αποτυγχάνει. Μεταξύ άλλων, ένα δημοσίευμα θεωρείται ότι έγινε με κακή πίστη όπου αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος ενήργησε με σκοπό να βλάψει τον ενάγοντα σε βαθμό σχετικά μεγαλύτερο, με τρόπο σχετικά διαφορετικό του εύλογα αναγκαίου, το δε βάρος απόδειξης κακής πίστης φέρει ο ενάγων (βλ. Ηλίας Ονουφρίου κ.α. ν. Εταιρείας Κ.Κ. ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΚΟΥΡΣΕΣ ΛΤΔ Πολ. Έφεση 12110/27.7.2006). Για να αποφασιστεί η επιτυχία ή όχι των προτεινόμενων αυτών υπερασπίσεων, είναι η ώρα να καταγραφεί η εκδοχή και αξιολογηθεί η μαρτυρία των εμπλεκομένων μερών, έχοντας πάντοτε κατά νου ότι η υπόθεση σαν πολιτική τοιαύτη, κρίνεται επί του ζυγού των πιθανοτήτων και ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 Α.Α.Δ. 207) και ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους μαρτυρίας ενός μάρτυρα, δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρη Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Όπως ελέχθη, έναυσμα και αφορμή για το δημοσίευμα έδωσε το επεισόδιο της Αποστόλου Παύλου την 13.2.2003 μεταξύ της εναγομένης 3 και του τροχονόμου του Δήμου Πάφου, Ανέστη Ανεστιάδη. Μπορεί το επεισόδιο και το αληθές του τρόπου διάπραξης και συμμετοχής των εμπλεκομένων, να μην παραπέμπει και ούτε είναι ικανό να αποδώσει στον ενάγοντα, ευθύνη για τη διάπραξη του. Όμως, επειδή προτείνεται συνέργεια του ενάγοντα, αδιαφορία και ευθύνη τόσο για το επεισόδιο όσον και τα επακολουθήσαντα γεγονότα και ενέργειες, θα καταγραφούν και αποφασισθούν μαζί. Η εναγόμενη 3 Πάμελα Σακαδάκη (Μ.Υ.8) περιέγραψε το επεισόδιο ως εξής: Ήταν ώρα 09:50 το πρωί και πήγαινε στη δουλειά της, όταν το αυτοκίνητο της σταμάτησε έξω από τη Λαϊκή Τράπεζα της οδού Αποστόλου Παύλου. Προσπάθησε να το ξεκινήσει αλλά δεν τα κατάφερε. Άναψε τα φώτα κινδύνου και τηλεφώνησε στο Δ. Μαραγκό, να τον ενημερώσει ότι θα αργούσε και να του ζητήσει να ειδοποιήσει πλατφόρμα, να μεταφέρει το αυτοκίνητο. Ενώ ανέμενε εντός του αυτοκινήτου της, οδική βοήθεια, άκουσα κτύπημα στο πίσω παράθυρο, κοίταξε από τον καθρέφτη και είδε τροχονόμο του Δήμου Πάφου - που όπως διαπιστώθηκε είναι ο Ανεστιάδης - να της φωνάζει να μετακινήσει το όχημα. Του εξήγησε ότι είχε βλάβη, εκείνος συνέχισε να φωνάζει και τότε άνοιξε το παράθυρο για να τον ενημερώσει για το πρόβλημα. Τότε ήρθε προς το μέρος της, φωνάζοντας «ηλίθιες γυναίκες, δεν ξέρετε να οδηγάτε», έβαλε το χέρι του μέσα από το παράθυρο, έσπρωξε τα πόδια της πίσω να μην πατάνε τα πετάλια και προσπάθησε να ξεκινήσει το αμάξι. Το αμάξι όντως ξεκίνησε, αλλά αμέσως έσβησε. Τότε πήγε προς το μοτοποδήλατο του και πήρε τα εξώδικα, λέγοντας ότι θα κάνει τη δουλειά του. Η εναγόμενη 3 βγήκε από το όχημα, παίρνοντας μαζί της τη φωτογραφική μηχανή. Όταν την είδε με τη μηχανή, την άρπαξε από τα μαλλιά και την κτυπούσε στα χέρια για να της πάρει τη μηχανή. Της πίεζε τα πόδια και την κτυπούσε στο θώρακα, φωνάζοντας ότι θα τη σκοτώσει και θα φορέσουν μαύρα οι δικοί της. Στη σκηνή κατέφθασε ο Μαραγκός, εναγόμενος 2, και έτσι ξέφυγε από τα χέρια του και ειδοποίησε την αστυνομία. Έφθασαν στη σκηνή σε λίγα λεπτά δύο αστυνομικοί και μετά και άλλοι. Κατέφθασαν επίσης και κανάλια, τα οποία κατέγραφαν τα γεγονότα. Οι αστυνομικοί είπαν στον Ανεστιάδη να φύγει και στην ίδια να πάει στον αστυνομικό σταθμό να δώσει κατάθεση. Περίμενε να έρθει ρυμουλκό και μόλις το αυτοκίνητο της ρυμουλκήθηκε, επειδή ένιωθε έντονη ζαλάδα, κάποιο συγγενικό της πρόσωπο την μετέφερε στο νοσοκομείο Πάφου. Την εξέτασαν στις Α' Βοήθειες και την απέλυσαν, με τη σύσταση εάν γίνει πιο έντονη η ζάλη και κάνει εμετό, να ξαναπάει. Φεύγοντας από το νοσοκομείο, πέρασε από το τμήμα Μικροπαραβάσεων της αστυνομίας και έδωσε κατάθεση. Ήδη τη φωτογραφική μηχανή την οποία έσπασε ο Ανεστιάδης, την κράτησαν τεκμήριο. Ζήτησε να μάθει τι απέγινε ο Ανεστιάδης και της είπαν από την αστυνομία ότι έκοψε τη γλώσσα του και έτρεχε αίμα και ζητούσε παραπεμπτικό για το νοσοκομείο. Της ζήτησαν επίσης και τους έδωσε τον αριθμό του κινητού τηλεφώνου του Μαραγκού, για να τον πάρουν αργότερα. Επειδή οι ζαλάδες συνεχίζονταν και έκανε και εμετό, μεταφέρθηκε πίσω στο νοσοκομείο στις Α' Βοήθειες. Ενώ ανέμενε στο χώρο εκείνο, είδε τον Ανεστιάδη ο οποίος περιφερόταν στους διαδρόμους και όταν την είδε, την έβρισε. Την εισήγαγαν στο χειρουργικό τμήμα για παρακολούθηση. Η ώρα 8:30 το βράδι, παρακολούθησε το δελτίο ειδήσεων, το οποίο αναφερόταν στο πρωινό επεισόδιο, κάνοντας σχετικό ρεπορτάζ. Τότε, εισήλθε στο δωμάτιο της ο Ανεστιάδης, φωνάζοντας ότι θα τη σκοτώσει, έγινε αναστάτωση, κάλεσε την αστυνομία η οποία όταν ήρθε, διευθέτησε και τη μετέφεραν σε άλλο όροφο. Εν τω μεταξύ, έμαθε ότι συνέλαβαν τον Μαραγκό. Ρώτησε τους αστυνομικούς που ήλθαν στο νοσοκομείο, δεν ήξεραν τον λόγο και ειδοποίησε το δικηγόρο της, κ. Κλεοβούλου. Την επομένη το πρωί, πήρε εξιτήριο από το νοσοκομείο. Το μεσημέρι την κάλεσαν από την αστυνομία να πάει να δώσει κατάθεση αλλιώς θα την συνελάμβαναν. Μετέβη στο σταθμό, έδωσε κατάθεση και της παρέδωσαν τη φωτογραφική μηχανή. Σε ερώτηση της γιατί της παραδίδεται η μηχανή αφού αποτελεί τεκμήριο, της απάντησαν, δείχνοντας πάνω, «ανωτέρω διαταγές». Αντελήφθηκε ότι εννοούσαν τον κ. Κονιώτη, ο οποίος ήταν ανώτερος τους. Κατηγορήθηκε για το επεισόδιο και όταν ρώτησε αν θα κατηγορηθεί ο Ανεστιάδης, δεν ήξεραν να της απαντήσουν. Ήδη από το πρωί, έχει πάρει τηλέφωνο τους βουλευτές της Πάφου, κ.κ. Χ'Γεωργίου και Πιττοκοπίτη, ζητώντας να μάθουν για την κράτηση του Μαραγκού. Στις 19.2.2003 προέβη στη δημοσίευση του επίδικου δημοσιεύματος. Αντελήφθηκε ότι ο κ. Κονιώτης ήταν ο αίτιος για τη σύλληψη του Μαραγκού, για τις δικές της κατηγορίες και για τη μη προσαγωγή του Ανεστιάδη στο Δικαστήριο. Το δημοσίευμα, σκοπό είχε, να μάθει ο κόσμος τι συνέβαινε και να προσέχει. Ισχυρίστηκε ότι ο κ. Κονιώτης είχε φήμη εγωκεντρικού χαρακτήρα και ότι πατούσε επί πτωμάτων. Είχε κάκιστη φήμη τόσο στην αστυνομία όσο και στον κόσμο της Πάφου. Συγκεκριμένα, είχε ιδιαίτερη έχθρα για το κανάλι και την εφημερίδα τους, διότι έκαναν κάποτε ένα ρεπορτάζ, στο οποίο αναφέρθηκαν σχολιάζοντας το γεγονός ότι περιπολικό της τροχαίας έμεινε από βενζίνη και ο κ. Κονιώτης το πήρε πολύ προσωπικά. Τους κατεδίωκε και τους έγραφαν συνεχώς, δίδοντας τους εξώδικα. Ο Δ. Μαραγκός (Μ.Υ.3), κατέθεσε πως έλαβε τηλεφώνημα από την Πάμελα Σακαδάκη, η ώρα 10 περίπου, αναφέροντας του ότι χάλασε το αυτοκίνητο της. Φθάνοντας στο σημείο που βρισκόταν η Πάμελα, είδε κάποιο τροχονόμο να κάνει χειρονομίες στην κοπέλα, να κρατά μπλοκ του Δήμου Πάφου, να την πιάνει από τον ώμο, την έπιασε από το λαιμό και επίσης, της έσπασε τη φωτογραφική. Προσπάθησε να μπει στη μέση, αλλά ο τροχονόμος τον έπιασε από το λαιμό και το υποκάμισο και έσπρωξε την Πάμελα κάτω. Τρίτα άτομα επενέβησαν και τους χώρισαν. Η αστυνομία φθάνοντας στο χώρο, άφησε τον τροχονόμο να φύγει. Ρώτησε έναν αστυνομικό αν χρειάζεται να δώσει κατάθεση και του απάντησε αρνητικά. Έφυγε, πήγε στο κατάστημα του, και το βράδι η ώρα 08:00, τον συνέλαβαν. Δεν του εξήγησαν το λόγο, δεν τον άφησαν να μιλήσει με το δικηγόρο του και τον έκλεισαν στο κελί. Στο κελί, επικρατούσε μία πανάθλια κατάσταση. Ήταν λερωμένα, υπήρχε δυσοσμία, η τουαλέτα ήταν σε άσχημη κατάσταση και η κουβέρτα που του έδωσαν ήταν λερωμένη και καμένη σε αρκετά σημεία με αποτσίγαρα. Κανείς δεν του έδωσε σημασία, αλλά ούτε και του πήραν κατάθεση. Τελικά, την επομένη το πρωί τον άφησαν ελεύθερο. Κατηγορήθηκε για το επεισόδιο και πέραν αυτού, δημοσιεύθηκε στον Τύπο το Τεκμήριο 12, το οποίο τον παρουσιάζει ότι επετέθηκε στον Ανεστιάδη. Αυτό το δελτίο τον δυσφήμησε και τον έθιξε σαν επιχειρηματία. Πιστεύει ότι βρέθηκε στο κελί από εκδικητική διάθεση του αστυνομικού διευθυντή, κ. Κονιώτη, για το λόγο που και η εναγόμενη 3 ανέφερε, δηλαδή τη δημοσίευση για το συμβάν με το περιπολικό της τροχαίας. Ο κ. Κονιώτης είχε μία μακρά εκδικητική τάση προς αυτούς και έπρεπε όλοι να υποτάσσονται σ' αυτόν, δημοσιογράφοι - κινηματογραφιστές. Έστελλε συνεχώς τροχονόμους έξω από το σταθμό ΠΑΦΟΣ TV και έγραφε τα αυτοκίνητα. Αποκορύφωμα της άσχημης συμπεριφοράς του κ. Κονιώτη, ήταν η σκηνοθετημένη σύλληψη του. Προσφέροντας τη δική του εκδοχή για το συμβάν, ο Ανεστιάδης ανέφερε πως είδε το αυτοκίνητο το οποίο οδηγούσε η Σακαδάκη, να παρκάρει σε διπλή κίτρινη γραμμή. Όταν της είπε να το μετακινήσει, του απάντησε ότι είχε βλάβη και δεν μπορεί να ξεκινήσει. Επειδή όμως ο ίδιος άκουσε τη μηχανή του να εργάζεται την ώρα που ερχόταν από πίσω, της το είπε, τονίζοντας της ότι αν δεν το μετακινήσει θα την καταγγείλει. Η κυρία, άρχισε να τον βρίζει και απειλεί, ότι αν την γράψει θα χάσει τη δουλειά του. Ο ίδιος όμως κατέβηκε από τη μοτοσικλέτα του, πήρε το μπλοκ εξωδίκων και ετοιμάστηκε να τη γράψει. Εκείνη την ώρα, βρέθηκε δίπλα του κάποιος άνδρας (εναγόμενος 2), ο οποίος επίσης τον απέτρεψε από του να καταγγείλει την Σακαδάκη. Ενώ έσκυψε να γράψει το εξώδικο, δέχθηκε γροθιά στο πρόσωπο στα αριστερά. Ζαλίστηκε και έπεσε στο έδαφος. Όταν σηκώθηκε, δέχθηκε άλλες 2 - 3 γροθιές στο στομάχι. Τον απώθησε με τα χέρια και απομακρύνθηκε 2 - 3μ. αλλά πάλι τον πλησίασε και πάλι τον απώθησε. Μετά, επενέβησαν τρίτα άτομα και τους τράβηξαν, έφθασε η αστυνομία στο χώρο, έφυγε, πήγε στον Δήμο Πάφου και τους ενημέρωσε και μετά στο νοσοκομείο, όπου κρατήθηκε για νοσηλεία. Οι σωματικές βλάβες είναι όπως περιγράφονται στο Τεκμήριο
- Επέμενε ότι ήταν αρκετά κτυπημένος και αιμορραγούσε. Αρνήθηκε ότι είχε οποιαδήποτε συνάντηση με την εναγόμενη 3 στο νοσοκομείο και αρνήθηκε όσα του καταλόγισαν για επίθεση και εξύβριση. Αντίθετα, ισχυρίστηκε ότι εκείνος δέχθηκε ύβρεις από την κα Σακαδάκη. Σαν αυτόπτης μάρτυς του επεισοδίου, εκλήθη από την κα Κόκκινου ο κ. Δολόρος, το όνομα του οποίου είχε επικαλεσθεί και δώσει στην αστυνομία και συγκεκριμένα στον κ. Πενταρά η κα Σακαδάκη, σαν άτομο η μαρτυρία του οποίου ενίσχυε την εκδοχή της. Ο ρηθείς μάρτυς, κληθείς από τον κ. Πενταρά να επιβεβαιώσει τους ισχυρισμούς της κας Σακαδάκη ότι εδέχθη επίθεση από τον Ανεστιάδη, τη διέψευσε, προβάλλοντας τη θέση ότι, αντίθετα, η κα Σακαδάκη ήταν αυτή που εξύβρισε τον Ανεστιάδη και ότι ο τελευταίος δέχθηκε γροθιά από τον κ. Μαραγκό. Αυτά τα γεγονότα, κατέθεσε και ενώπιον του Δικαστηρίου με την προφορική του μαρτυρία. Προσπάθησε να δικαιολογήσει το γεγονός πως ενώ τότε δεν ήθελε να δώσει κατάθεση για να μην αναμιχθεί, όμως τώρα ήλθε στο Δικαστήριο να καταθέσει, εξηγώντας ότι τώρα έλαβε κλήση να παρουσιασθεί στο Δικαστήριο. Τόσο τον μάρτυρα αυτό όσο και τον κ. Ν. Πενταρά, ο κ. Κλεοβούλου χαρακτήρισε αναξιόπιστους και τη μαρτυρία τους υποβολιμαία από τον κ. Κονιώτη, για εξυπηρέτηση των συμφερόντων του. Χαρακτήρισε αφύσικη τη στάση του Δολόρου, από τη μία να αρνείται να προσέλθει στον αστυνομικό σταθμό για κατάθεση και από την άλλη να καταλαμβάνεται από «οίστρο φιλαλήθειας» και να προσέρχεται στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα (κ. Δολόρου), δεν διακρίνετο ούτε χαρακτηρίζετο από σαφήνεια και καθαρότητα στην άρθρωση του λόγου και σκέψης του. Εμφανίστηκε σε αρκετά θέματα και σημεία συγχυσμένος, διέκοπτε ανυπόμονα το συνήγορο υπεράσπισης κατά την αντεξέταση του και αγνόησε παρατηρήσεις του Δικαστηρίου για να απαντά επί των τιθέμενων ερωτήσεων. Παρουσιάσθηκε να μιλά απόλυτα σίγουρος για κάποια γεγονότα, τα οποία όμως αργότερα τα ανασκεύαζε, αποκαλύπτοντας ότι προέρχονταν από συμπεράσματα δικά του και όχι αντίληψη πεπραγμένων όπως π.χ. ότι ο Ανεστιάδης έκανε πάντοτε τη δουλειά του τίμια και σωστά ή ότι το αυτοκίνητο της κας Σακαδάκη δεν είχε καμία βλάβη και αμέσως μετά το συμβάν, ξεκίνησε και έφυγε. Διεφάνη στη συνέχεια της αντεξέτασης, ότι δεν θυμόταν αν είδε ρυμουλκό να το μεταφέρει, ότι υπολόγισε ότι έφυγε κανονικά διότι δεν το είδε στο ίδιο σημείο, για να παρουσιάσει κατά την επανεξέταση του μία εικόνα ατόμου που δεν θυμόταν αν το αυτοκίνητο ήταν εντάξει, δεν ήταν σίγουρος αν το είδε να φεύγει, χρησιμοποιώντας τις φράσεις «αν δε με απατά η μνήμη μου», «αν δεν λανθάνομαι», «νομίζω». Όμως: παρά τη σύγχυση αυτή, η μαρτυρία του δεν είναι πλήρως αναξιόπιστη ή ανειλικρινής. Την εκδοχή ότι ο κ. Ανεστιάδης κτυπήθηκε από τον Μαραγκό και ότι άκουσε την κα Σακαδάκη να εξυβρίζει, την έδωσε αμέσως στον κ. Ν. Πενταρά. Τη μαρτυρία του τελευταίου, αποδέχομαι σαν ειλικρινή και αξιόπιστη και ουδόλως διέκρινα στη μαρτυρία του, την κακοπιστία που του αποδίδει ο κ. Κλεοβούλου. Εξάλλου, ο κ. Πενταράς δεν αμφισβητήθηκε στα όσα κατέθεσε στο Δικαστήριο σαν αναφερθέντα σε αυτόν από τον Δολόρο. Η αμφισβήτηση έγκειτο στην εκτίμηση του μάρτυρα ότι η κα Σακαδάκη πληροφορήθηκε ατάραχη, χωρίς να αντιδράσει, όσα της μετέφερε ο κ. Πενταράς, σαν λεχθέντα από τον κ. Δολόρο. Επομένως, ο κ. Δολόρος είδε μέρος του επεισοδίου και είδε τη συμπλοκή μεταξύ Ανεστιάδη και Μαραγκού. Εξάλλου, ότι συνεπλάκησαν αυτά τα δύο πρόσωπα το ομολόγησε και αποδέχθηκε και ο ίδιος ο κ. Μαραγκός. Κρίνεται όμως πως οι περιγραφές του για τροχονόμο που ήταν ήρεμος και ατάραχος και ότι απλά ανταπέδωσε κτύπημα όταν δέχθηκε γροθιά στο πρόσωπο από τον κ. Μαραγκό ή ότι ο τελευταίος γροθοκοπούσε τον Ανεστιάδη, είναι υπερβολικές. Δεν μπορεί επίσης να γίνει αποδεκτή η θέση, ότι η κα Σακαδάκη ύβριζε τον Ανεστιάδη, αφού καμία λέξη ή φράση υβριστικού περιεχομένου αναφέρθηκε στο Δικαστήριο ή αναφέρθηκε οποιαδήποτε λέξη, το νόημα της οποίας να μπορεί να κρίνει το Δικαστήριο. Περαιτέρω ο κ. Δολόρος, φθάνοντας στο χώρο του επεισοδίου, ενώ αυτό βρισκόταν σε εξέλιξη, δεν μπορούσε να γνωρίζει «ποιος ήρξατο χειρών αδίκων» αφού όπως είπε στην αρχή, δεν έδωσε σημασία μέχρι που είδε τον Μαραγκό να γροθοκοπά τον Ανεστιάδη. Όμως, ενώ το καταθέτει αυτό, στη συνέχεια δηλώσει πως αλληλοκτυπιούνταν και δεν μπορούσαν να τους χωρίσουν. Εικόνα αναξιόπιστου μάρτυρα άφησε στο Δικαστήριο ο κ. Ανεστιάδης. Η υπερβολή που χαρακτήριζε τη μαρτυρία του ήταν εμφανής, ιδίως κατά την περιγραφή των τραυμάτων του. Παρουσιάζει τον εαυτό του να είναι αιματωμένος με σκισμένο υποκάμισο, λερωμένο με αίματα και τα κουμπιά να έχουν αφαιρεθεί. Όμως τέτοια εικόνα δεν περιέγραψε ο Δολόρος. Ούτε ο ίδιος περιγράφει τέτοια κατάσταση στην κατάθεση που έδωσε προς την αστυνομία, Τεκμήριο
- Επίσης το ιατρικό πιστοποιητικό (Τεκμήριο 19) στο οποίο καταγράφονται τα τραύματα αλλά και τα υποκειμενικά ευρήματα, δεν καταγράφει αιμόπτυση ή έστω, παράπονο για αιμόπτυση. Αφού όπως ανέφερε, έτρεχε από το στόμα και το στήθος πολύ αίμα και λόγω αιμόπτυσης, φοβήθηκαν και τον ανέβασαν στο χειρουργικό. Εξάλλου, απορία προκαλεί το γεγονός πως με τέτοια άσχημη, όπως την περιγράφει, κατάσταση αιμορραγίας, αντί πάραυτα να προσφύγει για ιατρική βοήθεια, επισκέφθηκε πρώτο το Δήμο Πάφου, μετά τον αστυνομικό σταθμό, ενημέρωσε και την Group 4 και μετά μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο Πάφου, η ώρα 13:15 δηλαδή τρεις ώρες περίπου, μετά το συμβάν. Περαιτέρω, όπως ορθά υποδεκνύει ο κ. Κλεοβούλου, το συμβάν έλαβε χώρα χειμώνα (ήταν Φεβρουάριος) ο Ανεστιάδης φορούσε πάνω από το υποκάμισο, μπουφάν και γιλέκο φωσφορίζον, γεγονός που και ο ίδιος αποδέκτηκε. Δέχθηκε επίσης ότι στη φωτογραφία του Τεκμηρίου 1, η οποία ελήφθη μετά το επεισόδιο, παρουσιάζεται να φορά υποκάμισο, γραβάτα, μπουφάν και γιλέκο. Και βέβαια, καμία απεικόνιση της περιγραφείσας άσχημης κατάστασης, παρουσιάζεται. Πέραν αυτού, ενώ στην κυρίως εξέταση του δηλώνει ότι ούτε καν άγγιξε τη φωτογραφική μηχανή της κας Σακαδάκη, στην κατάθεση του Τεκμήριο 21, δηλώνει πως προσπάθησε να πάρει τη φωτογραφική μηχανή από τα χέρια της αλλά δεν τα κατάφερε. Είναι επομένως κατάδηλο, ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί εύλογα να βασισθεί σε τέτοιας ποιότητας μαρτυρία. Δυστυχώς όμως, ούτε οι εναγόμενοι 2 και 3 και εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντες, πρόσφεραν τα πραγματικά γεγονότα στο Δικαστήριο. Η έκδηλη εμπάθεια τους προς τον ενάγοντα Σπύρο Κονιώτη, ήταν τέτοια ώστε τα διαδραματισθέντα στην Αποστόλου Παύλου γεγονότα, να προσφερθούν με αρκετή δόση υπερβολής, μεγαλοποίησης και παραποίησης. Διέκρινα στη μαρτυρία τόσο του κ. Μαραγκού όσο και αυτή της κας Σακαδάκη, μία γνώμη υπεροχής για τον εαυτό τους έναντι των λοιπών πολιτών και πολύ περισσότερο του κ. Ανεστιάδη. Η φράση του κ. Μαραγκού «σε μένα βρήκε να συμπεριφερθεί έτσι, έχω όνομα, δημιούργησα ιστορία» και η φράση της κας Σακαδάκη, με την οποία εξέφραζε τη γνώμη, πως αν σε εκείνη συμπεριφέρθηκε με αυτό τον τρόπο ο τροχονόμος, τότε πως θα συμπεριφερόταν στους απλούς πολίτες, αναδεικνύει την εντύπωση που είχαν ότι ο τροχονόμος δεν έπρεπε να τους καταγγείλει. Περαιτέρω, ο κ. Μαραγκός, δεν ήταν από τους πλέον σαφείς και νηφάλιους μάρτυρες. Σε αρκετές περιπτώσεις, απαιτείτο να υποβληθεί εκ δευτέρου η ερώτηση για να απαντήσει και σε άλλες φάνηκε ότι παρανοούσε τις ερωτήσεις. Κατά την περιγραφή του επεισοδίου, παρουσίασε τον Ανεστιάδη να κρατά με το ένα χέρι εκείνον και με το άλλο την κα Σακαδάκη, να προσπαθεί να γράψει την καταγγελία, να σπρώχνει την κα Σακαδάκη και να σπάζει τη φωτογραφική. Δεν μπόρεσε δηλαδή να δώσει μία ξεκάθαρη περιγραφή των γεγονότων. Ενώ προσπαθούσε να παρουσιάσει τον εαυτό του, την εφημερίδα ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ και το κανάλι ΠΑΦΟΣ ΤV, του οποίου ήταν διευθυντής, σαν κινούμενοι στα νόμιμα και έννομα πλαίσια λειτουργίας, όμως δέχθηκε ότι σε δύο περιπτώσεις το κανάλι καταδικάσθηκε από την Αρχή Ραδιοτηλεόρασης σε πρόστιμο, λόγω ρεπορτάζ που έκαναν εναντίον του κ. Κονιώτη. Ενώ ήθελε να παρουσιάσει τον κ.Κονιώτη ότι καταδιώκει τους δημοσιογράφους τόσον τους εργοδοτούμενους στο κανάλι όσο και στην εφημερίδα και ότι κατάγγελλε συνεχώς τα αυτοκίνητα τους, διεφάνη από το Τεκμήριο 18, το οποίο είναι επιστολή του Γενικού Εισαγγελέα, απαντητική επιστολής του τηλεοπτικού σταθμού ΠΑΦΟΣ TV ότι, επρόκειτο για καταγγελίες τις οποίες διετύπωσαν αστυνομικοί του Τμήματος Τροχαίας για παράνομη στάθμευση των αυτοκινήτων του Σταθμού σε πολυσύχναστη συμβολή δρόμων, στην οποία είχαν γίνει δυστυχήματα στο παρελθόν και διατυπώθηκαν γραπτώς παραστάσεις στην αστυνομία για ανοχή και ολιγωρία. «Σύμφωνα με τις πληροφορίες μου, εκτός από τα αυτοκίνητα του σταθμού σας, καταγγέλθηκαν και άλλα αυτοκίνητα που δεν ανήκουν σε δημοσιογράφους, μάλιστα δε, τα μη ανήκοντα σε δημοσιογράφους αποτελούν την πλειοψηφία». Εκφράζεται δε, εν κατακλείδι, η θέση και προειδοποίηση ότι η Νομική Υπηρεσία δεν θα ήταν δυνατό να δώσει οποιεσδήποτε οδηγίες προς την Αστυνομική Δύναμη, να ανέχεται την παράνομη στάθμευση οχημάτων σε οποιοδήποτε και αν ανήκουν αυτά. Αναγκάστηκε δε εντέλει, να αποδεχθεί ο κ. Μαραγκός ότι τα αυτοκίνητα του σταθμού, τρία συνολικά, δεν καταγγέλλοντο άδικα, δηλαδή στάθμευσαν νόμιμα και παρά ταύτα καταγγέλλοντο. Ανέφερε ο κ. Μαραγκός ότι όταν μεταφέρθηκε στον αστυνομικό σταθμό και ρώτησε τον κ. Σάββα Χριστοδούλου (εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενο 3) για το λόγο της σύλληψης του, ο τελευταίος του απάντησε πως ήταν εντολή του αστυνομικού διευθυντή. Όμως, τίποτα τέτοιο δεν υπεβλήθη στον κ. Χριστοδούλου όταν αυτός αντεξεταζόταν από το δικηγόρο του κ. Μαραγκού. Του υπεβλήθη μεν πως η σύλληψη του Μαραγκού έγινε για ευχαρίστηση του κ. Κονιώτη αλλά όχι ότι παραδέχθηκε κάτι τέτοιο ο κ. Σάββας Χριστοδούλου στον κ. Μαραγκό. Ήταν δε ένας ισχυρισμός πολύ σοβαρός που έπρεπε να τεθεί στον κ. Χριστοδούλου, ώστε να απαντήσει και να σχολιάσει. Την ίδια άποψη για καταδίωξη από τον κ. Κονιώτη είχε και η κα Σακαδάκη. Πίστευε ότι οι αστυνομικοί της τροχαίας είχαν οδηγίες από τον κ. Κονιώτη να τους καταγγέλλουν. Γι' αυτό, πίστευε ότι η ενέργεια του Ανεστιάδη απ' εκεί ξεκινούσε. Υπέβαλε και επέμενε σε ισχυρισμούς γεγονότων, όπως π.χ., για αυτοτραυματισμό του Ανεστιάδη και κόψιμο της γλώσσας του με λεπίδα, και ότι αυτά έγιναν σε συνεννόηση και συμπαιγνία με τον κ. Κονιώτη, τους οποίους αργότερα, δεχόταν ότι δεν ήταν βέβαιη για την αλήθεια τους και την ορθότητα τους. Επέμενε για ενέργειες σαν γενόμενες από τον ενάγοντα όπως η σύλληψη του κ. Μαραγκού, η αποστολή δελτίου τύπου Μ.Μ.Ε. (Τεκμήρια 11 και 12), δεχόμενη στο τέλος, ότι αυτές οι απόλυτες απόψεις, έρεισμα είχαν όχι την πληροφόρηση ή άμεση γνώση, αλλά συμπεράσματα. Επέμενε σε συγκάλυψη του Ανεστιάδη από τον κ. Κονιώτη, χωρίς και πάλι οποιοδήποτε λογικό ή πραγματικό έρεισμα, αφού τα πραγματικά γεγονότα καταδεικνύουν ότι και ο Ανεστιάδης καταγγέλθηκε από την αστυνομία και καταχωρήθηκε εναντίον του η ποινική υπόθεση υπ' αρ. 1016/03 (Τεκμήριο 5). Κρίνεται πως όλη αυτή η αντιπάθεια προς τον κ. Κονιώτη αλλά και προς τον κ. Ανεστιάδη, όπως αναδύθηκε από τη μαρτυρία της, την οδήγησε σε λανθασμένη όσο και υπερβολικά διογκωμένη περιγραφή των γεγονότων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η επιμονή της ότι ο κ. Μαραγκός, δεν ανταπέδωσε κτυπήματα στον Ανεστιάδη και ότι απλά απωθούσε τον τελευταίο. Σε αντίθεση με ό,τι ο κ. Μαραγκός καταθέτοντας παραδέχθηκε, ότι δηλαδή συνεπλάκη με τον κ. Ανεστιάδη. Είναι όμως αποδεκτό σαν γεγονός, ότι σταμάτησε το αυτοκίνητο της στη λεωφόρο Αποστόλου Παύλου, έξω από το οίκημα της Λαϊκής, λόγω βλάβης. Ότι στο σημείο που σταμάτησε, υπήρχε διπλή κίτρινη γραμμή. Ότι ο Ανεστιάδης μη αποδεχόμενος τη δικαιολογία της, αφού δεν την πίστεψε για την παράνομη στάθμευση, επέμενε στη μετακίνηση του. Ότι πήγε ο Ανεστιάδης και πήρε τα εξώδικα να την καταγγείλει. Η αμφισβήτηση αυτή την έθιξε, τη θύμωσε, βγήκε από το αυτοκίνητο και πήρε τη φωτογραφική να τον φωτογραφίσει. Ο Ανεστιάδης προσπάθησε να της πάρει τη μηχανή από τα χέρια, τραβώντας τη μηχανή, με αποτέλεσμα να πέσει κάτω και να σπάσει. Είναι αποδεκτό ότι το κλίμα δεν ήταν ούτε φιλικό αλλά ούτε και ευγενικό από αμφότερες τις πλευρές. Είναι αποδεκτό από το Δικαστήριο, ότι η κα Σακαδάκη επέμενε στη μη καταγγελία της, προβάλλοντας την ιδιότητα της, ενώ ο κ. Ανεστιάδης, επέμενε στην καταγγελία, απαξιώνοντας να ακούσει την κα Σακαδάκη. Θεωρείται μη παραδεκτή η ενέργεια του να προσπαθεί να πάρει τη φωτογραφική, με τον τρόπο που το έπραξε. Στην προσπάθεια του δε αυτή, κρίνεται ότι τράβηξε από τα χέρια την κα Σακαδάκη, προκαλώντας της κακώσεις οι οποίες, όπως περιέγραψε ο ιατρός Φ. Κωνσταντινίδης (Μ.Υ.7), ήσαν εκδορές στο δεξιό καρπό. Δεν είναι αποδεκτό ότι της κτυπούσε το κεφάλι στο αυτοκίνητο ή ότι την τράβηξε από τα μαλλιά. Πέραν όσων ανωτέρω κατεγράφησαν, το ιατρικό πιστοποιητικό (Τεκμήριο 20) και η ιατρική μαρτυρία των Δρ Φ. Κωνσταντινίδη (Μ.Υ.7) και Δρ Παναγιώτη Παπαδόπουλου (Μ.Υ.1, των εξ ανταπαιτήσεων εναγομένων 3 και 5), τη διαψεύδουν ή μάλλον, δεν την επαληθεύουν. Ο ιατρός Κωνσταντινίδης, αναφέρει μόνο εκδορές στο δεξιό καρπό. Τα υπόλοιπα, όπως πόνο στον αυχένα και ζάλη, αφορούν υποκειμενικά ευρήματα. Αυτά δε, τα ευρήματα κατεγράφησαν από κάποιο ιατρό της χειρουργικής κλινικής, τη δεύτερη φορά που η κα Σακαδάκη επισκέφθηκε το νοσοκομείο, το απόγευμα της ίδιας ημέρας. Ο ιατρός Παπαδόπουλος, που την εξέτασε στις Α' Βοήθειες αμέσως μετά το επεισόδιο, ήταν απόλυτα κατηγορηματικός. Όταν την εξέτασε, δεν έφερε εξωτερικές κακώσεις. Εξήγησε δε, πως την εξέτασε επισταμένως. Χωρίς να αμφισβητείται το εύρημα των εκδορών στο δεξιό καρπό, όμως δεν εξηγήθηκε στο Δικαστήριο πώς αν αυτό μπορούσε να υπήρχε κατά την πρώτη εξέταση, να μην φαινόταν και με την πάροδο των ωρών, να εμφανίσθηκε. Δεδομένου όμως πως δεν τέθηκε στην κα Σακαδάκη ότι μόνη της προκάλεσε τις εκδορές, δεν αποκλείεται το γεγονός, στην προσπάθεια του κ. Ανεστιάδη να πάρει τη μηχανή, να της προκάλεσε την ισχυριζόμενη αυτή εκδορά. Η δικαιολογία για τη ζάλη και τον εμετό, ήταν τα κτυπήματα της κεφαλής της στο αυτοκίνητο. Όμως και πάλι, η ιατρική μαρτυρία υποδεικνύει πως σε τέτοια περίπτωση έπρεπε να υπάρχουν και να φαίνονται κακώσεις στην κεφαλή, που όμως απουσιάζουν. Η υποβολή στον ιατρό Παπαδόπουλο και η αποδοχή της θέσης που του υπεβλήθη, πως όταν κάποιος φέρει αντίσταση στα κτυπήματα, τότε δεν αναμένεται να υπάρχουν κακώσεις, δεν βοηθά την κα Σακαδάκη. Αφού, προεβλήθη εκ μέρους της ισχυρισμός ότι ενώ ήταν μέσα στο αυτοκίνητο, ο Ανεστιάδης κτυπούσε το κεφάλι της πάνω στο αυτοκίνητο. Επομένως, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός αυτός. Η προσπάθεια που έγινε κατά την αντεξέταση του ιατρού Παπαδόπουλου και η θέση κατά την αγόρευση, ότι πιθανόν κάποια άλλη ασθενής να εξετάσθηκε στις Α' Βοήθειες, αντί της Σακαδάκη και γι' αυτό δεν εντοπίστηκαν κακώσεις, στερείται σοβαρού ερείσματος. Ο ιατρός Παπαδόπουλος ανέφερε ότι ναι μεν δεν ζητείται ταυτότητα ασθενών, αλλά καταγράφονται τα ονόματα που οι ασθενείς δίδουν και δεν μπορεί το Δικαστήριο να διανοηθεί ότι κάποια άλλη γυναίκα σκέφθηκε να δώσει αντί το δικό της, το όνομα της κας Σακαδάκη. Και για ποιο λόγο να το κάνει; Μήπως και αυτή εμφορείτο από εκδικητικά κίνητρα; Το ερώτημα που χρήζει απάντησης, είναι αν η πράξη του κ. Ανεστιάδη να αποσπάσει τη φωτογραφική μηχανή από τα χέρια της κας Σακαδάκη, συνιστά επίθεση. Το άρθρο 26 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, είναι αυτό που καθιερώνει το αστικό αδίκημα της επίθεσης. Όπως αναλύεται στο σύγγραμμα Αστικά Αδικήματα των κ.κ. Αρτέμη και Ερωτοκρίτου, το αδίκημα της επίθεση περιλαμβάνει τα δύο συναφή αδικήματα του κοινού δικαίου της απειλής χρήσης βίας (assault) και της εφαρμογής βίας (battery)[1]. Τα συστατικά του αδικήματος είναι: (i) η απειλή χρήσης βίας ή η χρήση βίας, (ii) η ύπαρξη πρόθεσης και (iii) η έλλειψη συναίνεσης. Απειλή χρήσης βίας, υπάρχει αν κάποιος, με οποιαδήποτε πράξη ή χειρονομία αποπειράται εύλογα ή απειλεί τη χρήση βίας εναντίον του άλλου ώστε να του δημιουργείται εύλογα η πεποίθηση ότι έχει αυτός την πρόθεση και ικανότητα πραγμάτωσης του σκοπού του. Τέτοια παραδείγματα απειλής, είναι η απόπειρα να κτυπήσεις κάποιο, έστω και αν αποτύχεις, το να τραβήξεις απειλητικά μαχαίρι ή το να απειλήσεις κάποιοι με όπλο προτάσσοντας το, έστω και αν είναι άδειο αν ο άλλος δεν το γνωρίζει[2]. Το να σπρώξεις, να κτυπήσεις ή να φτύσεις κάποιον ή να του ρίξεις νερό, να του στρίψεις το βραχίονα ή να τραβήξεις την καρέκλα του ώστε να πέσει, είναι παραδείγματα του αδικήματος με τη χρήση βίας. Όμως, το να αγγίξεις κάποιο για να του ελκύσεις την προσοχή δεν συνιστά επίθεση: η επαφή πρέπει να είναι εχθρική. Η βία πρέπει να συνίσταται σε άμεση επαφή, είτε με το σώμα του εναγόμενου, (με τη γροθιά, π.χ.) είτε με κάποιο όργανο, (όπως κτύπημα με ρόπαλο). Στην κρινόμενη περίπτωση, όπου ο εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος 2 κινήθηκε προς την κα Σακαδάκη και προσπαθούσε να της αρπάξει τη φωτογραφική μηχανή, υπήρχε το στοιχείο της απειλής χρήσης βίας και η πρόθεση και η έλλειψη συναίνεσης εκ μέρους της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας, η οποία εύλογα μπορούσε να εκλάβει την κίνηση του σαν επιθετική. Συνεπώς, κρίνεται ότι στοιχειοθετείται το αδίκημα της επίθεσης εκ μέρους του κ. Ανεστιάδη. Όχι όμως εκ μέρους του ενάγοντα κ. Κονιώτη. Εξάλλου, όχι μόνο δεν εδόθη μαρτυρία για εξουσιοδότηση από τον κ. Κονιώτη για την τέτοια συμπεριφορά του κ. Ανεστιάδη, αλλά και η ίδια η κα Σακαδάκη αντεξεταζόμενη, δήλωσε ότι δεν πιστεύει πως πίσω από την πράξη αυτή του κ. Ανεστιάδη, κρύβεται ο ενάγων. Επίσης, δεν εδόθη μαρτυρία ότι οι αστυνομικοί συγκάλυψαν τον κ. Ανεστιάδη ή ότι με οδηγίες του κ. Κονιώτη υπήρξε οιαδήποτε συγκάλυψη. Αντίθετα κατέφθασαν στο χώρο του επεισοδίου αμέσως και με την άφιξη τους το επεισόδιο, έληξε. Επίσης, όπως η κα Σακαδάκη δέχθηκε, μόλις τους τηλεφώνησαν, κατέφθασαν και άκουσαν τα παράπονα που τους εξέφρασε. Οι αστυνομικοί επίσης επισκέφθηκαν την κα Σακαδάκη στο νοσοκομείο μετά την έκφραση του παραπόνου της εναντίον του Ανεστιάδη, επιλήφθηκαν της καταγγελίας και έγινε καταχώρηση στο ημερολόγιο του σταθμού, (Τεκμήριο 16). Έγινε δε, διευθέτηση μεταφοράς της κας Σακαδάκη σε άλλο όροφο. Επομένως, τα παράπονα της τελευταίας ότι η αστυνομία την αγνόησε και μάλιστα με οδηγίες και εμπλοκή του ενάγοντα, δεν δικαιολογούνται και δεν βρίσκουν έρεισμα στα γεγονότα. ΠΑΡΑΝΟΜΗ ΚΑΤΑΚΡΑΤΗΣΗ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ 2 Έχει ανωτέρω καταγραφεί, η μαρτυρία του κ. Μαραγκού. Σχετική επί του θέματος η οποία και παρατίθεται, είναι η κατάθεση του κ. Σάββα Χριστοδούλου, ανώτερου Υπαστυνόμου, εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενου
- Ο ρηθείς, εκτελούσε καθήκοντα από τις 19:00 της 13.2.2003 μέχρι τις 07:00 το πρωί της επομένης. Μέρος των καθηκόντων του, είναι η αποστολή μηνυμάτων, ο έλεγχος και η ευθύνη για το προσωπικό για κράτηση υποδίκων. Την ευθύνη σύνταξης μηνύματος τη φέρει ο ανακριτής κάποιας υπόθεσης αλλά τον έλεγχο τον έχει ο αξιωματικός υπηρεσίας. Τα μηνύματα που αποστέλλονται στο αρχηγείο είναι όσα αφορούν σοβαρά παραπτώματα και όσα αφορούν συλλήψεις. Τα Μ.Μ.Ε. ενημερώνονται από το αρχηγείο αφού απαλειφθούν από το κείμενο τα ονόματα των υπόπτων. Για τη σύλληψη του κ. Μαραγκού, εστάλη μήνυμα στο αρχηγείο και είναι το Τεκμήριο
- Το βράδι της 13.2.2003 η ώρα 21.000, έλαβε τηλεφώνημα από τον κ. Παναγιώτη Κλεοβούλου ο οποίος του ανέφερε ότι είναι δικηγόρος του κ. Μαραγκού και ζητούσε να μάθει το λόγο σύλληψης του πελάτη του. Ο μάρτυς, του εξήγησε ότι εξετάζεται εναντίον του αδίκημα επίθεσης και θα απολυθεί μόλις συμπληρωθούν οι ανακρίσεις. Διαμαρτυρήθηκε ο κ. Κλεοβούλου και ζήτησε να απολύσουν τον πελάτη του πλην όμως ο μάρτυς απάντησε ότι αδυνατεί να πράξει κάτι τέτοιο. Ο μάρτυς επικοινώνησε τότε με τον αστυνομικό διευθυντή κ. Κονιώτη, τον ενημέρωσε και έλαβε οδηγίες να εξηγηθεί με το Τμήμα Μικροπαραβάσεων και να πράξει ανάλογα. Μετά από μία ώρα ο ίδιος δικηγόρος επικοινώνησε και πάλι, τον ενημέρωσε ότι την υπόθεση εξετάζουν οι Μικροπαραβάσεις και δεν είναι δυνατό να απολυθεί το ίδιο βράδι. Ο κ. Κλεοβούλου θύμωσε και του είπε ότι αυτό συμβαίνει διότι ο διευθυντής έχει προηγούμενα με τον κ. Μαραγκό. Είναι η θέση του μάρτυρα ότι ο ίδιος δεν είχε σχέση με τη σύλληψη του Μαραγκού, η οποία έγινε μετά από έκδοση εντάλματος σύλληψης και υπεύθυνος για τις ανακρίσεις και έρευνες, ήταν ο ανακριτής της υπόθεσης. Ούτε σαν αξιωματικός υπηρεσίας δεν δύναται να ελέγχει κάθε αστυνομικό για κάθε υπόθεση που διερευνά. Ούτε βέβαια ήταν καθήκον να παραλάβει τον κ. Μαραγκό και να τον οδηγήσει στο κελί, όπως ο τελευταίος ισχυρίζεται. Χαρακτήρισε τις υγειονομικές διευκολύνσεις και τις συνθήκες κράτησης στο κελί σαν ικανοποιητικές και ότι για όλους τους κρατούμενους, προσφέρονται οι ίδιες. Αρνήθηκε τις υποβολές και θέσεις της Υπεράσπισης ότι ο κ. Μαραγκός έτυχε δυσμενούς διάκρισης και κακής μεταχείρισης λόγω της διαφωνίας του με τον κ. Κονιώτη ή ότι είχαν οδηγίες από τον κ. Κονιώτη να συμπεριφερθούν απρεπώς στον κ. Μαραγκό. Αρνήθηκε επίσης ότι ο κ. Μαραγκός ζήτησε να δει δικηγόρο και δεν του επέτρεψαν. Στο σημείο αυτό, να τονισθεί ότι: Ο ίδιος ο κ. Μαραγκός στην αντεξέταση του από την κα Κόκκινου, δέχθηκε ότι δεν ήταν ο κ. Σάββας Χριστοδούλου που τον οδήγησε στο κελί και ότι δεν ζήτησε να δει δικηγόρο διότι το θεώρησε, υπό τις περιστάσεις, ανώφελο. Δεν εξέφρασε επίσης κανένα παράπονο στον κ. Πενταρά, που έκανε τον έλεγχο των κρατητηρίων, ούτε σε άλλο αστυνομικό για τις συνθήκες κράτησης ή τη σύλληψη του. Η μαρτυρία του κ. Σάββα Χριστοδούλου, κρίνεται ειλικρινής και αξιόπιστη και πέραν αυτών, ενισχύεται από τις ανωτέρω παραδοχές του κ. Μαραγκού. Το αστικό αδίκημα της παράνομης κατακράτησης προσώπου, καθορίζεται από το άρθρο 29 του Κεφ. 148 και «συνίσταται στην παράνομη ολοσχερή στέρηση της ελευθερίας προσώπου για οποιαδήποτε χρονική περίοδο με φυσικά μέσα ή με επίδειξη εξουσίας». Μία από τις υπερασπίσεις σε αγωγή για παράνομη κατακράτηση προσώπου, όπως προκύπτει από το άρθρο 30 (α) και (β), είναι πως όπου ο περιορισμός είναι αποτέλεσμα δικαστικής προς τούτο εντολής, οπόταν δεν διαπράττεται το αδίκημα. Σχολιάζοντας το θέμα τούτο ο κ. Γεωργιάδης και η κα Κόκκινου, επεσήμαναν το γεγονός της ύπαρξης δικαστικού εντάλματος σύλληψης βάσει του οποίου ο κ. Μαραγκός, συνελήφθηκε. Αντίθετα, ο κ. Κλεοβούλου, ναι μεν αποδέχεται την ύπαρξη εντάλματος σύλληψης πλην όμως χαρακτηρίζει την έκδοση του αχρείαστη και ανώφελη πράξη, τείνουσα να αποδείξει την εκδικητική μανία του κ. Κονιώτη. Το Δικαστήριο σ' αυτό το στάδιο, δεν μπορεί, δεν δικαιούται να εξετάσει τη νομιμότητα της έκδοσης του εντάλματος σύλληψης. Το γεγονός είναι πως με βάση την ένορκη δήλωση (Τεκμήριο 7 Β) του αστυφ. 4864 Γ. Κκαλλά, εξεδόθη από το Δικαστήριο ένταλμα σύλληψης (Τεκμήριο 7 Α). Το ένταλμα αυτό εκτελέσθηκε και με την εκτέλεση του, ο κ. Μαραγκός κρατήθηκε και οδηγήθηκε στο κρατητήριο. Επομένως, η κράτηση του ήταν πέρα για πέρα νόμιμη. Ίσως, πράγματι, να μην ήταν απόλυτα αναγκαίο η αστυνομία να σπεύσει να ζητήσει τη σύλληψη του κ. Μαραγκού. Όμως επροτάθη η δικαιολογία ότι εκλήθη στον αστυνομικό σταθμό για κατάθεση και δεν προσήλθε. Αυτό δεν αποδείχθηκε με την αυστηρή έννοια της απόδειξης του γεγονότος της κλήσης του, αφού δεν κατέθεσε στο Δικαστήριο, ο καλέσας αυτόν. Ούτε απ' την άλλη, αποδείχθηκε ο ισχυρισμός ότι πίσω από την έκδοση του εντάλματος σύλληψης, δίωξη και πρόσαψη κατηγοριών κατά του κ. Μαραγκού, εκρύβετο ο ενάγων και ότι προς εξυπηρέτηση των δικών του (κ. Κονιώτη) εκδικητικών κινήτρων, εκινήθηκε η αστυνομία. Ίχνος μαρτυρίας δεν εδόθη για το θέμα τούτο και οι απόψεις των εναγομένων 2 και 3, πηγάζουν από συμπεράσματα τους βασισμένα σε εικοτολογία και όχι μαρτυρία. Παραπονείται περαιτέρω ο κ. Μαραγκός για άθλιες συνθήκες κράτησης, ακάθαρτο κελί και ανεπαρκή μέσα υγιεινής. Έχει αντικρούσει τον ισχυρισμό αυτό ο κ. Σ. Χριστοδούλου, λέγοντας ότι οι τουαλέτες καθαρίζονται κάθε πρωί, ότι υπάρχει αρκετό σαπούνι και ότι παρέχονται κουβέρτες σε κάθε κρατούμενο. Διακρίνεται μέσα από τις μαρτυρίες αυτές μία δόση υπερβολής από τον κ. Μαραγκό αλλά και υπεραπλούστευσης του θέματος από τον κ. Χριστοδούλου. Αυτό που συνάγεται σαν εύρημα, είναι πως υπήρχαν μεν οι απαραίτητες διευκολύνσεις, όχι όμως στο σημείο καθαριότητας και άνεσης - και αυτό είναι κατανοητό - που παρέχονται στο σπίτι κάποιου ή σε ξενοδοχείο. Ήταν όμως τα ίδια κελιά και οι ίδιες συνθήκες κράτησης για όλους τους κρατούμενους. Ούτε καλύτερες αλλά ούτε και χειρότερες για τον κ. Μαραγκό. ΔΥΣΦΗΜΗΣΗ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ 2 Αυτή προκύπτει, όπως ισχυρίζεται, από το δημοσίευμα στα Μ.Μ.Ε. του ανακοινωθέντος με το γεγονός της σύλληψης του. Αναφέρεται συναφώς στις παραγράφους 5
(10)και
(11)της Έκθεσης Υπεράσπισης. «5
(10)Επίσης με σκοπό να δυσφημισθεί ο Εναγόμενος 2 και/ή να εξευτελιστεί, με οδηγίες του Ενάγοντα και/ή με την ανοχή του αυθημερόν και/ή την επαύριο εστάλη αστυνομικό δελτίο στα μέσα μαζικής ενημέρωσης το οποίο πληροφορούσε το κοινό για σύλληψη του Εναγομένου 2.
(11)Το εν λόγω αστυνομικό δελτίο, δολίως και με σκοπό τη δυσφήμιση του Εναγομένου 2 αναφερόταν για το πρόσωπο του Εναγομένου 2 ως ακολούθως: «Το τμήμα μικροπαραβάσεων Πάφου εξετάζει υπόθεση κοινής επίθεσης εναντίον του Δημήτρη Μαραγκού, 45 ετών επιχειρηματία από τη Πάφο επί τω ότι την 13/2/03 και ώρα 10:00 στη Λεωφόρο Αποστόλου Παύλου στη Πάφο, παράνομα επιτέθηκε εναντίον του τροχονόμου του Δήμου Πάφου, Ανέστη Ανεστιάδη 38 ετών, από τη Πάφο, κτυπώντας του με γροθιά στο πρόσωπο, στην κοιλιακή χώρα και στο στήθος. Ο πιο πάνω επισκέφθηκε το νοσοκομείο Πάφου, όπου για προληπτικούς λόγους κρατήθηκε για νοσηλεία. Ο Δημήτρης Μαραγκός, συνελήφθη η ώρα 20:10 της ίδιας ημέρας δυνάμει δικαστικού εντάλματος και τέθηκε υπό κράτηση στον κεντρικό αστυνομικό σταθμό Πάφου.» Όμως: Το μήνυμα στο οποίο αναφέρεται το όνομα του είναι το Τεκμήριο 12 και αυτό εστάλη στο αργηγείο (ενάγων - εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος 3). Τη διοχέτευση του ανακοινωθέντος προς τα Μ.Μ.Ε. είχε την ευθύνη να κάνει το αρχηγείο. Το Τεκμήριο 11 που κατ' ισχυρισμό εστάλη στα Μ.Μ.Ε. δεν αναφέρεται στο όνομα του εναγόμενου 2, αφού αυτό διεγράφη. Η Έκθεση Υπεράσπισης του εναγόμενου 2, δεν καθορίζει πως αυτό το μήνυμα έγινε γνωστό στους πολίτες, πως το πληροφορήθηκαν, ποια μέσα Μ.Μ.Ε το ανακοίνωσαν ή ποια έντυπα το δημοσίευσαν. Περαιτέρω, από τη δοθείσα μαρτυρία, δεν προέκυψε ότι αυτό το μήνυμα δημοσιεύθηκε σε οποιοδήποτε έντυπο πέραν του γεγονότος της αποστολής του από τον αστυνομικό σταθμό Πάφου στο αρχηγείο. Ο ενδιαφερόμενος εναγόμενος 2, όταν ο δικηγόρος του υπέδειξε το Τεκμήριο 12, ανέφερε ότι δεν ήξερε τίποτα για αυτό το δελτίο και σε περαιτέρω ερώτηση για το πότε έμαθε για αυτό, απάντησε: «Δεν ήξερα». Η κα Σακαδάκη αναφερόμενη στο Τεκμήριο 11, το αναγνώρισε σαν μήνυμα που η Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου το συντάσσει καθημερινά και το στέλλει στα Μ.Μ.Ε. Η ίδια δεν το έλαβε σαν εφημερίδα. Το έλαβε από το ΑΚΕΛ. Πώς κατείχετο από το ΑΚΕΛ και ποιος το απέστειλε εκεί, είναι άγνωστο. Αν δημοσιεύθηκε σε έντυπα ή ανακοινώθηκε με οποιοδήποτε τρόπο, επίσης δεν διαφωτίστηκε το Δικαστήριο. Όμως: Έχει αναφέρει τόσον ο ενάγων όσο και ο κ. Σ. Χριστοδούλου ότι για καλύτερη εξυπηρέτηση των Μ.Μ.Ε., συνήθως δίδουν τέτοια έντυπα οι ίδιοι, απευθείας στον τύπο. Συνεπώς αυτό που μπορεί να ειπωθεί, είναι πως αφού το μήνυμα (Τεκμήριο 11) εστάλη τουλάχιστον στο γραφείο του ΑΚΕΛ, τότε το γραπτό αυτό δημοσιεύθηκε με την έννοια που αποδίδεται σε αυτήν από τον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο. Όχι όμως το κείμενο που περιγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης (Τεκμήριο 12). Επίσης δεν έγινε δυσφήμηση με την έννοια που αποδίδεται σ' αυτήν από το Νόμο, αφού αυτό αποτελεί καταγραφή και δήλωση ενός αληθούς γεγονότος. Αυτού της σύλληψης του Δ. Μαραγκού το όνομα του οποίου είχε διαγραφεί από το κείμενο. Παρά ταύτα, ακόμη και να απεστάλη το μήνυμα και να δημοσιεύθηκε το Τεκμήριο 12, καμία μαρτυρία εδόθη που να συνδέει τον ενάγοντα με την ενέργεια αυτή. Έτερα μομφή η οποία απαγγέλλεται εναντίον του ενάγοντα, είναι ότι ανέχθηκε τον κ. Ανεστιάδη σαν τροχονόμο, ότι τον συγκάλυψε, ότι τον εκπαίδευσε. Η μαρτυρία του κ. Κονιώτη για το θέμα τούτο, ήταν σαφής. Το όνομα του Ανεστιάδη περιλαμβανόταν σε κατάλογο μελών της εταιρείας Group 4, για τους οποίους ακολουθήθηκε η προβλεπόμενη από τον περί Δήμων Νόμο Ν.115/85άρθρο 88
(2)διαδικασία ώστε να προσφερθούν υπηρεσίες τροχονομικού ελέγχου από τον ιδιωτικό τομέα. Με επιστολή του Δήμου Πάφου προς τον αρχηγό αστυνομίας (Τεκμήριο 9 Α) ζητήθηκε η έγκριση του η οποία και εδόθη (Τεκμήριο 9 Β) για διορισμό προσώπων εργοδοτουμένων από την εταιρεία Group 4 Securitas (Cyprus) Ltd. Ουσιαστικά η συμβολή της αστυνομίας ήταν η πληροφόρηση για ύπαρξη ή όχι, ποινικού μητρώου και η μετέπειτα εκπαίδευση από το Τμήμα Τροχαίας για θέματα τα οποία θα επιλαμβάνονταν, όπως εξώδικες καταγγελίες για παράνομες σταθμεύσεις. Και πάλι το Δικαστήριο αδυνατεί να εντοπίσει οποιαδήποτε ανάμιξη ευθύνη και «ενοχή» του ενάγοντα σε ό,σα καταλογίζονται προσωπικά σ' αυτόν. Ούτε η αναφορά και ή μομφή για εκδίωξη μαρτύρων από την αστυνομία, οι οποίοι αυτόκλητα και αυθόρμητα προσφέρθηκαν να καταθέσουν για το επεισόδιο και ενισχύσουν την εκδοχή της κας Σακαδάκη, έτυχε οποιουδήποτε ερείσματος, πέραν της απλής εικοτολογίας και έκφρασης προσωπικών συμπερασμάτων των εναγομένων 2 και 3. Καμία μαρτυρία εδόθη από τα πρόσωπα αυτά, πλην της αναφοράς σε αυτούς από την κα Σακαδάκη. Η οποία και πάλι, επέρριψε την ευθύνη στον ενάγοντα. Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, κρίνεται πως η υπεράσπιση της αλήθειας δεν μπορεί να επιτύχει εις ουδέν, σε ό,τι καταλογίζεται στον ενάγοντα. ΕΝΤΙΜΟ ΣΧΟΛΙΟ Η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου, επίσης αποτυγχάνει. Αφού όπως ανωτέρω ελέχθη, το σχόλιο πρέπει να περιορίζεται σε έκφραση γνώμης η οποία να είναι αντικειμενικά έντιμη και όχι καταγραφή γεγονότων. Πέραν δεν τούτου, το δεύτερο στάδιο στο οποίο το Δικαστήριο πρέπει να επικεντρώσει την προσοχή του, είναι πως ακόμη και να αποδειχθεί το πρώτο στάδιο (δηλαδή το έντιμο του σχολίου) η υπεράσπιση αυτή αποτυγχάνει αν το σχόλιο δεν έγινε με καλή πίστη. Το βάρος απόδειξης έλλειψης καλής πίστης, επιβαρύνει τον ενάγοντα (Gatley on Libel and Slander (London: 9th ed. Sweet & Maxwell) σελ. 262 παρ. 12.21). Οι περιπτώσεις έλλειψης καλής πίστης, καθορίζονται από το άρθρο 21
(2)και η έλλειψη αυτή καταδεικνύεται εφόσον αποδειχθεί ότι: «(α) Το δημοσίευμα ήταν αναληθές, και αυτός δεν πίστευε αυτό ως αληθές ή (β) το δημοσίευμα ήταν αναληθές, και αυτός, προέβηκε στη δημοσίευση χωρίς να καταβάλει εύλογη φροντίδα για την εξακρίβωση του αληθούς ή του αναληθούς αυτού· ή (γ) προβαίνοντας στη δημοσίευση, ενήργησε με σκοπό βλάβης του προσώπου που δυσφημείται σε βαθμό σημαντικά μεγαλύτερο ή κατά τρόπο σημαντικά διαφορετικό του εύλογα αναγκαίου για το κοινό συμφέρον ή για την προστασία του ιδιωτικού δικαιώματος ή συμφέροντος σε σχέση με το οποίο αξιώνει προνόμιο.» Οι εναγόμενοι έχουν προβάλει σωρεία ισχυρισμών στο Τεκμήριο 1 και Τεκμήριο 10, οι οποίοι κρίθηκαν μη αληθείς. Καταλόγισαν στον ενάγοντα ευθύνη για συγκάλυψη ποινικών αδικημάτων που διέπραξε εις βάρος τους ο κ. Ανεστιάδης. Επανέλαβαν τους ισχυρισμούς τους στην Έκθεση Υπεράσπισης τους (παράγραφοι 7
(2)και 8
(11)) και επέμεναν σε αυτούς σε όλο το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας. Έκαναν αναφορά σε μάρτυρες τους οποίους δεν κάλεσαν στο Δικαστήριο και σε πολλές περιπτώσεις, η μαρτυρία τους και τα συμπεράσματα τους δεν βασίζονταν σε γεγονότα αλλά σε εικασίες. Όπως ορθά επισήμανε με την αγόρευση του ο κ. Γεωργιάδης, οι εναγόμενοι προσήψαν στον ενάγοντα σωρεία σοβαρών κατηγοριών με το Τεκμήριο 1, Τεκμήριο 10, την προφορική τους μαρτυρία και τα δικόγραφα. Καταλογίζουν με την Έκθεση Υπεράσπισης τους στον ενάγοντα ότι: «α) Με οδηγίες του δεν λήφθηκαν καταθέσεις από μάρτυρες που υποστήριζαν την εκδοχή των εναγόμενων (παρ.5
(6)& 7
(9)). β) Είχε συμμετοχή σε παραπλάνηση του Δικαστηρίου για να εκδοθεί το ένταλμα σύλληψης του Μαραγκού (παρ. 5
(9)6 7
(3),
(4)&
(11)). γ) Με οδηγίες του διαπράχθηκε δυσφήμηση σε βάρος του Μαραγκού (παρ. 5
(10)-
(11)& 7
(5)). δ) Αρνήθηκε να αφήσει ελεύθερο τον Μαραγκό (παρ. 5
(14)& 7
(11)). ε) Είναι ένοχος συμπαιγνίας και συνωμοσίας με τον Ανεστιάδη εναντίον του Μαραγκού (παρ.7) στ) Είχε προσωπική ανάμειξη στην πρόσαψη κατηγοριών εναντίον των εναγομένων αρ. 2 & 3 (παρ. 7
(2)) ζ) Δεν παρεμπόδισε την εξύβριση, επίθεση και ασχημονία εναντίον της εναγόμενης αρ. 3 από τον Ανεστιάδη (παρ. 5
(5)6 7
(1)&
(8). η) Παρέπεμψε τον Ανεστιάδη στο νοσοκομείο και τον προέτρεψε να αυτοτραυματιστεί για να κατασκευάσει μαρτυρία εναντίον του Μαραγκού (παρ. 7
(6)&
(7)). θ) Έφερε ευθύνη για το διορισμό του Ανεστιάδη ως τροχονόμου (παρ. 7
(10)).» Όπως ανωτέρω ελέχθη, οι κατηγορίες αυτές αφορούν γεγονότα. Δεν αναφέρονται σε έκφραση γνώμης, ήσαν αναληθή και δεν κατεβλήθη προσπάθεια εκ μέρους των εναγομένων να διαπιστώσουν την αλήθεια των όσων υπεστήριξαν. Να υπογραμμισθεί και σημειωθεί ότι το έντονο παράπονο και η καταγγελία τους για συγκάλυψη του Ανεστιάδη, ουδόλως ευσταθούσε. Πέραν του κατηγορητηρίου που καταχωρήθηκε εναντίον του (Τεκμήριο 5), ο Ανεστιάδης, σύμφωνα με μαρτυρία του Κονιώτη η οποία δεν αμφισβητήθηκε, κατηγορήθηκε γραπτώς από την αστυνομία την ίδια ημέρα που κατηγορήθηκαν και οι εναγόμενοι 2 και 3, δηλαδή στις 14.2.2003 μεταξύ των ωρών 12:20 - 12:35, από τον ίδιο αστυφύλακα. Παρά ταύτα, οι εναγόμενοι 2 και 3 επέμεναν τόσο στο Τεκμήριο 1 όσο και στο δημοσίευμα της 26.2.2003 (Τεκμήριο 10) να καταγγέλλουν τον ενάγοντα για συγκάλυψη. ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΟΥ Η υπεράσπιση αυτή, εγείρεται με την παράγραφο 4
(1)της Έκθεσης Υπεράσπισης και εισηγείται ότι το περιεχόμενο του δημοσιεύματος είναι απόλυτο (absolute) και/ή υπό επιφύλαξη προνομιούχο (qualified privilege). Υπέδειξε δε με την αγόρευση του ο κ. Κλεοβούλου ότι το δημοσίευμα αποτελεί αναδημοσίευση της επιστολής του (Τεκμήριο 3) η οποία καλύπτεται από το προνόμιο αυτό. Ο κ. Α. Γεωργιάδης, υποδεικνύει ότι οι εναγόμενοι δεν διευκρινίζουν ποια περίπτωση των άρθρων 20 και 21, επικαλούνται. Φαίνεται ότι επικαλούνται τις περιπτώσεις των άρθρων 21 (γ) και (δ) αλλά, υπογραμμίζει, το δημοσίευμα έγινε προς το κοινό και όχι προς πρόσωπα που είχαν εξουσία επί του ενάγοντα ή εξουσία διερεύνησης ή αποδοχής καταγγελιών ή που δυνατόν να σχετιζόταν με την προστασία οποιωνδήποτε δικαιωμάτων των εναγομένων. Η υπεράσπιση του απόλυτου ή υπό επιφύλαξη προνομίου, καλύπτεται από τα άρθρα 20 και 21 του Κεφ. 148. Σχετικά για την περίπτωση κρίνονται τα άρθρα 20 (δ) και 21 (γ) και (δ) του Νόμου, το κείμενο των οποίων κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί αυτούσιο: «20 (δ) αν το δημοσίευμα δημοσιεύεται αναφορικά με πρόσωπο που υπόκειται σε στρατιωτική, ναυτική ή αστυνομική πειθαρχία και αφορά τη συμπεριφορά του ως προσώπου που υπόκειται σε τέτοια πειθαρχία, και δημοσιεύεται από πρόσωπο που έχει εξουσία επί αυτού σε σχέση με τη συμπεριφορά αυτή και προς πρόσωπο που έχει εξουσία επί αυτού σε σχέση με τη συμπεριφορά αυτή.» «21 (γ) αν το δημοσίευμα είναι καταγγελία ή κατηγορία από πρόσωπο εναντίον άλλου προσώπου σε σχέση με τη συμπεριφορά αυτού σε οποιοδήποτε θέμα, ή σε σχέση με το χαρακτήρα αυτού στο μέτρο που εκδηλώνεται στη συμπεριφορά αυτή, η οποία έγινε σε πρόσωπο που έχει εξουσία, συμβατικά ή άλλως πως, επί του άλλου αυτού προσώπου σε σχέση με τη συμπεριφορά αυτή ή θέμα, ή η οποία έγινε σε πρόσωπο που έχει με νόμο εξουσία να διερευνά τη συμπεριφορά αυτή ή θέμα ή να δέχεται καταγγελίες σε σχέση με τη συμπεριφορά αυτή ή θέμα·» 21 (δ) αν το δημοσίευμα δημοσιεύεται για την προστασία των δικαιωμάτων ή των συμφερόντων του προσώπου που το δημοσιεύει, ή του προσώπου προς το οποίο γινόταν η δημοσίευση, ή ζαπιού τρίτου για τον οποίο ενδιαφέρεται το πρόσωπο προς το οποίο έγινε η δημοσίευση·» Αναφέρεται στην παράγραφο 6
(15)της Έκθεσης Υπεράσπισης ότι «η εν λόγω συμπεριφορά του ενάγοντα κατηγγέλθη στις αρμόδιες αρχές από τον δικηγόρο του εναγόμενου 2 με επιστολή ημερ. 17/2/03 και το επίδικο δημοσίευμα επαναλαμβάνει ότι και η εν λόγω επιστολή διαλαμβάνει». Όμως: Σύμφωνα με το άρθρο 20 (δ) η αναφορά για συμπεριφορά προσώπου που υπόκειται σε αστυνομική πειθαρχία, πρέπει να γίνεται και δημοσιεύεται από πρόσωπο που έχει εξουσία επί αυτού. Και ο κ. Κλεοβούλου δεν περιβάλλετο με τέτοια εξουσία. Επομένως, η επιστολή δεν καλύπτετο από το προνόμιο, ώστε η αναδημοσίευση της με το επίδικο δημοσίευμα (Τεκμήριο 1) να έχει την ίδια κάλυψη. Ούτε τα λοιπά άρθρα καλύπτουν και δικαιολογούν τη δημοσίευση, πέραν των ανωτέρω λεχθέντων και για τον πρόσθετο λόγο, ότι απευθύνονται πλέον όχι σε πρόσωπο που έχει εξουσία, αλλά προς το κοινό, ούτε προς τα πρόσωπα εκείνα που σχετίζονται με το ζήτημα. Λέχθηκε στην υπόθεση Κυριακίδης ν. Αριστείδου
(2000)1 Α.Α.Δ. 349, σελ. 358, ότι «είναι εντούτοις αυτονόητο ότι, η δημοσίευση που γίνεται για την προστασία των συμφερόντων και δικαιωμάτων του εναγομένου, πρέπει να γίνεται σε εκείνα τα πρόσωπα που σχετίζονται με το ζήτημα, αφού σκοπός είναι η αποτελεσματική προάσπιση των δικαιωμάτων αυτών. Μπορεί έτσι να λεχθεί ότι, με αυτή την έννοια, αμοιβαιότητα συμφερόντων πρέπει να υπάρχει.». Υπενθυμίζεται πως, ακόμη και να θεωρηθεί πως το δημοσίευμα ήταν, παρά ταύτα, υπό επιφύλαξη προνομιούχο, η επιφύλαξη της καλής πίστης ελλείπει. Αφού ήδη το Δικαστήριο απεδέχθη έλλειψη καλής πίστης εκ μέρους των εναγομένων. Για συμπλήρωση του θέματος των υπερασπίσεων των εναγομένων, κρίνεται πως δεν έχει καταδειχθεί ότι το δημοσίευμα ήταν αναγκαίο ή επιβεβλημένο για σκοπούς δημοσίου συμφέροντος ή για την προστασία των δικαιωμάτων των εναγομένων. ΑΓΩΓΙΜΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ 2 Ένα άλλο θέμα που πρέπει να εξετασθεί, είναι ο ισχυρισμός της Υπεράσπισης του εναγόμενου 2 ότι δεν απεδείχθη η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος εναντίον του, διότι δεν είναι διευθυντής της εναγόμενης 1. Με την Έκθεση Απαίτησης καταγράφεται ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 είναι διευθυντές της εναγόμενης 1, η εναγόμενη 3 διευθύντρια της εφημερίδας ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ και ότι αμφότεροι συνέταξαν το επίδικο δημοσίευμα. Σε αγωγή για δημοσίευμα, μπορούν να εναχθούν σαν εναγόμενοι και κριθούν υπεύθυνοι, ο δημοσιεύσας, εκείνος που προκάλεσε τη δημοσίευση και κάθε πρόσωπο που συμμετέχει σε αυτή. Ειδικά για δημοσίευμα σε εφημερίδα, υπεύθυνος εκ πρώτης όψεως, είναι ο συγγραφέας, ο συντάκτης, ο εκδότης και ο πωλητής (Halsbury's 4th ed. Vol.28 p 32 και 33). Έχει γίνει αποδεκτό με τη μαρτυρία αμφοτέρων των εναγομένων 2 και 3, ότι ο εναγόμενος 2 είναι μέτοχος της εναγομένης 1, ότι είναι εργοδότης της εναγομένης 3, γι' αυτό και η τελευταία θεώρησε σκόπιμο να τον ενημερώσει για το ενδεχόμενο καθυστέρησης προσέλευσης στην εργασία της και ότι ο εναγόμενος 2 ενέκρινε τη σύνταξη και δημοσίευση του επίδικου δημοσιεύματος. Βέβαια, η ιδιότητα κάποιου σαν μετόχου μίας εταιρείας δεν τον καθιστά υπεύθυνο για τις πράξεις της. Το άρθρο 12 του Νόμου, προνοεί πως κάθε πρόσωπο που συνεργεί, παρέχει συνδρομή, εξουσιοδοτεί, συμβουλεύει, διατάσσει, προάγει ή εγκρίνει πράξη του τελέστηκε, ευθύνεται για την πράξη αυτή. Όπως ανωτέρω ελέχθη, ο εναγόμενος 2 παραδέχθηκε ότι εξουσιοδότησε και ενέκρινε τη δημοσίευση του επίδικου δημοσιεύματος, όχι μόνο διότι ήταν ο εργοδότης της κας Σακαδάκη, αλλά διότι τον αφορούσε και συμμεριζόταν τις εκφρασθείσες απόψεις. Συνεπώς, θεωρείται και αυτός, όσο και οι λοιποί εναγόμενοι, υπεύθυνος και υπόλογος για το δημοσίευμα. ΓΕΝΙΚΟ ΣΧΟΛΙΟ Κρίνεται δε και αποτελεί εύρημα, πως με αυτό αποδίδονται στον ενάγοντα ευτελή και εγωιστικά κίνητρα, κατάχρηση εξουσίας, ανάρμοστη συμπεριφορά, με την ιδιότητα του σαν αστυνομικός διευθυντής αδικήματα και ενέργειες που συνιστούν αυθαιρεσία και αυταρχικότητα. Ο καταλογισμός αυτών των ενεργειών στον ενάγοντα, είχε σαν αποτέλεσμα να τον εκθέσει σε γενικό μίσος, περιφρόνηση και χλεύη και να προκαλέσει την αποστροφή και αποφυγή του από τους πολίτες. Η διεθνής και εθνική νομολογία, αναγνώρισε τη σημασία της ελευθερίας του τύπου και του ρόλου του σε μία δημοκρατική κοινωνία. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην The Sunday Times Case (Judgement of 26th April 1979, Series A No.30) και σε πολλές υποθέσεις, ασχολήθηκε με το καθήκον των μέσων να πληροφορούν το κοινό και με το δικαίωμα του κοινού να δέχεται πληροφόρηση. Τα δικαιώματα αυτά πρέπει να εξισορροπούνται με το δικαίωμα που έχει το άτομο για προστασία της υπόληψης του. Το θέμα της εξισορρόπησης του δικαιώματος της ελεύθερης έκφρασης και της μετάδοσης πληροφοριών από τον τύπο και τα μέσα ενημέρωσης με το θεμελιώδες δικαίωμα του ατόμου για τη φήμη και την υπόληψη του, είναι δύσκολο και λεπτό. Από τη μία, το δικαίωμα ελευθερίας του τύπου δίδει ενθάρρυνση στην ελεύθερη συζήτηση πάνω σε δημόσια θέματα, ενώ από την άλλη, υπάρχει η αναγκαιότητα να αποκλείονται αναληθείς και δυσφημιστικές δηλώσεις για προστασία του ατόμου και για να βελτιώνεται η ποιότητα της δημοσιογραφίας με το να αποκλείεται κακή πληροφόρηση και να προστατεύεται το δικαίωμα του κοινού να ενημερώνεται ορθά (βλ. Η. Ονουφρίου ν. Εταιρείας «Κ.Κ. Σύγχρονες Κούρσες Λτδ» (ανωτέρω)). ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ Η υπόληψη κάθε ανθρώπου στην κοινωνία, είναι σεβαστή και προστατεύεται. Η προσβολή της τιμωρείται και ενίοτε, μέσω της τιμωρίας, επιτυγχάνεται η αποκατάσταση της. Η γραπτή δυσφήμιση είναι από τα αστικά αδικήματα στα οποία ο ενάγων δικαιούται σε αποζημιώσεις άσχετα με το αν έχει αποδείξει ή όχι πραγματική ζημιά. Στην επιδίκαση του ύψους των αποζημιώσεων υπεισέρχεται κατ' ανάγκη και υποκειμενικό στοιχείο. Όπως έχει αναφέρει ο Windeyer, J., στην υπόθεση Uren v. John Faifax & Sons Pty Limited, όπως επιδοκιμάστηκε στην υπόθεση Cassell & Co. Ltd v. Broome
(1972)1 All E.R. 801 (H.L.): "It seems to me that, properly speaking, a man defamed does not get compensation for his reputation. He gets damages because he was injured in his reputation, that is, simply because he was publicly defamed. For this reason compensation by damages operates in two ways - as a vindication of the plaintiff to the public, and as a consolation to him for the wrong done. Compensation is here a solatium rather than a monetary recompense for harm measurable in money". Τα Δικαστήρια στην Κύπρο σήμερα ακολουθούν ολοένα και περισσότερο αυξητική τάση στην απόδοση αποζημιώσεων κατ' αναλογία με την τάση που ακολουθείται στις αγωγές για σωματικές βλάβες. Και αυτό γιατί το αντικείμενο της δικαστικής προστασίας είναι η προσωπικότητα και η αξία του ανθρώπου, ο τραυματισμός της φήμης ή των αισθημάτων του, όπως έχει αναφερθεί και στην υπόθεση Ηνωμένοι Δημοσιογράφοι Λίμιτεδ ν. Σταύρου Ναθαναήλ
(1993)1 Α.Α.Δ. 893. Η αυξητική αυτή τάση φαίνεται μέσα από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου όπως στην Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λίμιτεδ ν. Χαράλαμπου Λεωνίδα
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 550, όπου αυξήθηκε αποζημίωση £600 σε £2.000 σε κατηγορία που εκτοξεύθηκε εναντίον του ενάγοντα, ιδιαίτερα σοβαρής, λόγω της θέσης του στο Αστυνομικό Σώμα, ενώ στην απόφαση Αλέκου Κωνσταντινίδη ν. Τάσου Παπαδόπουλου
(1999)1 Α.Α.Δ. 922, το Ανώτατο Δικαστήριο αύξησε το πρωτόδικο ποσό των £12.000 στις £20.000 θεωρώντας ότι ο ενάγων, γνωστό δημόσιο πρόσωπο και σημαίνον στέλεχος της δημόσιας ζωής «..χλευάστηκε με αχαρακτήριστη κακοήθεια και χυδαιότητα που προκαλεί αποστροφή». Τόνισε δε ότι «..τέτοιου είδους τραυματισμός της ψυχής, του ήθους και της υπόληψης ενός, πάντοτε πρέπει να βρίσκει αντιμέτωπο, το νόμο, στην πλήρη του έκταση για να αποκατασταθεί και εμπεδωθεί η δικαιοσύνη». Οι παράγοντες που προαναφέρθησαν για τον καθορισμό των αποζημιώσεων αποτελούν όχι μόνο το πλαίσιο του καθορισμού του ποσού αλλά δυνατόν να δώσουν και τη βάση για αυξημένες ή τιμωρητικές αποζημιώσεις. Οι αυξημένες αποζημιώσεις ("aggravated damages") θεωρούνται ως μέρος των συνηθισμένων αποζημιώσεων σε αντιδιαστολή με τις παραδειγματικές αποζημιώσεις ("exemplary damages"), που δεν έχουν να κάνουν τίποτε με την απώλεια του ενάγοντα, αλλά συνδέονται αποκλειστικά και μόνο με την άσχημη διαγωγή των εναγομένων και λαμβάνουν μορφή τιμωρίας τους. Οι σχετικές αρχές για την επιδίκαση τέτοιων παραδειγματικών αποζημιώσεων, επεξηγήθηκαν στην υπόθεση Παπακόκκινου ν. Κάνθερ [1982] 1 Α.Α.Δ. 65, 74 - 79, όπου δηλώνεται ότι αυτές έχουν στόχο την τιμωρία του αδικοπραγούντος όταν η συμπεριφορά του καταδεικνύει αφενός έντονη αδιαφορία για τα δικαιώματα του άλλου μέρους και αφετέρου, την επίτευξη κέρδους στον ίδιο. Ο καθορισμός τέτοιων αποζημιώσεων επιτρέπεται όπου η διαγωγή του εναγομένου είναι τόσο αξιόμεμπτη, ώστε να αρμόζει επιβολής τιμωρίας από το πολιτικό Δικαστήριο. Το Δικαστήριο θα πρέπει πριν ή αποφασίσει περί τούτου, να εξετάσει αν ο ενάγων δεν πρέπει μόνο να αποζημιωθεί για την αποδειχθείσα πραγματική απώλεια αλλά επίσης για οποιαδήποτε βλάβη στα αισθήματα του και επειδή έχει υποστεί ύβρεις, ταπεινώσεις και τα παρόμοια. Και όπου ο εναγόμενος έχει συμπεριφερθεί με τρόπο αποτρόπαιο, μια πλήρης αποζημίωση θα είναι το ορθό μέτρο. Στην Kennedy Hotels Ltd. v. Indjirdjian,
(1992)1 Α.Α.Δ. 400, λέχθηκε στη σελίδα 406 πως: «Είναι θεμελιωμένο ότι όπου διάδικος επιδιώκει παραδειγματικές αποζημιώσεις οι συνθήκες οι οποίες στοιχειοθετούν την απαίτηση πρέπει να εξειδικεύονται στην έκθεση απαιτήσεως. Αυτό είναι αναγκαίο ενόψει του εξαιρετικού χαρακτήρα της θεραπείας η οποία επιδιώκεται και του επιθυμητού παροχής προειδοποίησης στον αντίδικο ότι έχει να αντιμετωπίσει μια τέτοια εξαιρετική κατάσταση.» Ο καθορισμός των αποζημιώσεων, εξετάζεται και συσχετίζεται με διάφορους παράγοντες. Όπως αναφέρεται στο Gatley on Libel & Slander 6η έκδοση, παράγοντες που μπορεί να επαυξήσουν τις αποζημιώσεις, είναι ο τρόπος και η ένταση της δημοσίευσης, η επαναδημοσίευση, η διαγωγή του εναγομένου, ο τρόπος διεξαγωγής της υπεράσπισης, η αποτυχία υπεράσπισης αλήθειας (justification) και η πρόκληση ειδικής ζημίας (βλ. J.C.P. (Cyprus) Ltd ν. Times Newspapers Ltd & others
(1972)4 J.S.C. 455, Δημοσιογραφική Χ.Λ.Σ. κ.α. ν. Φιλίππου
(1989)1 Α.Α.Δ. 958). Στην κρινόμενη περίπτωση, οι παράγοντες που τείνουν να καθορίσουν και αυξήσουν το ύψος των αποζημιώσεων είναι:
- Η θέση του ενάγοντα στην κοινωνία Είναι οικογενειάρχης, συνταξιούχος τώρα, ενώ κατά το χρόνο του επίδικου δημοσιεύματος αστυνομικός διευθυντής με ενεργό συμμετοχή στην κοινωνική ζωή της πόλης της Πάφου.
- Η σοβαρότητα της δυσφήμησης Έχει καταλογιστεί και αποδοθεί στον ενάγοντα, η διάπραξη ποινικών αδικημάτων και πειθαρχικών παραπτωμάτων, ταπεινά και ευτελή ελατήρια, καταπάτηση συνταγματικών δικαιωμάτων, συμπαιγνία και συνέργεια.
- Ο τρόπος και έκταση του δημοσιεύματος Η εφημερίδα ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ είναι τοπική εφημερίδα και διανέμεται δωρεάν. Διαβαζόταν και περιερχόταν στα χέρια αρκετών ανθρώπων, κατά παραδοχή των ίδιων των εναγομένων 2 και
- Βάσιμα επομένως μπορεί να εξαχθεί έρεισμα ότι η κυκλοφορία της σε τοπικά πλαίσια, ήταν ευρεία. Ότι δε στην πρώτη σελίδα, καταλάβανε όλο το τμήμα της και είχε με μαύρα μεγάλα γράμματα τον τίτλο «Πόση αυθαιρεσία, ω Αστυνόμε! ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΝ ΝΑ ΣΥΓΚΑΛΥΨΟΥΝ ΑΔΙΚΗΜΑ ΕΠΙΘΕΣΗΣ ΚΑΙ ΕΞΥΒΡΙΣΗΣ».
- Η αποδειχθείσα κακή πίστη στον εναγόμενο η οποία διεφάνη και συνεχίστηκε και κατά τη διάρκεια και μέχρι τέλους της ακροαματικής διαδικασίας Οι εναγόμενοι επέμεναν μέχρι τέλους ότι ο εναγόμενος έχαιρε κάκιστης φήμης και πατούσε επί πτωμάτων. Ότι ήταν ένα εγωκεντρικό άτομο που χειριζόταν κακά τον αστυνομικό σταθμό με αποτέλεσμα οι αστυνομικοί να μην τον εκτιμούν αλλά να τον φοβούνται. Ότι έχαιρε κάκιστης φήμης και στο δημοσιογραφικό κόσμο, τους οποίους καταδίωκε. Για απόδειξη αυτών των ισχυρισμών τους, κλήθηκε ο Μ.Υ.1 Πέτρος Μελαίσης. Κατέθεσε για τη φήμη αυτή του ενάγοντα και προς επίρρωση της θέσης του, αναφέρθηκε σε κάποιο συμβάν, το οποίο έλαβε χώρα τον Ιούλιο του 2002 στην περιοχή Κουκλιών και κατά το οποίο ο ενάγων χειροδίκησε εναντίον του. Ήταν η μέρα που ελικόπτερο της Εθνικής Φρουράς κατέπεσε με αποτέλεσμα πέντε στρατιωτικοί μεταξύ των οποίων ο Στρατηγός Φλωράκης, να σκοτωθούν. Τον ισχυρισμό περί χειροδικίας αντέκρουσε ο ενάγων, προβάλλοντας τη θέση ότι προσπαθούσε να απομακρύνει τους δημοσιογράφους, από του να πάρουν φωτογραφίες και πλάνα της σκηνής στην οποία παρουσιάζοντο οι σωροί των ανωτέρω αξιωματικών. Το Δικαστήριο δεν έχει κανένα ενδοιασμό ούτε δισταγμό να απορρίψει τη μαρτυρία του Μ.Υ.
- Ήταν όντως χειμαρρώδης, όπως τον χαρακτήρισε ο κ. Κλεοβούλου. Όμως χείμαρρος εκτόξευσης χαρακτηρισμών και αστήρικτων συμπερασμάτων με τόσο εμφανή την εμπάθεια του και τη μη συμπάθεια προς τον ενάγοντα, ώστε η αλήθεια της μαρτυρίας του να καλυπτόταν και επισκιαζόταν από αυτήν. Ερωτήθη επίσης να καταθέσει για την κακή φήμη του ενάγοντα ο Μ.Υ.9 Α. Κωνσταντίνου. Απάντησε ότι ακουγόταν ότι ήταν εριστικός και εκδικητικός. Με τον ίδιο τρόπο αντιμετώπιζε και τους δημοσιογράφους. Παρέπεμψε δε για επιβεβαίωση των ισχυρισμών του, στη δημοσιογράφο κα Ντόρα Χριστοδούλου, από την οποία, όπως είπε, έλαβε τις πληροφορίες αυτές. Η ανωτέρω δημοσιογράφος εκλήθη για αντεξέταση και κατέθεσε σαν Μ.Υ.
- Διέψευσε τον Μ.Υ.9 λέγοντας ότι ουδέποτε η ίδια χαρακτήρισε τον κ. Κονιώτη εριστικό και εκδικητικό. Διέψευσε τη φήμη ότι πατά επί πτωμάτων και τη φήμη της κακοδιαχείρισης της αστυνομίας και δήλωσε ότι η φήμη που είχε, ήταν του αυστηρού η οποία αυστηρότητα αρμόζει σε προϊστάμενο. Δέχθηκε και αυτή, όπως και ο κ. Κωνσταντίνου (Μ.Υ.9), ότι έχει φήμη έντιμου ανθρώπου, ανθρώπου που σέβεται τους Νόμους, αφοσιωμένου στο καθήκον και όχι εγωκεντρικού. Αποδέχομαι τη μαρτυρία της ρηθείσας μάρτυρας σαν αξιόπιστης. Αξιόπιστος επίσης κρίνεται ο Μ.Υ.4 Θέμης Φιλιππίδης, δημοτικός γραμματέας. Δήλωσε αντεξεταζόμενος ότι η άποψη και πεποίθηση που απεκόμισε συνεργαζόμενος με τον ενάγοντα, είναι πως πρόκειται για πολύ καλά καταρτισμένο άτομο στον επαγγελματικό τομέα. Άτομο με υψηλό αίσθημα ευθυκρισίας και επαγγελματικής ευσυνειδησίας. Η προσπάθεια των εναγομένων 2 και 3 να αμαυρώσουν τη φήμη του ενάγοντα, ανατράπηκε από μαρτυρία, τους οποίους οι ίδιοι κάλεσαν.
- Περαιτέρω επιβαρυντικός παράγοντας όπως η έλλειψη απολογίας και η αποτυχία της υπεράσπισης του αληθούς, (βλ. Gatley (ανωτέρω) παρ. 251), η οποία έχει πάντοτε τον κίνδυνο να θεωρηθεί και θεωρείται επιβαρυντική της αρχικής ζημιογόνας πράξης της δημοσίευσης.
- Η επανάληψη της δυσφήμησης Οι εναγόμενοι επανήλθαν με νέο δυσφημιστικό δημοσίευμα, το Τεκμήριο 10, το οποίο επίσης προέβαλε στην πρώτη σελίδα τον τίτλο «Πόση αυθαιρεσία, ω Αστυνόμε! ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΝ ΝΑ ΣΥΓΚΑΛΥΨΟΥΝ ΑΔΙΚΗΜΑ ΕΠΙΘΕΣΗΣ ΚΑΙ ΕΞΥΒΡΙΣΗΣ» με μαύρα κτυπητά γράμματα. Ο κ. Γεωργιάδης, αφού ανέλυσε τα στοιχεία της αποζημίωσης με παραπομπή στις αποφάσεις Κωνσταντινίδη (ανωτέρω) και Κωνσταντινίδη ν. Παπασάββα
(2004)1 Α.Α.Δ. 990 στις οποίες είχαν επιδικαστεί ποσά £20.000 και £30.000 αντίστοιχα, πρότεινε σαν εύλογο για αποζημίωση του ενάγοντα ποσό όχι μικρότερο των £22.000 και έτερο £3.000 για παραδειγματικές αποζημιώσεις. Οι ανωτέρω περιπτώσεις διαφοροποιούνται από την παρούσα, αφού: Σε αμφότερες τις περιπτώσεις τα δυσφημισθέντα άτομα ήσαν στην μεν πρώτη πολιτικό πρόσωπο, αρχηγός κόμματος ενώ στη δεύτερη, ήταν εισαγγελέας της Δημοκρατίας, αμφότεροι ευρύτερα γνωστοί ανά το Παγκύπριο ενώ η εφημερίδα ΑΛΗΘΕΙΑ η οποία και στις δύο περιπτώσεις περιείχε το δημοσίευμα, ήταν παγκύπριας κυκλοφορίας. Χρήσιμη, πιστεύω, αναφοράς είναι η υπόθεση «Εκδόσεις ΑΡΚΤΙΝΟΣ ΛΤΔ» κ.α. ν. Θεόδωρου Στυλιανού, Πολ. Έφεση 115/05 ημερ. 11.7.2006, τα γεγονότα της οποίας είναι παρόμοια με την παρούσα. Στην ανωτέρω υπόθεση, η δυσφήμηση αφορούσε τον αστυνομικό διευθυντή Λεμεσού και επιδικάσθηκε σαν αποζημίωση το ποσό των £5.000. Έγινε δε αναφορά στην υπόθεση «Εκδόσεις ΑΡΚΤΙΝΟΣ ΛΤΔ» κ.α. ν. Νίκος Στέλικος
(2004)1 (Β) Α.Α.Δ. 949 όπου επίσης αφορούσε τον αστυνομικό διευθυντή Λεμεσού με επιδίκαση αποζημιώσεων ύψους £6.
- Στις ανωτέρω υποθέσεις το δημοσίευμα έγινε στην εφημερίδα ΠΟΛΙΤΗΣ η οποία είναι παγκύπριας κυκλοφορίας. Στην πρώτη απόφαση όμως, το δημοσίευμα έγινε σε εσωτερική σελίδα και καταλάμβανε μία παράγραφο. Στην κρινόμενη περίπτωση, το επίδικο δημοσίευμα ναι μεν έγινε σε τοπική εφημερίδα πλην όμως η δημοσίευση του ήταν στην πρώτη σελίδα και καταλάμβανε το ήμιση αυτής και με πολύ χοντρά, μαύρα γράμματα έφερε τον τίτλο «Πόση αυθαιρεσία, ω Αστυνόμε!» και συνέχιζε καταλαμβάνοντας ολόκληρη την τέταρτη σελίδα με τον ίδιο τίτλο. Η ίδια δημοσίευση έγινε και στην επόμενη έκδοση της εφημερίδας, Τεκμήριο
- Τα παραπτώματα δε και αδικήματα που αποδίδονται στον ενάγοντα, είναι ιδιαίτερα σοβαρά. Για τούτο κρίνεται ότι ποσό £8.000 είναι δίκαιο και εύλογο να αποζημιώσει τον ενάγοντα, χωρίς επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων. ΕΚ ΠΡΟΣΤΗΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗ - ΕΥΘΥΝΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Επειδή τα θέματα αυτά εγείρονται για τους εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενους 1, 3, 4 και 5, θα εξεταστούν μαζί, από νομικής άποψης. Οι συνήγοροι κ. Γεωργιάδης, κ. Δημητριάδης και η κα Κόκκινου παρέπεμψαν στα σχετικά επί του θέματος άρθρα του Κεφ. 148 και στις αποφάσεις Γενικός Εισαγγελέας ν. Στυλιανού
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1718 και Ποταμίτης κ.α. ν. Ιωάννου
(1992)1 Α.Α.Δ. 479. Το άρθρο 4
(2)του Νόμου καθορίζει ότι η ευθύνη λειτουργών της Δημοκρατίας περιορίζεται στις περιπτώσεις όπου το αδίκημα διαπράττεται από τον ίδιο το λειτουργό ή όπου ρητά εξουσιοδότησε ή ενέκρινε πράξη άλλου λειτουργού που συνιστά αδίκημα. Το άρθρο 12 (α) του ιδίου Νόμου, προνοεί ότι κάθε πρόσωπο που συνεργεί, παρέχει συνδρομή, εξουσιοδοτεί, συμβουλεύει, διατάσσει, προάγει ή εγκρίνει πράξη που τελέστηκε ή πρόκειται να τελεστεί από άλλο πρόσωπο, ευθύνεται για την πράξη αυτή. Στην Ποταμίτης (ανωτέρω) αναφέρεται ότι «η εκ προστήσεως ευθύνη προσώπου για τις συνέπειες αστικού αδικήματος που διαπράττεται από άλλο πρόσωπο ρυθμίζεται από το άρθρο 13 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148. Εκ προστήσεως ευθύνη, φέρει ο εναγόμενος για τις πράξεις άλλου προσώπου όταν (α) αυτές εξουσιοδοτούνται ή επικυρώνονται ή (β) συνιστούν πράξεις εργοδοτουμένου (υπηρέτη) στο πλαίσιο της εργασίας του». Τα κριτήρια δε που καθορίζουν τη σχέση εργοδότη - εργοδοτουμένου τέθηκαν στην Στυλιανού (ανωτέρω) και είναι (α) η εξουσία επιλογής του εργοδοτουμένου από τον εργοδότη (β) η πληρωμή του μισθού (γ) το δικαίωμα του εργοδότη να ελέγχει τη μέθοδο εκτέλεσης της εργασίας και (δ) το δικαίωμα του εργοδότη για απόλυση. ΑΝΤΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ 2 Έχει ανωτέρω καταγραφεί το ιστορικό και τα ευρήματα για τη δυσφήμηση. Πέραν του ευρήματος ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί δυσφήμηση, στην κρινόμενη περίπτωση της αποστολής του μηνύματος (Τεκμήριο 12) ισχύει η υπεράσπιση του προνομίου. Όπως ορθά υποδεικνύει ο κ. Γεωργιάδης, ο κ. Σ. Χριστοδούλου είχε καθήκον να αποστείλει το Τεκμήριο 12 στο αρχηγείο και ενημερώσει για τη σύλληψη. Ήταν μία καταγραφή ενός αληθούς γεγονότος. Υπενθυμίζεται ότι κατά την αποστολή του μηνύματος δεν εξετάζεται η αλήθεια της καταγγελίας. Αλλά η καταγγελία για ξυλοδαρμό και επίθεση και το γεγονός της σύλληψης. Τα αστυνομικά όργανα δεν είχαν αρμοδιότητα να εξετάσουν ούτε ήταν καθήκον τους να αποφασίσουν ποιος εκ των δύο εμπλεκομένων έλεγε την αλήθεια. Είχαν ενώπιον τους δύο καταγγελίες και όφειλαν να τις διερευνήσουν χωρίς να αποφανθούν για την αθωότητα ή όχι. Και αυτό έκαναν. Οι περί Αστυνομίας Γενικοί Κανονισμοί του 1989 (Κ.Δ.Π. 51/83) παρείχαν με τον Κανονισμό 46 εξουσία στον Αρχηγό Αστυνομίας να εκδίδει διαταγές τις οποίες έπρεπε να τηρούν όλα τα μέλη της αστυνομίας. Σύμφωνα με τις παραγράφους (α) και (β)
(10)του Τεκμηρίου 22, σε περίπτωση σύλληψης προσώπου ο εξεταστής της υπόθεσης έπρεπε να συντάσσει γραπτό μήνυμα το οποίο να ελεγχόταν από υπεύθυνο αξιωματικό του σταθμού της επαρχίας και να διαβιβαζόταν στο αρχηγείο αστυνομίας. Στα πλαίσια των καθηκόντων του ενήργησε ο Σ. Χριστοδούλου, εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος 3, του οποίου η καλή πίστη δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Έχοντας αυτά υπόψη και όσα για τη νομική πτυχή της εκ προστήσεως ευθύνης αναφέρθησαν, η ανταξίωση αυτή αποτυγχάνει. Για όσα δε αναφέρθηκαν για το θέμα της παράνομης κατακράτησης αποτυγχάνει και απορρίπτεται και αυτό το σκέλος της ανταξίωσης. Για την περίπτωση που ήθελε αποδειχθεί λανθασμένο το εύρημα αυτό του Δικαστηρίου τόσο για τη δυσφήμηση όσο και κατακράτηση, ο εξ ανταπαιτήσεως ενάγων θα εδικαιούτο αποζημιώσεις ύψους £2.
- Το αξιούμενο ποσό των £500 σαν ειδική ζημιά για αποδιοργάνωση της επιχείρησης του δεν μπορεί να αποδοθεί, αφού είναι και εξωπραγματικό και αναπόδεικτο. Κατέθεσε ότι κερδίζει μηνιαία από τη λειτουργία της επιχείρησης του ποσό £1.500 περίπου και επιζητεί, χωρίς καμία εξειδίκευση και αιτιολογία ποσό £500 για ένα βράδι, που η επιχείρηση ούτως ή άλλως δεν λειτουργούσε. Συνελήφθη η ώρα 20:00 της 13ης Φεβρουαρίου και αφέθη ελεύθερος το επόμενο πρωί. Για ποια επομένως αποδιοργάνωση ομιλεί; Εξάλλου καμία μαρτυρία προσήχθη για απόδειξη του ποσού αυτού. ΑΝΤΑΞΙΩΣΗ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ 3 Έχει κριθεί ο εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος 2 υπαίτιος επίθεσης. Δεν έχουν αποδειχθεί άλλα τραύματα πλην της εκδοράς. Όμως, το αδίκημα της επίθεσης είναι αγώγιμο per se και δεν απαιτείται η ύπαρξη πρόκλησης ζημίας. Έχοντας υπόψη το είδος της επίθεσης που διαπράχθηκε, την απουσία ευρημάτων για σοβαρά τραύματα, χωρίς να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι αυτή έλαβε χώρα στο μέσο λεωφόρου, από τροχονόμο - όργανο της τάξης, κρίνεται ότι ποσό £500 είναι εύλογο και δίκαιο να αποζημιώσει την κα Σακκαδάκη. Κρίνεται πως δεδομένης της στάσης της ίδιας, η οποία πήρε τη φωτογραφική μηχανή για να φωτογραφίσει το συμβάν, καθ' ον χρόνον ο τροχονόμος θα την κατάγγελλε, δεν δίδει δικαίωμα για παραδειγματικές αποζημιώσεις. Η κα Σακαδάκη αξιοί περαιτέρω ποσό £1.250 σαν ειδικές ζημιές. Η ιδιαιτερότητα αυτής της αξίωσης απαιτεί όχι μόνο να καταγράφεται λεπτομερώς στα δικόγραφα αλλά και να αποδεικνύεται με αυστηρότητα. Εξ αυτών για το υπό στοιχείο 2 και 3, δηλαδή απώλεια ημερομισθίων και ιατρικά έξοδα και φάρμακα, καμία μαρτυρία εδόθη. Για το ποσό των £1000 - αξία φωτογραφικής μηχανής, η μαρτυρία που εδόθη από τους εναγόμενους (Μ.Υ.3 και Μ.Υ.9) κατέδειξαν ότι η μηχανή αγοράσθηκε από την εναγόμενη 1 εταιρεία και ανήκε σε αυτήν. Η κα Σακαδάκη απλά τη χρησιμοποιούσε. Επομένως, δεν δικαιούται σε αποκατάστασης ζημιάς την οποία δεν υπέστη. Ο εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος 1, ουδόλως μπορεί να κριθεί υπαίτιος ή συνυπαίτιος αφού ούτε εργοδότης ήταν ούτε εξουσιοδότησε ούτε ενέκρινε την πράξη αυτή του Ανεστιάδη. Το άρθρο 28 του Νόμου είναι σαφές: Πραγματεύεται την περίπτωση ευθύνης για επίθεση αντιπροσώπου ή υπηρέτη και προνοεί πως «ανεξάρτητα από τις διατάξεις του Νόμου αυτού, αντιπροσωπευόμενος ή κύριος δεν ευθύνεται για επίθεση που διαπράττεται από τον αντιπρόσωπο ή τον υπηρέτη του εκτός αν ρητά εξουσιοδότησε ή ενέκρινε αυτή». Συνακόλουθα, κρίνεται πως ο εξ ανταγωγής εναγόμενος 1, δεν μπορεί να κριθεί υπαίτιος επίθεσης. Την ίδια τύχη έχει και η ανταξίωση εναντίον των υπολοίπων και του Δήμου Πάφου. Επιπροσθέτως για σκοπούς πληρότητας να λεχθεί ότι δεν έχει αποδειχθεί η ισχυριζόμενη σχέση εργοδότη και εργοδοτουμένου. Να σημειωθεί ότι με την παράγραφο 5 της Έκθεσης Υπεράσπισης οι εναγόμενοι αναφέρουν ότι ο Ανεστιάδης εργαζόταν στην Ιδιωτική Εταιρία Group 4 και υπό την εν λόγω ιδιότητα του βρέθηκε να εργάζεται ως τροχονόμος στην υπηρεσία του Δήμου Πάφου. Όμως, η μαρτυρία του Θ. Φιλιππίδη (Μ.Υ. 4) που κλήτευσαν οι εναγόμενοι, ήταν σαφής. Ο Δήμος Πάφου συνεβλήθη με την Group
- Δεν πλήρωναν ημερομίσθιο ούτε μισθό στον Ανεστιάδη. Δεν καθόριζαν το ωράριο ούτε τα καθήκοντα του. Δεν κατέβαλλαν εισφορές στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Δεν τον έλεγχαν. Υπεύθυνη για αυτά τα θέματα ήταν η εταιρεία Group
- Τα ίδια ανέφερε και ο Ανεστιάδης. Επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί εργοδοτούμενος του Δήμου Πάφου, με την έννοια που δίδει ο Νόμος και η Νομολογία. Στο σημείο αυτό, τελειώνοντας την απόφαση, αξίζει να τονισθεί και επαναληφθεί εκείνο που υπογραμμίσθηκε στην απόφαση του Εφετείου Εφημ. ή περιοδ. Αποκάλυψη της Πάφου Λτδ κ.ά. ν. Κονιώτη
(2004)1 (Γ) 1847, σελ. 1850 για την ίδια δηλαδή την κρινόμενη υπόθεση κατά την εκδίκαση έφεσης κατά απόφασης για έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος και το οποίο καθορίζει το πλαίσιο μέσα στο οποίο τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης οφείλουν να λειτουργούν,: «Πρέπει όμως να προβούμε και στο πιο κάτω σχόλιο. Το θεμελιώδες δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου και έκφρασης ενέχει και καθήκοντα και ευθύνες, όπως ειδικώς προβλέπεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 10 της Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Ο εφεσείων και η εφεσείουσα 3 είναι ο ιδιοκτήτης και διευθύντρια αντίστοιχα της εφημερίδας, την οποία χρησιμοποίησαν για να δημοσιεύσουν και σχολιάσουν ένα επεισόδιο που αφορούσε τους ίδιους προσωπικά. Η ελευθερία του τύπου, δηλαδή της μετάδοσης στο κοινό ειδήσεων και σχολίων, προϋποθέτει αντικειμενικότητα στην επεξεργασία και μετάδοση τους, ώστε το μέσο μαζικής ενημέρωσης να διεκδικεί δικαίως ακριβώς αυτή την αντικειμενικότητα. Η λειτουργία των μέσων ενημέρωσης αναμένεται να στηρίζεται στα αναγνωρισμένα θέσμια της σοβαρής, έντιμης και αντικειμενικής δημοσιογραφίας. Αυτό βεβαίως δεν επιτυγχάνεται όταν ο ιδιοκτήτης ή οι συντάκτες ενός μέσου μαζικής ενημέρωσης το χρησιμοποιούν για τη μετάδοση ζητημάτων, που αφορούν τους ίδιους προσωπικά ή τα συμφέροντα τους.» Με την Έκθεση Απαίτησης επιζητείται πέραν της επιδίκασης αποζημιώσεων και η έκδοση διατάγματος που να απαγορεύει την με οποιοδήποτε τρόπο επανάληψη της δυσφήμισης. Με την αγόρευση των συνηγόρων του ενάγοντα, δεν προωθήθηκε αυτό το σκέλος της αξίωσης. Εξάλλου η κα Σακαδάκη ανέφερε, αντεξεταζόμενη, ότι δεν προτίθεται να ασχοληθεί και πάλι με τα ίδια θέματα. Γι' αυτό δεν θα εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Συνακόλουθα: Εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων αλληλεγγύως και / ή κεχωρισμένως για ποσό £8.000 πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Εκδίδεται απόφαση υπέρ της εξ ανταξιώσεως ενάγουσας 2 και εναντίον του εξ ανταξιώσεως εναγόμενου 2 Ανεστιάδη για ποσό £500 με έξοδα στην ανάλογη κλίμακα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταγωγή των εξ ανταξιώσεως εναγόντων 1 και 2 εναντίον των εξ ανταξιώσεως εναγομένων 1, 3, 4 και 5, απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εξ ανταξιώσεως εναγομένων 1, 3, 4 και 5 και εναντίον των εξ ανταξιώσεως εναγόντων 1 και 2, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)....................... Δ. Σωκράτους, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής ../Γ.Ι. [1] Rasid n. Braybrook
(1972)8 J.S.C 1082 - 17 - 03 [2] R. v. St. George
(1840)9 C. & P. 483 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο